3/3/09

Νόμιζα πως ήθελα να γίνω ποιητής, αλλά κατά βάθος ήθελα να γίνω ποίημα

Το ποίημα που σιωπά

«Μόνη εγώ, ενέχυρο του εαυτού μου.
Να αποδείξω ότι δεν υπήρξα απολύτως τίποτα».

«Η ΛΟΝΔΡΕΖΙΚΗ ΜΕΡΑ ΤΗΣ ΛΩΡΑΣ ΤΖΑΚΣΟΝ» του Χρήστου Χρυσόπουλου, Εκδ. «Καστανιώτη», σελ. 205, τιμή: 16 ευρώ.

«Το συναρπαστικότερο στοιχείο στην προσωπικότητα της Λώρας Τζάκσον, αυτό που καθιστά μια παραδειγματική προσωπικότητα για όποιον στοχάζεται τη φύση του δημιουργικού ανθρώπου, είναι ότι πάλεψε με πείσμα μέσα σε αντιφάσεις, αποτυχίες και υστερικές παρορμήσεις, για να υλοποιήσει τη ρήση του Ενρίκε Βίλα- Μάτας: «Εγώ νόμιζα πως ήθελα να γίνω ποιητής, αλλά κατά βάθος ήθελα να γίνω ποίημα». Η Λώρα (Ράιντινγκ) Τζάκσον βρήκε τη δική της απάντηση σε αυτήν την πρόκληση, παραδεχόμενη ότι το τελειότερο ποίημα είναι εκείνο που σιωπά».
Κι ο Χρήστος Χρυσόπουλος αναμφισβήτητα ο συγγραφέας που τολμά. Να προχωρήσει ένα βήμα πάρα πέρα, με το όποιο ρίσκο του, την λογοτεχνία. Εντυπωσιάζοντας άμα τη εμφανίσει του, το 1996 με τον «Βομβιστή στον Παρθενώνα».
Απ’ εκεί κι ύστερα φροντίζει ανελλιπώς κανένα του βιβλίου να μη μοιάζει και να μη θυμίζει το άλλο. Και δεν εννοούμε απλώς θεματολογικά, αλλά και υφολογικά, ξεκινώντας με τον «Περίκλειστο κόσμο» του το 2003, ένα κατακερματισμένο μυθιστόρημα (στη εντυπωσιακότατη «Σουνυάτα» που προηγήθηκε είχε κάνει το πρώτο δειλό, πλην σημαντικότατο βήμα). Με το «Φανταστικό μουσείο» κατόρθωσε να αναδείξει τον συγγραφέα ή ποιητή ως την κατ’ εξοχήν ιστορία ή το ποίημα. Τολμώντας να βάλει δύσκολα στον μέσο αναγνώστη που επιθυμεί ντε και καλά, από τα αρχαία χρόνια μια λογοτεχνία σημερινή και σύγχρονη, σε μια κατακερματισμένη εποχή, να διαθέτει αρχή, μέση, τέλος και συνέπεια.
Συνεπής στη λογοτεχνική του αναζήτηση που δοκιμιακά υποστήριξε με «Το γλωσσικό κουτί» του, στην «Λονδρέζικη μέρα της Λώρας Τζάκσον» πηγαίνει ένα βήμα ακόμα πάρα πέρα και ενώνει τα είδη.
«Ένα μεγάλο περιστέρι κοιτά επίμονα μέσα στους ομόκεντρους κύκλους του ματιού της. Τα χρώματα ιριδίζουν γύρω από τη σκοτεινή διασταλμένη κόρη: αχνό κίτρινο έως βαθύ μοβ. Τα φτερά του πτηνού είναι γεμάτα σκόνη, το ράμφος του αιχμηρό και διάστικτο από λευκές κηλίδες. Το κεφάλι του μοιάζει με γύπα. Στέκεται λίγα μόνο εκατοστά από το ακουμπισμένο στο πεζοδρόμιο πρόσωπό της. Εκείνη δεν μπορεί να κινηθεί…».
Όπως και στον «Περίκλειστο κόσμο» ο συγγραφέας αρχίζει το μυθιστόρημα από την ύψιστη ώρα. Η ποιήτρια Λώρα Τζάκσον έχει ήδη πηδήξει και κείτεται ανήμπορη.
Συνεχίζει με την Λώρα σε ανάρρωση μεταξύ ύπνου και ξύπνιου, θανάτου και ζωής. Ανοιγοκλείνοντας τα κεφάλαια που διαθέτουν το ύφος της, την υπαρξιακή αγωνία και θέση της, την ατμόσφαιρα και την μυρωδιά της, τους υπόκωφους ήχους, τις υποδόριες σκέψεις και την βαθύτερη εικόνα της, με ποιήματά της απολύτως αντιπροσωπευτικά:
«Ήρθα σπίτι κουβαλώντας
ένα δωμάτιο στον ώμο μου…
Το βρήκα, είπε. Δεν το είχε
Κανείς υπό την προστασία του…
Θέλω να το χτενίζω
και να το βγάζω βόλτα
και να σιγουρέψω ότι εσύ ποτέ,
ποτέ δεν θα έρθεις μέσα του
όταν κοιμάμαι».
Ένα δωμάτιο κι η ίδια, όπου κι αν είναι. Ακόμα κι εκείνη την ώρα της διπλής απόπειρας αυτοκτονίας με τον εραστή της ποιητή Ρόμπερτ Γκρέιβς και υπό το βλέμμα της συζύγου του, κάποια λονδρέζικη μέρα του 1929.
Στις 205 σελίδες του βιβλίου ο συγγραφέας αλλάζει ύφος και πρόσωπο πολλές φορές. Αλλού ποιητικός και ατμοσφαιρικός, κάπου αλληγορικός και δοκιμιακός, συνθέτει ψηφίδα- ψηφίδα το αινιγματικό πρόσωπο της ηρωίδας του. Εντάσσοντάς την στον χρόνο και στον τόπο της, εγκιβωτίζοντας σκηνές, στίχους και αποσπάσματα από τη ζωή, την ποίησή και το δοκίμιο της ζωής της, αφήνοντάς την σαν ζωντανό ενδεχόμενο, ανοιχτό. Ένας άνθρωπος, ο κάθε άνθρωπος, πόσο μάλλον εκείνη η τόσο σύνθετη, είναι όσοι και οι άνθρωποι- καθρέφτες του:
«Εδώ αποφασίζω να σταματήσω. Γράφω τη λέξη «Τέλος» κι αυτό σημαίνει ότι επιλέγω να απομακρυνθώ. Όχι ότι έχω τελειώσει… Ό,τι ξεκίνησε ως μυθιστόρημα απομένει ένα αρχείο. Μυθιστόρημα – αρχείο».
Πράττοντας ακριβώς ό,τι και η ηρωίδα του. Εκείνος που χειρίζεται τόσο καλά τις λέξεις και τα είδη, αποδέχεται ότι στην περίπτωση του ενός προσώπου, της μιας ιστορίας, ποτέ δεν φτάνει το αρκετό.
Μικρό απόσπασμα- κλειδί και για τη Λώρα Τζάκσον και για το μυθιστόρημα: «Η Τζάκσον κάνει συχνά λόγο για μια ποίηση που θα μπορεί να είναι ελεύθερη να στοχαστεί και να καινοτομήσει, παραμένοντας εντός των αδιάρρηκτων λογικών ορίων που θέτει η συναίνεση της γλώσσας. Η δυσκολία σε αυτό το εγχείρημα έγκειται στο ότι ο ποιητής πασχίζει να ξεπεράσει το όριο χωρίς να εξέλθει από το συμφωνημένο «γλωσσικό παιχνίδι». Επιθυμεί να φτάσει στο «επέκεινα» παραμένοντας φρόνιμα «εντεύθεν». Σε αυτήν την επιδίωξη κάθε σύλληψη και κάθε φαντασία τελείται μέσα στο πλαίσιο της γλώσσας, πέρα από το οποίο φαίνεται ότι τα πάντα αφανίζονται. Όντως, επέκεινα του «παιχνιδιού» αρχίζει το αδιανόητο, που συνήθως δεν έχουμε το σθένος να αντικρίσουμε».
Ένα περίπλοκο μυθιστόρημα που αφορά αυτή καθ’ εαυτή την ουσία της αντιφατικότητας της ύπαρξης, την πεπερασμένη δυνατότητα της τέχνης και δη της γραφής. Άκρως ενδιαφέρον ως ύφος, ως πρόταση, ως αποτέλεσμα για τα ζητήματα που θέτει και την Λώρα Τζάκσον που μας κάνει γνωστή. Η πιο διάσημη αποκήρυξη στην Ιστορία της ποίησης, μας γίνεται σχεδόν απτή, κατανοητή:
«Μόνη εγώ, ενέχυρο του εαυτού μου.
Να αποδείξω ότι δεν υπήρξα απολύτως τίποτα».


ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ-
ΠΟΙΟΣ ΕΙΝΑΙ:
Ο Χρήστος Χρυσόπουλος γεννήθηκε το 1968 στην Αθήνα.
Άλλα βιβλία του είναι:
«Το γλωσσικό κουτί» (Εκδ. «Καστανιώτη», 2006),
«Φανταστικό μουσείο» (Εκδ. «Καστανιώτη», 2005),
«Σουνυάτα» (2η Εκδ. «Καστανιώτη», 2004),
«Περίκλειστος κόσμος» (Εκδ. «Καστανιώτη», 2003),
«Encounters» (Listasafn, Reykjavik, 2003),
«The Black Dress» (RCIPP, N.J, 2002),
«Ο μανικιουρίστας» (2000),
«Οι συνταγές του Ναπολέοντα Δελάστου» (1997),«Ο βομβιστής του Παρθενώνα» (1996)