19/9/11

Γράφω για να βρίσκω αιτίες να ζω

Στο εργαστήρι του συγγραφέα: ΓΙΑΝΝΗΣ ΞΑΝΘΟΥΛΗΣ


Έγινε συγγραφέας “από ένα στοίχημα” και από “το σύνδρομο διασκεδαστή” που τον κατείχε. Επειδή είχαν πάντα μεταμεσονύκτιους επισκέπτες και επιθυμούσε να γράψει κάτι μεγάλο, για να τους κρατά ξύπνιους, σαν την Χαλιμά.

Ε κάπως έτσι ο Γιάννης Ξανθούλης έγραψε πάνω από είκοσι βιβλία. Μυθιστορήματα, θεατρικά έργα για παιδιά, θέατρο και ταξιδιωτικά.

Το εργαστήρι- διαμέρισμά του στο Κέντρο της Αθήνας, διαθέτει ό,τι αγαπά. Το ιστορικό κέντρο που λάτρεψε όταν ήρθε από την Αλεξανδρούπολη με τη μία, βιβλία, μολύβια, μελάνια, φωτογραφίες και πίνακες ζωγραφικής. Τις ιστορίες του βασικά που αιωρούνται κάπου εκεί γύρω, παντού: “Για μένα τα βιβλία, οι ιστορίες μου και η ήρωές μου αποτελούν… ίσως το μοναδικό μέσον επικοινωνίας. Είναι το… κινητό μου, ο υπολογιστής μου, το αυτοκίνητο, όλα όσα πεισματικά αρνούμαι να υιοθετήσω από μια έμφυτη περιφρόνηση στα τεχνολογικά θαύματα. Χωρίς να σημαίνει ότι φλέγομαι για επικοινωνία, βρήκα μέσω γραφής μια δικαιολογία να ψευτοσυντηρώ την κοινωνικότητά μου. Ακούγεται ψεύτικο αλλά είναι… αληθινό”, αποκαλύπτει και μας αφήνει άναυδους όσους γνωρίζουμε εκείνο το-κοκαλάκι-της-νυχτερίδας, που διαθέτει στην επικοινωνία. Την ικανότητά του, κυριολεκτικά, να μαγεύει ως αφηγητής το κοινό.

Στο μυθιστόρημα – επιμένει- οδηγήθηκα ενστικτωδώς, κατάπληκτος πόσο αποκαλυπτικές μπορούσαν να είναι οι λέξεις με προορισμό την ανάγνωση”.

Τα παιδικά του χρόνια, διάσπαρτα, σε όλα του τα βιβλία, αλλά και στο “Μενού των φαντασμάτων” που είναι και το κατ' εξοχήν αυτοβιογραφικό. Και μια σπαρακτική μνήμη συναισθημάτων, με το γνωστό του ξανθούλειο φλέγμα κι εκείνη την υπέροχη ειρωνεία:

Ήταν η πιο δημιουργική περίοδος της φαντασίας μου, η πιο αντικειμενικά αμείλικτη. Παρακολουθούσα ψύχραιμα τη ζωή και το θάνατο, δυσπιστούσα στα καμώματα των μεγάλων, αγανακτούσα που δεν ανήκα στην ταχυδακτυλουργικού ήθους οικογένεια του Χριστού, αξιολογούσα λεπτομερειακά τις ώρες, τις εποχές...”

Κι όσο για εκείνο το “αυτοβιογραφικό”, “Αυτοβιογραφικό είναι το συναίσθημα, που διοχετεύω στα πρόσωπα κάποιες φορές, και η ηδονοβλεπτική μου συμπεριφορά σε σχέση με τα πάθη τους. Αυτοβιογραφική είναι η χρονογραφική περιγραφή και η αρωματική της γεωγραφία. Έχοντας ακόμη την αίσθηση – ψευδαίσθηση πως οι συγγραφείς είναι μεσίτες για την αθανασία, περιγράφω άτομα που γνώρισα και δεν θέλω να ξεχαστούν με το πέρασμα του χρόνου, εγκλωβίζοντάς τα σε μια ιστορία. Πρόκειται για ανόητη παρηγοριά αλλά το κάνω απολύτως συνειδητά. Το έκανα όσο μ’ έπαιρνε και στον ”Θείο Τάκη”.

Γράφει εύκολα, το ύφος του, εκείνο το γνωστό και ιδιαίτερο, περίτεχνο εν τέλει κι ας μοιάζει προφορικό. Αυτοσαρκασμός, ευστροφία και χιούμορ σχεδόν μαύρο κάποιες φορές, της ζωής οι αδιάκοπες φάρσες και ανατροπές, ειδικά στο τελευταίο του που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις “Τόπος”, “Δεσποινίς Πελαγία”:

Το χιούμορ είναι η ηχώ του δράματος μεταλλαγμένη, διευκρινίζει. Στη ζωή μου υπάρχει αφθονία τέτοιας παρήχησης. Μου αρέσει να τσαλακώνω την σοβαροφάνεια της πραγματικότητας έχοντας κανόνα ότι ο κόσμος είναι αντίφαση και παραλογισμός. Τελικά, νομίζω, ότι το χιούμορ είναι συνυφασμένο με το αμυντικό σύστημα του οργανισμού. Δυστυχώς μπορεί να έχω χιούμορ αλλά έχω και χοληστερίνη. Άλλοι πάλι ακριβώς το αντίθετο…”

Συλλέκτης ενοχών” όπως αναγνωρίζει, “Γράφω – εξομολογείται- για να βρίσκω αιτίες να ζω. Οι αιτίες στην προφορική τους μορφή δεν με καλύπτουν. Στο χαρτί δεσμεύομαι κατά κάποιο τρόπο και βαυκαλίζομαι ότι κάνω κάτι χρήσιμο, συνθέτοντας μπουκέτα επινοήσεων”.


ΟΙ ΠΡΩΤΕΣ ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΤΟΥ

Τα “καλά” βιβλία ήταν πάντα με σκληρό εξώφυλλο. Τα άλλα τα θεωρούσαμε του πεταματού, εκτός από τα κλασσικά εικονογραφημένα. Μου άρεσαν οι Αδελφοί Γκριμ και ο Άντερσεν, που διαισθανόμουν ότι ήταν αντιπαιδαγωγικοί συγγραφείς. Απ' τον Άντερσεν με συγκινούσε η “βασίλισσα του χιονιού”, που κρατούσε τον μικρό ήρωα στο παγωμένο μπλε της βασίλειο, αντάξιο του δωματίου “υποδοχής” του σπιτιού μας, που ήταν βορινό και σπάνια θερμαινόταν. Απ' τον Ιούλιο Βερν διασκεδάζω με το “Καίσαρ Κασκαμπέλ”. Πάνω απ' όλα ταυτιζόμουν με τους “Άθλιους” του Ουγκώ. Υπήρχε όμως κι ένα “αστραπιαίο” βαλκανικό παραμύθι που με προβλημάτιζε με τη φρίκη του. “Η Γιλού”. Έτσι ονομαζόταν. Η Γιλού, λοιπόν, υπήρξε τόσο κακιά κι ελεεινή, που μόλις γεννήθηκε κατασπάραξε τη μάνα της και την έφαγε!... Σκέψου!”



ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΕΣ ΕΜΜΟΝΕΣ

Αναγνωρίζει πως γράφουμε για τις εμμονές μας. Η βαριά σκιά είναι εκείνη που δημιουργεί έργο και καθορίζει την γραφή:

Άθελά μας γράφουμε για τις εμμονές μας, ακόμη κι όταν ορκιζόμαστε ότι αλλάξαμε πλώρη”, αποκαλύπτει. “Τριγυρνώ πολλά χρόνια στα ίδια τοπία, φωτισμένα διαφορετικά, οι ήρωές μου βυθίζονται σε ωκεανούς με γλυκό νερό που μυρίζει αλάτι. Παίζω μαζί τους, τους μεταχειρίζομαι με αδεξιότητα Θεού, τους αγαπώ σαδιστικά και συμπάσχω με τις αγωνίες τους. Στήνω δηλαδή κανονικά παγίδες στον εαυτό μου. Αυτό είναι όλο. Για άλλοθι έχω την πεποίθηση πως το πειραματόζωο είμαι εγώ. Είναι αρκετά κομπλικέ υπόθεση”. Γι' αυτό κι εκείνη η φράση “μνήμη μίλησε” που χρησιμοποίησε κατά κόρον: “Να που φτάσαμε στον αγαπητό Ναμπόκοβ. Το θέμα μας είναι αν θα ‘πρεπε να μιλά ή όχι. Αν θα ‘πρεπε να είμαστε φειδωλοί στο δημόσιο γύμνωμα προς χάριν τίνος; Αν θα ‘πρεπε να αποσπούμε τη μνήμη απ’ την ιδιωτική της σιωπή. Για τον περισσότερο κόσμο ευτυχώς δεν υφίσταται λόγος. Οι συγγραφείς όμως είθισται να εκβιάζουν πρόθυμα τη μνήμη τους μεγεθύνοντας τις εντυπώσεις κάποιων στιγμών με επιχειρηματολογία ειλικρίνειας. Λες και η ειλικρίνεια ποιεί συγγραφικό ήθος. Τέλος πάντων, ας πούμε ότι είναι έτσι”.



Λεζάντες:

  1. Μολύβια, κοντύλια, μεγάλη αδυναμία.

  2. Ανάπαυλα. Εδώ μέσα, εξάλλου, ο Γιάννης Ξανθούλης περνά ώρες πολλές.

  3. Τα χειρόγραφα που λατρεύει.

  4. Και οι φωτό, επίσης.

  5. Το γραφείο και... πανοραμικά.


Μότο:

Γράφω για να βρίσκω αιτίες να ζω. Οι αιτίες στην προφορική τους μορφή δεν με καλύπτουν. Στο χαρτί δεσμεύομαι κατά κάποιο τρόπο και βαυκαλίζομαι ότι κάνω κάτι χρήσιμο, συνθέτοντας μπουκέτα επινοήσεων”.


Δημοσιεύθηκε στο Έθνος της Κυριακής

24/8/11

Το ποίημα είναι, κατά βάθος, το αυθεντικότερο, το δραστικότερο πρόσωπό μας



Μανώλης Πρατικάκης


Η συνέντευξη δημοσιεύεται στο Index


Αναγνωρίζοντας ότι “το ποίημα είναι, κατά βάθος, το αυθεντικότερο, το δραστικότερο πρόσωπό μας”, “υλικό ονείρων”, “κόσμος” αφ' εαυτού του, ο άνθρωπος που έγινε ψυχίατρος από τον Ντοστογιέφσκι και ποιητής από την θάλασσα του Λυβικού που τον ανάθρεψε, δέχθηκε να ξανακάνει μαζί μας τα βασικά βήματα της ζωής του। Ανακαλώντας εικόνες, αρώματα, φράσεις, λησμονημένες εμπειρίες και επιθυμίες που τον έφεραν – μετά από Κρατικά Βραβεία και πάνω από δέκα ποιητικές συλλογές- στα “Αφηγήματα ενός Ψυχιάτρου”

Κατόπιν τούτου θα μπορούσαμε να πούμε ότι αντιστρέφοντας κάπως τα δεδομένα επιδιώξαμε και τελικά βρέθηκε ένας ψυχίατρος- ποιητής στο ντιβάνι του ψυχαναλυτή. Πρόθυμος να απαντήσει σε όλα. Να αναζητήσει τραύματα και οράματα, εφόσον “Κάθε μου τραύμα ένας καινούργιος οφθαλμός”.

Το αποτέλεσμα, ο πιο αποκαλυπτικός, ποιητικός κι ανθρώπινος, μαγεμένος και μαγικός Μανόλης Πρατικάκης.


Τι είναι εκείνο κ. Πρατικάκη που κάνει τελικά ένα ψυχίατρο ποιητή;


Είναι δύσκολο να απαντηθεί ένα τέτοιο ερώτημα. Γιατί πρωτίστως πρέπει να υπάρχει η συναισθηματική θερμοκρασία, ο τρόπος που βλέπουμε τον κόσμο και προσπαθούμε να τον ερμηνεύσουμε αξιακά. Εργαλειακά, με νοησιαρχία, ή στο κάθε τι να βλέπουμε πως υπάρχει μια αύρα ενός παράλληλου άλλου. Ένα παλιό ψήγμα ονείρου. Μια ουτοπική νότα που υπονομεύει τα «συντελεσμένα» που αρνείται το Είναι γιατί βλέπει τον κόσμο ως ένα διαρκές γίγνεσθαι. Ο ποιητής θέλει να βγάλει το φυτίλι από μια πέτρα ή έναν σπινθήρα που είναι το κρυμμένο άστρο του.

Όταν υπάρχει αυτή η υποδομή η ψυχιατρική, καθώς φωτίζει σκοτεινές περιοχές του ανθρώπινου ψυχισμού, απωθημένους φόβους, ενοχές, λησμονημένες τραυματικές εμπειρίες, ξεχασμένες ματαιώσεις, ένα τέλος πάντων υλικό έντονα φορτισμένο και άγνωστο, που συχνά ανεβάζει ένα λεπτό ηθικό μαρτύριο, άγνωστης προέλευσης, αλλάζει η εικόνα που είχαμε για τον εαυτό μας, απαλλασσόμαστε από συγκαλήψεις και νοσηρές άμυνες και η εικόνα του εαυτού μας γίνεται πιο γνήσια και αυθεντική. Αυτό το ασυνείδητο υλικό που έρχεται στο φως είναι ιδιαίτερα χρήσιμο ως ποιητική ύλη. Είναι ένας άγνωστος ορυκτός πλούτος, που, γνωρίζοντάς τον μας μεταμορφώνει και παράλληλα ζητά να μπει σε μια αισθητική τάξη. Να αποκτήσει ρυθμό να μας κάνει να δούμε την έκπληξη ή τον θρίαμβο που κρύβει το ευτελές ή το τετριμμένο. Η ψυχιατρική λοιπόν από μόνη της δεν μπορεί να κάνει κάποιον ποιητή. Αλλά να δώσει βάθος αποκαλυπτικό και ευρύτητα στην εποπτεία του ορόντος νου.


Γεννηθήκατε στο Μύρτος, χωριό του Λιβυκού πελάγους, ποιόν μήνα; Η πρώτη εικόνα της ζωής.


Το πατρικό μου σπίτι ήταν χτισμένο πάνω στη θάλασσα του Λιβυκού. Η θάλασσα μπαινόβγαινε στο παιδικό μας δωμάτιο και τη μικρή αυλή. Γι’ αυτό αν θυμάστε η Παραλοϊσμένη αρχίζει: «Στο σπίτι πέφτανε τα κύματα. Στο σπίτι μπαίνανε τα φύκια κάτω απ’ το κρεβάτι. Κι ως τον ύπνο. κι ως τα όνειρα μια θάλασσα.» Κάθε πρωΐ η Μητέρα μου έβγαζε τους σωρούς την άμμο και τα φύκια με μια σκούπα από βούρλα του ποταμού. Γεννήθηκα 6 Σεπτεμβρίου. Η πρώτη εικόνα: Ανοίγοντας την πόρτα και παράθυρο να βλέπω τη θάλασσα ν’ αστράφτει σαν αιωνιότητα. Να λαμπυρίζει από χιλιάδες «καθρεφτάκια» κι εκεί να λικνίζονται ψαρόβαρκες και σφουγγαράδικα από την Κάλυμνο με υπέροχα λεπτά σκαριά σαν τριήρεις.


16 ποιητικές συλλογές. Η πρώτη; Πως είναι όταν έρχεται το ποίημα. Το πρώτο

Η πρώτη, πρέπει να σας αποκαλύψω, αν δεν το ξέρετε, είναι σαν πρόωρο παιδί. Ένα πρωτόλειο που παρασιωπώ. Λέγεται «θαλασσινές φωνές». Είναι τα πρώτα άγουρα ποιητικά σκιρτήματα ενός νέου που δεν έχει διαβάσει απολύτως τίποτα. Το πρώτο ποίημα που γράφτηκε λέγεται «το νησί της αβύσσου» Όταν έρχεται το ποίημα πηγαία είναι σαν μια διανοητική αύρα. Σαν αόριστη μουσική που αποκτά υπόσταση, την παρτιτούρα. Σαν πέτρες που ξαφνικά μπαίνουν σε τάξη και χτίζεται ο τοίχος του κειμένου.



Τι ήταν εκείνο που σας έκανε να πείτε, “εγώ θ’ ακολουθήσω την ψυχιατρική”;


Το ανειρήνευτο πνεύμα μου, από κάποια περίοδο και μετά. Ίσως τα αντιφατικά παιδικά μου βιώματα: παραδείσιος χώρος του Λιβυκού από τη μια και ένας καμένος ερειπωμένος μετακατοχικός κόσμος από την άλλη. Το θαύμα και ο θάνατος. Ίσως μια θεία μου, που «παραληρούσε» από εγκεφαλικό τύφο, και μες στο παραλήρημά της έλεγε φωτεινές ανομολόγητες κουβέντες, χωρίς λογοκρισία, όταν ήμουν 3-4 ετών και έβλεπα με δέος «τις σκηνές» από το παράθυρο, μαζί με πολύ κόσμο. Αλλά περισσότερο η ανάγκη μου να κατέβω κάτω από το φαίνεσθαι. Στους ασυνείδητους μηχανισμούς που μας προσδιορίζουν, και φωτίζουν τις αυταπάτες μας και εξιδανικεύουν ανοήτως την εικόνα μας. Επίσης τα έργα του Ντοστογιέφσκι άσκησαν μια τεράστια γοητεία πάνω μου. Θεωρώ ότι είναι ο πρώτος μεγάλος ψυχαναλυτής.


«Η Συμφωνία της Ίασης», η ποίηση κ. Πρατικάκη, είναι Ιαματική;


Ασφαλώς θα αναφέρεστε στο σημερινό έργο που δημιούργησε ο μεγάλος μας συνθέτης Γιάννης Μαρκόπουλος, πάνω στην ποίησή μου (εναρμονίζοντας Ήχο και Λόγο με εμπνευσμένο μεγαλόπνοο τρόπο) που ανέβηκε στο Μέγαρο Μουσικής. Ναι, κατά κάποιον τρόπο πιστεύω πως είναι για το μυημένο κοινό. Θα σας αναφέρω μια μικρή εμπειρία. Πριν χρόνια έλαβα ένα βάζο με πέτρες από τη Σάμο, και μια λεία επίπεδη πέτρα, που έγραφε πάνω ένα στίχο μου, με σινική μελάνι, που έλεγε: «Κάθε μου τραύμα ένας καινούργιος οφθαλμός».

Όλα αυτά από μια άγνωστη καθηγήτρια, που κάτω από το βάρος τραυματικών οικογενειακών εμπειριών είχε αποφασίσει να αυτοκτονήσει όπως μου έγραψε σε μακροσκελές γράμμα. Και όταν διάβασε τον παραπάνω στίχο άλλαξε γνώμη. Ήθελε από κάπου να πιαστεί. Και βρήκε αυτήν την αισιόδοξη σανίδα. Σήμερα διδάσκει και είναι ευτυχισμένη.

Γενικά η ποίηση, ακόμα και η απαισιόδοξη, όπως και η μουσική, κρούει χορδές και πιστεύω ξυπνάει αρμονία. κάποια χαμένη παιδική αθωότητα. Στερείται ιδιοτέλειας. Είναι γλωσσικά ανυπάκουη. Περνά πράγματα καθημερινά, πληκτικά, σε μια αισθητική τάξη. Ένα ασήμαντο γεγονός μπορεί ν’ αποκτήσει οικουμενικότητα. Ή χτίζει μια ουτοπική ήπειρο, όπως τα όνειρα, που δεν είναι άσχετα από την πραγματική μας ζωή.

Ο ποιητής, δηλ. ψυχικά σώζεται απριόρι; Γιατί γνωρίζουμε ποιητές που έχουν καταστραφεί; Γιατί υπάρχει αυτοκαταστροφικότητα;


Σε καμιά περίπτωση δεν σώζεται ψυχικά και μάλιστα a priori. Αντιθέτως πιστεύω ότι είναι πιο ευάλωτος από τον κοινό μέσο άνθρωπο, και περισσότερο από τον πρακτικό άνθρωπο τον αφομοιωμένο απόλυτα στο σύστημα, το οποίο υπηρετεί ενσυνείδητα και αποτελεί χωρίς να το ξέρει γρανάζι του. Είναι σαν να έχει πάρει μια χρόνια δόση αναισθητικού, σαν άμυνα από τα τόσα γύρω του δεινά. Αντίθετα ο ποιητής συμμετέχει, έστω και μόνο συναισθηματικά, στα δρώμενα, στα κοινωνικά και υπαρξιακά αδιέξοδα, στη βαρβαρότητα, τον κυνισμό, την μοναξιά, την απώλειά της επαφής και την αποξένωση. Επίσης διαθέτει πιο αυστηρό Υπερεγώ (συνειδησιακό έλεγχο δηλ.), που σημαίνει τύψεις, ενοχές, αυτομομφές. Έχει μεγαλύτερη αυτοσυνειδησία για την μηδαμινότητά του, την αδυναμία του. Στέκεται, μπροστά στην ύπαρξη και το εφήμερο, με τρόμο, με δέος, γιατί εκτός των άλλων έχει πολλά ναρκισσιστικά στοιχεία. Είναι πιο τρωτός. Και συχνά είναι πιο έντονη εκείνη η παράδοξη απέχθεια που έχουμε για τον εαυτό μας.


Ένας ψυχίατρος είναι από χέρι σωσμένος; Υπάρχουν για σας γρίφοι ζωής, όσον αφορά τη δική σας


Εδώ τα πράγματα μπλέκονται λίγο, κυρία Γκίκα γιατί τυχαίνει να είμαι και ποιητής και ψυχίατρος. Και όλα όσα είπα για τους ποιητές ισχύουν στο ακέραιο και για τη δική μου περίπτωση. Ούτε ο ψυχίατρος είναι από χέρι σωσμένος, όταν μάλιστα τυχαίνει να συγκατοικεί με τον ποιητή. Αυτή η συνύπαρξη δημιουργεί μεγάλη φόρτιση, σπινθήρες, καυτή λάβα που χρειάζεται σωστή διαχείριση και οργάνωση. Εδώ θάλεγα πως η ψυχιατρική συχνά δρα ψυχοθεραπευτικά, στον μεγάλο ασθενή, που είναι ο ποιητής, όπως έχει λεχτεί. Γιατί ερμηνεύει, διαλύει, φωτίζει, αποκαλύπτει π.χ. ότι ένα λεπτό ηθικό μαρτύριο, οφείλεται συχνά σε έναν φανταστικό φόβο. Κάνει πιο οικείο τον φόβο, ελέγχει καλλίτερα τις παρορμήσεις, την άκρατη επιθετικότητα. Ξέρει πως από τις εκατό φορές που θυμώνουμε με κάποιον στην πραγματικότητα θυμώνουμε με τον εαυτό μας. Πως τα συμπλέγματα, τις μικρότητές μας, τις ματαιώσεις και τις αποτυχίες μας τα βιώνουν όλοι οι άνθρωποι. Ξέρει πως όλοι είναι τρωτοί και αδύναμοι, ανεξάρτητα τι παριστάνουν. Ο χρόνος, η μοναξιά, ο φόβος του θανάτου είναι οικουμενικά και πανανθρώπινα. Ίσως ένας έμπειρος ψυχίατρος ξέρει να διαχειρίζεται με μικρότερο κόστος τις αναποδιές και τραυματικές εμπειρίες της ζωής. Αλλά για τα μεγάλα μεταφυσικά ή οντολογικά ζητήματα, θα σας απαντήσω με δύο στίχους του σπουδαίου φίλου ποιητή Ν. Καρούζου: «Τι να σου κάνουν τα βατραχοπέδιλα της επιστήμης όταν ανοίγεσαι στο πέλαγος της μεγάλης Αγωνίας»


Ποια από τις πέντε αισθήσεις θεωρείτε ότι είναι πιο αποκαλυπτική για την ανθρώπινη ψυχή. Πιο κοντά στην ποίηση;


Είναι μια δύσκολη ερώτηση. Η αφαίρεση έστω και μίας θα έμοιαζε σαν ακρωτηριασμός. Θα δημιουργούσε ένα ρήγμα στην επαφή μας με τον κόσμο. Αλλά πιστεύω ότι η όραση είναι η πιο αποκαλυπτική. Χωρίς αυτήν θα μας περιέβαλε το απόλυτο σκοτάδι. Θα μυρίζαμε θ’ ακούγαμε, θα θωπεύαμε, θα οσφριζόμασταν στα σκοτεινά. Και ο οπτικός μας φλοιός θα ήταν κενός από εικόνες. Δεν θα γνωρίζαμε τ’ αγαπημένα μας πρόσωπα. Δεν θα υπήρχε η θεμελειώδης γνώση του «Ορόντος νου» Ο Ηράκλειτος έλεγε «Αψεδέστεροι μάρτυρες ώτων, οφθαλμοί»


Η έκτη αίσθηση; Υπάρχει για την ποίηση; Για την ψυχιατρική


Θα έλεγα πως είναι μια ακόμα ανεξερεύνητη, ήπειρος. Ο ανθρώπινος εγκέφαλος είναι ένα απέραντο πολύπλοκο σύμπαν που έχει διερευνηθεί ελάχιστα. Γίνονται σημαντικές έρευνες προς αυτή την κατεύθυνση. Ένα μικρό ποσοστό ανθρώπων έχει πολύ ανεπτυγμένη την έκτη αίσθηση. Θυμάμαι μια καθ’ όλα σοβαρή και αξιόπιστη κυρία που «είδε» ότι καίγεται παραλιακή καφετέρια, κοντά στο εξοχικό τους. Τηλεφώνησε και όντως καιγόταν, και μια άλλη φορά είδε γνωστό της ηλικιωμένο γλύπτη να γέρνει και να πέφτει καταγής. Πήρε αμέσως ταξί και όντως ήταν νεκρός.

Για την ποίηση δεν ξέρω αν υπάρχει έκτη αίσθηση θα σας διηγηθώ όμως παρακάτω ένα περιστατικό και θα βγάλετε εσείς κ. Γκίκα τα συμπεράσματά σας. Όσο για την ψυχιατρική νομίζω ότι η μεγάλη εμπειρία, η ένταση της προσοχής στις λεπτομέρειες και η περιρρέουσα κατάσταση στην όλη εικόνα του ασθενούς, είναι εκείνα τα στοιχεία που επιτρέπουν στο γιατρό να βλέπει παραπέρα. Ν’ ακούσει «τον ήχο των πλησιαζόντων γεγονότων (συμπτωμάτων) Είχα έναν τέτοιο δάσκαλο στην Παν/μιακή κλινική του Αιγινητείου.

Και μια και μιλάμε για αισθήσεις. Εικόνα που έχει για πάντα μέσα σας χαραχτεί, ο ήχος, η αφή.


Η ξαφνική εικόνα ενός τεράστιου δελφινιού που είχε ξεβράσει η θάλασσα μακριά από το χωριό, σε ηλικία τριών ετών. Τα μεγάλα τροπικά αποδημητικά πουλιά που έρχονταν κι έφευγαν με τις εποχές σε ένα παιδικό πτυσσόμενο σύμπαν. (Ακόμη φτερουγίζουν μέσα μου) Η αστραφτερή θάλασσα, ο ήλιος γεμάτος σταγόνες ν’ ανατέλλει μέσα από το πέλαγος. Τα φύκια και το αλάτι στο παιδικό δωμάτιο. Η φωνή του πατέρα μου που ανήγγειλε τηλεφωνικά από την Κρήτη, ότι φέρνουν τη Μητέρα μου στην Αθήνα βαριά άρρωστη.

Το άρωμα και ο ήχος: Οι ευωδιές του επιταφίου στον Άγιο Αντώνιο, όταν είμαστε παιδιά (από λεμονανθούς, ρόδα, δυόσμο, μαντζουράνα)

Και ο ήχος: Τα εγκώμια της Θεοτόκου από παιδική χορωδία. Το μητρικό χάδι και το πλατσούρισμα στο κυμοθάλασσο.


Υπάρχουν στίχοι που αποδεικνύονται προφητικοί;


Οι μεγάλοι διαχρονικοί, οικουμενικοί ποιητές έχουν γράψει τέτοιους στίχους, αφού αντέχουν στο χρόνο, εξακολουθούν να μας συγκινούν και τα έργα τους εξακολουθούν να διαβάζονται και να παίζονται μέσα στη σύγχρονη συνθήκη, ανέγγιχτα από τη φθορά. Προσωπικά δεν θα χρησιμοποιούσα τη λέξη προφητικοί. Ο Δημόκριτος και ο Ηράκλειτος έγραψαν στίχους που επαλήθευσε η σύγχρονη Φυσική.


Ο ποιητής γεννιέται ή γίνεται;


Οι μεγάλοι αυθεντικοί ποιητές νομίζω γεννιούνται. Όπως οι μεγάλοι εφευρέτες οι μεγάλοι συνθέτες, ζωγράφοι. Πρέπει μα συνδυάζεις πολλά προσόντα: όραμα, γλωσσικό πλούτο, ευφυΐα, ευαισθησία, ακουστική φαντασία, εκφραστική τόλμη, καινοτόμες συλλήψεις και πηγαία έμπνευση. Μπορεί κανείς να γίνει ποιητής αν συνδυάζει μερικά από τα παραπάνω προσόντα, αλλά ποτέ δεν θα μπορέσει να γίνει Σολωμός ή Πάουντ. Φυσικά και οι μεγάλοι ποιητές χρειάζονται να διαθέτουν εργατικότητα και άοκνο Πάθος. Αλλά οι ιδιότητες αυτές ενυπάρχουν σ’ αυτούς τους προικισμένους δημιουργούς. Η ίδια η ποιητική ύλη τους σπρώχνει, τους βασανίζει τους παροτρύνει να σκάβουν, ακόμα και στον ύπνο τους. Το αγώϊ κινεί τον αγωγιάτη. Τελευταία η ψυχολογία διατείνεται ότι η θέληση είναι αναπόσπαστο στοιχείο της ευφυΐας. Υπάρχουν άνθρωποι που γράφουν ατέλειωτα και με μεγάλο πάθος. Μπορεί να γίνουν μέτριοι ποιητές ποτέ μεγάλοι.

Ποιητής συνεπάγεται αναγκαστικά και ποιητική ζωή;


Όχι απαραίτητα. Γνωρίζω ποιητές που ζουν μια πεζή, τετριμμένη καθημερινή ζωή που δεν τους ξεχωρίζεις από τους άλλους αν δεν ξέρεις πως είναι ποιητές. Εσωτερικά όμως η ποιητική ουσία τους προσδιορίζει. Βασανίζονται για μία λέξη, μια μεταφορά για ένα σύμβολο, τη στιγμή π.χ. που ψωνίζουν από το Super Market ή βάφουν ένα παράθυρο. Υπάρχουν αρκετοί στους οποίους υπάρχει ταύτιση έργου και ζωής. Είναι ποιητές κάθε στιγμή. (Λειβαδίτης, Καρούζος, Σικελιανός, Σαραντάρης, Καζαντζάκης, και τόσοι άλλοι).

Παλιότερα οι ποιητές ξεχώριζαν περισσότερο. Στο ντύσιμο, στους τρόπους στην ομιλία, στα μακριά αχτένιστα μαλλιά. Ο παλιός εκείνος κομφορμισμός τείνει να εκλείψει.


«Το νερό» πανταχού παρόν στην ποίησή σας. Λόγω καταγωγής;


Πιστεύω πως ναι. Το σπίτι μας χτισμένο όπως σας είπα πάνω στο Λιβυκό. Ο ήχος των κυμάτων ήταν οι πρώτοι ρυθμοί. Τα πρώτα μουσικά σύνολα, κάθε ώρα και διαφορετικά. Αυτό το φλοίσβο, σαν απαλό τσέλο έως τα πνευστά με το σιρόκο πάνω στα καμπύλα κύματα και τα κρουστά με τα μεγάλα χαλίκια χτυπώντας το ένα στο άλλο, κατεβαίνοντας στην άμπωτη, και ως την φουρτούνα που με γέμιζε φόβο δέος. Ή Δίπλα η λίμνη ένα απάνεμο κοινόβιο αλληλεγγύης και κοινοκτημοσύνης. Μια παραδείσια παιδική χαρά και πιο κει το ποτάμι που πάντα ρει πάντα χωρεί και ουδέν μένει. Αλλά πέρα από αυτά το νερό είναι οντολογικό στοιχείο. Πρωταρχική πηγή ζωής. Σύμβολο αδιάκοπης μεταμόρφωσης. Όλοι από εκεί ερχόμαστε.

Υπάρχουν εμμονές στη γραφή σας;


Πιστεύω πως ναι. Ορισμένα σύμβολα έρχονται κι επανέρχονται: Η μήτρα, η γέννα, η παιδική αμεριμνησία και ο τρόπος που αυτά τα τρυφερά πλάσματα μπαίνουν και χάνονται «μέσα σε σκοτεινούς και κουρασμένους άντρες». Ακόμα η εμμονή μου να κάνω ποίηση με τα φυσικά όντα, με την πρώτη πατημασιά, με κάθε τι αρχέγονο και ανεξερεύνητο. Προσεγγίζω τη γλώσσα ως πνευματικό οικοσύστημα και όχι ως απλό όχημα νοημάτων. Επιμένω να συνδυάζω το λυρισμό με τη στοχαστικότητα. Τους προσωκρατικούς με την ανατολική φιλοσοφία. την ψυχιατρική με το όνειρο και τη διασαλευμένη συμπεριφορά των «ασθενών» σε αντίστιξη με τη ζοφερή και απέραντη υποκρισία των λογικών ανθρώπων, των τόσο αφομοιωμένων στη σύγχρονη θεσμοθετημένη συνθήκη, που σχεδόν «απουσιάζουν δια της παρουσίας τους»

Υπάρχει κάτι που να φοβάται ένας ψυχίατρος;


Δεν υπάρχει κάποια πανοπλία που είναι προνόμιο των ψυχιάτρων. Μπορεί τις απλές καθημερινές νευρώσεις και αντιξοότητες να τις αντιμετωπίζει με μικρότερο κόστος και να τις ελέγχει καλύτερα, ξέροντας π.χ. ότι μια φοβία είναι φανταστική γιατί συχνά γνωρίζει το συμβολισμό που κρύβεται πίσω της. Αλλά στα μεγάλα ανθρώπινα προβλήματα, έρωτας, θάνατος, χωρισμός, γηρατειά, αποξένωση, αλλοτρίωση, εικονική πραγματικότητα, κυνισμός, βία, κ.τ.λ. παραμένει το ίδιο ευάλωτος. Εδώ υπάρχει οικουμενική κοινοκτημοσύνη στον φόβο.

Πέντε σταθμοί ζωής;


  1. Ο πρόωρος θάνατος της μητέρας μου

  2. Η δικτατορία των συνταγματαρχών

  3. Η γέννηση του πρώτου μου παιδιού

  4. Η εκπροσώπηση βιβλίου μου για το Ευρωπαϊκό Αριστείο Λογοτεχνίας και το Κρατικό βραβείο ποίησης

  5. Η δημιουργία Συμφωνητικού έργου από τον μεγάλο Συνθέτη Γιάννη Μαρκόπουλο, πάνω σε τρία μου βιβλία, που ανέβηκε στο Μέγαρο Μουσικής με μεγάλη επιτυχία.



Μπορεί ένα βιβλίο να μας αλλάξει τη ζωή; Υπήρξε για σας τέτοιο βιβλίο; Συγγραφέας;

Μέχρι τα πρώτα φοιτητικά χρόνια, μέσα στο νωχελικό και ηδονικό τοπίο του Λιβυκού, δεν είχα διαβάσει σχεδόν κανένα βιβλίο. Και ξαφνικά πέφτει στα χέρια μου η «Αναφορά στον Γκρέκο» του Καζαντζάκη. Ένοιωσα εκμηδενισμένος, κενός, κούφιος, ένα άθυρμα. Με συγκλόνισε τόσο που έκανα μέρες να κοιμηθώ. Αυτή ήταν η αρχή της περιπλάνησης. Αργότερα σε μεγαλύτερο εύρος και βάθος, παρ’ ότι ήμουν υποψιασμένος, με αναστάτωσε ο Ντοστογιέφσκι, και ειδικά το Έγκλημα και Τιμωρία, οι Δαιμονισμένοι και Αδερφοί Καραμαζώφ. Αυτός ο «ανατόμος της ανθρώπινης ψυχής» με άφησε άφωνο, δηλ. με άλλαξε. Επίσης με επηρέασε να γίνω ψυχίατρος.


Ψυχιατρικό περιστατικό;


Μια παρατεταμένη ψυχική τύφλωση μηνών μετά από τραυματικό γεγονός (το περιστατικό αυτό έγινε αφήγημα και περιέχεται στα Αφηγήματα ενός Ψυχιάτρου).Ένα ψυχικό ραιβόκρανο. Μερικά «Αποκαλυπτικά» παραληρήματα με κοσμογονικό περιεχόμενο. Το καταθλιπτικό και το κατατονικό Stupor, με την κηρώδη ευκαμψία και «το κατατονικό προσκεφάλαιο».


Τα Αφηγήματα ή τα ποιήματα θεωρείτε ότι είναι πιο κοντά στην ψυχιατρική;


Τα αφηγήματα προσφέρονται περισσότερο γιατί χρειάζεται ανάλυση, πλοκή, εκτενέστερος αφηγηματικός λόγος, μεγαλύτερη ευκρίνεια για την πρόσληψη, πιο απλή γραφή χωρίς μεγάλες αφαιρέσεις και ελλειπτικότητες. Στην ποίηση συνήθως προσλαμβάνονται οι γενικές αρχές της ψυχολογίας και της ψυχιατρικής. Στην πρόζα συνήθως οι συγκεκριμένες με χαλαρότερο αφηγηματικό ιστό.


Κάθε περιστατικό είναι για σας και μία συνάντηση;


Όχι. Εξαρτάται από το περιστατικό. Αν πρόκειται δηλ. για μια απλή κρίση άγχους, μια κλειστοφοβία, μια ελαφριά κατάθλιψη, ή μια αϋπνία. Αυτά είναι περιστατικά ρουτίνας, καθημερινά. Είναι η μεγάλη πλειοψηφία των περιστατικών. Είναι οι προβλεπόμενες καθημερινές συναντήσεις, χωρίς ιδιαίτερο συγκινησιακό φορτίο. Αλλά μια ακραία κρίση πανικού με αίσθημα ασφυξίας και θανάτου, μια βαριά κατάθλιψη, μια παρανοϊκή σχιζοφρένεια με διέγερση ένα βαρύ στερητικό σύνδρομο ηρωϊνομανούς, ένα Deliriumtremens” ένα κακόηθες νευρολειωτικό σύνδρομο, ή μια εμβροντησία, είναι πραγματικές συναντήσεις που παρά τις εμπειρίες, μας γεμίζουν δέος, εγρήγορση. Είναι άτομα που βρίσκονται σε ακραία διασάλευση. Πρέπει να τα συγκρατήσουμε από το γκρεμό. Γιατί πέραν των άλλων ο κίνδυνος αυτοκτονίας είναι μεγάλος. κινητοποιείται όλος ο μηχανισμός της ομάδας, σωστή θεραπεία και αντιμετώπιση, περιφρούρηση και επαγρύπνηση. Οι περισσότεροι ψυχίατροι είναι ιδιαίτερα ευαισθητοποιημένοι.


Και τα «Αφηγήματα ενός ψυχιάτρου» Τι είναι τελικά; Μια σειρά από τέτοιες συναντήσεις;


Τα «Αφηγήματα ενός ψυχιάτρου» είναι συνέχεια της ποίησής μου. Εξ’ άλλου προηγήθηκαν «Η Παραλοϊσμένη» (1980) και η «Γενεαλογία» (1984) που είναι συνθετικά κείμενα πρόζας και γράφτηκαν σε έναν ευρύ χρονικό ορίζοντα. Γι’ αυτό και τα εκφραστικά μέσα και το όλο ύφος δεν είναι ενιαία, όπως ήταν φυσικό, αλλά παρουσιάζουν τεράστιες γλωσσικές και υφολογικές διαφορές. Όλα όμως έχουν ένα ενιαίο άξονα: Είναι μια σειρά από τέτοιες «συναντήσεις» όπως λέτε. Είναι βιωμένες εμπειρίες που μεταπλάστηκαν σε αφηγήματα (καμία φορά θεραπεύεις ένα κείμενο όπως θεραπεύεις ένα άνθρωπο). Είναι πρόσωπα ποικίλλων ψυχικών εκτροπών που με τη στάση τους καταγράφουν μια αίρεση βίου, μια ανατροπή των κανόνων, που τα κάνει ελπίζω, ενδιαφέροντα. Μετά από τα συχνά φωτεινά τους παραληρήματα λάμπει ο υπαρξιακός τους πυρήνας, αυθεντικός και ανεπιτήδευτος, αβυσσαλέος ή τρυφερός, σπαρακτικός συχνά και ανθρώπινος μέσα στα πολύπλοκα διανοητικά και άλλα αδιέξοδα που δημιουργούν μια Σχάση. Έναν ανεξέλεγκτο τρόμο. Μπορεί να μοιάζουν παράλογα και εξωπραγματικά. Αλλά συμβαίνουν σε ανθρώπους σαν κι εμάς και ότι έχει συμβεί σ’ εκείνους μπορεί κάλλιστα να συμβεί και σε εμάς, μια που όλοι είμαστε εν δυνάμει ασθενείς. Όπως στο περίφημο διήγημα του Τσέχωφ «θάλαμος 6», όπου ο αδιάφορος και υπεροπτικός θεράπων δεν φαντάζεται πως υπάρχουν θεμελιώδεις ανατροπές. Καθώς γίνεται αιφνίδια ο ίδιος δεσμώτης – θεραπευόμενος, για να αποκτήσει για πρώτη φορά συνείδηση της μοίρας των ασθενών του και τους κατανοήσει, κάτι που μέχρι τότε φάνταζε αδιανόητο, και γι’ αυτό τους φερόταν με τέτοια αδιαφορία.


Βλέπουμε λοιπόν κ. Πρατικάκη πως υπάρχουν κοινοί δεσμοί και κοινές ευαισθησίες ποίησης και ψυχιατρικής προς όφελος της δημιουργικής γραφής.


Πράγματι υπάρχει συνάφεια δεσμών. Είναι λειτουργίες παράλληλες. Και οι δυο δουλεύουν κυρίως με τα ασυνείδητα περιεχόμενα και τους άγνωστους μηχανισμούς. Παίζουν γλωσσικά ή διανοητικά με την παραδοξότητα. Τα υλικά αυτά μοιάζουν ξεκομμένα από την ανθρώπινη λογική, παρ’ ότι αυτά κυρίως μας προσδιορίζουν. Γιατί ο ανθρώπινος νους είναι υποχείριο του θεσμοθετημένου λόγου και του κυρίαρχου τρόπου σκέψης.. Έχουν στόχο έναν επαναπροσδιορισμό, μια ανανέωση, μια ανατροπή με νέους συνδυασμούς, από μια θεμελιώδη και παγιωμένη καθήλωση. Υπάρχει μια ολόκληρη εποποιΐα προβολών, απωθήσεων, μετουσιώσεων, εξιδανικεύσεων που συσκοτίζει την διάνοια και την όλη μας ύπαρξη. Και η ποίηση και η ψυχιατρική δουλεύουν, εν πολλοίς με τα όνειρα, τους απρόβλεπτους συνειρμούς, τις παραδρομές της γλώσσας, τα λάψους κ.τ.λ. που συχνά εκπέμπουν μια κρυμμένη αλήθεια ή έναν καινοφανή ποιητικό σπινθήρα (σύμφωνα με το «γλώσσα λανθάνουσα τ’ αληθή λέγει»

Και με ποιο εργαλείο δουλεύουν. Που τέμνονται και που διαφέρουν.


Εργαλείο πρωταρχικό και για τις δυο είναι η γλώσσα που ανεβάζει στο φως της συνείδησης μπερδεμένα συναισθήματα. Και οι δύο λειτουργίες είναι ιαματικές. Η ποίηση βάζει μουσική στον τρόμο. Είναι «εγχειρίδιο ευθανασίας» τρόπος έκφρασης ότι βαθύτερο μας παιδεύει και μας συνιστά. Το ίδιο και η ψυχιατρική. Προσπαθεί να μας απαλλάξει από φοβίες και φανταστικές απειλές, το να αναλύσει με τους πιο πάνω μηχανισμούς άμυνας και μέσω αυτών να βρει τους κρυμμένους συμβολισμούς, απ’ όπου εκπορεύεται το παραλήρημα ή ο τρόμος. Κάπου γράφω: «Γιατί τα συμπτώματα είναι τα φυσιολογικά γνωρίσματα των ανθρώπων».


Ακούγεται παράξενο κ. Πρατικάκη, πως το εννοείτε;


Το σύμπτωμα είναι μια μεταγλώσσα του σώματος ή της ψυχής. Είναι ένα φυσικό ανθρώπινο ράγισμα, προς τη συνωμοσία της άκαμπτης και αδιάλλακτης «πανοπλίας του «Εγώ». Το σύμπτωμα είναι η κατακραυγή της απονενοημένης μας μέριμνας για εξιδανίκευση. Είναι η «αλήθεια» που διαφεύγει από τους ελεγκτικούς μας μηχανισμούς (εσωτερικούς και εξωτερικούς). Είναι η αποκάλυψη της πλαστογραφίας, του ψεύδους και της υποκρισίας του καθενός μας, για να χτίσουμε το θλιβερό μας πορτρέτο. Αυτά τα μικρά ραγίσματα φωτίζει η ψυχιατρική και η ψυχανάλυση. Και από το φορτίο τους αυτό εμπνέεται η ποίηση. Το ποίημα είναι, κατά βάθος, το αυθεντικότερο, το δραστικότερο πρόσωπό μας. Είναι υλικό ονείρων. Εκεί που διαφέρουν οι δύο λειτουργίες είναι ότι η ψυχανάλυση αναλύει, ερμηνεύει, απομαγεύει. Τείνει στην επίγνωση, στην εναισθησία, για να βρει ο ασθενής τη συνοχή του, το βηματισμό του. Δεν την αφορά η αισθητική. Ενώ η ποίηση παραμένει μαγική, αρχέγονη, με πολυσημίες και ελειπτικότητες. Είναι αλλιώς ανατρεπτική. Απευθύνεται σε ολόκληρη την ύπαρξη, στην οντική της διάσταση και προβληματική και όχι μόνο στη γνώση. Προσπαθεί να αποσπάσει ένα μικρό κλαδάκι από το ανέκφραστο. Δεν είναι ενεργούμενο κανενός συστήματος. Δεν προσπαθεί να περιγράψει ή να αναλύσει τον κόσμο. Αποτελεί κόσμο. Ένα δικό της αισθητικό σύμπαν. Ο ποιητής συχνά από την πέτρα που του εμπιστεύθηκαν προσπαθεί να βγάλει το άστρο της. Από την κάθε δίψα το ποτάμι της. Από μια ανθρώπινη κραυγή τη νύχτα, την οικουμενική μοίρα του Ανθρώπου. Κάθε κραυγή κρύβει τη χαράδρα της..

22/8/11

"Όπως αυτή η σημύδα... Κάθε μέρα πέρναγα και δεν την πρόσεχα. Μα όταν ξέρεις πως δεν θα την ξαναδείς ορθώνεται μπροστά σου"

Επειδή “ξεχνούν εύκολα οι άνθρωποι σήμερα” και επειδή ήδη έχω αρχίσει να ξεχνάω...

«Είναι κεντρικό υπαρξιακό ζήτημα για τον καθένα, το ποιος είναι». Με κεντρικό άξονα το ζήτημα της ταυτότητας και την αμείωτη όπως αποδέχεται αγωνία για την επίγεια δικαιοσύνη, ο συγγραφέας Νίκος Θέμελης, ατμοσφαιρικός, ειρωνικός, ιστορικά τεκμηριωμένος, ίδιος αλλά και ολότελα άλλος, παρέδωσε πρόσφατα στο αναγνωστικό κοινό και το έβδομο μυθιστόρημα. “Η συμφωνία των ονείρων” (Εκδ. “Μεταίχμιο”, αυτή τη φορά, τα προηγούμενα ήταν “Κέδρος”), με μια Μαριάνθη πανταχού παρούσα τεράστια, που όλα τα ερμηνεύει κατά το δοκούν και τα διαφεντεύει:

Η γιαγιά Μαριάνθη πίστευε στα όνειρα. Στο κομοδίνο δίπλα από το κρεβάτι της είχε εκτός από την Αγία Γραφή και το Πηδάλιον, τον Προφητικό Ονειροκρίτη του Παζίνη. Ζούσε με τα νοήματα και τις αμφισημίες τους, τα σύμβολα, τα προμηνύματα και τα απόνερά τους. Μονολογούσε σιωπηλά ψάχνοντάς τα, ψηλαφώντας τα και θρυψαλιάζοντάς τα. Τα έξανε επίμονα με τα νύχια του μυαλού της, λες κι ήταν μαινάδα μπροστά σε αινιγματικές κατάλευκες δαντέλες ή μαύρα αποτρόπαια τούλια που έκρυβαν την αλήθεια. Άλλοτε πάλι τα μετάγγιζε μουρμουριστά σε κάποιον της εμπιστοσύνης της αόρατο παρόντα”. Ο,τι χαλά την επιφάνεια, διαστρέφεται και εξαφανίζεται σαν σκουπιδάκι κάτω από το χαλί της:

Το ζήτημα έπρεπε να ξεχαστεί πάση θυσία και η οικογένεια να έρθει πάλι στα συγκαλά της. Πέρασε από την αγορά και ψώνισε δυο τρία πράγματα που θυμόταν ότι έλειπαν από το ολοκαίνουργιο ηλεκτρικό ψυγείο της”...

Αλλά παρ' όλα αυτά, ο γιος της ο αντάρτης, η κόρη της Νίκη, η εγγονή της Μυρσίνη, ο παπα- Μιχάλης, η ίδια η... Ιστορία, όλο και της ξεφεύγει! Δεν γίνεται, δεν μπορεί να συμβεί διαφορετικά.

Είναι σίγουρο ότι οι περισσότεροι χαρακτήρες των βιβλίων μου είναι ήρωες που φεύγουν. Τουλάχιστον, στην συντριπτική τους πλειοψηφία. Και οι δευτεραγωνιστές, ακόμα κι εκείνοι που δεν κάνουν μεγάλες επαναστάσεις. Κυνηγώντας αλλού οι ίδιοι τη θέση τους στην ιστορία. Κι αλλού, είναι η ίδια η ιστορία που θα τους αναγκάσει να πάρουν θέση.

Στις δικές μου μυθοπλασίες είναι έντονο το στοιχείο της κινητικότητας των Ελλήνων. Μιας κινητικότητας που προσδιορίζει την ανάγκη τους για περισσότερες δυνατότητες, για ελευθερία, για ανοιχτούς ορίζοντες, για υπέρβαση καταστάσεων...”

Ο Νίκος Θέμελης υπήρξε για την ελληνική λογοτεχνία μια περίπτωση ιδιάζουσα και κεραυνοβόλα. Σύμβουλος επί σειρά ετών του πρώην πρωθυπουργού Κώστα Σημίτη, ξαφνικά ταράζει τα εκδοτικά ύδατα με έναν διαφορετικό τρόπο ανάγνωσης της Ιστορίας. Με τον αντίκτυπο και με τη δράση των απλών, καθημερινών ανθρώπων.

Αναγνωρίζοντας ότι η “Αναζήτηση” και η “Ανατροπή”, “ναι, είναι οι εμμονές μου”, ξεκινούσε το 1998 και εν πλήρη πολιτική δράση ακριβώς από τις εμμονές του.

Αναζήτηση” το πρώτο του μυθιστόρημα που κυκλοφορούσε από τον “Κέδρο” και μας έφερνε σ' επαφή με το κλασικό ευρωπαικό μυθιστόρημα, ένα είδος που στην χώρα μας, ουδέποτε ευδοκίμησε.

Στόχος του – και στα επτά μέχρι σήμερα μυθιστορήματα- είναι πρωτίστως η Ιστορία. Και η μεγάλη ανθρώπινη περιπέτεια.

Ιστορικά δεδομένα, ήρωες ολοζώντανοι, εποχές ατμοσφαιρικές, η τοιχογραφία ενός αιώνα που “αναζητούσε” πρώτα, και κατόπιν, συνεχίζοντας, βίωνε “ανατροπές”. Με την “αναλαμπή” του διαφωτισμού ίσα που να τον αγγίζει.

Στην “Αναζήτηση” η αφήγηση πήγαινε “σκυταλοδρομία”, μέσα από τρεις άντρες. Ξεκινώντας από τον “Νικολή εφέντη” (με ρίζες στην οικογενειακή ιστορία), συνέχιζε από πατέρα σε γιο και εγγονό.

Στην “Ανατροπή” το κεντρικό πρόσωπο ήταν μια γυναίκα, η Ελένη. Η οποία και ζώντας λίγο πριν από το γύρισμα του αιώνα, βίωνε μέσα απ' εκείνον και όλες τις μεγάλες ανατροπές: βιομηχανική και σοσιαλιστική επανάσταση, τον αγώνα των γυναικών για φεμινισμό.

Στην “Αναλαμπή” όλα περιστρέφονταν γύρω από μια τυπικά αστική οικογένεια, στις αρχές του εικοστού αιώνα και φτάνοντας και μέχρι τον μεσοπόλεμο. Στις σελίδες της, η βιομηχανική επανάσταση και η αυγή του διαφωτισμού.


Η τριλογία και συγκεκριμένα το δεύτερό της βιβλίο η “Ανατροπή”, του χάρισε και το πρώτο Κρατικό Βραβείο. Συνηθίσαμε μαζί του να μετρούμε τους σφυγμούς της εποχής.


Έτσι όταν το 2005 κυκλοφόρησε το μυθιστόρημα “Για μια συντροφιά ανάμεσά μας” τα δεδομένα ελαφρώς τροποποιούνταν. Ο χρόνος γινόταν “ο απόηχος της Γαλλικής Επανάστασης” και η δική μας η ελληνική που καραδοκούσε. Η ιστορία διαδραματιζόταν το 1794 στη Στεφανούπολη, και εμπεριείχε όλη την “αγωνία ενός εθνικού αυτοπροσδιορισμού” σε μια περίοδο και πάλι μεγάλων ανατροπών. Αλλά η οικογένεια ισχυρή, μοναδική συντροφιά, ακόμα υποσχόταν.

Το 2007 με το μυθιστόρημα “Μια ζωή δυο ζωές” ο συγγραφέας έθετε τα θεμέλια στο όνειρο. Στον παρόντα χρόνο πια και οι μεγάλες ανατροπές, εσωτερικής φύσης. Ο Οδυσσέας Πολίτης, συγγραφέας και πανεπιστημιακός, ανιχνεύοντας τον καιρό μας αρχίζει να γράφει. Η αφήγηση πρωτοπρόσωπη και τα διλήμματα, σισύφεια. Επιχειρώντας να χωρέσει με την γραφή, δυο ζωές μέσα σε μια ζωή.

Με τις “Αλήθειες των άλλων” το 2008 ο Νίκος Θέμελης κατά κάποιον τρόπο, επέστρεφε. Και μέσα από μια οικογενειακή σάγκα μιλούσε για πρώτη φορά τόσο ανοιχτά για την μικρασιατική καταστροφή, και τις αλήθειες που αλλάζουν όψη κατά το δοκούν. Είναι και θέμα οπτικής και θέσης η αλήθεια. Θέτοντας, όμως, και πάλι επί τάπητος το ζήτημα της ταυτότητας και της αέναης συνέχειας του Ελληνισμού.


Με το καινούργιο του μυθιστόρημα που κυκλοφόρησε πρόσφατα και με τον τίτλο “Η Συμφωνία των ονείρων”, ο συγγραφέας Θέμελης μοιάζει ν' αλλάζει.

Διατηρώντας τα βασικά- το ιστορικό πλάνο, τη σχέση της Ιστορίας με τις μικρές ιστορίες των ηρώων και το ζήτημα της ταυτότητας- προχωρεί ακόμα πιο πέρα. Στην πικρότατη αίσθηση ότι στην Μεταπολεμική Ελλάδα κάτι δεν πάει καλά με την απόδοση δικαιοσύνης.

Και πάλι, η Ιστορία, κυρίαρχος. Κι αυτή τη φορά, ο πυρήνας μια κλασική, ελληνική οικογένεια. Και με πλοκή που ξεκινά λίγο πριν απ' τον πόλεμο, συμπεριλαμβάνοντας μέσα, μαυραγορίτες, εμφύλιο, εσωτερικά οικογενειακά δράματα- αγγίζει την εποχή μας. Μοναξιά, οικογενειακή βία, ναρκωτικά, ψυχολογική καταπίεση, όλα στο μικροσκόπιο με ακρίβεια εντομολόγου.

Με διαφωτιστικό μότο την σαιξπηρική φράση “Είμαστε όλοι φτιαγμένοι από υλικά ονείρων”, στο καινούργιο του σπονδυλωτό μυθιστόρημα αναδεικνύει και αποδεικνύει την διπλή όψη της ονειρικής μας φύσης που ενίοτε γίνεται και εφιαλτική. Φως και σκοτάδι.

Οι τέσσερις ιστορίες που αποτελούν, τελικά, την εκδοχή της μιας οικογένειας, η αφήγηση- οπτική πηγαίνει από τα μαντικά και χειριστικά όνειρα της γιαγιάς Μαριάνθης, στα μεσοαστικά όνειρα για προκοπή της κόρης της Νίκης και του εγγονού της Γιάννη, το ιδιοτελές όνειρο του γιου της Άγη και το συλλογικό όνειρο που επανέρχεται ως άγραφος νόμος στη ζωή της εγγονής της Μυρσίνης η οποία λειτουργεί και ως σύγχρονη Αντιγόνη.

Ντοστογιεφσκικής υπαρξιακής ηθικής το καινούργιο μυθιστόρημα του Νίκου Θέμελη, αναδεικνύει όπως ο ίδιος αναγνωρίζει τον πλέον αθώο και έντιμο, τον παπά- Μιχάλη ως άγγελο τιμωρό όσον αφορά τους ατιμώρητους έμπορους του θανάτου.

Άθελά μου τον θυμάμαι σε προηγούμενη συνάντηση να ταίζουμε στο μπαλκόνι τα περιστέρια. Να ξαναλέμε τα ίδια, για το πόσο “αποκαλυπτική είναι η ήττα,- τελικά,- για τον ήρωα”:

Η ήττα απογυμνώνει από εξωτερικά, κυρίως, στοιχεία δύναμης. Κι αν είναι και εσωτερικά, σίγουρα γονατίζει. Και το ερώτημα που γεννιέται είναι με τι δυνάμεις έχει την δυνατότητα κανείς να ξανασταθεί στα πόδια του. Τι μέσα έχει για να αντιμετωπίσει και να διαχειριστεί την ήττα”.

Αφάνταστα και επώδυνα επίκαιρος, επανέρχεται με το φως του ερέβους όσον αφορά την λογοτεχνία, στη Μνήμη. Σε μιαν εποχή που αναμφισβήτητα “οι άνθρωποι είναι πολύ πιο ευάλωτοι σε μια καθημερινότητα που καταβροχθίζει”. Θύματα και οι ίδιοι που “καταναλώνουν και αυτοκαταναλώνονται. Αλλά “όσο αυτοκαταναλώνονται, τόσο περισσότερο η μνήμη πάει περίπατο, μαζί και η ταυτότητα και πολιτισμός της”.


Περιοδικό Εικόνες, τον Νοέμβριο που μας πέρασε, με αφορμή το τελευταίο βιβλίο, η τελευταία μας συνέντευξη

*"Όπως αυτή η σημύδα... Κάθε μέρα πέρναγα και δεν την πρόσεχα। Μα όταν ξέρεις πως δεν θα την ξαναδείς ορθώνεται μπροστά σου" (Ντανίλα στον Αντρέι Ρουμπλιόφ του Αντρέι Ταρκόφσκι, εκδ। Καθρέφτης)





19/7/11

Αιώνια Τιποτένια Στιγμή



Αιώνες πριν

κύτταρο- κύτταρο

χρόνια και μήνες και μέρες

ετούτο το λεπτό

προετοιμάζουν που

πίνοντας κρύο τσάι

στις Εκατό Χουρμαδιές

δεν γίνεται παρά να σε θυμάμαι

αφού σε γνώρισα αιώνες πριν

και ούτε ξέρω

μετά από πόσους αιώνες μετά

θα σε ξανασυναντήσω

φτάνει να ζήσω σωστά

αυτήν εδώ την σπάνια

αιώνια τιποτένια στιγμή

φτάνει το τσάι μου να πιω σωστά

και να θυμάμαι να σου

γνέφω στο χαρτί

Γι αυτό σου γράφω--------


Πε. 20 Ιουλίου 2006

πίνοντας παγωμένο τσάι στο Φιλανδικό

στις Εκατό Χουρμαδιές

ημέρα δεύτερη

18/7/11

Στο δάσος του Πουθενά


Αυτό που επιτρέπεται να είσαι'

Τίποτε.

Τον κοιτά' σαν δέντρο

Ο άνθρωπος – δέντρο

μια ξεραμένη βελανιδιά

ο πατέρας μου”,

θα ψελλίσει ίσα για να τ' ακούσει η ίδια

με λαχτάρα,

ο πατέρας μου, μια

γερασμένη βελανιδιά”.

Ακούει τα βήματά του

εκείνο το χαρακτηριστικό σούρσιμο

πάνω κάτω, πάνω κάτω στο δωμάτιο

σε λίγο, την ανάσα του'

κοιμήθηκε, σκέφτεται,

βαριά.

Αυτό που επιτρέπεται να είσαι'

Τα πάντα.

Εκείνος, o πατέρας της.

Μια γερασμένη βελανιδιά.

Κι αυτή,

η κόρη του

ν' ακούει τα βήματά να θροίζουν

την ανάσα του

στο δάσος του Πουθενά,

βαριά.


Κυριακή 17 Ιουλίου, Αγίας Μαρίνας


Σαν σήμερα,

στα 15 με δάγκωσε ένα σκυλί,

στα 21 παντρεύτηκα

στα όχι -δεν- θα- τα- μετρήσω, αμήχανα γράφω την 22η... σοκολάτα, ναι, “Σοκολάτες” ήταν ο τίτλος σαν τέτοια μέρα πριν από τέσσερα χρόνια, αρχικά...




12/7/11

Ιστορίες με Καλό Τέλος



Για το “Ωραίο μυστήριο του αύριο” γράφει η Μάρω Βαμβουνάκη, “Θεσσαλονίκη μου” ξαναθυμάται πιάνοντας το νήμα από την αρχή ο Αντώνης Σουρούνης, “Μια ιστορία αγάπης” υπογράφει ο Βασίλης Βασιλικός, το “Ψαροχώρι” ο Αλέξης Σταμάτης, ο Θανάσης Χειμωνάς μια “Αληθινή Ιστορία” και η Μαρία Γαβαλά “Ο γύρος του κόσμου”, αποτελώντας τους πρώτους συγγραφείς οι οποίοι θα ξετυλίξουν καθημερινά και αποκλειστικά για το Έθνος, από την Δευτέρα στις 11 Ιουλίου “Μια Ιστορία με καλό τέλος”, αποδεικνύοντας το πόσο ανοιχτή στο αναπάντεχο και στο ενδεχόμενο είναι η ίδια μας η ζωή.

Θ' ακολουθήσουν, μεταξύ άλλων, οι: Μανώλης Πρατικάκης, Μάνος Κοντολέων, Ανδρέας Μήτσου, Λένα Διβάνη, Φωτεινή Τσαλίκογλου, Λένα Μαντά, Μιχάλης Φακίνος, Γιάννης Καλπούζος, Ιουστίνη Φραγκούλη, Μάκης Πανώριος, Πέρσα Κουμούτση, Μιχάλης Γενάρης, Δημήτρης Στεφανάκης, Μαρία Λαμπαδαρίδου, Βαγγέλης Μπέκας, Στέφανος Δάνδολος, Πασχάλης Λαμπαρδής, Γιώργος Γλυκοφρύδης, Μαρία Ξυλούρη, και πολλοί άλλοι, υπογράφοντας ως Ιστορία με Καλό Τέλος την ίδια μας τη ζωή.


Όταν ξέρει κανείς να παρατηρεί, ανακαλύπτει το πνεύμα ενός αιώνα και τη φυσιογνωμία ενός βασιλιά ακόμα και στο χερούλι μιας πόρτας” είπε κάποτε ο Βίκτωρ Ουγκώ και η ιστορία της λογοτεχνίας και της τέχνης, αποδεικνύει ότι πάντοτε προηγείται των γεγονότων εφόσον θέλοντας και μη – ο Πούσκιν σε ποίημα το έγραψε όπου προείδε το τέλος του- ο συγγραφέας και ο ποιητής είναι θέλει δεν θέλει προφήτης και ο Χρόνος της Ιστορίας του προηγείται πάντοτε από αυτόν της Ιστορίας και της Ζωής. Κάπως έτσι ο Ταρκόφσκι στη “Θυσία” του προείδε την δολοφονία του Ούλοφ Πάλμε, εφόσον έσπευσε η... ζωή σε ακριβή αντιγραφή ενός ονείρου που έβλεπε στην ταινία ο Καθηγητής και πρωταγωνιστής!

Επιθυμώντας, λοιπόν, να είμαστε ανοιχτοί στο ενδεχόμενο, αμήχανοι όπως όλοι από την διαφορετική όψη της όντως ζωής, ζητήσαμε από σημαντικούς σύγχρονους Έλληνες συγγραφείς, μια... Ιστορία με Καλό Τέλος!

Το αποτέλεσμα, έκπληξη! “Σαν έτοιμοι από καιρό” αποδέχθηκαν την πρόταση με μεγάλη χαρά. Καταφεύγοντας κάποιοι στο “ωραίο μυστήριο του αύριο”, κάποιοι άλλοι σε ό,τι πια πέρασε και μας έχει αποδείξει το πόσο πολύ είμαστε ανθεκτικοί, επινοητικοί και εκείνοι που θα δημιουργήσουν το απρόσμενο, και κάποιοι στον παράδεισο των παιδικών τους χρόνων, όπου το άφατο ήταν πια ολοφάνερο και το άδηλο αποκτούσε την δική του μυστηριώδη φωνή. Το αποτέλεσμα, Το Ωραίο Μυστήριο του Αύριο μέσα από Ιστορίες με Καλό Τέλος που υπογράφουν μεγαλύτεροι και νεότεροι, Αθηναίοι και της περιφέρειας, γνωστοί και αγαπημένοι συγγραφείς.

Ο Νίτσε δεν το 'πε; Ευτυχώς που υπάρχει η Τέχνη για να μη μας σκοτώνει η ζωή; Ε το μυστικό είναι ότι η Λογοτεχνία γνωρίζει το πόσο αισιόδοξη, δυνατή, σοφά νομοτελειακή είναι στον πυρήνα της η Ζωή...

Καλές αναγνώσεις!


Δημοσιεύθηκε στο Έθνος του Σαββάτου και οι ιστορίες ξεκίνησαν, όπως συνεχίζεται η ίδια η ζωή...

6/7/11

Το Ωραίο Μυστήριο του Αύριο



Έτσι έπρεπε να γίνει” της Αλεξάνδρας Μπελεγράτη. Εκδ. Iason Books


... ο κόσμος είναι ακόμα πιο “μικρός” για εκείνους που ο Θεός θέλει να συναντηθούνε”...

Την Αλεξάνδρα την συνάντησα, όπως και τον Γιώργο τον Γλυκοφρύδη, όταν η ζωή μου είχε γυρίσει – όπως και τώρα- κατά κάποιον τρόπο πλευρό, θα μου πείτε αυτή την εποχή έχει γυρίσει γενικώς η Ιστορία, πλευρό, αλλά σε κάτι τέτοιες ακριβώς εποχές οι άνθρωποι είναι πιο ανοιχτοί, μπορεί μεν ευάλωττοι αλλά περισσότερο σοφοί, ας μη τα μπερδεύω, η κατάλληλη φράση είναι ακριβώς “ανοιχτοί”, ανοιχτοί σαν τα παιδιά, στο ενδεχόμενο...

Οι ιστορίες της είχαν μια καθαρότητα που τότε, σε καιρούς σύνθετους, μπορεί και να φάνταζε παράταιρη ή περιττή, η Αλεξάνδρα γενικώς έχει μια καθαρότητα σαν άνθρωπος που τώρα πια απολύτως την έχουμε ανάγκη.

Το μυθιστόρημά της το ξαναδιάβασα ένα Σαββατοκύριακο που η ζωή γενικώς είχε μια γεύση πικρή, και οφείλω να ομολογήσω πως είναι ένα αναστάσιμο βιβλίο, ανοιχτό στη ζωή, στο Ωραίο Μυστήριο του Αύριο, ανοιχτό ακριβώς σ' αυτό που αποζητά η ψυχή, ανοιχτό στο Ενδεχόμενο.

Η ηρωίδα της, η Νιόβη, ξεκινά μποτιλιαρισμένη και μπερδεμένη όπως όλοι μας στη ζωή, στην Κηφισίας, ξέρω αυτό κάτι σας θυμίζει, με μια καρδιά στο στομάχι για μια ζωή που έτσι την βρήκε κι ας πιστεύει ότι αυτή την φτιάχνει, μια ζωή καθωσπρέπει αλλά με πόσο διαφορετικό εκείνο το πρέπει απ' εκείνο του τίτλου που θυμίζει περισσότερο όχι “πρέπει” αλλά “αξίζει”...

Η Νιόβη που κάτι μου θύμισε, μια σπασίκλα μαθήτρια, ένα υποχρεωμένο ψυχικά “χρεωμένο” καλόπαιδο, μια κούκλα με γιακαδάκι δαντέλα και κόκκινο βελούδο φουρό... που ζει ακριβώς αυτά που οφείλει να ζει, αγαπά αυτούς που οφείλει να αγαπά, την αγαπούν όλοι κι εκείνη τρέχει, τρέχει γελαστά σιωπηλή μια ολόκληρη ζωή για να τα προλάβει, σχεδόν ερήμην της, για να τους προλάβει...

Μη μου πείτε... Νιόβη έχουμε υπάρξει για κάποια εποχή όλοι μας σ' αυτή τη ζωή. Και ξαφνικά, κάτι εσωτερικό ή εξωτερικό, καλή ώρα όπως τώρα, και η ζωή σου γυρίζει την πλάτη, ή εσύ της γυρίζεις την πλάτη, αναγκάζεσαι ή η ίδια απλώς βασανιστικά και διακαώς το επιθυμείς, και γυρίζεις σελίδα.

Θα μου πείτε, η Νιόβη, παρά την εφιαλτική φυγή της μητέρας, έτσι ξαφνικά αποφασίζει να εγκαταλείψει μια στρωμένη ζωή. Μια δουλειά όπου την εκτιμούν, ασχέτως αν τρέχει ολημερίς κι ολονυχτίς, μια κάπως έτσι θα την αποκαλούσαν “στρωμένη καριέρα”. Σε μιαν εποχή που φαντάζει τόσο σπάνια και που οι περισσότεροι δεν θα εγκαταλείπαμε ενδεχομένως από ανασφάλεια ούτε και μια φρικτή επαγγελματική ζωή, αλλά αν δεν ζεις όπως διψά η καρδιά, τότε δεν ζεις, νομίζεις πως ζεις, αλλά έχεις ήδη πεθάνει.

Ντάλα Χειμώνας λοιπόν, Χριστούγεννα, κιόλας, ξέρετε αν είσαι με “ξένους” ή “ξένη” μέσα στην ίδια σου τη ζωή, πόσο πικρή γεύση αποκτούν οι γιορτές και η Νιόβη έτσι ξαφνικά αποφασίζει να φύγει. Ο αγαπημένος της, συνήθεια πιο πολύ, επειδή είναι εκεί και επειδή έτσι έχει χαρακτηριστεί “αγαπημένος”. Και οι φίλοι και οι συγγενείς απορημένοι γι' αυτή την ξαφνικά επιτακτική φυγή και η Νόβη να μη μπορεί να κάνει αλλιώς, αλλά μονάχα να φεύγει.

Πόσο αναστάσιμη, αλήθεια, μπορεί να αποδειχθεί μια φυγή? Πόσο νομοτελειακή μπορεί να αποτελεί μια φαινομενικά τυχαία επιλογή και πόσο αν είμαστε στο θεικό παρών θετικοί κι ανοιχτοί, κάπου εκεί έξω μας περιμένει η Συνάντηση που θα είναι για μας Ευλογία;

Η Αλεξάνδρα έχει κάνει μια ιστορία ηθελημένα ή αθέλητα σωτηριολογική, μια ιστορία που επαναφέρει τα βασικά της ζωής στη ζωή, μια ιστορία που κυριολεκτικά, αναπνέει.

Από τον τίτλο κιόλας... τόσο μα τόσο... ελπιδοφόρα και καταπραυντική,

έτσι έπρεπε να γίνει”

εννοώντας πως

έτσι μονάχα αξίζει να γίνει”.

Με την όντως ζωή να οριοθετείται από μια φυγή, απ' ό,τι σάπιο, επιβεβλημένο και ξένο προς τη δική μας ψυχή, εξάλλου έτσι δεν λένε, πως ό,τι δεν αλλάζει, σαπίζει;

Ακόμα κι αν στην αρχή μας φανεί ακατανόητη ή αμήχανη αυτή η αλλαγή, ακόμα κι αν φαινομενικά βάζει σε κίνδυνο προαποφασισμένα και κεκτημένα. Αλλά χωρίς ρίσκο, αξίζει άραγε αυτή εδώ η ζωή; Και πόσο μπορεί κάποιος να ζει την ζωή ενός ξένου ή μιας ξένης;

Η ζωή της Νιόβης αρχές άνοιξης – όχι τυχαία φαντάζομαι- σ' εκείνο το μικρό νησί, μας ξανασυλλαβίζει αξιακά τα βασικά της ζωής, ξανάνιωσα με την Νιόβη της, συνειδητοποιώντας το πόσο απλά αλλά καθόλου δεδομένα και αυτονόητα δεν είναι εν τέλει τα βασικά, ξαναθυμήθηκα ένα σπουδαίο βιβλίο το μοναδικό τώρα τελευταία που αισθάνομαι να μ' ανακουφίζει:

Λέει ο Π. Ευδοκίμοφ: Η ώρα που περνάς τώρα, ο άνθρωπος που συναντάς τώρα και εδώ, το έργο που επιτελείς αυτήν εδώ την στιγμή- αυτά είναι πάντοτε τα πιο σημαντικά σ' ολόκληρή τη ζωή σου”. Εκείνη το ζούσε και το ήξερε όσο λίγοι. Τιμούσε τον καιρό διότι ήταν νηπτικός άνθρωπος. Γνώριζε την ιερότητα του χρόνου και του χώρου κι ότι μπορούσε να ανοίξουν ολόκληρο παράθυρο στην Αιωνιότητα”.

Απ' την Ασκητική της Αγάπης, Γερόντισσα Γαβιηλία, αλλά κι η Νιόβη της Αλεξάνδρας είναι σαν άνθρωπος απόλυτα νηπτική: σαν προσκυνητής φεύγει για να βρει στο πουθενά τα όσιά της και ιερά, τολμά να γκρεμίσει διότι μονάχα έτσι γνωρίζει ότι χτίζει.

Αυτά σκεπτόμουν απολαμβάνοντας μια απολύτως καθαρή, κρυστάλλινη θάλεγε κανείς, απόλυτα διαυγή γραφή, με ατμόσφαιρα και κρυφή μελωδία που μοιάζει με κύμα κι άλλες φορές με αναστάσιμη θεική σιωπή, ταυτιζόμουν και το είχα ανάγκη με εκείνη την ακατανόητα για τους γύρω της, επαναστατημένη Νιόβη.

Αν το καλοσκεφτούμε όλοι μας, εκόντες άκοντες, κάποια στιγμή όλοι μα όλοι θα αποφασίσουμε ή θα αναγκαστούμε εκ των πραγμάτων για μια επανάσταση στη ζωή, κι η Αλεξάνδρα έρχεται σ' αυτό το σημείο όπου όλοι μπλοκάρουμε κάπως, να λύσει έναν κόμπο. Η Μεγάλη Εβδομάδα, και η δική μας εβδομάδα Παθών, εξάλλου Ανάσταση δίχως Σταύρωση, δεν την καταλαβαίνει κανείς, στην επανάληψη και στο όμοιο άντε να καταλάβεις εσύ το καλό και το κακό, και η δική της Ανάσταση, ένα δικό μας βήμα προς το Ωραίο Μυστήριο του Αύριο.

Ένα βιβλίο που με γύρισε πίσω, αποδεικνύοντας μου πως τίποτε δεν είναι τυχαίο σ' αυτή τη ζωή, όλα έχουν τον λόγο τους κι όλοι βρίσκουν τη θέση τους, αρκεί να σέβονται απολύτως τον χρόνο και την αλήθεια τους την πιο εσωτερική.

Κάπως έτσι σχεδόν νομοτελειακά, εκτός από την Αλεξάνδρα και τον Γιώργο τον Γλυκοφρύδη (σ' αυτόν εδώ ακριβώς τον χώρο, θυμάσαι Γιώργο; την πρώτη φορά) μπήκε και η Σεμπνέμ στη δική μου ζωή. Μου μίλησε για εκείνη μια φίλη κι αμέσως έγινε φίλη. Για να την ακούσω έκπληκτη να μου λέει για το “Έτσι έπρεπε να γίνει” της Αλεξάνδρας Μπελεγράτη παρηγορώντας με τελικά σα να υπάρχει θείο εργόχειρο με σχέδιο που αγνοώ στη ζωή...

Κι έτσι φτάσαμε εδώ... Να μιλάμε για ένα βιβλίο που θα είναι καλότυχο σίγουρα και καλοτάξιδο...

Αλεξάνδρα, Σεμπνέμ, σας ευχαριστώ γι' αυτή τη Συνάντηση κι εσάς και την ίδια μας τη ζωή....

Ελ. Γκ. Από την χθεσινή όμορφη παρουσίαση στον Ιανό.