10/9/07

Τα ταξίδια του Reader

"Με την αγάπη μου και τα ταξίδια του Reader", όταν τα παραλάμβανα (με τίτλο βέβαια) σκέφτηκα ότι ήδη του οφείλω πολλά, έναν γενναίο τσακωμό που κατέληξε σε βαθειά και αληθινή φιλία. Το ότι έμαθα να στέλνω μέιλ ακόμα του χρωστώ, το ότι ξέρω να μπαινοβγαίνω
στα μπλογκς. Φίλους καλούς καρδιάς του χρωστώ και μια αναδεξιμιά χάρμα, τη νουβαντίτσα. Ακόμα και το ότι είμαι η άλεφ, μπορεί να του χρωστώ, πολλά κεραυνοβόλα σίγουρα του χρωστώ και βέβαια πια μου λείπει εκείνο το αμίμητο, ανεκδιήγητο "καλή μου κυρία" και "καλή μου κυρία" τώρα που απόκτησα για κείνον το όνομα το κανονικό. Κι έτσι με πολύ χαρά, σήμερα, φιλοξενούμε με τον Moha τα δικά του ταξίδια.
Διότι όπου κι αν είναι, ό,τι κι αν κάνει, ο Reader's - diggest μας βλέπει και μας αγαπά.
Εξάλλου αυτή εδώ η ζωή είναι τόσο απρόβλεπτη, τελικά, έτσι ώστε κανείς και ποτέ δεν ξέρει....




ΚΑΠΟΤΕ ΣΤΗ ΝΕΑ ΥΟΡΚΗ



Εάν έπρεπε να διαλέξω μια και μόνο μια πόλη να επισκεφτώ στη ζωή μου αυτή θα ήταν η Νέα Υόρκη. Γιατί εκεί τελικά συμβαίνουν τα πάντα πολύ πριν τα αντιληφθεί ο υπόλοιπος πλανήτης. Και ποτέ δεν πλήττεις. Πρωινός αχνιστός καφές (απαραίτητη εποχή ταξιδιού χειμώνας) στα όρθια με ένα ζεστό πρέτζελ σε ένα εβραικό deli, βόλτες στα μουσεία το μεσημέρι, φαγητό μεσημεριανό όπου τύχει και όπου είναι ωραίες οι μυρωδιές, απογευματινή βόλτα (μέχρι να σουρουπώσει) στο Σέντραλ Παρκ, μια συναυλία του Boss στο Μάντισον ή ένα ολόκληρο βράδυ βόλτα στα τζαζ κλαμπ του Βίλατζ με κατάληξη το θρυλικό Half Note. Και ακόμη πιο αργά στους Τέσσερις Δρόμους με πολυθρόνες που βουλιάζεις το κορμί σου και χαλιά που βουλιάζεις μέχρι τον αστράγαλο μένει ανοιχτό το Μαρνς εν Νόμπλς, το μεγαλύτερο βιβλιοπωλείο του πλανήτη. Διαβαζεις παρέα με άλλους ξενύχτηδες και όταν βαρεθείς κλείνεις το βιβλίο καληνυχτίζεις και φεύγεις. Εναλλακτική ένα καλό θεατρικό έργο στο Μπροντγουέι και βόλτα στην Τάιμς Σκουέαρ με τα νέον και τα βίντεο γουόλ να σε χαζεύουν. Και όταν υπάρχει διάθεση για "σκληρά" και περιπέτεια με τη σωστή παρέα δέκα λεπτά στην άκρη της πόλης, στο γκέτο του Κόνι Αϊλαντ, εκεί όπου μαυράκια παίζουν μπάσκετ δίπλα σε πτώματα, ντίλερ πουσάρουν πρέζα και νταβατζήδες την αδελφή τους. Take a walk on the wild side για να ανέβει η αδρεναλίνη. Τα υπόλοιπα θα τα βρείτε σε τουριστικούς οδηγούς ή στα βιβλία της Σώτης Τριανταφύλλου.



ΚΑΠΟΤΕ ΣΤΟ ΛΟΝΔΙΝΟ
Μια απόλυτη "μεταφυσική" εμπειρία, η θέα ενός οικήματος από ψηλά,πολύ ψηλά είναι ότι θα θυμάμαι. Λεπτομέρειες λυπάμαι αλλά απαγορεύονται. Το Λονδίνο είναι η μικρογραφία της Νέας Υόρκης συν το Αγγλικό φλέγμα και μείον την αμερικάνικη υπερβολή και γκλαμουριά. Με τα δικά του θέατρα, τα δικά του κλαμπ για συναυλίες, το Σόχο που έγινε πια τουριστικό αλλά στα σκοτάδια του κρύβει ακόμη μυρωδιές από το underground της δεκαετίας του '80 και ευτυχώς δεν "χάλασε" το υπόγειο του Ρόνι Σκοτ. Πολυεθνικές μυρωδιές και η Οξφορντ Στριτ που θυμίζει Ομόνοια και Κολωνάκι παραμονές Χριστουγέννων. Ο δρόμος με τα βιβλιοπωλεία, Πικαντίλι Σέρκους και tea at five o' clock για να τηρηθεί η παράδοση. Ζητάς παγωμένο τσάι για να σε κοιτάξει παραξενεμένος και ενίοτε με δυσφορία ο σερβιτόρος και για να σπάσεις ακόμη περισσότερη πλάκα μπαίνεις στο ταξί και προσπαθείς να πιάσεις κουβέντα στον γέρο ταξιτζή ή να του πεις να σε πάει από συγκεκριμένη διαδρομή. Και τα δύο απαγορεύονται από τον κώδικα των Λονδρέζων ταξιτζήδων.







ΚΑΠΟΤΕ ΣΤΟ ΤΟΚΙΟ




Φτάνεις μισοκοιμισμένος από το ταξίδι, πατάς το πόδι στο αεροδρόμιο και δεν βλέπεις ούτε για δείγμα πινακίδα στα αγγλικά ή με λατινικούς χαρακτήρες. Οποιον ρωτάς σου απαντάει yes με υπόκλιση και καταλαβαίνεις ότι κανείς δεν μιλάει λέξη αγγλικά ή άλλη ευρωπαϊκή γλώσσα. Χαμένος στη μετάφραση, μπαίνεις στο τραίνο που τρέχει με ταχύτητα διαστημοπλοίου και μαθαίνεις γρήγορα ότι το Τόκιο δε υπάρχει αλλά αποτελείται από 13 διαφορετικές πόλεις. Στο εστιατόριο ο κατάλογος είναι στα γιαπωνέζικα και δείχνεις στον σερβιτόρο το πιάτο του διπλανού που σου αρέσει. Στο μίνιμαλ δωμάτιο του ξενοδοχείου χωράς ή εσύ ή η βαλίτσα οπότε κλείνεις δίκλινο για να βολευτείς. Επίσης μαθαίνεις ότι στα γιαπωνέζικα ξενοδοχεία το τσεκ ιν είναι απαραίτητα στις 2 το μεσημέρι και το τσεκ άουτ στις 10 το πρωί. Σε αποζημιώνουν τα χάι τεκ μπιχλιμπίδια που αγοράζεις σε εξευτελιστικές τιμές ή το τελευταίας τεχνολογίας λαπ τοπ στο μισό της "ελληνικής" τιμής του. Μαθαίνεις να ζεις με νοήματα, να υποθέτεις όσα δεν ξέρεις και να ψωνίζεις από αυτόματους πωλητές.




ΚΑΠΟΤΕ ΣΤΟ ΠΑΡΙΣΙ



Αποφασίζεις να κάνεις τουρισμό με τα πόδια, παρέα ο χάρτης, πρώτη απαραίτητη στάση στην αψίδα του θριάμβου, στρίβεις αριστερά και ψάχνεις να τον δεις. Βλέπεις μόνο ουρανό, προχωράς, ο χάρτης είναι σωστός, συνεχίζεις αλλά δεν τον βλέπεις. Τελικά αφού χωθείς σε κήπους, στενά σοκάκια ή μεγάλους δρόμους κάποια στιγμή στρίβεις αριστερά απορώντας τι λάθος έχει γίνει και τον βλέπεις. Στα πόδια του πύργου του Αιφελ και μετά ψηλά στην κορυφή του κόσμου. Το απόγευμα το Τροκαντερό με τους σκέιτερ και τα ζευγαράκια είναι ότι καλύτερο μπορείς να βρεις για χαλάρωση μετά τους κήπους του Λουξεμβούργου. Στους κήπους μπορείς να φας ώρες παρέα με ένα βιβλίο βιώνοντας την ασυνήθιστη ηρεμία της μεγαλούπολης. Μονμάρτη οποιαδήποτε ώρα γιατί είναι μοναδική, Καρτιέ Λατέν και στα σκαλοπάτια της Νότρ Νταμ καταριέσαι την ώρα που άρχισες το τσιγάρο. Βόλτα στον Σηκουάνα και στάση σε οποιοδήποτε μπιστρό για φαγητό η καφέ και ένα διήμερο στη Ντίσνεϊλαντ για να θυμηθείς το παιδί που όλοι κρύβουμε μέσα μας. Το μοναδικό μέρος στον πλανήτη που μεσόκοποι κάνουν χωρίς ενοχή βόλτες πάνω στα αλογάκια του καρουζέλ δίπλα σε δεκάχρονα.







ΚΑΠΟΤΕ ΣΤΗ ΒΑΡΚΕΛΩΝΗ:


Οποιος την γνώρισε μετά τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1992 ξέρει τη ράμπλα που είναι καθαρή, το Πορτ Ολύμπικο και τη μεταμορφωμένη Βαρκελώνη. Οι πιο παλιοί θυμούνται τη ράμπλα με τους πορτοφολάδες, τα πρεζόνια, τις πόρνες και τις ανατριχιαστικές σειρήνες περιπολικών και ασθενοφόρων όλο το βράδυ. Υπόκλιση στον Γκαουντί στη ΛαΣαγράδα Φαμίλια η στην ΛαΚάζαΜιλά με την κυματοειδή μορφή και δομή, θέα από ψηλά στον λόφο του Μονζούικ (εκτός από το τελεφερίκ υπάρχει και ο ποδαρόδρομος), μεσημεριανός καφές στην πλάθα Καταλούνια όπου χαζεύεις μερικές από τις πιο ωραίες γυναίκες του πλανήτη μαζεμένες. Και σε ένα από τα στενάκια της ράμπλα υπάρχει το Caracoles για Ισπανική κουζίνα. Οποιος δεν θέλει να φάει τη σπεσιαλιτέ του μαγαζιού, τα....καρακόλες (σαλιγκάρια δηλαδή) διαλέγει τη θέση και το τραπέζι του Σαλαδόρ Νταλί (κάτω από τη φωτογραφία του) και....βολεύεται με αστακομακαρονάδα. Οι νύχτες στο Πορτ Βελ και στη Μπαρτσελονέτα δεν τελειώνουν ποτέ ή καλύτερα αρχίζουν πολύ μετά τα μεσάνυχτα και τα ποτά είναι φτηνά. Φυσικά και φανατικά απέχουμε από τις ταυρομαχίες γιατί ο ταύρος είναι περήφανο ζώο και το κόλπο σικέ. Εκτός αν ξέρουμε ότι είναι το κακό Σαββατοκύριακο του ταυρομάχου.



Ευχαριστώ για τη φιλοξενίαR.D.



ΥΓ. Εμείς σ' ευχαριστούμε λέμε, για τα ταξίδια, τη φιλία, τη διαδρομή... Την ανοιχτή καρδιά, μονίμως! Για το "σουσάμι άνοιξε" που υπήρξες για μένα, σε τόσα πολλά.Ετσι ώστε σαν αύριο να μην έχω να θυμάμαι μόνον τους... δίδυμους πύργους! Α για να μη ξεχνιόμαστε, Μαμαλούκα, Βάλια μου, για αύριο λέμε Χρόνια Πολλά! (ρήντερ έχουν γενέθλια λέμε!)

3/9/07

Ξεχρεώνοντας μάταιες ενοχές


«ΟΙ ΞΕΡΙΖΩΜΕΝΟΙ» του W.G.Sebald, Μετάφραση: Γιάννης Καλιφατίδης

«ΆΟΥΣΤΕΡΛΙΤΣ» του W.G.Sebald, Μετάφραση: Ιωάννα Μειτάνη


«Υπάρχουν νέφη αδιαπέραστα από το μάτι», ούτε λόγος.
«Κι αυτό που απομένει το καταστρέφει η μνήμη». Γι’ αυτό και η λογοτεχνία, οφείλει να θυμάται. Τουλάχιστον αυτό κάνει ο Sebald. Μαζεύοντας μια ζωή (μικρή ζωή) σαν τον φιλάργυρο μνήμες εξορίστων. Ξεριζωμένες μνήμες. Μανιώδης συλλέκτης ξεριζωμένων ζωών.
Το αποτέλεσμα στα καθ’ ημάς, δυο σπουδαία (παγκοσμίως) βιβλία. Κυκλοφόρησαν από τις εκδόσεις «Αγρα» και αποκαλύπτουν ένα διαφορετικό πρόσωπο της λογοτεχνίας. Αποτελώντας αφ’ αυτού τους μια διαφορετική λογοτεχνική πρόταση.
Οι «Ξεριζωμένοι», σπονδυλωτό μυθιστόρημα που κινείται ανάμεσα σε μαρτυρία, χρονικό, δοκίμιο και βιογραφία, περιλαμβάνει τέσσερις εξόριστες- ξεριζωμένες ζωές. Στις 271 σελίδες του βιβλίου, ο Δρ Χένρυ Σέλγουιν, πρόσφυγας από τη Λιθουανία που αναζήτησε καταφύγιο στο Λονδίνο, χτίζοντας μια λαμπρή καριέρα ως χειρουργός, δεν μπορεί να διαχειριστεί τον ξεριζωμό και τη μοναξιά του. Ο δημοδιδάσκαλος σε μια γερμανική πόλη, Πάουλ Μπεράιτερ, που έχασε τη θέση του και την αγαπημένη του υπό το ναζιστικό καθεστώς, ανασύρεται σπαράγματα από τον αφηγητή και παλιό μαθητή του. Ο ΄Αμπροζ Άντελβαρτ, μετανάστης των αρχών του αιώνα στη Νέα Υόρκη, μπάτλερ ενός εβραίου τραπεζίτη, χάνει σιγά –σιγά τα λογικά του και εισάγεται σε ένα ψυχιατρικό ίδρυμα οικειοθελώς. Και τέλος ο ζωγράφος Μαξ Φέρμπερ, που φυγαδεύτηκε το 1939 στην Αγγλία παλεύει με τον όλεθρο νυχθημερόν, γκρεμίζοντας ή μάλλον μουτζουρώνοντας ό,τι κι αν φτιάξει.
Ξεριζωμένος μαζί τους και ο συγγραφέας – αφηγητής. Αποκομμένος απ’ την καταγωγή του και τη γονεική παρουσία που εμφανίζεται και στο επόμενο βιβλίο αρκετά ισχυρή σαν Θεός – τιμωρός. Σαν πατριός, δηλαδή, ούτε καν πατέρας.
Διότι και στο «Άουστερλιτς» ο κεντρικός ήρωας, ο Άουστερλιτς είναι εβραίος που για αρκετά χρόνια αγνοεί την ίδια του την καταγωγή.
«Ποτέ μου δεν μου είχε περάσει η σκέψη για την πραγματική καταγωγή μου, είπε ο Άουστερλιτς. Και ποτέ δεν αισθάνθηκα ότι ανήκω σε μια κοινωνική ή επαγγελματική τάξη ή σε ένα δόγμα. Ενιωθα εξίσου άβολα ανάμεσα στους καλλιτέχνες και τους διανοούμενους όσο και στη μικροαστική ζωή και τον περισσότερο καιρό δεν κατάφερνα να συνάψω στενές φιλίες. Δεν προλάβαινα να γνωρίσω κάποιον και άρχιζα να σκέφτομαι ότι είχα έρθει πολύ κοντά του, δεν προλάβαινε να ασχοληθεί κάποιος μαζί μου και άρχιζα να απομακρύνομαι».
Έτσι ακριβώς συνέβαινε και με τον αφηγητή. Τον οποίο συναντούσε με παράδοξο τρόπο σε περίεργα μέρη (συνήθως σταθμούς τρένων και όχι τυχαία) και με τον οποίο συζητούσε για τον χρόνο και την αρχιτεκτονική (χωροχρόνο).
Ο συγγραφέας, από έναν περίεργο χρέος (κάτι σαν προπατορικό αμάρτημα) θα αφιερώσει μια ζωή στήνοντας ένα είδος αντιμνημείου σε πρόσωπα που μοιάζει να μη χωρούν πουθενά (δίχως ρίζες πόσο μακριά μπορεί να φτάσουν, άραγε, τα κλαδιά;) Για να υποστηρίξει το θέμα του, θα χρησιμοποιήσει όλα τα μέσα: φωτογραφίες, χειρόγραφα ντοκουμέντα, σελίδες αλληλογραφίας και ημερολογιακές σελίδες, προσωπικές συνομιλίες και εκμυστηρεύσεις.
Αριστουργηματικές σελίδες εκείνες που αφορούν την μνήμη και το χρόνο (για να μη ξεχάσουμε κάνουμε τέχνη), οι σκέψεις που αφορούν την γλώσσα και το χαμένο παρελθόν. Το οποίο ξεθάβεται σπαράγματα, από το σώμα σχεδόν του κάθε ήρωα. Κάτι το οποίο και αργεί να συμβεί. Σαν τα φαντάσματα κυκλοφορούν, αινιγματικά και ακατάταχτα μέχρι το μέσον του βιβλίου, υποκύπτοντας τελικά, στο χάος, στο πουθενά.
Κι ο Sebald, «συλλέκτης, αρχειοθέτης θα λέγαμε ιστοριών ζωής» μοιάζει σα να τις αξιώθηκε τελικά (ό,τι μας καίει βρίσκουμε, γράφοντας, τους δικούς μας λύνουμε άλυτους γρίφους). Διότι «όλες αυτές οι φωτογραφίες, οι διηγήσεις, οι συναντήσεις, τα βιβλία, τα άρθρα εφημερίδων, οι εικόνες και τα χωρία βιβλίων» δεν θα μπορούσαν να βρουν καταλληλότερο αφηγητή. Επειδή δεν αρκεί να έχουμε στόχο, αλλά θα πρέπει κι ο στόχος αυτός να μας θέλει: Με ό,τι έχουμε βλέπουμε. Με ό,τι διαθέτουμε, πορευόμαστε, και δίχως προσωπικό ξεριζωμό, δεν αντιλαμβανόμαστε κανένα ξεριζωμό.
Δυο αριστουργηματικά, στην εκτέλεση και στη σύλληψή τους, βιβλία και ένας συγγραφέας απόλυτα ταυτισμένος μ’ αυτά.
Ανταποδίδοντας τα του Καίσαρος τω Καίσαρι, οφείλω να πω ότι τον Sebald τον οφείλω στον ενθουσιασμό του Librofilo, ο οποίος ομολογουμένως διαβάζει υποδειγματικά. Και του αφιερώνω το ποστ λέμε!

«ΟΙ ΞΕΡΙΖΩΜΕΝΟΙ» του W.G.Sebald, Μετάφραση: Γιάννης Καλιφατίδης, Εκδ. «Αγρα», σελ. 271, τιμή: 18 ευρώ.

«ΆΟΥΣΤΕΡΛΙΤΣ» του W.G.Sebald, Μετάφραση: Ιωάννα Μειτάνη, Εκδ. «Αγρα», σελ. 306, τιμή: 18.50 ευρώ.


ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ:
Ο Β. Γκ. Ζέμπαλντ γεννήθηκε στις 18 Μαίου του 1944 στο Βέρταχ του Άλλγκου, στη νοτιοδυτική Βαυαρία. Ο πατέρας του υπηρέτησε στον χιτλερικό στρατό, διετέλεσε υπό γαλλική αιχμαλωσία, ενώ στη δεκαετία του ’50 κατατάχτηκε στις γερμανικές ένοπλες δυνάμεις, απ’ όπου αποστρατεύτηκε το 1971 με το βαθμό του αντισυνταγματάρχη.
Το 1948 η οικογένεια μετακόμισε στην κοντινή κωμόπολη Ζόντχοφεν. Αποφοιτώντας από το Γυμνάσιο του Όμπερσντορφ, το 1963, ο νεαρός Μαξ- όπως προτιμούσε να τον φωνάζουν- σπούδασε Γερμανική Φιλολογία στο Φράιμπουργκ. Τις σπουδές του τις ολοκλήρωσε ωστόσο στο Πανεπιστήμιο της πόλης Φριμπούρ, στη γαλλόφωνη Ελβετία, και στο Πανεπιστήμιο του Μάντσεστερ, απ’ όπου αποφοίτησε το 1968 με την διπλωματική του πάνω στο έργο του Carl Sterneheim με τίτλο «Κριτής και θύμα της εποχής του Κάιζερ Βίλχελμ Β’».
Από το 1966 έως το 1968 υπήρξε επιμελητής στο Πανεπιστήμιο του Μάντσεστερ. Από το 1970 εγκαταστάθηκε στο Νόριτς της Ανατολικής Αγγλίας, όπου δίδασκε σύγχρονη γερμανική λογοτεχνία στο εκεί Πανεπιστήμιο.
Υπήρξε συνεργάτης του Ινστιτούτου Γκαίτε, το 1988 ανέλαβε την έδρα Ευρωπαικής Λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο της Ανατολικής Αγγλίας, ενώ το 1989 ίδρυσε το Βρετανικό Κέντρο Λογοτεχνικής Μετάφρασης.
Ο πολυβραβευμένος συγγραφέας βρήκε τραγικό θάνατο στις 14 Δεκεμβρίου 2001, όταν το αυτοκίνητο που οδηγούσε συγκρούστηκε με φορτηγό.
Τα βιβλία του έχουν μεταφραστεί σε όλες σχεδόν τις γλώσσες, ενώ ο ίδιος έχει τιμηθεί με το λογοτεχνικό βραβείο του Βερολίνου (1994) και της Βρέμης (2002), το βραβείο Heinrich Boll (1997), το βραβείο Heinrich Heine (2000) κ.α. Επίσης υπήρξε υποψήφιος για το Ευρωπαικό Αριστείο Λογοτεχνίας (1996).
Στα σημαντικότερα έργα του «Οι ξεριζωμένοι» (1992), «Οι δακτύλιοι του Κρόνου» (1998), «Άουστερλιτς» (2001) κ.α.





Φτιάξε καμιά εικόνα για να σου μείνει καμιά εικόνα να έχεις να θυμάσαι. Όπως θα έχεις στα χέρια σου τον Sebald, όπως θα πέφτουν και τα φύλλα όποιου δέντρου απέμεινε, όπως θα πέφτουν τα πρωτοβρόχια και το χώμα θα μυρίζει όπως παλιά βάλε και στο repeat αυτό εδώ:



Moha

30/8/07

Αγαπώντας, όπως μπορείς!


Μια ελπιδοφόρα «αγάπη» κατά Μόρισον αυτή τη φορά, όπου όλα, τελικά, είναι αγάπη! Το αντίθετο της αγάπης, η αδιαφορία! Μόνον! Διότι ο καθένας αγαπά όπως μπορεί!

«ΑΓΑΠΗ» της Τόνι Μόρισον


«Αγάπη» επέλεξε για τίτλο στο καινούργιο της βιβλίο η Τόνι Μόρισσον και σχεδόν μέχρι το τέλος, θυμίζει σχήμα οξύμωρο. Το σίγουρο είναι ότι η βραβευμένη με νόμπελ συγγραφέας πολύ αγαπά τους ήρωες της. Και όλους τους κατατρεγμένους: μαύρους, γυναίκες, παιδιά, φτωχούς… Την αφορά η μοίρα τους, για κείνην εξάλλου γράφει. Μοίρα της που υπερέβη.
Αλλά παρ’ ότι στο οπισθόφυλλο διαβάζεις και πάλι γι’ αγάπη, πέντε γυναίκες και έναν άντρα νεκρό, το μόνο που βιώνεις διαβάζοντας είναι νυχιές, πόλεμος μέχρι τελικής πτώσης. Διότι διαβάζεται σωματικά σχεδόν η Μόρισσον. Θυμηθείτε την σπαρακτική της «Αγαπημένη».
Κλειδί του βιβλίου, μια ασήμαντη φράση της αρχής: «Δύσκολο να γνωρίσεις τους ανθρώπους. Συνέχεια σου ξεφεύγουν». Φρασούλα ασήμαντη μέσα στο μυθιστόρημα μέσα απ’ τα χείλη ενός ασήμαντου άντρα. Ο σημαντικός άνδρας της ιστορίας είναι ήδη νεκρός, τον ίσκιο του μόνο βλέπουμε, η νεοφερμένη Τζούνιορ τον… μυρίζει (μυρίζει την κολόνια ενός νεκρού), τον αγαπά μέσα από ένα πορτρέτο.
Όμως όλες οι άλλες που τον διεκδικούν (την εύνοιά του παλιά και τώρα την ανάμνηση και την περιουσία) φαίνεται ότι τον ξέρουν καλά, αλλά μέχρι την τελευταία σελίδα επαληθεύουν την ασήμαντη εκείνη φρασούλα.
Διότι, παρότι ο καταλύτης, το επίκεντρο, είναι ένας γοητευτικός νεκρός άντρας, το μυθιστόρημα είναι το βιβλίο των γυναικών.
Της Μέι που υπήρξε νύφη του Μπιλ Κόζι, απολύτως αφοσιωμένη, η ψυχή του ξενοδοχείου του, ως και την κόρη της εξόρισε για να του είναι αρεστή. Και που διαλύθηκε μέσα απ’ το μίσος της και τους άκαρπους αγώνες. Της Κριστίν, εγγονής του, που εις μάτην αποζητά την αγάπη από ζώντες και τεθνεώτες, που έζησε μια ζωή σαν εξόριστη και γεμίζει τ’ άδεια της δάχτυλα με διαμαντένια δαχτυλίδια. Της Χηντ, που υπήρξε η δεύτερη σύζυγός του, μόλις έντεκα χρονών όταν την επέλεξε, παρ’ ότι παιδί, βλέποντάς την να παίζει με την εγγονή του. Της Βίντα, που τον γνώρισε όταν ήταν μόλις στα πέντε, κι ούτε πήρε τα μάτια της από πάνω του, εκεί πλύστρα, δούλα πιστή. Της Τζούνιορ που έρχεται από μακριά, με λιωμένα τα δάχτυλα, με κοντή φούστα που κοντύτερη δεν γίνεται, δανεικό δερμάτινο και τον αγάπησε με την μία, ήδη νεκρό, μόνο από τ’ άρωμα που πλανιέται στο ρημαγμένο του σπίτι, μόνο απ’ το βλέμμα στο πορτρέτο που κρέμεται στο δωμάτιο της Χηντ.
Αλλά κι εκείνης που ακόμα και στους φακέλους της εφορίας υπόγραφε Γ. κι ούτε θα μάθουμε ολόκληρο τ’ όνομά της, παρ’ ότι είναι εκείνη που θα αφηγηθεί, μαγείρισσα κυριολεκτικά που όλα τα μαγειρεύει: την υστεροφημία του, την αλήθεια και το φινάλε του. Και η Καλλίστω, πανταχού παρούσα στη ζωή του όσο κι αυτός ο νεκρός άντρας στη ζωή των άλλων.
Επειδή στη ζωή, παντρευόμαστε την γυναίκα που μας επιτρέπει να ονειρευόμαστε και πάντοτε αφήνουμε μια αγάπη ανεκπλήρωτη γιατί ο θρήνος της είναι και λυτρωτικός και ελπιδοφόρος. Όπως λυτρωτική είναι και η κατάληξη της ιστορίας, παρά τα ανομολόγητα μυστικά που εξομολογούνται οι δυο τέως επιστήθιες και νυν άσπονδες φίλες, η Χηντ που έγινε γυναίκα του για να ‘ναι με την Κριστίν σ’ αυτό το μεγάλο σπίτι και η Κριστίν που την μίσησε τόσο γιατί δεν την πήραν μαζί τους στο… ταξίδι του μέλιτος. Εξάλλου τότε ήταν κι οι δύο μόλις δεκατριώ χρονών.
Και όλο αυτό το μίσος, τελικά, θα αποδειχθεί αγάπη και γνοιάξιμο βαθύ. Διότι είναι φυσικό μεν να αισθάνεσαι ότι σε αφορά η αγάπη. Μόνο που ποτέ δεν ξέρεις το πότε θα σε βρει και σε ποιο πρόσωπο θα ενσαρκωθεί. Αλλά ένα είναι βέβαιο, ότι θα πρέπει να είσαι σε επιφυλακή αν θέλεις να σε συναντήσει.
Ένα πολυεπίπεδο, ποιητικό και ατμοσφαιρικό βιβλίο που ανατέμνει τα πολλά πρόσωπα της αγάπης και ξεφλουδίζει το σκοτεινό της πρόσωπο με αποκαλυπτικό τρόπο για να μπορέσει ο αναγνώστης όλο αυτό με το είναι του και το έχει του να το νοιώσει.
Η αφήγηση τριτοπρόσωπη, όσον αφορά τα βασικά πρόσωπα του δράματος, γίνεται πρωτοπρόσωπη μόνον σε εκείνα τα σημεία που αφηγείται η Γ. Η οποία εμφανίζεται ως το μάτι του θεού, η ψυχή του ξενοδοχείου, ο χορός ος τα πανθ’ ορά στην τραγωδία, ως ερινύα.
Το τέλος απρόσμενο και τα μυστικά στην επινοημένη παιδική γλώσσα των παιχνιδιών «ίνταγκέι»: «Εί- ίνταγκει- σαι σκλα-ίνταγκει- βα! Αυ- ίνταγκέι- τος σ’ α-ίνταγκέι-γο-ίνταγκέι-σ-ίνταγκέι-ε μ’ ε-ίνταγκέι-νός χρό-ίνταγκέι-νου νοί-ίνταγκέι-κι και-ίνταγκει- μια σο-ίνταγκέι-κο-ίνταγκέι-λα-ίνταγκει-τα».
Και η αγάπη σε ινταγκέι θα ειπωθεί.
Αλλά και ολόκληρο το βιβλίο, ξεφλουφίζει τη ζωή στην πιο σκοτεινή και αμφίβολη εκδοχή της με το μαγικό τρόπο της Μόρισσον, σαν ίνταγκέι.

Μετάφραση: Κατερίνα Σχινά, Εκδ. «Νεφέλη», σελ. 272, τιμή: 17.50 ευρώ.

ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ
ΠΟΙΑ ΕΙΝΑΙ:
Η Τόνι Μόρισον κατέχει την έδρα Ανθρωπιστικών Σπουδών Robert F. Goheen στο Πανεπιστήμιο του Πρίνστον.
Εχει τιμηθεί με το Κρατικό Βραβείο του Κύκλου των Κριτικών, καθώς και με το βραβείο Πούλιτζερ.
Το 1993 τιμήθηκε με το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας.
Τα μυθιστορήματά της «Παράδεισος», «Τζαζ», «Αγαπημένη», «Σούλα», «Γαλάζια μάτια», κυκλοφορούν από τις εκδόσεις «Νεφέλη».
Έχει γράψει ακόμη τα μυθιστορήματα «Το τραγούδι του Σόλομον» και «Tar Baby», καθώς και τα δοκίμια «The Dancing Mind» και «Playing in the dark: Whiteness and the literary imagination».



Επειδή ο καθένας διαβάζει και κολλάει σε μία εικόνα ή όπου τον βολεύει εγώ μετά από τόση "Αγάπη", κόλλησα στην επινοημένη παιδική γλώσσα. Αν το είχα εδώ θα έμπαινε στο repeat "Το κοπερτί". Το κοπερτί, το κοπερτί, τάπι, τάπι, ρούσι. Αλλά φευ. Οπότε ένα άλλο παιδικό παιχνίδι θα παίξει τον ρόλο του soundtrack αγάπης... Αυτό εδώ:

Tajabone - Ismael lo



Moha

27/8/07

Για ένα νεύμα που δεν έγινε ποτέ, για μια λέξη που παρέμεινε ανείπωτη…


Αφιερωμένο σε όσους δίστασαν στη ζωή ή εξακολουθούν να είναι δολοφονικά διστακτικοί τύποι…
Και σε όσους και όσες είχαν δύσκολη… γαμήλια πρώτη! (ω ναι- και δεν θέλω ου!- υπάρχουν κι αυτοί και ιδού μία!)

«ΣΤΗΝ ΑΚΤΗ» του Ίαν ΜακΓιούαν

Τον Ίαν ΜακΓιούαν τον έχουμε συνδυάσει με «μεγάλα θέματα», «μεγάλα ζητήματα». Τρομοκρατία, κοινωνική και πολιτική πραγματικότητα, ιστορίες με πολύχρονες έρευνες πίσω τους… Ποιος είπε όμως ότι χρειάζεται λιγότερη παρατήρηση και έρευνα η ανθρώπινη ψυχή; Χωρίς να παραγνωρίζουμε, εξάλλου, ότι το «μεγάλο» ή «μικρό» έργο κρίνεται στα σημεία, το καινούργιο βιβλίο του βρετανού συγγραφέα διαθέτει στο έπακρον όλες τις μεγάλες του συγγραφικές αρετές.
Την γνωστή «ήρεμη χάρη» του που «μοιάζει σχεδόν αβάσταχτη».
Την «αργή πρόζα» η οποία κινείται «αργά κι αριστοτεχνικά, με ακρίβεια και βάθος και ξαφνικά, απροειδοποίητα, γίνεται αιχμηρή και ανατρεπτική». Το μαλακό και σίγουρο χέρι (σχεδόν εντομολόγου) του ανθρώπου που τολμά να υπαινιχθεί για το «πώς μπορούν ολόκληρες ζωές να μεταμορφωθούν από μια χειρονομία που δεν έγινε ή μια λέξη που δεν ειπώθηκε ποτέ». Διότι δεν υπάρχει συγγραφέας που να τα καταφέρνει καλύτερα στους υπαινιγμούς.
Η ιστορία του απλή και αδρή, σχεδόν… εξωπραγματική για το αφάνταστα σεξουαλικά ελεύθερο τώρα.
Τον Ιούλιο του 1962, ο Έντουαρντ και η Φλόρενς, δυο αθώοι νεαροί νιόπαντροι, φτάνουν στο ξενοδοχείο τους στην ακτή του Ντόρσετ. Καθώς δειπνούν στα δωμάτιά τους, παλεύουν να καταπνίξουν τους κρυφούς φόβους για τη γαμήλια νύχτα που έρχεται…
Τι φόβους και εφιάλτες μπορεί να κρύβει μια γαμήλια νύχτα; Και πώς γίνεται μια νύχτα τόσο πολυαναμενόμενη ν’ αλλάξει – τι λέω- να μεταμορφώσει σε δυο ανθρώπους τη ζωή;
Εξάλλου φαίνεται να έχουν τακτοποιήσει (και συμφωνήσει) τα πάντα: «πού και πώς θα ζούσαν, ποιοι θα ήταν οι καλύτεροί τους φίλοι, η δουλειά του στην εταιρεία του πατέρα της, η μουσική της καριέρα και τι να κάνουν με τα χρήματα που της είχε δώσει ο πατέρας της και πώς δεν θα έμοιαζαν με τους άλλους ανθρώπους, τουλάχιστον όχι μέσα τους».
Όλα τα είχαν τακτοποιήσει, εκτός από το τι θα έκαναν, τελικά, τη γαμήλια νύχτα.
Διότι «αυτό που την απασχολούσε (την Φλόρενς) ήταν ανείπωτο, δεν μπορούσε ούτε μέσα της σχεδόν να το διατυπώσει. Ενώ εκείνος υπέφερε απλώς από τον τυπικό εκνευρισμό της πρώτης νύχτας, εκείνη βίωνε έναν τρόμο βαθιά στα σπλάχνα της, μια ανεξέλεγκτη αηδία τόσο χειροπιαστή όσο η θαλασσινή ναυτία».
Το ζήτημα σοβαρό, καθόλου «παίξε- γέλασε»: «ολόκληρο το είναι της επαναστατούσε ενάντια στην προοπτική της σωματικής συμπλοκής και της σαρκικής λαγνείας. Η γαλήνη της και η ουσία της ευτυχίας της επρόκειτο να παραβιαστούν. Απλώς δεν ήθελε να υποστεί ούτε «εισχώρηση» ούτε «διείσδυση». Το σεξ με τον Εντουαρντ δεν μπορούσε να είναι η ολοκλήρωση της ευτυχίας της αλλά το τίμημα που έπρεπε να πληρώσει γι’ αυτήν».
Το παρελθόν τους, εξάλλου, ευνοεί κατά πολύ τις παρανοήσεις. Μιλάμε για «άλλη χώρα», ούτε καν για «άλλη ζωή». Χωρικός εκείνος (παρά τις σπουδές που θ’ ακολουθήσουν) μεγαλωμένος από μια μαμά με απολύτως διαταραγμένη υγεία. Εκείνη, αστή, μια ζωή στα πούπουλα. Με απούσα, καθ’ ολοκληρία, μητέρα. Διανοούμενη καθόλου διαθέσιμη για την κόρη της. Και ο πατέρας, όπως κάθε «καθωσπρέπει πατέρας», απασχολημένος με τις επιχειρήσεις.
Οι δρόμοι τους διασταυρώθηκαν πριν από την τελική τυχαία αλλά και «μοιραία» στην έκβασή της συνάντηση, αρκετές φορές. Στην ίδια πόλη, σε διπλανά πανεπιστήμια, έτσι ώστε «αργότερα, αυτό ακριβώς τους συνάρπαζε περισσότερο, το πόσο εύκολα θα μπορούσε αυτή η συνάντηση να μην έχει γίνει».
Άλλωστε και όλο το μυθιστόρημα σ’ αυτόν ακριβώς τον άξονα φαίνεται να κινείται: στο ότι όλα θα μπορούσαν να συμβούν ή και να μη συμβούν σ’ αυτή τη ζωή, αρκούσε μια λέξη, ένα νεύμα, ένα βλέμμα.
Κι αυτό στην τελευταία πράξη απολύτως θα διαφανεί.
Θα χωρίσουν «δι’ ασήμαντον αφορμή», θα χαθούν «κατά λάθος».
Η ζωή έτσι όπως θα εξελιχθεί («ποιος μπορούσε να έχει προβλέψει τέτοιες μεταλλαγές, την ξαφνική αποενοχοποιημένη ανύψωση της αισθησιακής απόλαυσης, τη χωρίς περιπλοκές προθυμία τόσων πολλών όμορφων γυναικών;) θα κάνει ακόμα πιο ασήμαντο και… φαιδρό εκείνο το λάθος. Θα χρειαστεί να περάσουνε χρόνια για να μπορέσει ν’ αποδεχτεί «ότι ποτέ δεν γνώρισε άλλον που να την είχε αγαπήσει τόσο». Αλλά κι εκείνος, παρότι αρνιόταν να μάθει το πώς συνέχισε χωρίς εκείνον στον χρόνο «όταν τη σκεφτόταν, τον κατέπλησσε, το γεγονός ότι είχε αφήσει αυτό το κορίτσι με το βιολί να του φύγει. Τώρα φυσικά έβλεπε ότι η αυτοκαταστροφική της πρόταση ήταν άσχετη. Το μόνο που ζητούσε ήταν η βεβαιότητα της αγάπης του και να την καθησυχάσει λέγοντάς της πως δεν υπήρχε βιασύνη, όταν είχαν μπροστά τους όλη τη ζωή. Η αγάπη και η υπομονή- αν μπορούσε να τα διαθέτει και τα δυο μαζί- σίγουρα θα τους είχαν βοηθήσει να τα καταφέρουν». Αλλ’ έτσι είναι ο έρωτας, προχωρά μέσα από παρανοήσεις, γεμάτος παρανοήσεις.
Το αποτέλεσμα, ένα σημαντικό, αποκαλυπτικό μυθιστόρημα όπου χωρά σε μια νύχτα, δυο ιδιοσυγκρασίες, δυο κόσμους. Φλερτάρουν, γοητεύονται και συντρίβονται εν τέλει κι οι δυο.
Κι ό,τι απομένει, η μεγάλη επιστροφή στο γνωστό, διότι το «ανείπωτο ελάχιστο» απαιτεί και υπέρβαση και ρίσκο.
Η γοητεία του εγχειρήματος: ο σεισμός στο ανεπαίσθητο, η ανατροπή που έρχεται ή δεν έρχεται από ένα νεύμα ή από μια φράση.
Ένα βιβλίο που αποδεικνύει ότι το μεγάλο έργο δεν χρειάζεται καθόλου την οργιαστική πλοκή διότι η ανθρώπινη φύση κι όλο το μεγαλείο της αποκαλύπτεται στα σημεία. Κι ο ΜακΓιούαν είναι μάστορας του μέγιστου στο ελάχιστο. Εξάλλου δυο οι τρόποι να δεις το σύμπαν, σφαιρικά ή βυθιζόμενος στη λεπτομέρεια.
Εν τέλει σ’ αυτή την ιστορία που είναι σαν τη ζωή – ολότελα ανοιχτή στο ενδεχόμενο- όλα θα μπορούσαν να είχαν ή να μην είχαν συμβεί. Κι όμως πρόκειται μόνον για μια… νύχτα γάμου. Που σε πολλούς μπορεί και να φανεί υπερβολική, ενώ κάποιους άλλους ίσως και να τους κάνει να αναθεωρήσουν.
Αλλ’ ούτε λόγος, το μεγαλείο κρύβεται και κρίνεται στα σημεία. Και ο Ίαν ΜακΓιούαν το αποδεικνύει περίτρανα για ακόμα μια φορά.

«ΣΤΗΝ ΑΚΤΗ» του Ίαν ΜακΓιούαν, Μετάφραση: Ελένη Ηλιοπούλου, Εκδ. «Πατάκη», σελ. 224, τιμή: 13.20 ευρώ.

ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΕΡΓΑ ΤΟΥ:
Πολυβραβευμένος από το κοινό και την κριτική ο βρετανός Ίαν ΜακΓιούαν (γεννήθηκε το 1948 και σπούδασε στα πανεπιστήμια Sussex και East Anglia και θεωρείται ένας από τους μεγαλύτερους σύγχρονους συγγραφείς), είναι ήδη γνωστός τα καθ’ ημάς από τα έργα:
«Ο τσιμεντόκηπος», εκδ. «Γράμματα», 1982
«Πρώτος έρωτας», εκδ. «Οδυσσέας», 1985
«Ξένοι στη Βενετία», εκδ. «Σέλλας», 1991
«Ο αθώος», εκδ. «Σέλλας», 1993
«Μαύρα σκυλιά», εκδ. «Σέλλας», 1994
«Άμστερνταμ», εκδ. «Νεφέλη», 1999
«Έμμονη αγάπη», εκδ. «Νεφέλη», 1999
«Εξιλέωση», εκδ. «Νεφέλη», 2002
«Σάββατο», εκδ. «Νεφέλη», 2006.
Κέρδισε το Βραβείο Μπούκερ το 1998 για το «Άμστερνταμ».
Το «Στην ακτή» κυκλοφόρησε στα αγγλικά τον Απρίλιο του 2007 και είναι το πρώτο του βιβλίο που κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις Εκδόσεις «Πατάκη».

ΥΓ. Όσον αφορά το βιβλίο του Ιαν ΜακΓιούαν «Στην Ακτή» προηγήθηκε με εξαιρετικό τρόπο η Anagnostria, και χάρηκα αφάνταστα την συγκυρία να το διαβάζουμε ταυτόχρονα.



Ήθελα να παίζει η μουσική του Nyman για "Το τέλος μιας σχέσης". Θα παίξει. Αλλά από αύριο.

Moha

21/8/07

Αν δεν έγραφα, θα ήμουν ένα σκουπίδι….

Για τον «σκληρό μήνα Αύγουστο» (κι ας είναι ο μήνας της Παναγιάς) έχουνε γράψει πολλοί, σημειώνω ενδεικτικά την Εντνα Ο’ Μπράιαν που είναι και αγαπημένη. Ας λένε για τον Ιούλη, ο Αύγουστος είναι που κάνει τον ξεσκαρτάρισμα: δεν σου αφήνει τίποτα όρθιο! Ψευδαίσθηση, καμιά! Όσο κι αν του φωνάζεις, «άσ’ τη μου λίγο ακόμα, την έχω ανάγκη!» Τίποτε, εκεί, Θεός τιμωρός, μέσα σε εκείνο το γοητευτικότατο άδειο! Στο άδειο που λατρεύω και που με γονατίζει κιόλας! Στο άδειο που τα κατάπιε όλα! Πάει, πάπαλα! Ενας ολόκληρος χρόνος, εκείνος της αποκατάστασης ξέρετε «με λένε άλεφ και είμαι καλά», εξαφανιζόλ! Σαν την «Εφεύρεση του Μορέλ», οφθαλμαπάτη ένα πράγμα! Δεν άφησε τίποτα λέμε παρά μονάχα εκείνο το «πάλι τα κατασκεύασες, στο κεφάλι σου γίνονται όλα, πάρε το πια απόφαση, δεν είναι τίποτε αληθινό, είσαι μυθιστοριογράφος» της Μάρως.
Αλλά επειδή εκτός από μεγάλη παραμυθούλα είμαι κι έξυπνη, ε όσο και να τα κάνω τα στραβά μάτια, τα βλέπω μετά! Τίποτα, τίποτα, τίποτα, ένα άσπλαχνο μονάχα καλοκαίρι! Ένας Αύγουστος αμείλικτος και διαρκώς σε αναμονή, το τέλος που ΘΑ έρθει, το σπίτι που ΘΑ αλλάξει, το τεύχος που ΘΑ βγει ή δεν θα βγει ποτέ. Κι εμείς που συν τω χρόνω γίναμε άλλοι. Μιλάμε για άλλη χώρα, ελπίδα καμιά!
Καλώς γυρίσαμε, όμως, καλώς σας βρήκαμε κι εσάς, έτσι γενναία θα βαδίζουμε στην αυριανή άγραφη κάτασπρη χώρα, διότι στο φινάλε πάντοτε τα βιβλία θα βρίσκονται εκεί! Η βασική, μοναδική σταθερά μας στο χρόνο. Ο βράχος μας για να γραπωθούμε όταν πια τίποτα δεν θα βρίσκεται εκεί! Και ας προσποιηθούμε ότι όλο αυτό είναι η κανονική ζωή. Η δική μας κανονική ζωή μέσα από ένα παράλληλο σύμπαν.
Και επειδή υπήρξε ο αγαπημένος μου, λέω να ξαναβρεθούμε με Κάφκα και με επιστολογραφία που επίσης λατρεύω.
Να τον αφιερώσω στο Moha και να μας ευχηθώ Καλό Σεπτέμβρη. Με τον τρόπο της άσπρης σελίδας, αλλά αυτή είναι η ζωή. Δίχως αυτήν ακριβώς τη δυνατότητα (εκείνος λέει) «θα ήμουν ένα σκουπίδι».
Καλό Φθινόπωρο, να είστε σίγουροι ότι θα είναι καλό, υπάρχουν τόσα αδιάβαστα και τόσα άγραφα βιβλία! Έτσι ν’ απλώσεις το χέρι, μια ιστορία σου γνέφει να κρατηθείς! Ε λέω να το κάνω! Δεν έχω να χάσω απολύτως τίποτα, παρά μονάχα τις… αλυσίδες, όπως υποστηρίζει ο απόηχος απ’ το νεανικό, μαρξιστικό παρελθόν. Αλλά τον Κάφκα, όχι, ποτέ δεν θα τον χάσω!
Καλώς σας βρήκαμε λέμε!

ΥΓ. Το κείμενο που προηγείται το είχα γράψει πριν από τις τελευταίες ολιγοήμερες διακοπές. Μέσα σε τέσσερις μόλις μέρες όλα έγιναν άλλα. Ναι, άλλαξαν όλα και σίγουρα γυρίζω – θέλω δεν θέλω- σελίδα. Όμως το αίσθημα είναι, εν τέλει, εκείνο που κάνει κάτι «καλό» ή «κακό», τον θρήνο, θρίαμβο και τη μελαγχολία, ελπίδα.
Το σίγουρο, ένα: Ποτέ δεν ξεμπερδεύει κανείς με την αγάπη.
Κι αυτό όλα τα κάνει υπέροχα αλλιώς!

«ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΣΤΗ ΦΕΛΙΤΣΕ» του Φραντς Κάφκα

«Η ζωή μου σε γενικές γραμμές αποτελείται και αποτελούνταν ανέκαθεν από προσπάθειες να γράψω, ως επί τω πλείστον αποτυχημένες. Αν όμως δεν έγραφα, θα είχα καταρρεύσει, θα ήμουν ένα σκουπίδι».
«Ο τρόπος ζωής μου συνδέεται αποκλειστικά με το γράψιμο, και οι όποιες αλλαγές γίνονται μόνο και μόνο για να ανταποκριθεί κατά το δυνατόν καλύτερα στο γράψιμο, διότι ο χρόνος είναι λίγος, οι δυνάμεις ελάχιστες, το γραφείο φρίκη, το σπίτι θορυβώδες και πρέπει κανείς να ξεγλιστράει με διάφορα τεχνάσματα, εφόσον δεν μπορεί να ζήσει μια ωραία, κανονική ζωή».
Τίποτα ενδεχομένως δεν θα γνωρίζαμε απ’ όλα αυτά, εάν έλειπαν αυτά τα γράμματα! Το «Γράμματα στη Φελίτσε» που κυκλοφόρησαν μόλις από τις εκδόσεις «Γαβριηλίδη».
«Αξιότιμη δεσποινίς!
Για την αμυδρώς πιθανή περίπτωση που δεν μπορείτε επ’ ουδενί να με θυμηθείτε, συστήνομαι εκ νέου: ονομάζομαι Φραντς Κάφκα και είμαι ο άνθρωπος που σας χαιρέτησε πρώτη φορά εκείνο το βράδυ στο σπίτι του διευθυντή κυρίου Μπροντ στην Πράγα’ αυτός που σας έδειξε στο τραπέζι φωτογραφίες από ένα μορφωτικό ταξίδι, και που, τελικά, μέσα σ’ αυτό το χέρι, με το οποίο τώρα χτυπάει τούτα τα πλήκτρα, κράτησε το χέρι σας, με το οποίο εσείς επιβεβαιώσατε την υπόσχεση να πραγματοποιήσετε μαζί του τον επόμενο χρόνο ένα ταξίδι στην Παλαιστίνη…»
Επάνω – επάνω: Πράγα, την 20η Σεπτεμβρίου 1912.
Κάτω- κάτω: Εγκάρδια αφοσιωμένος, δρ Φραντς Κάφκα/ Πόριτς 7, Πράγα.
Η πολυπόθητη απάντηση της Φελίτσε θα ρθεί, τελικά, στις 23 Οκτωβρίου και από κει και πέρα θα αρχίσει ουσιαστικά η αλληλογραφία τους η οποία διαρκεί έως το 1917 και αριθμεί 716 γράμματα και κάρτες.
Στην πορεία θα αλλάξει ως και αυτή η συγκρατημένη προσφώνηση «Αξιότιμη δεσποινίς Φελίτσε». Θα γίνει σε λιγότερο από ένα μήνα «Πολυαγαπημένη». Θα της γράφει καθημερινά και θα την ρωτά για τα πάντα: τη ζωή στο γραφείο, στο σπίτι, τους φίλους και τις διατροφικές της συνήθειες, τη διαρρύθμιση του χώρου και την κατανομή του χρόνου της.
Θα της αποκαλύπτει το παν: την αυπνία του, την αναποφασιστικότητα και την κακή του μνήμη, την προβληματική υγεία του που αποτελεί ανασταλτικό παράγοντα για γάμο ή για παιδί…
Σχεδόν θα την εκλιπαρεί κάθε μέρα για να του γράφει. Καθόλου τυχαία. Διότι όπως υποστηρίζει ο Ελίας Κανέττι τα συγκεκριμένα γράμματα δεν είχαν φιλάρεσκο χαρακτήρα, αλλά αποτελούν για τον Κάφκα το καθημερινό του οξυγόνο, απολύτως απαραίτητα για να γράψει, τελικά! Μια ματιά στην εργογραφία του Κάφκα αρκεί για να διαπιστώσει κανείς ότι τον πρώτο χρόνο της αλληλογραφίας τους θα βρεθεί σε συγγραφικό οργασμό («Η κρίση» - γράφτηκε μέσα σε δέκα μέρες- ο «Θερμαστής», πέντε κεφάλαια της «Αμερικής» και η «Μεταμόρφωση»- σε δεκατέσσερις μέρες). Στην Φελίτσε είχε βρει αυτό που του ήταν απολύτως απαραίτητο στη ζωή: «Κάποιον που να του παρέχει ασφάλεια ενώ θα βρίσκεται μακριά, μια πηγή δύναμης που δεν θα αναστάτωνε την υπερευαισθησία του μέσω της σωματικής επαφής, μια γυναίκα που θα υπήρχε κάπου, χωρίς να περιμένει απ’ αυτόν τίποτε άλλο παρά μόνο λέξεις, ένα είδος μετασχηματιστή, του οποίου τα αλλόκοτα τεχνικά ελαττώματα κατείχε τόσο καλά, που μπορούσε να τα επιδιορθώνει επιτόπου, γράφοντας γράμματα».
Εξάλλου ο Κάφκα υπήρξε μανιώδης της επιστολογραφίας. Τα «Γράμματα στον πατέρα» του άκρως αποκαλυπτικά και ανυπέρβλητης συγγραφικής σημασίας και αξίας, τα «Γράμματα στην Μίλενα» εξίσου σημαντικά, φωτίζουν ακόμα και τα σκοτεινότερα συγγραφικά του σημεία, και πάνω απ’ όλα αποκαλύπτουν τον ιδιαίτερο χαρακτήρα, την απόλυτη αφοσίωσή του στην συγγραφή, μετασχηματίζοντας και την ίδια τη ζωή του σε γράμμα.
Τα «Γράμματα στη Φελίτσε», όμως, αποτελούν την ίδια του τη ζωή, ή τουλάχιστον το υποκατάστατό της. Κατά την διάρκεια αυτής της αλληλογραφίας θα την συναντήσει, θα την αρραβωνιαστεί, θα προσπαθήσει κοινωνικά να ενταχθεί, θα προσπαθήσει να κάνουν μαζί διακοπές, θα αρραβωνιαστούν επίσημα και για δεύτερη φορά, μέχρι να καταλήξει οριστικά ότι πρέπει, τελικά, να διάγει ζωή μοναχού για να μπορέσει να δημιουργήσει και σ’ ένα τέτοιο μοντέλο ζωής δεν ταιριάζει η Φελίτσε!
Διότι στα μάτια του Κάφκα η αγάπη προς τη Φελίτσε ήταν «ο μεγαλύτερος εχθρός της συγγραφικής του παραγωγής»
«Στη συγγραφική του ιδιότητα βρίσκεται η πραγματική αλήθεια- γράφει η μεταφράστρια του βιβλίου Στέλλα Κουντουράτου στον πρόλογό της.- Η λογοτεχνία του δίνει το δικαίωμα να ζει, και για να μπορεί να ζήσει πρέπει να διαμορφώσει τέτοιες συνθήκες που θα του επιτρέψουν να εργάζεται. Δεν είναι σε θέση να έχει την κοινωνική ζωή που ενδεχομένως επιθυμούσε η Φελίτσε, να αγοράσει «ένα ήσυχο, ευχάριστα διαμορφωμένο, οικογενειακό διαμέρισμα», όπως είχαν οι άλλες οικογένειες της δικής τους τάξης. Κάτι τέτοιο δεν θα ήταν συμβατό με τη συγγραφική του ιδιότητα».
Ο Κάφκα πέθανε στις 3 Ιουλίου 1925 από φυματίωση. Από τον Μάρτιο του 1917 η Φελίτσε Μπάουερ είχε παντρευτεί έναν βερολινέζο επιχειρηματία και είχε αποκτήσει δύο παιδιά. Ο Κάφκα πληροφορείται τη γέννηση των παιδιών της, όπως προκύπτει από την μετέπειτα αλληλογραφία του με τον Μπροντ και τη Μίλενα.
Το 1955, η Φελίτσε θα παραδώσει τα γράμματα του Κάφκα προς την ίδια και την φίλη της Γκρέτε Μπλοχ στον εκδοτικό οίκο Schocken. Τα γράμματα της Φελίτσε προς τον Κάφκα δεν διασώζονται. Τα δικά του προς την Φελίτσε δημοσιεύτηκαν το 1967 για πρώτη φορά. Και αποτελούν την σκοτεινή αποθήκη όλου του έργου του. Την επεξήγηση αυτού καθ’ εαυτού του όρου «καφκικός». Την δική του, προσωπική μεταμόρφωση μέσα από τις ιστορίες. Την δειλή αλλά απεγνωσμένη του προσπάθεια να ενταχθεί σε ό,τι σημαίνει κοινωνικό και κοσμικό. Αποκαλύπτοντας πως τελικά για κάποιους ανθρώπους, η λογοτεχνία είναι μοίρα, γράφουν διότι πολύ απλά δεν μπορούν να κάνουν αλλιώς!

«ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΣΤΗ ΦΕΛΙΤΣΕ» του Φραντς Κάφκα, Μετάφραση: Στέλλα Κουνδουράκη, Εκδ. «Γαβριηλίδης», σελ. 397, τιμή: 16 ευρώ.


ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ-
ΕΡΓΑ ΤΟΥ:
Γεννήθηκε το 1883 στην Πράγα από γερμανόφωνες εβραίους γονείς.
Σπούδασε νομικά στο Γερμανικό Πανεπιστήμιο της Πράγας και δούλεψε σε μια γερμανική ασφαλιστική εταιρεία.
Μπορούσε να γράφει μόνον βράδια.
Μερικές ιστορίες τους δημοσιεύτηκαν το 1909 όταν ήταν 26 χρονών. Το καλοκαίρι του 1912 έγραψε τα διηγήματα «Η Κρίση» και «Η μεταμόρφωση».
Πέθανε το 1924, καθιερώνοντας τον όρο «καφκικό» (ορολογία πια στην τέχνη που χαρακτηρίζει το ασυνήθιστο και το παράλογο).
Κυκλοφορούν στα ελληνικά, τα έργα του:
«Η Μεταμόρφωση»,
«Η Δίκη»,
«Ο Πύργος»,
«Αμερική»,
«Αφορισμοί»,
«Γράμματα στη Μίλενα»,
«Στο Υπερώο»,
«Η απόρριψη», «Ενας αγροτικός γιατρός», «Η αποικία τιμωρημένων» κ.α. διηγήματα.
Πολλά έργα του διασκευάστηκαν για το Θέατρο, ο Ρομάν Πολάνσκι ανέβασε στο Παρίσι την «Μεταμόρφωση». Το ίδιο και ο Δημήτρης Ποταμίτης στην Ελλάδα. Επίσης, ο Αλέξης Σολομός ανέβασε τη «Δίκη» και τον «Πύργο».
Σε ταινίες γυρίστηκαν κυρίως τα μυθιστορήματά του. Υπάρχουν παραγωγές τσέχικες, γερμανικές, νοτιοαμερικάνικες. Ξεχωρίζουν:
«Η δίκη» (1963) σε σκηνοθεσία Ορσον Ουέλες
και «Η δίκη» (1993) σε σκηνοθεσία Ντέιβιντ Χιου.





Γυρνάω φορτωμένος ουρανούς, αστέρια και κοχυλένιες παραλίες από την νότια Κρήτη και βρίσκω μπροστά την πόλη του παραμυθιού μου. Δεν το έκανες επίτηδες γιατί δεν το ήξερες, αλλά παίρνω την αφιέρωσή σου alef μου και μου την φοράω φαρδιά πλατιά να την καμαρώνω. Την παίρνω κι αρχίζω τις διαδρομές πάνω κάτω στην γέφυρα του Καρόλου, και στο στενό των αλχημιστών και στα στενά της παλιάς πόλης. Αν μπορεί μια πόλη να σε σημαδέψει αυτή είναι η Πράγα. Αν δεν το πετύχει αυτή, δεν μπορεί καμιά άλλη.

Ένα τραγούδια για το καλοκαίρι της κι ένα για την άνοιξή της.
Καλώς σας ξαναβρίσκουμε.
Moha






11/7/07

Βαδίζοντας, τελικά, στη «Ζώνη των επιθυμιών»

«ΜΑΡΤΥΡΟΛΟΓΙΟ – ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΑ 1970- 1986» του Αντρέι Ταρκόφσκι, Πρόλογος- Μετάφραση: Αλέξανδρος Ισαρης, Εκδ. «Ίνδικτος», σελ. 512

«Ο Άμλετ του Σαίξπηρ εκθέτει το αιώνιο πρόβλημα του ανθρώπου που έχει μεγαλύτερο ηθικό ανάστημα από τους συνανθρώπους του, μα που οι πράξεις του αναγκαστικά επηρεάζουν και επηρεάζονται από τον χαμερπή πραγματικό κόσμο». Έγραφε στα ημερολόγιά του ο μέγιστος ρώσος κινηματογραφικός δημιουργός κι αυτό μια ζωή πλήρωνε. Έχοντας διαρκώς απέναντί του: το παραλογισμό του Σοβιετικού καθεστώτος αρχικά, τη στυφή γεύση της εξορίας κατόπιν, το άλγος του θανάτου στη συνέχεια, μια μοίρα άδικη και παράλογη που τον νίκησε τελικά. Αλλά παρά την σύντομη ζωή του, κατόρθωσε με το έργο του να εξουδετερώσει το χρόνο.
Στο «Μαρτυρολόγιο», προσωπικές του σημειώσεις που έφερε στο φως η γυναίκα του μετά τον θάνατό του (1986), αντικρίζει κανείς μια φλεγόμενη ψυχή, γίνεται μάρτυρας όλης της αγωνίας και της υπέρβασης που βίωνε καθημερινά «ο ποιητής των εικόνων». Και πάνω απ’ όλα τον παρακολουθεί να αυτοαποκαθηλώνεται:
«Γιατί θέλουν όλοι να με μετατρέψουν πάση θυσία σε άγιο; Ω Θεέ μου! Ω Θεέ μου! Εγώ θέλω απλώς να δημιουργήσω. Μη με αγιοποιείτε σας παρακαλώ!» Έγραφε στις 7.11.73. Και παρά τον ναρκισσισμό που έκρυβε η φράση (ναι, ο σπαραγμένος Ταρκόφσκι ήταν πολύ φιλάρεσκος, ένας παράδοξα υπέροχος νάρκισσος), η ζωή έμελλε να τον δικαιώσει. Οι οικείοι του καταμαρτυρούν ασυνήθιστες ιδιότητες. Για τον τρόπο με τον οποίο έστηνε τα όνειρα που αργότερα επαληθεύονταν, για το πώς επέλεγε τους χώρους, για το πώς επαληθευόταν η ταινία…
Ο Έρλαντ Γιόζεφσον, ο πρωταγωνιστής της Νοσταλγίας και της Θυσίας, διηγείται το εξής περιστατικό: «Όταν γυριζόταν η Θυσία, ο Ταρκόφσκι έψαχνε για μεγάλο διάστημα κάποια περιοχή της Στοκχόλμης για να γυρίσει τη σκηνή του ονείρου όπου μετά από μια καταστροφή, οι άνθρωποι τρέχουν πανικόβλητοι, προσπερνώντας ένα πεσμένο αυτοκίνητο. Ένα πρωί ο σκηνοθέτης τους ανακοίνωσε πως είχε βρει επιτέλους την περιοχή αυτή. Εξι μήνες αργότερα και σε απόσταση 10 μ. από το σημείο όπου ο Νίκβιστ είχε τοποθετήσει την κάμερά του, δολοφονήθηκε ο Ούλοφ Πάλμε. Ο δε δολοφόνος του είχε διαφύγει μέσω εκείνης της σκάλας απ’ όπου στην ταινία κατέβαινε το τρομαγμένο πλήθος. Όταν διάβασα την είδηση, έπαθα πραγματικό σοκ, είπε σ’ ένα δημοσιογράφο ο Γιόζεφσον. Ρώτησα τον Ταρκόφσκι γιατί είχε διαλέξει εκείνο το μέρος, αν είχε κάποιο προαίσθημα πώς θα συνέβαινε εκεί κάποιο κακό. Κι εκείνος μου απάντησε: Ορισμένοι τόποι είναι φτιαγμένοι μονάχα για καταστροφές».
Στο «Μαρτυρολόγιο» δίνεται η ευκαιρία στον καθένα, να ρίξει κλεφτές, βαθιές ματιές όχι μονάχα στο εργαστήριο του δημιουργού, αλλά και στις μύχιες σκέψεις του, στις συνήθειες και τις κινήσεις του. Σε μια καθημερινή τελετουργία ζωής που οδηγούσε στη «ζώνη των επιθυμιών» (Στάλκερ), στο να ανθίσει το ξερόκλαδο (Θυσία), στο να κτυπήσουν αφ’ εαυτού τους οι καμπάνες (Αντρέι Ρουμπλιόφ)… Δεν είναι άμοιρη η ζωή του έργου, ποτέ!
Και η ζωή και το έργο του Αντρέι Ταρκόφσκι θα κάνουν τον Ινγκμαρ Μπέργκμαν στο αυτοβιογραφικό του «Laterna Magica» να αποδεχθεί: «Όταν ο κινηματογράφος δεν είναι ντοκουμέντο, είναι όνειρο. Γι’ αυτό ο Ταρκόφσκι είναι ο μεγαλύτερος απ’ όλους. Κινείται με απόλυτη άνεση στο χώρο των ονείρων, χωρίς να εξηγεί, αλλά και τι να εξηγήσει. Είναι ένας μάντης, που έχει καταφέρει να σκηνοθετήσει τις οπτασίες του με το πιο βαρύ, αλλά και πιο πρόθυμο μέσο. Σ’ όλη μου τη ζωή έχω χτυπήσει τις γροθιές μου πάνω στις πόρτες των δωματίων, όπου αυτός κινείται με τη μεγαλύτερη άνεση. Εγώ, μόνο μερικές φορές κατάφερνα να μπω μέσα. Οι περισσότερες από τις συνειδητές μου προσπάθειες τέλειωσαν με εξευτελιστικές αποτυχίες».
Τα ημερολόγια του «Μαρτυρολογίου» ξεκινούν στις 30 Απριλίου 1970 και φτάνουν ως τις 15 Δεκεμβρίου 1986. Έντεκα μέρες αργότερα, ο ρώσος σκηνοθέτης πεθαίνει.
Στις 500 περίπου σελίδες του βιβλίου, ο αναγνώστης θα βρει: την καθημερινότητα με όλες τις εκφάνσεις (αγοράσαμε σπίτι ή εγκατασταθήκαμε στην εξοχή, σήμερα δούλεψα ή δεν δούλεψα καθόλου), αναγνώσεις και σκέψεις που έκανε επάνω σ’ αυτές, φρασούλες που κρατούσε απ’ ότι τον ξάφνιαζε ή τον μάγευε, διλήμματα και φοβίες (όπως αυτή για τις κηδείες), πρωτογενές υλικό για αφηγήματα ή για ταινίες, χρέη, βάσανα στην αυτοεξορία, νοσταλγία, συναντήσεις με ηθοποιούς και συντελεστές, αμφιβολίες, νηστείες, εφιάλτες, κακοκεφιές…
Τελευταίες του σημειώσεις: «Πρόκειται άραγε να πεθάνω;» «Αν δεν υπήρχαν οι πόνοι των χεριών και της σπονδυλικής στήλης, θα μπορούσε να μιλήσει κανείς για ένα είδος αποκατάστασης μετά τη χημειοθεραπεία. Όμως τώρα δεν διαθέτω πια καμιά δύναμη για τίποτε. Αυτό είναι το πρόβλημα».
Και παντού, εξαιρετικό υλικό για την ανθρώπινη ματαιοδοξία:
«Η ματαιοδοξία είναι πανταχού παρούσα: Νηστεύω από ματαιοδοξία’ κι όταν διακόπτω τη νηστεία για ν’ αποκρύψω την εγκράτειά μου απ’ τους ανθρώπους, τότε πάλι η ματαιοδοξία είν’ εκείνη που με οδηγεί να το κάνω, επειδή θεωρώ σοφό τον εαυτό μου. Η ματαιοδοξία με πλημμυρίζει όταν φορώ ωραία ενδύματα, αλλά και όταν ντύνομαι φτωχικά, πάλι από ματαιοδοξία το κάνω’ αρχίζω να ομιλώ, τούτο συμβαίνει επειδή είμαι ματαιόδοξος, αλλά κι όταν σωπαίνω, αυτή είναι που νίκησε πάλι. Όπως και να την πετάξεις αυτή την τρίαινα, τα δόντια της πάντα προς τα πάνω θα είναι ορθωμένα…» (Άγιος Ιωάννης Λεστβίσνικ)
«Είναι δύσκολο να απαλλαγείς από τη ματαιοδοξία, γιατί με όλες τις προσπάθειες που κάνεις για να την αποδιώξεις, δημιουργείς νέες ματαιοδοξίες» (Αβά Αβαγκράφι).
Ένα βιβλίο που αποτελεί μέγιστο μάθημα ζωής. Σπαρταριστό σαν την ζωή την ίδια, διεισδυτικό σαν την ματιά του συγγραφέα του, πνευματικό και υπερβατικό σαν τις ταινίες, μεγαλειώδες με την αφάνταστη δύναμη να αυτοαναιρείται, με ρίζες στα έγκατα της γης και με ψυχή στα ουράνια, αλλ’ όχι αβασάνιστα και αβρόχοις ποσί…
Που ευτύχησε και εξαιρετικής έκδοσης: κοντά στο Ταρκοφσκικό πνεύμα ο Ισαρης, με ατμοσφαιρικές και σημαντικές φωτογραφίες, καλαίσθητο εξώφυλλο, χαρτί, και με ένα ανέκδοτο στην ελληνική αγορά DVD του γερμανικού ντοκιμαντέρ «Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο. Αντρέι Ταρκόφσκι: Εξορία και Θάνατος», που φωτίζει επιπλέον τη ζωή του δημιουργού.
Μια καθολική θέαση κόσμου, απ’ εκείνον που υπήρξε δεξιοτέχνης στο να εικονοποιήσει το αθέατο και να εκφράσει το ανείπωτο.



ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ:
Ο Αντρέι Ταρκόφσκι γεννήθηκε στις 4 Απριλίου 1932 στο Ζαβράσγε, βορειοδυτικά της Μόσχας. Πατέρας του ο διάσημος ποιητής και μεταφραστής Αρσένι Ταρκόφσκι.
Σπούδασε ανατολικές γλώσσες σ’ ένα ινστιτούτο της Μόσχας, παρακολούθησε μαθήματα μουσικής και σχεδίου, κινηματογράφο στο Πανενωσιακό Κρατικό Ινστιτούτο Κινηματογραφίας της Μόσχας. Παίρνει το πτυχίο του με την ταινία «Το Βιολί και ο Οδοστρωτήρας».
Γύρισε τις ταινίες:
«Τα παιδικά Χρόνια του Ιβάν» (1962),
«Αντρέι Ρουμπλιόφ» (1964),
«Σολάρις» (1971),
«Ο Καθρέφτης» (1974),
«Στάλκερ» (1979),
«Νοσταλγία» (1983),
«Η θυσία» (1985),
Πεθαίνει στο Παρίσι στις 29 Δεκεμβρίου του 1986.
Το 1989 πραγματοποιείται στη Μόσχα, από τις 10 ως τις 14 Απριλίου, το 1ο Παγκόσμιο Συνέδριο με θέμα το έργο του.
Το σπίτι του στη Μόσχα μετατρέπεται σε μουσείο.
Τον Φεβρουάριο του ίδιου έτους κυκλοφορεί στα γερμανικά ο πρώτος τόμος των «Ημερολογίων» του με τον τίτλο «Μαρτυρολόγιο».

Και με αυτό το ποστ- ήθελα να είναι κάτι καλό και ανακουφιστικό για την ψυχή μας, αν και παράφορο- το άλεφ σας αποχαιρετά τουλάχιστον για ένα δεκαπενθήμερο. Τον Αύγουστο εδώ γύρω θα τριγυρίζω, στην άδεια και πανέμορφη Αθήνα και θα σας σκέφτομαι. Εσείς, όπου κι αν πάτε, ό,τι και να κάνετε, να περνάτε καλά. Τα έξυπνα παιδιά, εξάλλου, πάντοτε και παντού καλά περνούν, αυτό να το θυμάστε. Κι εμείς το έχουμε αποδείξει, είμαστε έξυπνα (κι ανθεκτικά) παιδιά.
Καλόν Ιούλιο κι Αύγουστο να έχουμε! Να επιβιώσουμε του καύσωνος και της απρόβλεπτης «εν αδεία» ψυχής! Εις το επανειδείν, λέμε! Στο μεταξύ, μπορούμε να τα λέμε και αυτήν εδώ την εβδομάδα!
Φιλί καλό, καλοκαιρινό

Γεια σας κι από εδώ. Μου αρέσουν αυτοί οι καλοκαιρίνοι αποχαιρετισμοί. Αυτού του φεύγω. Με δυσκολεύουν οι άλλοι. Του έρχομαι. Αλλά φέτος γυρνώντας έχω μια ακόμα γωνιά να ακουμπήσω. Ραντεβού τον Σεπτέμβρη. Μπορεί και νωρίτερα. Αλλά δεν είναι πολύ ωραίοι οι χειμερινοί κινηματογράφοι μ' αυτό το "ραντεβού τον Σεπτέμβρη" φορεμένο πάνω τους; Κι αφού κλείνουμε σχεδόν κινηματογραφικά...
Σας αφήνω να ακούτε και να χαζεύετε τους Sigur Ros κι έναν πιτσιρικά που δεν μπορεί να πετάξει. Το έχω τσεκάρει. Όσες φορές κι αν πάτησα το κουμπί της επανάληψης ο πιτσιρικάς δεν πέταξε. Πέταξε πολύ αργότερα. Ένα βράδυ. Και το θυμήθηκα την επόμενη μέρα...

Σας αφήνω να ακούτε και να χαζεύετε τους Sigur Ros και να θυμάστε αυτό το καλοκαίρι να χτίζετε πύργους από αυτούς τους παλιούς. Της άμμου. Κουβαδάκια και πύργοι στις παραλίες. Τις μέσα μας...

Ραντεβού τον Σεπτέμβρη. Μπορεί και νωρίτερα.

Moha

5/7/07

Από ποιον ουρανό πέσαμε ο ένας στην αγκαλιά του άλλου;


ΛΟΥ ΑΝΤΡΕΑΣ ΣΑΛΟΜΕ: η γυναίκα που έκανε συλλογή αντρών σαν να ήταν τρόπαια.

«Τα πρώτα λόγια με τα οποία με χαιρέτησε ο Νίτσε ήταν: «Από ποιον ουρανό πέσαμε εδώ ο ένας στην αγκαλιά του άλλου;»>
Την συναντήσαμε στο μυθιστόρημα του Ιρβιν Γιάλομ «Όταν έκλαψε ο Νίτσε» και μάθαμε ότι μονάχα γι’ αυτήν έκλαψε.
Την ξαναβρήκαμε σε βιογραφικά κείμενα για τον Σίγμουντ Φρόυντ και είδαμε ότι κι εκείνος δεν έμεινε απαθής. Αλλά και ο Ράινερ Μαρία Ρίλκε μαγεύτηκε απ’ το πνεύμα της.
Λου Αντρέας- Σαλομέ. Η γυναίκα που παρά το σημαντικό λογοτεχνικό της έργο, τα δοκίμια για την τέχνη, τη θρησκεία, τον ερωτισμό και την ψυχανάλυση, ήταν γραφτό της να μείνει στην ιστορία ως η μούσα του Φρίντριχ Νίτσε, του Ράινερ Μαρία Ρίλκε και του Σίγμουντ Φρόυντ. Ως η μοιραία γυναίκα ισχυρών ανδρών. Ως «η γυναίκα που κάνει συλλογή αντρών σαν να ήταν τρόπαια».
Το πορτραίτο αυτής της ομολογουμένως σημαντικής γυναίκας, σκιαγραφεί η Λίντε Ζαλμπέρ (διδάκτωρ Ψυχολογίας και Ψυχοθεραπείας) στο βιβλίο «Λου Αντρέας Σαλομέ: Η βιογραφία μιας μοιραίας γυναίκας» που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις «Μελάνι», στη σειρά «Βιογραφίες» και σε μετάφραση Χριστίνας Αυγερινού Βρυζάκη.
Η Λουίζε Φον Σαλομέ γεννήθηκε στην Αγία Πετρούπολη, στις 12 Φεβρουαρίου του 1861, από πατέρα στρατηγό στην υπηρεσία του τσάρου.
Το Φθινόπωρο του 1880, η Λου εγκαταλείπει μαζί με τη μητέρα της την Τσαρική Αυτοκρατορία για ν’ αρχίσει σπουδές στη Ζυρίχη. Και η σπουδές θα γίνουν έκτοτε και ο τρόπος ζωής της.
Θεολογία, Φιλοσοφία, Ιστορία Τέχνης, Δογματική, Γενική Ιστορία των Θρησκειών, Λογική και Μεταφυσική… Συνεπαρμένη από τις σπουδές της, διαβάζει μέρα νύχτα χωρίς ξεκούραση και δίχως σταματημό.
Η ιδανική μαθήτρια, κυριολεκτικά μαθήτρια- σφουγγάρι μεγάλων ανδρών, η Λου ερωτεύεται αλλά πάνω απ’ όλα την ερωτεύονται. Πολύ και με πάθος. Ο φιλόσοφος δρ Πάουλ Ρέε και ο Νίτσε με την πρώτη ματιά. Ο ανατολιστής δόκτωρ Φρίντριχ Καρλ Ανδρέας, τον οποίο και θα παντρευτεί το 1887, τελικά. Κι από τότε η ζωή της θα γίνει Τέχνη και γράψιμο. Ταξίδια και καλλιτεχνικά και πνευματικά κινήματα της εποχής.
Η γνωριμία της με τον Ρίλκε θα της προσφέρει την ευκαιρία να επιστρέψει σε παλιότερες καταστάσεις της δικής της ψυχής. Θα ανακαλύψει την ποίηση που την είχε βαθιά καταχωνιασμένη στη δική της ζωή.
Τέσσερις ημέρες μετά την πρώτη τους συνάντηση, ο ποιητής της στέλνει ήδη «τραγούδια νοσταλγίας» και ομολογεί ότι έτρεχε μέσα στην πόλη κρατώντας τριαντάφυλλα, «τρέμοντας από την επιθυμία κάπου να σας συναντήσω».
Την Άνοιξη του 1895 θα γνωρίσει την ψυχανάλυση και τον Φρόυντ ο οποίος ευθύς εξαρχής θα κολακευτεί. Κι από τότε ο Φρόιντ θα αναφέρεται στα γράμματά του στην «χαρούμενη αισιοδοξία της Λου».
Με την κόρη του Φρόυντ, Αννα, η Λου Αντρέας Σαλομέ θα ασχοληθούν με τις πολύπλοκες παιδικές φαντασιώσεις.
Κι έτσι με τέχνη και απόλαυση θα ζήσει ολόκληρη τη ζωή. Απολαμβάνοντας ακόμα και τα γηρατειά της: «Πραγματικά εγώ φθάνω τόσο μακριά ώστε να εξακολουθώ να είμαι διαρκώς περίεργη για το πόσα πράγματα πρέπει να ξετυλίξω το κουβάρι της ζωής, μέχρι να πέσουν στα χέρια μου οι εκπλήξεις που είναι τυλιγμένες μέσα του». Αισθάνεται ότι τα γηρατειά χαρίζουν διεύρυνση.
Η Λου Αντρέας- Σαλομέ πεθαίνει στις 5 Φεβρουαρίου 1937 στο σπίτι της, στο Χάινμπεργκ του Γκέτινγκεν. Αφήνοντας πίσω της ένα μεγάλο έργο, τον απόηχο ενός σπινθηροβόλου πνεύματος και μια τεράστια κι άσβεστη αύρα γοητείας.
Πολύ μελάνι χύθηκε για χάρη της.
Η καινούργια βιογραφία της Λίντε Ζάλμπερ κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Μελάνι».

ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ
«Είναι πράγματι μια μεγαλοφυία και ως προς τον χαρακτήρα δίχως άλλο ηρωική» (Πέτερ Γκάστ, 1882)
«Η Λου φον Σαλομέ υπήρξε ένας εντελώς φυσικός, σίγουρος για τον εαυτό του άνθρωπος, που διέθετε μια σπάνια πνευματική και ταυτόχρονα ανθρώπινη ένταση σε συνδυασμό με γυναικεία γοητεία. Ηταν εξαιρετικά έξυπνη, μπορούσε να κατανοήσει με εκπληκτική ταχύτητα φιλοσοφικά, κοινωνιολογικά και ψυχολογικά προβλήματα, είχε μια φυσική αμεσότητα και ήταν ανοιχτή σε όλα τα ερωτήματα, τόσο τα πνευματικά όσο και τα ανθρώπινα». (Κουρτ Βολφ, 1963)
«Η Λου Αντρέας είναι η πιο πνευματική από όλες τις σημερινές ποιήτριες, εκείνη με το μεγαλύτερο ψυχολογικό βάθος- αυτό το υπογράφω με τεράστια γράμματα». (Μαρία φον Εμπνερ- Εσενμπαχ (1912).
«Τι θαυμαστά πράγματα μπορεί να αντιληφθεί αυτή η γυναίκα, πώς μεταμορφώνεται στην πιο βαθιά ψυχική κατανόηση καθετί που της προσφέρουν την κατάλληλη στιγμή τα βιβλία και οι άνθρωποι, πως αντιλαμβάνεται, αγαπά, διεισδύει χωρίς φόβο στα πιο καυτά μυστικά, που δεν της κάνουν κακό παρά ακτινοβολούν μονάχα με καθαρή φλόγα». (Ράινερ Μαρία Ρίλκε, 1913).
«Τα τελευταία 25 χρόνια της ζωής αυτής της εξαιρετικής γυναίκας ανήκαν στην ψυχανάλυση, στην οποία συνέβαλε με την αξιόλογη επιστημονική εργασία της και την οποία επίσης άσκησε» (Σίγμουντ Φρόιντ, 1937)
«Η Λου ωφέλησε χωρίς αμφιβολία όλους τους μεγάλους της άντρες, καθώς μπορούσε να ταυτίζεται με το ευάλωτο τμήμα της προσωπικότητάς τους που είχε τόση ανάγκη από στήριξη. Όμως όλοι οι άντρες που την ερωτεύθηκαν, υποχρεώθηκαν στο τέλος να ανακαλύψουν ότι η Λου δεν τους είχε δώσει πραγματικά κάτι από τον εαυτό της». (Πάουλ Ροάζεν, 1969)

Για την Aura Voluptas που, όπως κι εγώ, βρίσκει την Λου Αντρέας Σαλομέ, γοητευτική. Με την βεβαιότητα ότι αυτή η γυναίκα έχει υπάρξει πολύ περισσότερα από… μούσα! (θα μου πείτε, λίγο είναι αυτό; Όχι, βέβαια!)
Και για τον υπέροχο Moha που ωσεί Θεός, φροντίζει με τρόπο μαγικό, τα πάντα.


Το alef μας είναι όπως πάντα τακτικό. Το moha δεν ήταν ποτέ. Τώρα είναι και πιεσμένο. Καθυστερημένα ανεβαίνει αυτό εδώ το post. Και λογικά θα έρθει ακόμα ένα μέχρι τις διακοπές. Μουσική τώρα. Ένα τραγούδι που επαναλαμβάνει 3 μόνο φράσεις.
Μου ζητάτε να λέω περισσότερα. Αλλά τι να πω περισσότερο. Πατήστε το κουμπί και μπείτε μέσα του. Ξύλινα πατώματα. Λευκές πιζάμες. Το πιάνο στη γωνία. Γύρω στις 4 το πρωί. Τσιγαρό. Όχι ποτό. Φως απέξω. Μόνο από τη λάμπα του δρόμου. Κανένα φως μέσα. Δεν έχει και πολλά να πει.
I still feel like a child
I still need you by my side
I still hear you late at night...
Και μετά δεν σηκώνεται από το πιάνο. Αν κοιμήθηκε, κοιμήθηκε εκεί...
Moha

Aaron - Last night thoughts