8/8/08

Το βαθύτερο σημάδι απ' όλα

«ΑΘΗΝΑΙΟΥ ΒΟΡΒΟΡΥΓΜΟΙ» της Βίβιαν Ευθυμιοπούλου, Εκδ. «Πατάκη», σελ. 172, τιμή: 12 ευρώ.

«Αν δε με αφήσεις ήσυχο, θα φύγω και θα μπαρκάρω στα καράβια και δε θα με ξαναδείς ποτέ σου!»
«Στο καλό και να μας στέλνεις κάρτες από τα λιμάνια, κάπτεν Νέμο! Ποιο καράβι θα πάρει εσένα για ναύτη που πηγαίνεις από καρέκλα σε καρέκλα μ’ ένα βιβλίο στο χέρι βρε φαντασιόπληκτε;»
«Σιγά μην πάω ναύτης. Ασυρματιστής θα γίνω για να διαβάζω με την ησυχία μου όσο θέλω και ό,τι θέλω, κι εσύ ειδικά δε θα με ξαναδείς ποτέ σου! Να το ξέρεις!»
«Κλασικός διάλογος με τη γιαγιά» αυτός.
Που επαληθεύτηκε εις το έπακρον, διότι και τον Πλοίαρχο Νέμο- Κανένα συνάντησε, και τον Αθήναιο από τη Ναύκρατη της Αιγύπτου ενδύθηκε και έκανε γράφοντας και μαγειρεύοντας τον γύρο της γης: Με «ερωτικά φίλτρα», «βανίλια υποβρύχιο», «γεμιστές σπλήνες», «φράουλες με μαύρο πιπέρι», «πουτίγκα από ρύζι γιασεμιού» και «ντολμαδάκια γιαλατζί». Με «Βενετσιάνικο ρύζι al nero με φύλλο χρυσού», «Χαμπαγιόν από κρασί μοσχάτο με σοταρισμένα φρέσκα φρούτα μετά», «αναποδογυρισμένο κέικ με καραμελωμένο ανανά», «μυστικό του Σουλτάνου σούπα από χυμό ροδιού», «κρέας γιούλμπασι» και «ρώγες της Αφροδίτης».
Αθήναιος από το Σεπτέμβριο του 2005 στο διαδικτυακό της ημερολόγιο «Αθήναιου Βορβορυγμοί» η Βίβιαν Ευθυμιοπούλου επινόησε ένα νέο είδος γραφής. Που είναι Δειπνοσοφιστές και μουσική, ιστορία και μυθολογία, χρονογράφημα και προσωπική μαρτυρία, καθημερινότητα αλλά και ο χρόνος του θεού και της ζωής, αναμνήσεις και σχέδια, θεικό παρόν και νοσταλγία, γέλιο και δάκρυ, ειρωνεία και ευαισθησία, υψηλή μαγειρική και προσωπική μυθολογία.
«Βορβορυγμοί ονομάζονται τα γουργουρητά του στομαχιού, όμως τους βορβορυγμούς αυτούς συχνά τους ακούω και μέσα στο κεφάλι μου, όταν συντάσσω κείμενα για τη μαγειρική και την ιστορία της, γι’ αυτό και τα κείμενα αυτά τα επιγράφω έτσι», εξηγεί στον πρόλογο του βιβλίου του ο Αθήναιος, Βίβιαν Ευθυμιοπούλου πια σταθερά.
Και όσο για το ψευδώνυμο:
«Ο Αθήναιος από τη Ναύκρατη της Αιγύπτου, το όνομα του οποίου χρησιμοποιώ ως ψευδώνυμο, ήταν μια μυστήρια και πολύ cool μορφή της ύστερης αρχαιότητας. Οι γραμματολόγοι τον κατατάσσουν στην κατηγορία των συγγραφέων αυτής της περιόδου τους οποίους ονομάζουν λογοποιούς, παραδοξογράφους, δειπνολόγους, ερανιστές, ποικιλογράφους. Χάρη στον Αθήναιο, σήμερα διασώζεται ένας σημαντικός όγκος πληροφοριών για διάφορα θέματα, κυρίως όμως γι’ αυτά που αφορούν τη γαστρονομία».
Το πρότυπο πάνω στο οποίο έχτισε την περσόνα του δικού της Αθήναιου- το ομολογεί-είναι ο Τομ Τζόουνς, από το ομώνυμο μυθιστόρημα του Χένρυ Φίλντινγκ. Το αποτέλεσμα θυμίζει «Δείπνο της Μπαμπέτ», Κάρεν Μπλίξεν και κατακερματισμένο, σπονδυλωτό γοτθικό μυθιστόρημα. Όπου όλα παντρεύονται και συνυπάρχουν γλυκά σε μια αλχημεία ζωής, τέχνης, χρόνου.
Οι σκηνές στο σούπερ μάρκετ με τον πιτσιρικά να αναζητά τα «kinder έκπληξη» («Εργένικα Πάθη») με τη bain marie της Μύριαμ («Εφευρέσεις και Κουζίνα») και τον Γοργία και τον Πλάτωνα και τον Άγιο Ευφρόσυνο τον Μάγειρα όπως συνευρίσκονται σε μια σύγχρονη κουζίνα («Από το Μίθαικο στον άγιο Ευφρόσυνο το Μάγειρα»).
«Το ρεβεγιόν της Κόρης της Ακαμάτρας» (που μόνο ακαμάτρα δηλαδή δεν είναι) με τον Μπάφαλο Μπιλ, τον Τρούμαν Καπότε, τον Μπέρναρντ Σο, τον Τζακ Κέρουακ και τα σημερινά γκαρσόνια («Συγγνώμη, έρχεστε λίγο;»)
«Τα δείπνα που παρέθετε ο Ταλλευράνδος έχοντας ως σεφ τον Καρέμ» και τα οποία έχουν πλέον περάσει στην ιστορία, με τους Βενετσιάνικους καθρέφτες, τον Σενέκα και την αυτογνωσία μέσω της ηδονής στο «Ο Διπλωμάτης και ο Σεφ» με την δεσπόζουσα υπαρξιακή, ψυχαναλυτική ερώτηση του κατά «πόσο μαθαίνουμε τον εαυτό μας τρώγοντας» τελικά.
«Οι καρδιοτονωτικές τροφές του Αβικέννα», η ποίηση του Ομάρ Καγιάμ στο αναζητώντας στην κουζίνα «Το φάρμακο της λύπης».
Ο επινοημένος Ζοφρέ ντε Πευράκ εν τέλει τόσο υπαρκτός που να οδηγεί έναν ολόκληρο καθηγητή να γίνει ο… εγγονός του («Ο καθηγητής και ο Μάγειρας», ασύλληπτα ευφάνταστη ιστορία).
«Οι ρώγες της Αφροδίτης» και η αθωότητα της φράουλας με εκείνη την απίθανη συνάντηση με τον μυθικό πια Πλοίαρχο Νέμο («Δείπνο με τον Πλοίαρχο Κανένα»). Οι ήρωες του Ντάρελ με την… Αλέξια και ο Άντονυ Τρόλλοπ με τον… Στέφανο Κορκολή («Come, Athenian, Draw it mild»). Το μοναστήρι στην Αρκαδία με τον έρωτα και τον χάρτη που έχει σχηματίσει η περιοχή στο σώμα της («Ρεμβασμός του Δεκαπενταύγουστου»). Το φαγάδικο της χήρας με το Βυζαντινό υγρό πυρ, τον Μπορίς Βιαν με τους παγωμένους ανανάνες, με τον Μένανδρο και τα ντολμαδάκια γιαλαντζί («Η χήρα»). Ο Σίλλερ, η Μαρία κι οι πεταλούδες στην «άτιμη και προδοτική κατσαρόλα» («Hexenkuche»), τα «Ανεμοδαρμένα Ύψη», η Εμιλυ Μπροντέ και η διαχείριση της απώλειας, σε μια κουζίνα στον ουρανοξύστη και τις «Καρδιές σωτέ». Ένας σύγχρονος Ορφέας στον Άδη στα «Παραμύθια για Κείνους που αγαπούν»…
Νατουραλισμός και αλληγορία, καθημερινότητα και υπέρβαση μέσα από την λογοτεχνία και την μαγειρική σε ένα προσωπικό ημερολόγιο που από την αποδοχή του αποδείχτηκε ότι μόνο προσωπικό δεν είναι, αφορά πολλούς: Για την κομψότητα και τη σαγήνη, για τη γεύση και τη γνώση, για το Φάρμακο της Λύπης που είναι η Τέχνη και για την Μαγειρική που ανήκει σ’ αυτήν.
Βιβλίο με γεύση και άρωμα με αφή και συναίσθημα με λόγο για την ιστορία της γαστρονομίας και για την αυτογνωσία της μαγειρικής.
Θα μου επιτρέψετε να κλείσω με απόσπασμα:
«Βλέπεις, μπάρμπα, το σημάδι αυτό στο δεξή μου τον αστράγαλο; Είναι από δάγκωμα φιδιού, σ’ έναν αμπελώνα στου Κάψια κατά τη διάρκεια ενός τρύγου. Αυτό το σημάδι από κάψιμο στο αριστερό μου χέρι; Είναι από κάποια Χριστούγεννα κατά τα Χοιροσφάγια που ψήναμε στη Μηλιά. Το σημάδι από μαχαίρι στο δεξή μου τον αντίχειρα; Αυτό το απέκτησα το καλοκαίρι που έψαχνα για πεταλίδες στα βράχια της Πλάκας Λεωνιδίου. Έχω και άλλο ένα σημάδι, στην πλάτη. Τρίφτηκε πάνω σ’ ένα πεύκο ένα βράδυ στο πανηγύρι της Τεγέας. Πώς; Ε, αυτό δε λέγεται, καταλαβαίνεις».
Βρέθηκα να του δείχνω το «χάρτη» που είχε σχηματίσει η Αρκαδία πάνω μου και να του διηγούμαι μέσα στο σκοτάδι την ιστορία από κάθε σημάδι- σταθμό με υπερένταση, αφενός θεατρικά, για να ξεπεράσω την αμηχανία που προκαλούσε και σε μένα τον ίδιο η ομολογία ότι, αν και τόσο δεμένος με τον τόπο, στην πραγματικότητα ήμουν ένας ξένος, αφετέρου μήπως και μπορέσω να κρύψω το βαθύτερο σημάδι απ’ όλα. Αυτό που έχει αφήσει η Αρκαδία στην καρδιά μου…»
Ένα γοητευτικό διαδυκτιακό ημερολόγιο που έγινε βιβλίο – χάρτης μιας ζωής. Ενός σύγχρονου Αθήναιου.

ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ-
ΕΡΓΑ ΤΗΣ:
Η Βίβιαν Ευθυμιοπούλου γεννήθηκε το 1970.
Σπούδασε Αρχαιολογία και Ιστορία της Τέχνης.
Με τη μαγειρική ασχολείται συστηματικά σχεδόν είκοσι χρόνια.
Ξεκίνησε ν’ αρθρογραφεί για τη γαστρονομία με το ψευδώνυμο «Αθήναιος» στο διαδικτυακό ειδησεογραφικό portal Flash.gr ενώ τώρα αρθρογραφεί στο περιοδικό «Γαστρονόμος» της εφημερίδας «Η Καθημερινή».

ΥΓ1. Επειδή ήθελα κάαααποτε να γίνω Κάπτεν Νέμο κι εγώ! Άλεφ έγινα, αλλά ας μη το κάνουμε θέμα!
Βίβιαν, καλόν Αύγουστο ναι?
ΥΓ2: Το κείμενο δημοσιεύθηκε σε Κυριακάτικη εφημερίδα.