10/12/07

Οι ιαματικές- τρομακτικές ιστορίες

Ο καθένας θέλει να βλέπει μέσα απ’ τα μάτια των άλλων

«Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΠΟΥ ΠΕΤΑΕΙ» του Μένη Κουμανταρέα, Εκδ. «Κέδρος», σελ. 401, τιμή: 20 ευρώ.

«Δίστασε για λίγο, δεν ήξερε αν έπρεπε να το πει. Υπάρχουν πράγματα που φωλιάζουν μέσα μας και που δύσκολα τα βγάζουμε προς τα έξω.
«Βλέπω ότι πετάω».
«Πετάς, είπες; Πού, κορίτσι μου;»
«Στον ουρανό».
Κι έτσι η γιαγιά Αγγελική «Η γυναίκα που πετάει» χάρισε τίτλο και μια από τις σημαντικότερες νουβέλες σε ένα από τα σημαντικότερα βιβλία ενός ήδη μεγάλου συγγραφέα. Εφόσον ο Μένης Κουμανταρέας, το αποφάσισε, τελικά: Εκείνα «τα πράγματα που φωλιάζουν μέσα μας και που δύσκολα τα βγάζουμε προς τα έξω» αυτή τη φορά να τα βγάλει.
Ο Μένης Κουμανταρέας αποφάσισε να κάνει λογοτεχνία με τη ζωή του κι απέδειξε ότι τίποτα δεν είναι πιο σπαρακτικό και πιο λυτρωτικό, τίποτε πιο ιαματικό και αληθινό από το αγκάθι που ενίοτε η ζώσα ζωή μας βάζει. Κι απ’ τις πληγίτσες μας κάνουμε τέχνη σπουδαία, απ’ το δικό μας έρεβος φτιάχνουμε φως, και «τα μοντέλα» πάντοτε «είναι μόνο η αφορμή», «ζωγραφίζουμε ό,τι έχουμε μέσα μας, ό,τι βλέπουμε με τα μάτια της ψυχής», όπως θα πει ο Αργύρης «Τη νύχτα με τους μετεωρίτες» στη κυρία Βικτωρία.
Στην κυρία Βικτωρία που ισχυρίζεται ότι «δεν είμαστε υποχρεωμένοι να λέμε πάντα ευχάριστες ιστορίες, που πολλές φορές είναι ανούσιες. Αυτές που είναι πιο τρομακτικές έχουν και θεραπευτικές ιδιότητες». «Διώχνουν το φόβο, τον ξορκίζουν. Δεν έχετε παρατηρήσει πως τα παιδιά αγαπούν περισσότερο τις ιστορίες με δράκους, φαντάσματα, στοιχειωμένους πύργους, διαστημάνθρωπους και ανθρώπους – νυχτερίδες; Ας γίνουμε, λοιπόν, για μια φορά κι εμείς παιδιά».
Και ο Μένης Κουμανταρέας σ’ αυτό το βιβλίο γίνεται παιδί. Και θυμάται: Την μητέρα στοιβαγμένη με άλλους ομήρους σε εκείνο το θερινό σινεμά και τον ίδιο στον κουρέα της γειτονιάς να φοβάται και να προσέχει γιατί «Τα χιόνια του Δεκέμβρη παραμονεύουν πάντα». Τον αδελφό του να μεταμορφώνεται από εκείνο «το εντεκάχρονο ψηλό αγόρι, με το άσπρο μπερέ, το πανωφοράκι και τις μακριές κάλτσες ως τα παιδικά του γόνατα» σε εκείνο το φάντασμα του ήδη νεκρού, αδύνατου ξοφλημένου άντρα πριν γίνει «ο Αρης»- «μυθιστόρημα». Τον Κώστα Ταχτσή σε εκείνο το παλιό, μικρό Σκαραβαίο τον Μάρτη του 1969 για το σπίτι του Κόλλια, σε ένα διήγημα ζωής στο «Μαραμπού και Χούντα». Αλλά και «Τα κουδούνια», ζωή είναι. Κι ο Νικολίν ο Αλβανός, ο Φώτης και ο Μίμαρος, εμπειρία. Ανάμνηση το «Κουαρτέτο» και «Η νύχτα με τους μετεωρίτες». Από τα καλοκαίρια σε ένα ξεχωριστό ξενοδοχείο διακοπών, όπου κι εκεί γυναίκες πετούσαν κι άνδρες μεγάλωναν.
Αλλά καμία δεν πετούσε τόσο πολύ, τόσο καλά, σχεδόν… κυριολεκτικά όσο η γιαγιά Αγγελική στην τελευταία νουβέλα «Η γυναίκα που πετάει». Για να ξεφύγει απ’ την πόλη της, από τον άντρα της τον συνταγματάρχη Αριστείδη, από το περίκλειστο σπίτι της, από την κλινική και από την εποχή της. Στον ύπνο της πρώτα, μέσα από τα όνειρα. Στη ζωή της, κατόπιν, από κάποιο ξεχασμένο μπαλκόνι.
Τα χρόνια πέρασαν. Ο πόνος έγινε από απορία και ντροπή, οικογενειακή ιστορία και τέχνη. Κι όσο για τον συγγραφέα του διηγήματος «Ο νεκρός ταξιδιώτης» που αποτελούσε κάποτε και τη μοναδική της συντροφιά, «από παρίας και οινοβαρύς» σήμερα έγινε πασίγνωστος «στο μεταξύ, διδάσκεται και στα σχολεία». Θα μείνει, όμως, εις το διηνεκές αυτή η μικρή φράση, υπογραμμισμένη μόλις απ’ τα χεράκια της: «Η δε γυνή εφονεύθη, νομίζω, πεσούσα από του εξώστου, εν εκστάσει φρενών».
«Αυτό το «νομίζω» κληρονόμησα κι εγώ» θα αποδεχθεί κι ο συγγραφέας- «κι όπως μένει μετέωρο στην ιστορία, αφήνω την Αγγελική μετέωρη στον ουρανό της, εν εκστάσει».
Στο μεταξύ, εμείς έχουμε στα χέρια μας τη μαγική χρυσόσκονη μιας εποχής. Με γερμανούς, εμφύλιο και χούντα, με αστική αίγλη, χορούς, ανθρώπους που ανθίζουν για να μαραθούν μέσα στο χρόνο. Με πλατείες περίκλειστες και ανοιχτές, στην Μπρόνια, τη Ροβένα, τη Μάγια, τη Ναταλία, τον Χαριέμ, τον Βίκτορ, τον Αρτάν, στο ενδεχόμενο. Και ένδεκα διηγήματα έμπλεα μουσικές: τη θεική φωνή της Κάλλας στην Αθήνα το καλοκαίρι του ’57 στο «Θυμάμαι τη Μαρία» και εκείνο τον μυστηριώδη Δανό βιολιστή στο «Κουαρτέτο».
Όλους τούς βρίσκει επιστρέφοντας ο συγγραφέας. Ακόμα και τα δίδυμα. Τους «Τόμπυ και Λόλυ» που κάποτε έβλεπε απ’ το παράθυρο μικρός. Τώρα μεσόκοποι κι αυτοί στο διπλανό τραπέζι.
Ένα ποιητικό και συνάμα ρεαλιστικό βιβλίο που αποδεικνύει το πόσο η μελαγχολία μπορεί να είναι ιαματική και πόσο η προσωπική ιστορία γράφει, τελικά, Ιστορία. Με εικόνες ανεπανάληπτες και οξυδέρκεια αριστοτεχνική. Με ανθρώπινο σπαραγμό και κομψότητα αριστοκρατική. Με λεπτή ειρωνεία και πραγματική συμπόνια. Με ολοζώντανη γλώσσα που ζωγραφίζει ατμόσφαιρες και στιγμές, που σκαλίζει συναισθήματα λάθη και πάθη. Γιατί «o καθένας θέλει να βλέπει μέσα από τα μάτια των άλλων, σαν να μην πιστεύει ο ίδιος και να έχει ανάγκη τη μαρτυρία τρίτων». Και επειδή όσο να ‘ναι «λέγοντας μια ιστορία, ξεφορτώνεσαι ένα βάρος, ανακουφίζεσαι». Ένα πραγματικά ακριβό βιβλίο.

ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ:
Γεννήθηκε στην Αθήνα και σπάνια την αποχωρίζεται. Τα δεκαέξι βιβλία του κυκλοφορούν όλα από τον Κέδρο.
«Τα μηχανάκια» (1962)
«Το αρμένισμα» (1967)
«Τα καημένα» (1972)
«Βιοτεχνία Υαλικών» (1975)
«Η κυρία Κούλα» (1978)
«Το κουρείο» (1979)
«Σεραφείμ και Χερουβείμ» (1981)
«Ο ωραίος λοχαγός» (1982)
«Η φανέλα με το εννιά» (1986)
«Πλανόδιος Σαλπιγκτής» (1989)
«Η συμμορία της άρπας» (1993)
«Η μυρωδιά τους με κάνει να κλαίω» (1996)
«Η μέρα για τα γραπτά κι η νύχτα για το σώμα» (1999)
«Δυο φορές Ελληνας» (2001)
«Νώε» (2003)
«Η γυναίκα που πετάει»

ΥΓ. Ποστ αφιερωμένο στον Γιάννη Θηβαίο (φίλο μου και εξαιρετικό μεταφραστή, στα συρτάρια του κρατά έναν «άγνωστο» κι ανέκδοτο Πρεβέρ, πιο ειρωνικό και αισθαντικό από ποτέ, με συγκλονιστικά ποιήματα για τον πόλεμο και την αγάπη, μας έχει υποσχεθεί κάποια για ποστ, οπότε «έχουμε να λαμβάνουμε» που λέει κι ένας φίλος που έχω χρόνια να δω). Για τον Γιάννη, λοιπόν, που αγαπά τον Μένη Κουμανταρέα όσο κι εγώ, μια κι ετοιμάζομαι να αθετήσω την υπόσχεση όσον αφορά την Ομάδα Βιβλίου. Μέχρι να μου περάσουν οι κλειστές κι η κόπωση, μετά θα δούμε ναι?
Θα ‘θελα επίσης να ευχηθώ στον Moha μας, καλοτάξιδος! Το πρώτο του μυθιστόρημα «Maybe» (Εκδ. «Αγκυρα») κυκλοφόρησε την Παρασκευή και επειδή είναι και πολύ ενδιαφέρουσα γραφή και πολύ διαφορετικό βιβλίο, και επειδή το θεωρώ και υπόθεση προσωπική, έχω γίνει πολύ- πολύ ευτυχισμένη! Moha μου καλέ, καλοπερπάτητος, έτσι δεν λένε?
Καλή Δευτέρα σε όλους, δεν είναι ανάγκη να τα προλάβετε όλα και να χάσετε εσάς, ναι? Ήρεμα και γλυκά και βαθιά και ουσιαστικά και όλα θα γίνουν! Μόνον έτσι «αυτά που αξίζουν», θα γίνουν! Αλλιώς…