4/5/07

Η ζωή μου βήματα...


Ξεκινάω με ό,τι αγαπάω πιο πολύ, δηλώνοντας ταυτόχρονα την αναπηρία μου. Δεν βρίσκω τις λέξεις. Ξέρω τι νιώθω, αλλά δεν μπορώ να το κάνω πρόταση. Παράγραφο ολόκληρη. Αυτό το μέσα, σκαλώνει. Δεν θέλει φως. Δεν του αρέσει εκεί έξω. Φοβάται τα κύματα, τα δίκτυα και τα διαδίκτυα. Όσο μπορώ. Το υπόλοιπο ας είναι τραγούδι.

Ένα ταξίδι που ξεκινάει από το Λυβικό, στροβιλίζεται στο φως της λάμπας μιας καμπίνας ακολουθώντας μια μύγα, περνάει από το Πορτ Σάιντ, το Σουέζ, το Σινά και τη Χαναάν, την ιστορία της Γιασμίν, μιας πανέμορφης έφηβης από την Ραμάντα που ερωτεύτηκε ένα συνομήλικο της και σύναψε προγαμιαία σχέση μαζί του, και την τραγική της κατάληξη. Πιάνει Λιμάνι. Κατεβαίνει στον Πειραιά. Συναντάει ένα διαβάτη που αυτό που υπάρχει έχει κουραστεί να το ζητάει και αρχίζει να ζητάει αυτό που δεν υπάρχει. Και συνεχίζει. Για να συναντήσει για μια τελευταία φορά τον μεγάλο έρωτα, αλλά και έναν αδέσποτο έρωτα στην Αιόλου, αλλά και την γοργόνα ενός τρίτου έρωτα, που δεν θα ήθελε να μάθει ποτέ ότι αυτός ο έρωτας πέθανε. Ένα ταξίδι που ξεκινάει εν πλω και τελειώνει μετρώντας βήματα.

«Για ποιο ταξίδι μου μιλάς;» του Νίκου Ζούδιαρη. 9 αφηγήματα που έγιναν τραγούδια. 9 τραγούδια και η ιστορία τους. Αλλά πριν και πάνω απ’ όλα η ιστορία του ίδιου του Νίκου Ζούδιαρη, που διεκδίκησε την καλλιτεχνική του ελευθερία, έφτιαξε τη δική του εταιρία, έκανε τη δική του παραγωγή και μοιράστηκε την έκδοση με τις εκδόσεις Γαβριηλίδη.

9 τραγούδια με τις φωνές του Μανώλη Λιδάκη, του Παύλου Παυλίδη, της Νίκης McKinnon και του Νίκου Ζούδιαρη. Από εδώ και πέρα κάνει συγκίνηση. Αυτήν την βαθιά. Αυτήν που σκαλώνει. Που δεν θέλει φως. Αυτήν που πας να κρύψεις όταν πέφτουν οι τίτλοι του τέλους και είναι έτοιμα να ανάψουν τα φώτα. Δεν σε κατηγορώ. Καλύτερα να την κρύψεις, που ξέρεις σε ποια μάτια θα πέσει;

«Βήματα παντού, φτάνουνε εδώ, κι η ζωή μου βήματα, βήματα.
Η πόρτα υποχωρεί, μονάκριβη μου εσύ, και μετά η πόλη μες στην πόλη προχωρεί.
Έκλεισα το φως, κάθε τι αλλιώς, στο βρεγμένο δρόμο βήματα.
Μάτια μου πανιά, χέρια μου νερά, θέλησα τον κόσμο να αγγίξω ξανά.
Η πόρτα υποχωρεί, μονάκριβη μου εσύ, κοίτα πως μια πόλη μες στην πόλη προχωρεί.
Βήματα παντού, φτάνουνε εδώ, κι η ζωή μου βήματα, βήματα...»