4/6/07

Το τελευταίο τσιγάρο




«ΒΙΡΤΖΙΝΙΑ» του Γενς Κρέστιαν Γκρένταλ, Μετάφραση: Λύο Καλορβυνάς, Εκδ. «Πόλις».

Αρέσκεται στα «μετά θάνατον» ο δανός συγγραφέας.
Στον «Ηχο της καρδιάς» τα παιδικά χρόνια δυο παιδικών φίλων και ένα γράμμα που φτάνει στον προορισμό του μετά τον θάνατο του αποστολέα του και εκ των υστέρων.
Και στην «Βιρτζίνια» λογαριασμοί που κλείνουν, χρόνια μετά, όταν πια «πού πια καιρός», φυσικά, εκ των υστέρων.
Σε μια νουβέλα μόλις 96 σελίδων ο Γενς Κρέστιαν Γκρένταλ χωρά μια ζωή. Ή μάλλον δύο ζωές, ενός άνδρα (που είναι και ο αφηγητής του βιβλίου) και μιας γυναίκας (που πριν το τέλος είναι ήδη νεκρή).
Όλα αρχίζουν το καλοκαίρι του 1943 σε ένα μεγάλο εξοχικό στις ακτές της Βόρειας Θάλασσας, εν μέσω βομβαρδισμών που απειλούν την Κοπεγχάγη. Ένα 14χρονο αγόρι και ένα 16χρονο κορίτσι γνωρίζουν τον έρωτα, την βία του πολέμου, τους άλυτους γρίφους και την αγριότητα της ζωής. Περνώντας ατέλειωτες ώρες μαζί και κάνοντας κολύμπι και ποδήλατο, αλλά βυθισμένοι στις σκέψεις τους, χώρια.
Το αγόρι, φιλοξενείται στο σπίτι των θείων του. Το κορίτσι, είναι η κόρη της μοδίστρας που το κάλεσε η θεία για να του κάνει συντροφιά.
Και έτσι θα περάσουν σχεδόν όλο το καλοκαίρι, μέσα σε μια σχεδόν «αμήχανη σιωπή», «η νεαρή γυναίκα και το ώριμο αγόρι». Διότι «δύο χρόνια διαφορά ηλικίας έχουν μεγάλη σημασία για το ποιες λέξεις χρησιμοποιεί κανείς. Γυναίκα. Αγόρι».
Κι εκείνο το αγόρι, έτσι βουβά και σιωπηλά θα την ερωτευθεί.
Η νεαρή γυναίκα, όμως, θα ερωτευθεί τον πιλότο που θα τον βρει κρυμμένο σε μια καλύβα στους αμμόλοφους όταν καταρρίπτεται κοντά στο σπίτι ένα βρετανικό αεροπλάνο. Θα τον φροντίσει κι εκείνος θα της δώσει ένα κλεφτό φιλί σαν υπόσχεση. Και μια ταμπακιέρα.
Το αγόρι θα ζηλεύει και θα παρακολουθεί. Από μια απροσεξία του, οι γερμανοί στρατιώτες που ερευνούν την περιοχή τον ακολουθούν. Ο πιλότος εξαφανίζεται κι αφήνει το κορίτσι συντετριμμένο.
Ετσι θα ζήσουν για μια ζωή. Εκείνη με το να θυμάται, αμήχανη πάντα και συντετριμμένη. Κι αυτός με το να αναρωτιέται πού έφταιξε και τι απόγινε ο πιλότος, και τι να σκέφτεται τόσο χρόνια αυτή.
«Πάνω από πενήντα χρόνια πίστευα ότι είχε γυρίσει σπίτι πριν της ώρας της από τις διακοπές στο εξοχικό του θείου και της θείας μου, επειδή είχα προδώσει τον πιλότο της. Θα μπορούσα να της το έχω πει, αλλά το άφησα. Σε τι θα ωφελούσε, άλλωστε; Το ότι ήμουν αθώος στα μάτια της απλώς μεγάλωνε το δικό μου αίσθημα ενοχής. Το ότι η ενοχή μου ήταν κατά μια έννοια μάταιη απλώς τη διπλασίαζε, τώρα που απέφυγα να της πω το δικό μου κομμάτι της ιστορίας μας. Να της πω ότι ήταν δική μας και όχι μονάχα δική της».
Θα τη συναντήσει πολλά χρόνια μετά, την πρώτη φορά τυχαία. Αφού έχουν παντρευτεί και χωρίσει, αφού ήδη έχουν γεράσει αρκετά. Θα δυσκολευτεί αρκετά να την γνωρίσει. Αναζητώντας στην ηλικιωμένη κυρία που εμφανίζεται στο καφέ, εκείνο εκεί το κορίτσι με τα γαλάζια μάτια και τα ξανθά ατίθασα μαλλιά που του είχε αλλάξει τη ζωή το καλοκαίρι του 1943. Στις ρυτίδες της θα αναζητήσει την χαμένη τους εφηβεία. Κι όταν αργότερα θα πάρει με το ταχυδρομείο ένα πακέτο με ένα γράμμα κι εκείνη την παλιά ταμπακέρα, θα χρειαστεί να ανασκευάσει και τη δική του χαμένη ζωή.
Εφόσον εκείνη πριν πεθάνει αποφασίζει να του εμπιστευθεί την ταμπακέρα.
Η τρίτη πράξη του έργου της ζωής τους θα παιχτεί στο κοιμητήριο:
«Ξαφνικά συνειδητοποίησα ότι ήταν μια άκαιρη απόπειρα να αποδείξω ένα δεσμό που ποτέ δεν υπήρξε στην πραγματικότητα», «παρ’ όλα αυτά, ξαναπήγα», ο αφηγητής θα παραδεχτεί. Πάντα της πήγαινε λουλούδια και κάθε φορά έβρισκε ένα μπουκέτο φρέσκο ή μαραμένα τριαντάφυλλα στον τάφο της.
«Ημουν πεπεισμένος πως ήμασταν μονάχα δυο. Με μια ξαφνική παρόρμηση διάλεξα κι εγώ κόκκινα τριαντάφυλλα, όταν ξαναπήγα δεύτερη φορά, κι από τότε συνέχισα να πηγαίνω τριαντάφυλλα. Σιγά σιγά εξελίχθηκε σ’ έναν κανονικό διάλογο τριαντάφυλλων, όπου ο καθείς με τη σειρά του άφηνε ένα καινούργιο μπουκέτο και πετούσε αυτό που στο μεταξύ είχε μαραθεί, εγώ και ο άγνωστος άλλος».
Μια νουβέλα που το μόνο τελικά που αποδεικνύει είναι το πόσο παράξενη, τελικά, είναι η ζωή. Πόσο κάποιοι άνθρωποι και κάποια γεγονότα για μια ζωή παραμένουν «επειδή έτσι το θέλουμε» σύμβολα, και πόσο το μόνο, εν τέλει, κανείς που προδίδει, είναι η δική του ζωή:
«Ισως όμως ο πιλότος ήταν ένα σύμβολο στις αβέβαιες αναμνήσεις της για κάτι πολύ βαθύ μέσα της. Κάτι που είχε παραμείνει άγνωστο και σκοτεινό, κρυφό, κάτι που ένιωθε την ανάγκη να το συνδέσει με έναν τόπο, μια χρονική στιγμή, ένα πρόσωπο, όσο ασαφές κι αν της ήταν μές στο ημίφως που έμπαινε απ’ τις σανίδες της καλύβας πέρα στα πλημμυρισμένα λιβάδια στο μυχό ενός φιορδ της Βόρειας Θάλασσας ένα καλοκαίρι του πολέμου».
Μια ιστορία ποιητική και μελαγχολική για την χαμένη αθωότητα και την ματαιωμένη ζωή. Με γλώσσα υπαινικτική και υποδόρια, και με διαδρομή διπλή, εσωτερική και εξωτερική. Γεμάτη αλληγορικά σύμβολα και αναμνήσεις που στοιχειώνουν τη ζώσα ζωή. Όπως και το τελευταίο τσιγάρο του βρετανού πιλότου Virginia που, από ένα παιχνίδι της μοίρας, «έπεσε σαν βροχή» στο γόνατο του αφηγητή.
Μια ιστορία που αποδεικνύει πως ο διάλογος δεν τελειώνει ποτέ, ούτε με την απόσταση ή με τον θάνατο. Και ότι όλοι μας κάποια στιγμή «εισχωρούμε σε έναν κόσμο που δεν είναι δικός μας» αλλά αυτό, όμως, μπορεί και να μας αλλάζει για πάντα τη ζωή.
Ένα βιβλίο για την διαβρωτική δύναμη της ανάμνησης και της εφηβείας.


ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ:
Ο Γενς Κρέστιαν Γκρένταλ γεννήθηκε στην Κοπεγχάγη το 1959.
Σπούδασε στην Εθνική Σχολή Κινηματογράφου της Δανίας.
Θεωρείται ως ένας από τους πιο σημαντικούς Δανούς συγγραφείς.
Εχει δημοσιεύσει μυθιστορήματα, θεατρικά έργα και δοκίμια.
Εργα του έχουν μεταφραστεί και κυκλοφορούν σε δεκαεννέα χώρες.
Από τις εκδόσεις «Πόλις» κυκλοφορεί επίσης το βιβλίο του
«Ο ήχος της καρδιάς», 1999
Άλλα βιβλία του:
«Indian Summer», 1994
«Tovshed i oktober », 1996
«Lucca», 1998 (Βραβείο Golden Laurels)
«Et andet Iys», 2002 (Βραβείο BG Banks)
«Piazza Bucarest», 2004




Εσύ βάζεις τίτλο "το τελευταίο τσιγάρο", αλλά εμένα μου μυρίζει ένα ανθισμένο μπουκέτο κόκκινα Μαγιάτικα τριαντάφυλλα, που δεν προλαβαίνει ποτέ να μαραθεί. Κι αφού μύρισα δεκάδες ανθισμένα μουσικά τριαντάφυλλα είπα να μυρίσουμε παρέα αυτό εδώ:



Some say love it is a river
that drowns the tender reed
Some say love it is a razer
that leaves your soul to blead

Some say love it is a hunger
an endless aching need
I say love it is a flower
and you it's only seed

It's the heart afraid of breaking
that never learns to dance
It's the dream afraid of waking
that never takes the chance
It's the one who won't be taken
who cannot seem to give
and the soul afraid of dying
that never learns to live

When the night has been too lonely
and the road has been too long
and you think that love is only
for the lucky and the strong
Just remember in the winter
far beneath the bitter snows
lies the seed
that with the sun's love
in the spring
becomes the rose


...και γιατί το όνειρο δεν τολμά ποτέ; Γιατί φοβάται ότι θα ξυπνήσει;
Moha

31/5/07

Νυχιά στα σωθικά



«ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΤΟΥ BROKEBACK MOUNTAIN» της Αννυ Πρου

«Η άγρια φύση – μαβιά συντρίμμια βουνών, αειθαλείς χορταριασμένες πεδιάδες, πέτρες σκορπισμένες σαν ερειπωμένες πόλεις, ο διάπυρος ουρανός που αναδιπλώνεται- φέρνει ένα ρίγος μεταφυσικό. Είναι σαν μια μπάσα νότα, που δεν την ακούς μα την αισθάνεσαι, είναι σαν μια νυχιά στα σωθικά».
Σαν μια νυχιά στα σωθικά… Αυτό είναι οι ιστορίες της Αννυ Πρου. Που την αντιληφθήκαμε όταν ένα από τα διηγήματά της έγινε ταινία. «Το μυστικό του Brokeback Mountan» που βαφτίζει και όλη τη συλλογή που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τον «Καστανιώτη». Σε μετάφραση, μάλιστα, του συγγραφέα Αυγούστου Κορτώ.
Από τον «Καστανιώτη», όμως, έχει κυκλοφορήσει κι άλλο ένα της μυθιστόρημα. «Εγκλήματα με ακορντεόν» ο τίτλος του, το 1998. Και «Καρτ ποστάλ» ο τίτλος του καινούργιου μυθιστορήματος, που κυκλοφορεί προσεχώς.
Στην συλλογή με τα διηγήματα «Το μυστικό του Brokeback Mountan», όλα περιστρέφονται γύρω από το σκληρό και καθοριστικό σαν πεπρωμένο τοπίο του Γουαιόμινγκ. Με μότο «Τι να την κάνεις την πραγματικότητα εδώ πέρα…» (αποσυρθείς κτηνοτρόφος του Γουαιόμινγκ), η συγγραφέας ορίζει τα ανθρωπογεωγραφικά όρια μιας περιοχής όπου η φύση αποκτά θεικές διαστάσεις:
«Καμιά παλιά σφαγή, καμιά σκληρότητα, κανένα ατύχημα ή φόνος που συνέβη στα μικρά ράντσα ή στ’ απομονωμένα σταυροδρόμια με τους άπορους πληθυσμούς των τριών και των δεκαεφτά χρόνων, ή σε αστόχαστα τροχόσπιτα μεταλλωρύχων, τίποτα δεν καθυστερεί την πλημμυρίδα του πρωινού φωτός>.
Εξάλλου όλοι γνωρίζουν πως τα «ενθύμια θανάτου, είναι εφήμερα»: «Αλλοι πολιτισμοί κατασκηνώσαν κάποτε για λίγο κι εξαφανίστηκαν. Μονάχα η γη κι ο ουρανός έχουνε σημασία. Μονάχα η ατέλειωτα επαναλαμβανόμενη πλημμύρα της αυγής. Αρχίζεις να καταλαβαίνεις πως ο Θεός δεν μας χρωστά τίποτα παραπάνω».
Στα έντεκα διηγήματα του βιβλίου αξιολάτρευτοι, αξιοθρήνητοι άνθρωποι. Γενναίοι και μοιραίοι στο έλεος μιας άγριας κι ατίθασης φύσης, που «ρημαγμένοι από τη ζωή, επιμένουν να ελπίζουν».
Να ερωτεύονται για πάντα όπως δυο διψασμένες μοναχικές ψυχές μονάχα μπορεί να ερωτεύονται, με έναν έρωτα «που δεν χωρά στα ανθρώπινα μέτρα» στο ομώνυμο διήγημα («Το μυστικό του Brokeback Mountain»).
Να επιστρέφουν αενάως σε ό,τι κάποτε και για πάντα τους σημάδεψε και τους έγδαρε, όπως ο ογδοντάχρονος Μίρο στο «Μισογδαρμένο βόδι».
Να τσαλακώνονται κι όμως εκεί να επιμένουν στο όνειρο του Ροντέο, όπως ο Ντάιμοντ στη «Λάσπη στον πάτο».
Να πηγαινοέρχονται αναλόγως τους καιρούς, όπως ο Λίλαντ στην «Προυπηρεσία».
Να είναι ανά πάσα στιγμή έτοιμοι να πιστέψουν απιθανότητες, όπως ο γερο- Γκράις στο «Μοβόρικο άλογο».
Να αντέχουνε τα χειρότερα όπως ο Ρας και ο Χορμ Τίνσλει στο διήγημα «Οι άνθρωποι στην κόλαση θέλουνε μόνο ένα νεράκι».
Να ερωτεύονται ένα… τρακτέρ και να προσμένουν αχόρταγα «πότε θα ερχόταν κάποιος να τους πάρει» όπως η Όταλιν στην «Χορταριασμένη άκρη του κόσμου».
Να φοράνε σπιρούνια με γαλαξίες και δαιμονικές ιδιότητες, όπως η Ινέζ Μάντιμαν και η κυρία Φριζ στο διήγημα «Ζευγάρι σπιρούνια».
Να ζουν και να πεθαίνουν δίχως να καταλάβουνε το γιατί, όπως η Τζοάνα, ο Ορνέλας κι ο Ελκ στο «Μια μοναχική ακτή».
Να άγονται και να φέρονται σαν το φύλο στον άνεμο και σαν τον Σάι στους «Κυβερνήτες του Γουάιομινγκ».
Να φτάνουν στα άκρα, όπως ο Κρουμ ο ραντσέρης στα «88 χιλιόμετρα απ’ το πλησιέστερο βενζινάδικο».
Διότι στις ερημιές του Γουαιόμινγκ «με υλικά την έσωθεν κι έξωθεν ερημία», ο Θεός είναι φύση και τα όρια της ζωής και της ψυχής σου ανεξέλεγκτα.
Η Αννυ Πρου έρχεται, λοιπόν, και τις κεντά αυτές τις ψυχές, δίνοντας φως και σκιές και στις πιο μύχιες αποχρώσεις. Οσο για τα βουνά και τις ερημιές, τις στοιχειώνει. Διότι ζώντας σ’ αυτά τα βουνά, βιώνοντας αυτές τις ερημιές, δεν γίνεται παρά να σου συμβαίνει ό,τι στους ήρωες της Πρου συμβαίνει: Ν’ ακροβατούν για μια ζωή επιτυχώς ή ανεπιτυχώς (καμία μα καμία σημασία δεν έχει) στο χείλος του γκρεμού.
Έντεκα ιστορίες που τις διαβάζει κανείς με όλες του τις αισθήσεις.

ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ:
Η Αννυ Ε. Πρου γεννήθηκε το 1935 στο Νόργουιτς του Κονέκτικατ.
Μέχρι τα σαράντα πέντε της εργάστηκε ως δημοσιογράφος, γράφοντας παράλληλα ιστορίες σε περιοδικά για ψάρεμα και κυνήγι.
Το 1992 δημοσίευσε το μυθιστόρημα «Postcards», και γίνεται η πρώτη γυναίκα που κερδίζει το βραβείο Φώκνερ.
Στο επόμενο μυθιστόρημά της, τα «Ναυτιλιακά Νέα» (μτφρ. Μάριος Βερέττας, Εκδόσεις Πατάκη 2002) απονέμονται το Βραβείο Πούλιτζερ και το National Book Award.
Ακολουθούν τα «Εγκλήματα με ακορντεόν» (μτφρ. Τόνια Κοβαλένκο, Εκδ. Καστανιώτη 1998).
«Το μυστικό του Brokeback Mountain» (εκ των οποίων το ομώνυμο διήγημα κερδίζει το Κρατικό Βραβείο Διηγήματος δημοσιευμένο σε περιοδικό Τύπο),
το μυθιστόρημα «Ο Ασσος στο Μανίκι»
και η συλλογή διηγημάτων «Σκληρή Βρωμιά: Ιστορίες του Γουαιόμινγκ Νο 2».
Το μυθιστόρημα «Καρτ ποστάλ» που κυκλοφορεί από τον «Καστανιώτη» εντός των ημερών.


«ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΤΟΥ BROKEBACK MOUNTAIN» της Αννυ Πρου, Μετάφραση: Αύγουστος Κορτώ, Εκδ. «Καστανιώτη».




Με δυσκόλεψες alef μου. Όχι μουσικά. Καθόλου. Με ζόρισες. Όσο ζορίστικα με την ταινία. Και μ' αυτό το μετέωρο: "Jack, i swear...".
Moha


Η μουσική του Gustavo Santaolalla που υπογράμμισε βλέμματα και σιωπές



Και η Emilou Haris τραγουδάει για μια αγάπη που δεν θα μεγαλώσει...
Α love that will never grow old



Και αυτό:

30/5/07

Εγχειρίδιο για εξουθενωμένους


«Η ΒΛΑΚΕΙΑ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ» του Βίλχελμ Γκενατσίνο

Στο πρώτο του μυθιστόρημα που κυκλοφόρησε στα ελληνικά, απ’ όπου και τον γνωρίσαμε, «Μια ομπρέλα για τη μέρα», ο ήρωάς του ήταν… δοκιμαστής παπουτσιών. Και η τελευταία του φιλενάδα η Λίζα τον εγκατέλειψε, επειδή δεν άντεχε την άρνησή του να συμμετάσχει σ’ αυτόν τον κόσμο.
Στο καινούργιο μυθιστόρημα του Βίλχελμ Γκενατσίνο «Η βλακεία του έρωτα» που κυκλοφόρησε πρόσφατα, ο ήρωάς του κάνει ένα επίσης απίθανο για τα δικά μας δεδομένα επάγγελμα: είναι ελεύθερος «αποκαλυπτής», διοργανώνει σεμινάρια σε ξενοδοχεία, εντυπωσιάζοντας τους ανθρώπους με τις εκπληκτικές του προβλέψεις. Και πρέπει επειγόντως εκείνος να εγκαταλείψει μια φιλενάδα απ’ τις δυο, εφόσον τα χρόνια περνούν και το να έχει κάποιος δύο γυναίκες, όσο να ‘ναι, είναι ένα πρόβλημα.
Ένα πρόβλημα που αγγίζει το ανυπέρβλητο σχεδόν εφόσον είναι και κόντρα στην ιδεολογία του… παθόντος και πάσχοντος ήρωα: «Περιμένει κανείς από εσάς να αγαπάω μόνο έναν από τους δύο, είτε τον πατέρα μου είτε τη μητέρα μου; Τότε όμως γιατί δεν μπορώ να αγαπώ ταυτόχρονα δύο γυναίκες;» Αναρωτιέται κι έτσι πορεύτηκε μια ζωή. Αγαπώντας την Σάντρα και την Γιούντιθ το ίδιο καλά και πολύ, ταυτοχρόνως.
«Δεν μπορώ παρά να συστήσω ανεπιφύλακτα τη μόνιμη αγάπη για δυο γυναίκες», ακόμα και τώρα, στα… ζόρια, επιμένει: «Λειτουργεί σαν ένα θαυμάσιο, διπλό αγκυροβόλημα στον κόσμο. Σιτεύεις με αγάπη, και αυτό είναι ακριβώς αυτό που χρειάζομαι. Η αγάπη για δυο γυναίκες δεν είναι ούτε χυδαία ούτε κακή, πόσο μάλλον διεστραμμένη ή φιλήδονη. Αντίθετα, είναι τελείως ομαλή (και εξομαλυντική), είναι μια σημαντική εμβάθυνση σε όλα όσα έχουν σημασία στη ζωή. Τη συγκρίνω συχνά με την αγάπη για τους γονείς. Κανένας δεν αξίωσε ποτέ να αγαπάμε μόνο τη μητέρα ή μόνο τον πατέρα».
Εξάλλου οι δυο γυναίκες της ζωής του είναι τόσο… κόντρα ρόλος, που σχεδόν αλληλοσυμπληρώνονται: Η Σάντρα είναι σαράντα τριών χρονών, ένα κεφάλι πιο κοντή απ’ αυτόν, επικοινωνιακή, προισταμένη γραμματέας, που της αρέσει να μαγειρεύει και να φιλιέται στο δρόμο. Είκοσι τρία χρόνια είναι μαζί.
Η Γιούντιθ από πολλές πλευρές είναι το ακριβώς αντίθετο της Σάντρα. Πενήντα ενός ετών, έχει σχεδόν την ίδια ηλικία με κείνον, και δεν την ξέρει όσο την Σάντρα. Η Γιούντιθ είναι αποτυχημένη πιανίστας. Λίγο πριν τα τεσσαρακοστά γενέθλιά της αποδέχτηκε οριστικά ότι νεότερες της την έχουν ξεπεράσει και έτσι τα βγάζει πέρα με ιδιαίτερα μαθήματα πια. Δουλεύει καθημερινά τουλάχιστον έξι ώρες, μερικές φορές και επτά κι οκτώ, και τρέχει η ίδια στα σπίτια των μαθητών της. Η Γιούντιθ χρειάζεται λάμψη γι’ αυτό και τρέχουν να ακούσουν τ’ αηδόνια σε βουκολικές εκδρομές, αλλά επαινεί τη Σάντρα που τα καταφέρνει και δίχως τη λάμψη.
Βεβαίως η μια γυναίκα δεν γνωρίζει την ύπαρξη της άλλης.
Ο ήρωας θα μπορούσε να ισχυριστεί ότι τελικά ζει μια ευτυχισμένη ζωή, εάν ο χρόνος δεν κυλούσε επισημαίνοντας το επερχόμενο τέλος. Διότι όσο περνά ο καιρός, τόσο μεγαλύτερες προσπάθειες πρέπει να καταβάλει. Γι’ αυτό και πρέπει να αποφασίσει να χωρίσει τη μια απ’ τις δυο.
Το μεγαλύτερο μέρος του βιβλίου, έτσι θα κυλήσει, μ’ αυτό το βάσανο. Και κάπου εκεί στο μέσον θα αρχίσει να αναρωτιέται για την ερωτική αποβλάκωση που το συνειδητό του μετατρέπει σε βλακεία του έρωτα. Ο ήρωας, δεν ξέρει τι νοσταλγεί, πολύ φοβάται και «κάτι που δεν υπάρχει». Υπάρχει περίπτωση η αγάπη του για τη Σάντρα και τη Γιούντιθ να έχει μεταμορφωθεί εδώ και καιρό σε «τέως αγάπη» και να μην την εκλαμβάνει ως τέτοια από φόβο και εγωισμό. Αυτό θα σημαίνει βέβαια ότι «παραμένει με την Σάντρα και τη Γιούντιθ εξαιτίας της αφοσίωσης που γεννούν τα γεράματα». Τα οποία επικείμενα γεράματα, βεβαίως, είναι και αυτά που του υπαγορεύουν να φύγει απ’ τη μια.
Αλλ’ όσο κι αν προσπαθήσει ο ταλαίπωρος ο αφηγητής δεν θα μπορέσει να χωρίσει καμία. Για να σπάσει το ερωτικό τρίγωνο μόνο μια λύση – σχεδόν εκ Θεού – θα βρεθεί. Να αποχωρήσει σταδιακά και επί της ουσίας ο ίδιος. Να χάνεται όσο προχωρά το μυθιστόρημα σαν χάρτινη φιγούρα και σαν σκιά, να αποσύρεται σιγά- σιγά ο εν εγρηγόρσει αναποφάσιστος εαυτός του.
Κι έτσι από ένας αναποφάσιστος, μελαγχολικός μεσήλικας γίνεται ένας απών ουσιαστικά άνθρωπος που αντιμετωπίζει ως παρατηρητής και σαν καρικατούρα τη ζωή αλλά και τη ζωή του να περνά. Και από ένα μυθιστόρημα για τον έρωτα γίνεται μια ιστορία περί του επερχόμενου τέλους. Διότι μιλώντας για έρωτα, τον φόβο του θανάτου ξορκίζουμε και όπου το ένα υποχωρεί δεν γίνεται παρά η επικράτεια του άλλου να είναι ο νικητής.
Κλειδί για το επερχόμενο μη τέλος, τελικά, ένα «εγχειρίδιο για εξουθενωμένους» που είχε πρόθεση να γράψει ο ήρωας αρχικά. Ένας ήρωας ήδη εξουθενωμένος.
Παρ’ όλα αυτά όμως ο συγγραφέας κατορθώνει να μιλήσει με τρόπο ειρωνικό και μελαγχολικό, σχεδόν ανάλαφρο, για πράγματα κατά βάση βαριά, συνεχίζοντας τη μεγάλη παράδοση των γερμανών προκατόχων του (Κάφκα, Μούζιλ), αγγίζοντας τα άδυτα της ψυχής μαλακά και μελαγχολικά, με ένα χαμόγελο ευγενικό, αξιοπρεπές, αποδεικνύοντας και υποδεικνύοντας ταυτοχρόνως και όσα τριγύρω φθίνουν.
Διότι μιλώντας για την παρακμή του έρωτα, για την παρακμή της ζωής μας μιλά. Κι αποσυρόμενος απ’ αυτόν, απ’ τη ζωή αποσύρεται.
«Παρόλο που μέχρι χθες ήμουν σίγουρος ότι θα εγκατέλειπα ή τη Σάντρα ή τη Γιούντιθ, τώρα αισθάνομαι ότι εγώ θα είμαι ο εγκαταλειμμένος». «Το απαλό γλίστρημα στο θάνατο έκανε ασήμαντο το ερώτημα αν αγαπάω μία ή δυο γυναίκες», θα αποδεχτεί.


ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΕΡΓΑ ΤΟΥ:
Ο Βίλχελμ Γκενατσίνο γεννήθηκε το 1943 στο Μανχάιμ και ζει στη Φρανκφούρτη.
Θεωρείται ένας από τους σπουδαιότερους σύγχρονους γερμανούς συγγραφείς.
Το 2004 τιμήθηκε με το Βραβείο Γκέοργκ Μπίχνερ της Γερμανικής Ακαδημίας, τη σπουδαιότερη λογοτεχνική διάκριση της Γερμανίας.
Στην Ελλάδα κυκλοφορεί επίσης το μυθιστόρημά του «Μια ομπρέλα για τη μέρα» (μτφρ. Βίκυ Βολιώτη, Εκδ. «Καστανιώτη»).

«Η ΒΛΑΚΕΙΑ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ» του Βίλχελμ Γκενατσίνο, Μετάφραση από τα γερμανικά: Βίκυ Βολιώτη, Εκδ. «Καστανιώτη», σελ. 204, τιμή: 12.5 ευρώ.




Εδώ το αγοράκι παίζει τον άλλο ρόλο. Και δεν του αρέσει. Γιατί είναι θέμα οπτικής. Και θέσης. Και τα επιχειρήματά του, συναισθηματικής φύσης βέβαια, γίνονται ωραίες κουβέντες. Λέει και κάτι μικρότητες, αλλά ποιος τον αδικεί; Και καταλήγει σ' ένα σπαρακτικό δίστιχο που κρύβει έναν φόνο. Αυτών που νιώθει. Αλλά φόνο.
moha



Elvis Costello - I want you

it s me by *nikitas

I want you
Youve had your fun you dont get well no more
I want you
Your fingernails go dragging down the wall
Be careful darling you might fall
I want you
I woke up and one of us was crying
I want you
You said young man I do believe youre dying
I want you
If you need a second opinion as you seem to do these days
You can look in my eyes and you can count the ways
I want you
Did you mean to tell me but seem to forget
I want you
Since when were you so generous and inarticulate
I want you
Its the stupid details that my heart is breaking for
Its the way your shoulders shake and what theyre shaking for
Its knowing that he knows you now after only guessing
I want you
Its the thought of him undressing you or you undressing
I want you
He tossed some tatty compliment your way
I want you
And you were fool enough to love it when he said
I want you
I want you
The truth cant hurt you its just like the dark
It scares you witless
But in time you see things clear and stark
I want you
Go on and hurt me then well let it drop
I want you
Im afraid I wont know where to stop
I want you
Im not ashamed to say I cried for you
I want you
I want to know the things you did that we do too
I want you
I want to hear he pleases you more than I do
I want you
I might as well be useless for all it means to you
I want you
Did you call his name out as he held you down
I want you
Oh no my darling not with that clown
I want you
Youve had your fun you dont get well no more
I want you
No-one who wants you could want you more
I want you
Every night when I go off to bed and when I wake up
I want you
I want you
Im going to say it once again til I instill it
I know Im going to feel this way until you kill it
I want you



29/5/07

Με τα καρφιά των λέξεων



«Ιδού εγώ
με τα καρφιά των λέξεων
σταυρωμένος στο χαρτί».
Αυτό σκέφτομαι. Συνειδητοποιώντας την τοξίνη των λέξεων. Στα χέρια μου, δεκαέξι «ανελέητα γράμματα».
Στο εξώφυλλο, ένας από τους πλέον όμορφους άντρες που πέρασαν απ’ αυτή τη ζωή, ποιητής τραγικός και παράφορος.
Δεν πρόλαβε να γεράσει, δεν πρόλαβε να χορτάσει. Τίποτα.
«Μα εγώ
όλος σάρκα
όλος άνθρωπος-
το σώμα σου ικετεύω
όπως ικετεύουνε οι χριστιανοί:
«δος ημίν σήμερον
τον επιούσιον ημών».
Έτσι ζητιάνεψε ως το τέλος: ποίηση, επανάσταση, Λίλια.
«Σύννεφο με παντελόνια» για μια ζωή.
Απ’ τις εκδόσεις «Αγκυρα» κυκλοφόρησε μόλις: Βλαδίμηρος Μαγιακόφσκι «Ερωτική αλληλογραφία με τη Λίλι Μπρικ».
Την επιμελήθηκε ο Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης.
Στον πρόλογο, η γνωριμία και η παράφορη σχέση με τη Λίλι. Σχέση ολότελα έξω απ’ τα πλαίσια τα συμβατικά. Και το πιο διάσημο γράμμα αποχαιρετισμού: «Συντρόφισσα κυβέρνηση, η οικογένειά μου είναι η Λίλα Μπρικ, η μητέρα μου, η αδελφή μου και η Βερόνικα Βοτόλντοβα Πολόνσκαγια. Εάν τους εξασφαλίσεις αξιοπρεπή ζωή – σ’ ευχαριστώ».
Η πιο σπαρακτική επίκληση, «Λίλια, αγάπα με», και μετά θάνατον.
Να πεις ότι γράφοντας ποίηση δεν το είχε προβλέψει;
«Ο ήλιος θα χορέψει χιλιάδες φορές σαν την κόρη του Ηρώδη,
γύρω απ’ την υδρόγειο- το κεφάλι του Βαφτιστή.
Κι όταν τελειώσει ο χορός των ετών μου,
ο χορός της παραχωρημένης ζωής μου,
θα μείνει πίσω μια ατέλειωτη σειρά από κηλίδες αίματος,
ως το κατώφλι του πατρικού μου σπιτιού».
Αλλά κανείς δεν τον πρόλαβε κι ας λέμε:
Εάν η Λίλι και ο Οσιπ Μπρικ δεν είχαν αναχωρήσει ξαφνικά για το Βερολίνο… Εάν η Τατιάνα δεν είχε σταματήσει να του γράφει… Εάν δεν τον ταλαιπωρούσε αυτή η βρογχίτιδα τόσο πολύ….
«Καθ’ όλη τη διάρκεια της μακράς ζωής της, η Λίλι Γιούρεβνα καταριόταν το ταξίδι στο Βερολίνο, επαναλαμβάνοντας πως αν ήταν κοντά του, ο Μαγιακόφκσι θα ζούσε».
Ηταν 15 Απριλίου του 1930 όταν όλα τέλειωσαν με μια σφαίρα στον κρόταφο και ο Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι 37 ετών.
Δυο – τρεις στροφές έτσι σαν αέναος αποχαιρετισμός για το τέλος:
«Τρέμω μην ξεχάσω τ’ όνομά σου
σαν τον ποιητή που τρέμει
μπας και χάσει τη λέξη
που μόλις ανακάλυψε
μια λέξη που η δόξα της συναγωνίζεται
τη δόξα του Θεού».
Κι ένα αποχαιρετιστήριο φιλί, με τον δικό του πάντα παράφορο τρόπο:
«Από τα χείλια μου παραμορφωμένο/ σαν πόρτα που την έγλυψε φωτιά/ ορμάει έξω ένα μικρούλικο φιλί/ το τελευταίο μου».








Les amants. by ~Iletaitunefois
Νομίζω ότι αυτό θα κάνω. Μου πάει αυτός ο ρόλος. Θα προσθέτω μια ακόμα ιστορία στην από 'πάνω ιστορία. Ζητήθηκε, αλλά μ' αρέσει ως soundtrack αυτής εδώ της σελίδας. Αυτοί εδώ οι εραστές έχουν να θυμούνται την ιστορία τους που πάλιωσε και τώρα αναπαύεται στον παράδεισο. Σαν όλες τις παλιές αγάπες. Ε;
moha

La chanson des vieux amants
Paroles: Jacques Brel. Musique: Jacques Brel & Gérard Jouannest 1967

Bien sûr, nous eûmes des orages
Vingt ans d'amour, c'est l'amour fol
Mille fois tu pris ton bagage
Mille fois je pris mon envol
Et chaque meuble se souvient
Dans cette chambre sans berceau
Des éclats des vieilles tempêtes
Plus rien ne ressemblait à rien
Tu avais perdu le goût de l'eau
Et moi celui de la conquête

Mais mon amour
Mon doux mon tendre mon merveilleux amour
De l'aube claire jusqu'à la fin du jour
Je t'aime encore tu sais je t'aime

Moi, je sais tous tes sortilèges
Tu sais tous mes envoûtements
Tu m'as gardé de pièges en pièges
Je t'ai perdue de temps en temps
Bien sûr tu pris quelques amants
Il fallait bien passer le temps
Il faut bien que le corps exulte
Finalement finalement
Il nous fallut bien du talent
Pour être vieux sans être adultes

Oh, mon amour
Mon doux mon tendre mon merveilleux amour
De l'aube claire jusqu'à la fin du jour
Je t'aime encore, tu sais, je t'aime

Et plus le temps nous fait cortège
Et plus le temps nous fait tourment
Mais n'est-ce pas le pire piège
Que vivre en paix pour des amants
Bien sûr tu pleures un peu moins tôt
Je me déchire un peu plus tard
Nous protégeons moins nos mystères
On laisse moins faire le hasard
On se méfie du fil de l'eau
Mais c'est toujours la tendre guerre

24/5/07

Τα πικρά δάκρυα της Ντολόρες


Στον Nuwanda, που θα τ’ αρέσει, σίγουρα

«ΤΡΕΙΣ ΑΣΗΜΑΝΤΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΧΩΡΙΣ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ» του Αντόνιο Ταμπούκι, Εκδ. <Αγρα>, σελ. 72, τιμή: 8.50 ευρώ.

Ο τίτλος τους, σχήμα οξύμωρο. «Τρεις ασήμαντες ιστορίες χωρίς συμπέρασμα». Ενδεχομένως κοντά σε ότι δηλώνουν όσον αφορά το συμπέρασμα. Τρία διηγήματα του σπουδαίου ιταλού συγγραφέα γραμμένα σε τρεις διαφορετικές περιόδους και σε τρία διαφορετικά στυλ. Κοινό και στα τρία το θέμα. Η τρομοκρατία αλλά ιδωμένη από τα… μετόπισθεν. Γι’ αυτό και διεισδύουν βαθύτερα στο φαινόμενο, γι’ αυτό και εντοπίζουν τις ενδεχόμενες αιτίες, περιγράφουν καλύτερα και βαθύτερα τις ψυχικές καταστάσεις.
Η απάντηση- όπως και σε όλα τα ανθρώπινα ή τα μεγάλα, και ιδιαιτέρως σε εκείνα που επιδέχονται ερμηνεία εκ των υστέρων ή πολιτική εκμετάλλευση- δεν είναι «λουκουμάκι στο πιατάκι», δεν μας δίνεται. Η κεντρική ιδέα, αναλόγως του οπτικού πρίσματος, άλλη για τον καθένα.
Το αποτέλεσμα, τρία αποκαλυπτικά για το φαινόμενο και για το μέγεθος του συγγραφέα διηγήματα με τους επί μέρους τίτλους:
«Η Ντολόρες Ιμπαρούρι χύνει πικρά δάκρυα»,
«Μπορεί το φτερούγισμα μιας πεταλούδας στη Νέα Υόρκη να προκαλέσει τυφώνα στο Πεκίνο;» και
«Μικρές παρεξηγήσεις άνευ σημασίας».
Και στις τρεις ιστορίες η λέξη «τρομοκρατία» δεν εμφανίζεται ούτε μια φορά. Αλλά ως κοινός παρανομαστής κυριαρχεί όπως και στην ζωή της Ιταλίας κυρίως κατά την δεκαετία του ’70.
Στο πρώτο διήγημα του βιβλίου «Η Ντολόρες Ιμπαρούρι χύνει πικρά δάκρυα» ηρωίδα είναι ενός τρομοκράτη η μάνα. Και μέσα από τον μονόλογό της, «ο τρομοκράτης παιδί». Ο «Πιτίκε», όπως τον φώναζαν οι οικείοι του που σημαίνει «μικρούλης» αλλά «θα σας ήμουν ευγνώμων αν δεν αναφέρατε αυτό το όνομα στην εφημερίδα σας». Ο «Πιτίκε» που πέρασε τα παιδικά του χρόνια παίζοντας με τον Πινόκιο, που υπήρξε τόσο έξυπνος και στο σχολείο ιδιαίτερα χαρισματικός, που άκουγε με προσοχή τις ιστορίες του πατέρα του με τον οποίο αντήλλασε γράμματα που ήταν το δικό τους παιχνίδι. «Διάβαζαν βιβλία και ύστερα έγραφε ο ένας στον άλλο γράμματα σαν να ήταν ο καθένα τους ένα πρόσωπο από τα βιβλία». Ετσι ο Λίβινγκστοουν, ο Χάκλεμπερρυ Φιν, ο Κιμ, ο Παστέρ και ο Γαβριάς, η Πασιονάρια Ντολόρες ή Ιμπαρούρι ήταν ένας δικός τους άνθρωπος και με όσα συνέβαιναν στην Ρωσία (όταν ο Χρουστσόφ είχε αποκαλύψει τις φρικαλεότητες των προκατόχων του) «η Ντολόρες Ιμπαρούρι» «έχυσε δάκρυα πικρά» στην αλληλογραφία τους. Όπως τώρα η μάνα του, που θρηνεί για τον σκοτωμένο της Πιτίκε κοιτώντας την φωτογραφία του στην εφημερίδα.
Στο δεύτερο διήγημα του βιβλίου «Μπορεί το φτερούγισμα μιας πεταλούδας στη Νέα Υόρκη να προκαλέσει τυφώνα στο Πεκίνο;» η ιστορία διαδραματίζεται σε ένα ανακριτικό γραφείο. Είναι το μικρό χρονικό ενός ιεροεξεταστικού διαλόγου, μιας «μεταμελημένης ομολογίας». Ο υπογράφων «θα είστε ο κύριος Πεταλούδας», φέρων ένα κωδικοποιημένο όνομα θα πρέπει να γεννήσει μια ιστορία για να υποστηρίζει την αρχική φράση «μετανιώσει». Διότι ο ντυμένος στα γαλάζια κύριος «μπορείτε να με λέτε κύριο Συνείδηση» είναι σαφής: «βρισκόμαστε σε ένα φράκταλ. Αποτελείτε κι εσείς μέρος ενός φράκταλ, μια κίνησή σας μπορεί να μετατρέψει αυτό το φράκταλ, αγαπητέ κύριε Πεταλούδα, γι’ αυτό και πρέπει να κουνάτε τα φτερά σας όπως πρέπει».
Το τρίτο διήγημα «Μικρές παρεξηγήσεις άνευ σημασίας» είναι «ένα διήγημα για το ανθρώπινο πεπρωμένο». Πρωταγωνιστές, δυο παλιοί φίλοι, δυο συμμαθητές στο γυμνάσιο και μετά στο πανεπιστήμιο. Ο ένας έγινε δικαστής και ο άλλος τρομοκράτης. Και η ζωή τα φέρνει έτσι ώστε ο δικαστής δικάζει τον τρομοκράτη. Ανάμεσα στο κοινό αυτής της μοιραίας τρόπον τινά δίκης ένας τρίτος άνθρωπος, ένας δημοσιογράφος και συγγραφέας, φίλος και των δυο που προσπαθεί να βγάλει άκρη. Να ανακαλύψει το μυστικό που προκάλεσε τελικά όλη αυτή την κατάσταση, να ξεδιαλύνει το πώς συμβαίνει «ο ρόλος που παίζει κάποιος να γίνεται πραγματικότητα» και «η ζωή να παγιώνει τα πράγματα, και οι συμπεριφορές να γίνονται επιλογές».
Τρεις γοητευτικές ιστορίες σαν μικρά υπαρξιακά αινίγματα. Που ξεδιαλύνουνε συμπεριφορές, μας γεμίζουν λογοτεχνία και μουσικές, μας αποκαλύπτουν έναν σημαντικό μέσα από τις λεπτομέρειες συγγραφέα. Με τέλος ανοιχτό σαν ζωή.

ΤΑΥΤΟΤΗΤΑΕΡΓΑ ΤΟΥ:
Ο Αντόνιο Ταμπούκι γεννήθηκε το 1943 στην Πίζα, πόλη στην οποία εξακολουθεί να μένει, μετά από πολύχρονη παραμονή στην Πορτογαλία.
Το 1997 τιμήθηκε με το Ευρωπαικό Αριστείο Γραμμάτων.
Μεταξύ των βιβλίων που έχει εκδώσει και τα εξής:
«Το παιγνίδι της αντιστροφής» (Αγρα, 2005)
«Η γυναίκα του Πόρτο Πιμ» (Αγρα, 1997)
«Νυχτερινό στην Ινδία» (Οδυσσέας, 1990)
«Η γραμμή του ορίζοντα» (Αγρα, 1998)
«Ο Μαύρος Αγγελος» (Εστία, 1995)
«Ονειρα ονείρων» (Αγρα, 1999)
«Ρέκβιεμ» (Οδυσσέας, 1994)
«Οι τρεις τελευταίες μέρες του Φερνάντο Πεσσόα» (Αγρα, 1999)
«Ετσι ισχυρίζεται ο Περέιρα» (Ψυχογιός, 1995)
«Η χαμένη κεφαλή του Νταμασένου Μοντέιρου» (Ψυχογιός, 1998)
«Ένα πουκάμισο γεμάτο λεκέδες- Συζητήσεις του Αντόνιο Ταμπούκι με τον μεταφραστή Ανταίο Χρυσοστομίδη εφ’ όλης της ύλης» (Αγρα, 1999),
«Δυο ελληνικά διηγήματα» (Αγρα, 2000)
«Είναι αργά, όλο και πιο αργά» (Αγρα, 2002), Κρατικό Βραβείο μετάφρασης
«Ο Τριστάνο πεθαίνει» (Αγρα, 2004)



<

Αφιέρωση...
...για την Μάρω

23/5/07

"Μια ωμή ερωτική επιστολή"


Ήταν μονάχα μια ερωτική επιστολή σ’ έναν άντρα. Όπως και άλλα πολλά βιβλία γυναικών. Πολλές φορές, κι ο παραλήπτης ακόμα το αγνοεί. Υπάρχουν άλλοι παραλήπτες, που δεν την αφορούν, όμως, καθόλου. Όποια κι αν είναι η πορεία που το βιβλίο της ακολουθεί, πάντα μα πάντα η αρχή θα είναι άλλη. Μια τέτοια περίπτωση και ένα… διάσημο βιβλίο που ακολουθεί. Το διάσημο βιβλίο ενός άσημου έρωτα και μιας συγγραφέως που άντεξε χρόνια και χρόνια να μην αποκαλυφθεί. Αλλά για να μην αναρωτιέστε τι λέω…


«Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ Ο» της Πολίν Ρεάζ, Μετάφραση: Θεοδώρα Καβαρατζή, Εκδ. «Εξάντας», σελ. 232, 12.50 ευρώ.

Πρόκειται πράγματι για ένα βιβλίο που κουβαλά πίσω του μια απίθανη ιστορία. Όταν η Ντομινίκ Ορί ακούει τον εραστή και εργοδότη της Ζαν Πολάν να λέει ότι καμιά γυναίκα δεν είναι ικανή να γράψει ερωτικό μυθιστόρημα, αποφασίσει να του αποδείξει ότι έχει άδικο. Και με το όνομα Πολίν Ρεάζ συγγράφει την τολμηρή, σαδομαζοχιστική Ιστορία της Ο, που κυκλοφόρησε το 1954 και έμελλε να γίνει το πιο πολυδιαβασμένο σύγχρονο γαλλικό βιβλίο μετά τον «Μικρό πρίγκιπα» του Σεντ- Εξιπερί. Το περιεχόμενο του βιβλίου προκάλεσε σάλο, το 1955 εκδότης και συγγραφέας- φάντασμα κατηγορήθηκαν για ασέβεια και το βιβλίο απαγορεύτηκε. Οι κατηγορούμενοι αθωώθηκαν το 1959, αλλά μέχρι το 1967 απαγορευόταν η διαφήμιση του βιβλίου και η πώλησή τους σε ανηλίκους. Η Ντομινίκ Ορί δεν αποκάλυψε ότι η ίδια ήταν η συγγραφέας του μυθιστορήματος παρά το 1994 σε μια συνέντευξη στο New Yorker. Η Ντομινίκ Ορί (ψευδώνυμο της Αν Ντεκλό) γεννήθηκε στο Ροσφόρ –σιρ-Μερ της Γαλλίας. Σπούδασε στη Σορβόνη και εργάστηκε ως δημοσιογράφος το 1946, οπότε ξεκίνησε τη συνεργασία της με τον εκδοτικό οίκο Gallimard, υπό τον Πολ Πολάν. Φανατική αναγνώστρια της αγγλόφωνης λογοτεχνίας, μετέφρασε πολυάριθμους Βρετανούς και Αμερικανούς συγγραφείς στα γαλλικά και απολάμβανε ευρείας εκτίμησης ως κριτικός λογοτεχνίας. Η μοναδική της συγγραφική απόπειρα, υπό το όνομα Πολίν Ρεάζ, ήταν «Η ιστορία της Ο» που κυκλοφόρησε το 1954 και έγινε τεράστια εμπορική επιτυχία. Εντούτοις η αληθινή ταυτότητά της συγγραφέως δεν έγινε γνωστή παρά 40 χρόνια αργότερα!

Ο πρόλογος στο βιβλίο ανήκει στον ίδιο τον Ζαν Πολάν, ο οποίος εμμέσως πλην σαφώς αποδεχόταν ότι όλο αυτό το βιβλίο (που σχεδόν του απευθυνόταν) ήταν μια «περίεργη ερωτική επιστολή», αποτελώντας (μέσα στην πλήρη υποταγή) μια αφάνταστα τολμηρή ειδικά για την εποχή «εξέγερση» που χαρακτήριζε παρά το τολμηρό του θέματος μια «ανελέητη ευπρέπεια»: «Δεν αμφιβάλω ότι είστε γυναίκα. Όχι τόσο γιατί σας αρέσουν οι λεπτομέρειες στα πράσινα μεταξωτά φορέματα, στους κορσέδες και στις ανασηκωμένες φούστες γυρισμένες πολλές φορές προς τα πάνω: σαν μπούκλα τυλιγμένη σε ρόλει. Αλλά επειδή η Ο, την ημέρα που ο Ρενέ την οδηγεί σε νέα μαρτύρια, έχει αρκετή διαύγεια πνεύματος ώστε να προσέξει ότι οι παντόφλες του εραστή της είναι φθαρμένες, ότι θα έπρεπε να αγοράσουν καινούργιες. Μου φαίνεται σχεδόν αδιανόητο. Ενας άντρας δεν θα το είχε προσέξει ποτέ, ή εν πάση περιπτώσει δεν θα είχε τολμήσει ποτέ να το πει.

Και όμως η Ο εκφράζει, με τον τρόπο της, ένα ανδρικό ιδεώδες. Ανδρικό, ή έστω ανδροπρεπές. Επιτέλους μια γυναίκα που ομολογεί! Ποιος ομολογεί τι; Αυτό που οι γυναίκες ανέκαθεν αρνούνταν (αλλά ποτέ περισσότερο απ’ ό,τι σήμερα). Αυτό για το οποίο οι άνδρες ανέκαθεν τις κατηγορούσαν: ότι δεν παύουν να υπακούν στο αίμα τους’ ότι τα πάντα σ’ αυτές είναι ερωτισμός, ακόμα και το μυαλό τους».

Για την «Ιστορία της Ο» έγραψε ο τύπος:

«Αναμφίβολα, «Η Ιστορία της Ο» αποτελεί την πιο ωμή ερωτική επιστολή που έλαβε ποτέ ένας άνδρας» (Jean Paulhan).

«Το παράδοξο της Ο είναι εκείνο της οραματίστριας η οποία πέθανε να μην πεθάνει, είναι το μαρτύριο στο οποίο ο βασανιστής είναι συνένοχος με το θύμα. Αυτό το βιβλίο είναι η υπέρβαση του ίδιου του λόγου του, στο βαθμό που, από μόνο του, σπαράσσεται και αποσυνθέτει τη μαγεία του ερωτισμού στην υπέρτατη μαγεία του ακατόρθωτου> Georges Bataille, Nouvelle Revue Franqaise.

«Η γραφή της Πολίν Ρεάζ χαρακτηρίζεται από απίστευτη κοσμιότητα σε σχέση με τα θέματα που πραγματεύεται. Αν δεν είναι το μεγαλύτερο θαύμα του βιβλίου, σίγουρα δεν είναι αμελητέο πως αυτή εδώ η γραφή, ευπρεπής σαν τη γλώσσα της Πριγκίπισσας της Κλέβης, θερμή δεν θα πω σαν τι, χαρακτηρίζεται από απλή πυκνότητα που ενισχύει, ή προκαλεί, το συναίσθημα> (Andre Pierre de Mantiargue, Critigue).

Ετσι σήμερα (σχεδόν σήμερα), τριάντα ένα χρόνια μετά (μόλις το 1994 το αποκάλυψε η συγγραφέας) μάθαμε ότι «Η ιστορία της Ο» που γυρίστηκε το 1975 και αποτελεί έναν από τους ακρογωνιαίους λίθους της παγκόσμιας λογοτεχνίας γράφτηκε από μια σπουδαία κριτικό που είχε σπουδάσει στη Σορβόνη. Αποφάσιζε, σχεδόν για τις εκδοτικές κινήσεις στο Gallimard και συμμετείχε στην κριτική επιτροπή πολλών σημαντικών λογοτεχνικών βραβείων.

Αλλ’ είναι αυτό που είχε πει και η Βιρτζίνια Γουλφ «αν η γυναίκα είχε ένα δικό της δωμάτιο ίσως να είχε γεννηθεί και η αδελφή του Σαίξπηρ» («Ένα δικό σου δωμάτιο», Εκδ. «Οδυσσέας»).



ΓΕΥΣΗ ΠΡΟΛΟΓΟΥ

Η Ντομινίκ Ορί (ψευδώνυμο και αυτό της Αν Ντεκλό) έγραψε για τον Πολ Πολάν την «Ιστορία της Ο» ως Πολίν Ρεάζ και ο Ζαν Πολάν έγραψε για την Πολίν Ρεάζ σαν ανοιχτή επιστολή έναν πρόλογο. Επειδή «λίγοι άντρες δεν ονειρεύτηκαν να έχουν μια Ζυστίν» (η ηρωίδα του βιβλίου). Διότι η συγγραφέας ναι μεν είναι γυναίκα, «αλλά με χαρακτήρα ιππότη, σταυροφόρου. Σαν να φέρετε μέσα σας και τις δυο φύσεις ή η παρουσία του παραλήπτη της επιστολής να σας είναι τόσο έντονη ώστε να δανείζεστε τις προτιμήσεις του και τη φωνή του. Αλλά ποια γυναίκα; Ποια είστε;» Και ταυτοχρόνως απαντά: «Μια γυναίκα είναι ικανή για χίλια δυο πράγματα που εμένα μου διαφεύγουν. Συνήθως ξέρει να ράβει. Ξέρει να μαγειρεύει. Ξέρει πώς να διακοσμήσει ένα διαμέρισμα, ποια στυλ ταιριάζουν μεταξύ τους (δεν λέω ότι τα κάνει όλα τέλεια, μα ούτε κι εγώ ήμουν άψογος Ερυθρόδερμος) Ξέρει πολύ περισσότερα. Τα πάει μια χαρά με σκύλους και με γάτες’ μιλά με αυτούς τους μισότρελους, τα παιδιά, που τα δεχόμαστε ανάμεσά μας: τους μαθαίνει κοσμολογία και καλούς τρόπους, υγιεινή και παραμύθια, ίσως ακόμα και πιάνο. Με δυο λόγια, ονειρευόμαστε συνέχεια, από τα παιδικά μας χρόνια, έναν άντρα που να είναι ταυτόχρονα όλοι οι άντρες. Φαίνεται όμως ότι κάθε γυναίκα έχει το χάρισμα να είναι όλες οι γυναίκες (και όλοι οι άντρες ταυτόχρονα».


21/5/07

Μια ιστορία είναι μόνον


Η ιστορία σου. Η ιστορία μου.
Και το ότι απόψε έχω γενέθλια, λέμε.
Γίνομαι ένα… σκασμό χρόνια! Μισόν αιώνα παρά δύο. Κι ο φιόγκος εκεί. Εκεί και τα κόκκινα λουστρίνια.
Ας είναι, Τέντ Χιουζ ήταν αυτός. Κι όσο για κείνη, η αιώνια Σύλβια Πλαθ που έγινε μύθος και βραβεύτηκε και λατρεύτηκε όταν έγινε πια παρελθόν. Που αγαπήθηκε κι από κείνον, όπως συμβαίνει «κατόπιν εορτής» και της έγραφε εφ’ όρου ζωής «Γράμματα γενεθλίων». Που επέζησαν και διαβάζονται σαν μαύρο παραμύθι απ΄ τα παιδιά κι απ’ τα μεγάλα κορίτσια που κοντεύουν πια ένα σκασμό χρόνια.
«Ογδόντα οκτώ ποιήματα μνήμης, αγάπης, τρυφερότητας, στοργής, χαράς, προσδοκίας, οργής, βίας, μανίας, σπαρακτικής οδύνης, γοτθικού τρόμου, δαιμονολογίας και δαιμονοληψίας, γητέματος, βασκανίας»…

«ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΓΕΝΕΘΛΙΩΝ» του Τεντ Χιουζ, Μετάφραση/ Εισαγωγή/ Σημειώσεις: Γιάννης Αντιόχου, Εκδ. «Μελάνι»

«Σηκώνω το κεφάλι μου-
μήπως και συναντήσω τη φωνή σου.
μ’ όλο το πιεστικό της μέλλον
που ξέσπασε πάνω μου.
Ύστερα κοιτάζω πίσω
στο βιβλίο με τις τυπωμένες λέξεις.
Είσαι δέκα χρόνια νεκρή.
Μια ιστορία είναι μόνο.
Η ιστορία σου. Η ιστορία μου».
Ποιητική συλλογή που λειτουργεί πια στα όρια του μύθου, εφόσον και τα δύο εμπλεκόμενα πρόσωπα συνεχίζουν μια διαλεκτική πέρα απ’ τον χρόνο. Και μεταξύ τους και με τον αναγνώστη. «Τα γράμματα γενεθλίων» του Τεντζ Χιουζ που κυκλοφόρησαν απ’ το «Μελάνι» δεν είναι άλλο από «την ιστορία της» και «την ιστορία του». Την ιστορία της Σύλβια Πλαθ, της ποιήτριας που αυτοκτόνησε μετά από τον χωρισμό της και τη σχέση του με την Άσια Γκάτσμαν Γουέβιλ και βραβεύτηκε με Πούλιτζερ μετά τον θάνατό της. Την ιστορία του που, παρά το τεράστιο ποιητικό του μέγεθος, η ζωή και το όνομά του σημαδεύτηκε από μια διπλή αυτοκτονία: της Σύλβια και της Άσια. Με τον ίδιο ακριβώς τρόπο. Μονάχα που η Άσια επέλεξε να πάρει μαζί και την κόρη τους.
Η καταδικαστική απόφαση των φεμινιστριών και υπέρμαχων της ποιητικής της Πλαθ (ιδιαίτερα στη γενέτειρά της, την Αμερική) ότι τη «σκότωσε», φαίνεται να συνέβαλε στην απόφαση του Τεντ Χιουζ να ζήσει, σχεδόν μια ζωή… γράφοντάς της. «Ογδόντα οκτώ ποιήματα μνήμης, αγάπης, τρυφερότητας, στοργής, χαράς, προσδοκίας, οργής, βίας, μανίας, σπαρακτικής οδύνης, γοτθικού τρόμου, δαιμονολογίας και δαιμονοληψίας, γητέματος, βασκανίας». Όπου ο Χιουζ «σπάζοντας τη σιωπή του αναφορικά με την Πλαθ, γράφει μια μεγάλη ποίηση του Έρωτα και του Θανάτου».
«Στο ευρύ κοινό- σημειώνει η συγγραφέας Σώτη Τριανταφύλλου στο Επίμετρο του βιβλίου- έγινε γνωστός ως Δαφνοστεφής Ποιητής στην υπηρεσία της βασιλικής αυλής, ως καταραμένος και «ένοχος» σύζυγος της Αμερικανίδας ποιήτριας Σύλβια Πλαθ, ως συγγραφέας βιβλίων για παιδιά, αλλά κυρίως ως ποιητής με το σπάνιο χάρισμα να ζωντανεύει τον φυσικό κόσμο, να εμφυσά ψυχή στα ελώδη τοπία και τα άγρια ζώα της αγγλικής ενδοχώρας». Ωστόσο «αναγνωρίστηκε ως ένας από τους μεγαλύτερους ποιητές της γενιάς του, που δεν περιορίστηκε στα βρετανικά σύνορα».
«Ο Χιουζ είναι ο υμνωδός του τίποτα, γιατί είναι βαθιά μεταφυσικός ποιητής- γράφει ο Γιάννης Αντιόχου στην εισαγωγή του.- Μέσα στα «Γράμματα γενεθλίων», αυτό γίνεται απόλυτα κατανοητό. Είναι αινιγματικός, μ’ έναν πολύπλοκο τρόπο, φιλοσοφικός, τρομοκρατικός, απόκοσμος».
Τα «Γράμματα Γενεθλίων» είναι, εντέλει, μια προσωπική εξήγηση, αλλά ταυτόχρονα και το χρονικό μιας διπλής ζωής. Που ξεκινώντας από τα «μακριά, κυματιστά μαλλιά της» σε «μια φωτογραφία των υποτρόφων του Ιδρύματος Φουλμπράιτ» (Οι υπότροφοι του Ιδρύματος Φουλμπράιτ), διανύει μια τεράστια διαδρομή με «Πίστη», «Βόλτα στο φεγγάρι», «Το Παρίσι σου» με «Μάλλινο πλεκτό ροζ φόρεμα» και «Το μπλε φανελένιο ταγιέρ», για να καταλήξει στο «Κόκκινο». Διότι:
«Όταν πέρασε τελικά το δικό σου/ το δωμάτιό μας ήταν κόκκινο».
Και πέρασε το δικό της. Έτσι, αυτή η ποιητική συλλογή είναι το «Δωμάτιο της Κρίσης». Διότι «Η βελούδινη μακριά φαρδιά σου φούστα, είναι αιμάτινος επίδεσμος,/ ένα μεστό κρασί Βουργουνδίας./ Τα χείλη σου ένα βαμμένο, βαθύ κόκκινο./ Εκστασιαζόσουν απ’ το κόκκινο./ Το ένιωσα άγριο- σαν τις ξεραμένες άκρες μιας γάζας/ σε μια πληγή που πήζει. Μπορούσα ν’ αγγίξω/ την ανοιχτή φλέβα εκεί μέσα, την σκεπασμένη με κρούστα λάμψη».
Εξάλλου, ποτέ τους δεν έπαψαν να μιλά ο ένας στον άλλον: «Δέκα χρόνια μετά το θάνατό σου/ συνάντησα σε μια σελίδα του ημερολογίου σου, όπως ποτέ άλλοτε,/ την έκπληκτη χαρά σου…»
Κι εκείνος, απ’ ότι φαίνεται, για μια ολόκληρη ζωή, δεν έχει πια επιλογές: «Σηκώνω το κεφάλι μου- μήπως και συναντήσω τη φωνή σου,/ μ’ όλο το πιεστικό της μέλλον/ που ξέσπασε πάνω μου. Ύστερα κοιτάζω πίσω/ στο βιβλίο με τις τυπωμένες λέξεις./ Είσαι δέκα χρόνια νεκρή. Μια ιστορία είναι μόνο./ Η ιστορία σου. Η ιστορία μου».
Το αποτέλεσμα, ένα βιβλίο που σε βοηθά να κατανοήσεις την ζωή και τον θάνατο. Τον έρωτα. Που συνεχίζεται και όταν έχει χαθεί ο ένας από τους δυο. Με τρόπους παράδοξους και περίεργους. Με προδοσίες και με φυγές, με ενοχές και βασανιστικές αμφιβολίες.
«Ένα καταραμένο, αιματοβαμμένο βιβλίο ποίησης, ένα σωματικό βιβλίο ποίησης, ένα εγχειρίδιο θανάτου, επικίνδυνο ίσως για αναγνώστες με ευάλωτο ψυχισμό», όπως επισημαίνει ο μεταφραστής του Γιάννης Αντιόχου.
Αλλά έτσι ή αλλιώς ένας μεγάλος έρωτας είναι και ρίσκο, και ιστορία για γερά νεύρα. Πόσο μάλλον όταν αυτός ο έρωτας γίνεται ποίηση.

ΜΙΚΡΟ ΧΡΟΝΟΛΟΓΙΟ:
Ο ποιητής γεννιέται στην κωμόπολη Μύθολμροιντ του Γιορκσάιρ, από τον Γουίλιαμ Χέντρι και την Ιντιθ Χιουζ.
Το 1945 γράφει τα πρώτα του ποιήματα. Το 1946 δημοσιεύει το πρώτο ποίημα στο σχολικό περιοδικό.
Το 1950 εισάγεται στο Κέμπριτζ για να σπουδάσει Αγγλική Φιλολογία. Το 1953 στρέφεται στην Ανθρωπολογία και την Αρχαιολογία.
Το 1956 συναντά την Σύλβια Πλαθ, με την οποία θα συνδέσει εφόρου ζωής, τη ζωή του. Το 1962 γνωρίζει την Άσια, τη γυναίκα του ποιητή Ντέιβιντ Γουέβιλ, χωρίζει με την Σύλβια Πλαθ, η οποία ένα χρόνο αργότερα, αυτοκτονεί.
Το 1964 γίνεται λέκτορας στο Πανεπιστήμιο της Βιέννης, το 1965 εκδίδει την ποιητική συλλογή «Αριελ» της Πλαθ. Το 1969 αυτοκτονεί η ερωμένη του Άσια, το 1972 εγκαθίσταται στην εξοχή και γίνεται αγρότης, το 1974 τιμάται με το Βασιλικό Χρυσό Μετάλλιο Ποίησης.
Το 1984 ανακηρύσσεται «δαφνοστεφής ποιητής» του Βασιλικού Οίκου της Αγγλίας, το 1997 αποφασίζει την έκδοση του βιβλίου «Γράμματα Γενεθλίων».
Πεθαίνει στις 28 Οκτωβρίου του 1998 από λευχαιμία.