21/3/12

είπες: φυλακισμένος/ κι είπα: μόνη μου

    Σώμα- Δωμάτιο


Είπες: φυλακισμένος

Κι είπα: μόνη μου

Είπες: ασφυκτιώ

Κι είπα: κουράστηκα

Αλλ' όμως συμφωνήσαμε

στο βασικό,

Τίποτε απ' ό,τι γίνεται

δεν μας αρέσει.

Φωτιά

και πάθος

Κάηκα

απ' την επιθυμία,

Θεός

Για κείνο που είναι

και δεν φαίνεται

ποτέ δεν θα φανεί

όσο θα μας βαραίνει

αυτό το σώμα

τα ίδια θα λέμε

αποζητώντας ακριβώς τα ίδια

ξαφνιασμένοι

Μόνοι μας πάντα

Ακόμα και στον Έρωτα

όταν υποτίθεται πως γινόμαστε δυο.

Αλλ' έτσι φθάνει ο καθένας'

Μόνος.

Καληνύχτα,

Καλημέρα,

Φτάνει να σε αναγνωρίζω

κάθε φορά.



Σα. 29 – Κυ. 30 Μαίου Ρόδος, Παλιό Λιμάνι



    Άσπρα, λινά σεντόνια


Όπως ο γάμος μας.

Λευκός κι αμόλυντος

με μυρωδιά

άφτερ σέιβ

και χλωρίνης.

Μυρτώ

με άρωμα λεμονιού

που λούζουν τους

ετοιμοθάνατους.

Εδώ να μείνεις,

ενθάδε κείται η γυναίκα μου”,

το γράφει στο κουδούνι

η απουσία.

Ούτε όνομα

ούτε αύριο

εδώ θα γίνει ο τάφος μας”,

είδες ποτέ πουλί

να δραπετεύει απ' το κλουβί του;

Άσπρα κελιά!

Δες, αγάπη μου,

για σένα τα ετοίμασα,

έτσι σε θέλω,

σαν την Οφηλία,

λευκή κι αμόλυντη,

στους πέντε δρόμους

τρελή.


Κυριακή 16 Αυγούστου 2009


άδεια δωμάτια” πάντα και... προσεχώς.

19/3/12

«είμαστε ό,τι ζήσαμε και ό,τι μάθαμε".


«Τα όνειρα, όπως και το φιλί, και η γραφή, αφήνουν τη δική τους, ολόδική τους υπογραφή. Κάποιοι από μας, στη συνέχεια, είναι πιο ικανοί στην αποκρυπτογράφηση».


Παρουσίαση του νέου βιβλίου της Ελένης Γκίκα στο Ηράκλειο

«Η γυναίκα της βορινής κουζίνας», Εκδόσεις Καλέντη


Γιάννης Φαρσάρης, [ www.open-sesame.me ]


Ενετικό καφέ, 15/3/2012

Διοργάνωση: Βιβλιοπωλείο Ελευθερουδάκης


Η συγγραφέας στο νέο της βιβλίο καταθέτει την αγωνιώδη προσπάθεια μιας γυναίκας που αναζητά ταυτότητα μέσα στη ζωή, η οποία φαίνεται να την έχει θέσει στο περιθώριο. Και το περιθώριο της ζωής έχει εξαιρετικό ενδιαφέρον καθώς, όπως διαβάζουμε «αποτελεί κέντρο για του καθένα τη ζωή. Με ανεπίδοτες λαχτάρες και καταχωνιασμένες επιθυμίες, τόσο βαθιά, ώσπου ξεχάστηκαν τελικά». Η Ελένη Γκίκα συνθέτει την εικόνα μιας γυναίκας που αποζητά να κατανοήσει τους λόγους για τους οποίους δεν κατάφερε να πραγματοποιήσει τα όνειρά της, να τιθασεύσει τις εσωτερικές της φωνές και να κατακτήσει την αυτογνωσία. Μιας γυναίκας που αγωνίζεται να καταλάβει σε τι έσφαλε, και οι σχέσεις που ανέπτυξε με τους άλλους δεν στηρίχθηκαν ποτέ σε στέρεο έδαφος. Μιας γυναίκας που σύμφωνα με τη συγγραφέα, δυσκολεύεται να παραδεχτεί ότι «τις δυστυχίες μας τις δημιουργούμε εμείς και μόνο και ότι επάνω σ’ αυτές μπορεί κανείς να ανιχνεύσει τα ίδια μας τα δαχτυλικά αποτυπώματα».

Η Ελένη Γκίκα αποδίδει τις σύνθετες ψυχολογικές και συναισθηματικές διακυμάνσεις της Γυναίκας της Βορινής Κουζίνας, η οποία διχάζεται καθώς έρχεται αντιμέτωπη με τους πολλαπλούς της ρόλους, με τις αντιφάσεις, τις τραυματικές απώλειες, τις συχνά επιβαλλόμενες δεσμεύσεις και τελικά με τις αλήθειες της ζωής της, τις οποίες δεν κατάφερε να αντικρίσει έως τώρα.

Στο δυτικό καθρέφτη προβάλλονται ενσαρκωμένες σε άλλες γυναίκες όλες οι διαφορετικές πτυχές του εαυτού της. Η Ράνια ή Αριάδνη, η Αρσινόη, η Γερτρούδη, η Ουλρίκα. Ποτέ τους δε συνομιλούν μεταξύ τους. Αρκούνται στις σιωπηλές συναντήσεις μέσα στους χώρους του σπιτιού. Είναι άραγε όλες τους επινοήσεις της φαντασίας της ή μήπως όψεις του πραγματικού της εαυτού, όπως αυτός μετεξελίχθηκε στο χρόνο; «Τα σπέρματα των μελλοντικών γεγονότων τα κουβαλάμε μέσα μας», διαβάζουμε στο βιβλίο. Και λίγο πιο κάτω: «είμαστε ό,τι ζήσαμε και ό,τι μάθαμε. Μ’ αυτά πορευόμαστε και βλέπουμε τα αντίστοιχα γύρω μας – αντικατοπτρισμός σε αινιγματικό καθρέπτη». Όπως και να έχει, το βέβαιο είναι ότι καθεμιά τους αποτελεί μια λογοτεχνική persona αυθύπαρκτη, μιας και η συγγραφέας έχει φροντίσει με ευαισθησία να φωτίσει ολόπλευρα το ήθος και την ψυχοσύνθεσή της.

Η ηρωίδα αρέσκεται να αναπαράγει με τη μνήμη της, στιγμές του παρελθόντος που τη στιγμάτισαν. Η Γυναίκα της Βορινής Κουζίνας αναζητά απεγνωσμένα διόδους απόδρασης μέσα από τη λυτρωτική δύναμη της μνήμης. Θα έλεγε κανείς ότι με τον τρόπο αυτό επιχειρεί εναγωνίως να αναπληρώσει τα κενά του παρόντος της. Ο αφηγηματικός χρόνος συχνά ταυτοποιείται με αυτόν της συναισθηματικής μνήμης, καθώς η ηρωίδα ακροβατεί ανάμεσα στο παρόν και σε στιγμές του παρελθόντος της, χαρακτηρισμένες τόσο από δηλώσεις, όσο και από άκρως ενδιαφέρουσες αποσιωπήσεις. Άλλωστε, στο βιβλίο οι διάλογοι τοποθετούνται χρονικά στο παρελθόν. Στο παρόν κυριαρχούν οι σκέψεις και τα παράδοξα επινοήματα του νου.

Διαβάζουμε σχετικά: «Βουτηγμένη στο θαύμα είναι όλη μας η ζωή, αλλά το μεγάλο αγκάθι είναι ο λογισμός. Μεγάλη αρρώστια στην εποχή μας ο λογισμός! Ακόμα και χρυσάφι να βάλεις μέσα του, αν είναι χαλασμένος,… σφαίρες θα βγάλει».

Η Γυναίκα της Βορινής Κουζίνας όμως δεν είναι μια ηρωίδα απομονωμένη στον προσωπικό της χώρο, αναζητώντας τις απαντήσεις στα «γιατί» της ζωής της. Ή τουλάχιστον δεν είναι μόνο αυτό. Η ηρωίδα αφουγκράζεται τους κραδασμούς της κοινωνίας και εξεγείρεται ενάντια στις τρομοκρατικές ενέργειες της εξουσίας που ευθύνονται για τον άδικο χαμό του νεαρού αγοριού στα Εξάρχεια.

Η πρωταγωνίστρια του μυθιστορήματος είναι μια γυναίκα πολυδιάστατη. Είναι η κόρη που έχασε πρόωρα τη μητέρα της, είναι η μητέρα που αφιερώνεται στην αναζήτηση του αγαπημένου της γιου, είναι η προδομένη σύζυγος, η γυναίκα που αναζητά τον έρωτα, η συνεπής επαγγελματίας μεταφράστρια, η γυναίκα που γράφει και την ίδια στιγμή φτιάχνει μαντλέν για να ξορκίσει τον πόνο. Στο τέλος του βιβλίου η Γυναίκα της Βορινής Κουζίνας σχεδόν συμβολοποιείται, αφού φαίνεται να αντιπροσωπεύει τη γυναίκα ως φύση βιολογική, συναισθηματική, πνευματική και κοινωνική.

Η γλωσσική εκφορά της συγγραφέως είναι λιτή και ταυτοχρόνως περίτεχνη, καθώς η Ελένη Γκίκα επιλέγει λέξεις με έντονη φόρτιση για να αποδώσει τις εκρήξεις και τις απελπισμένες κραυγές του εσωτερικού κόσμου, γεγονός που χαρίζει ιδιαίτερη αισθαντικότητα στο λόγο της. Η γραφή της θα λέγαμε ότι είναι βαθιά υπαινικτική και την ίδια ώρα εξόχως τολμηρή, μαρτυρώντας τη μακρά θητεία της συγγραφέως στο χώρο της ποίησης.

Η Ελένη Γκίκα στο τελευταίο μυθιστόρημά της ενσωματώνει αρμονικά φιλοσοφικούς στοχασμούς πολλών επιφανών ανθρώπων του πνεύματος. Συνομιλεί με ευχέρεια με συγγραφείς, με τους οποίους νιώθει ότι έχει συγγένεια. Εκτός από τον Ντάρελ, η σκέψη του οποίου κυριαρχεί στο κείμενο, ο Μπόρχες, ο Περβέρ, ο Κάφκα, ο Ντίκενς, η Σέξτον, ο Προύστ, ο Γιουνγκ, ο Φρόυντ, ο Ουγκώ, ο Πεσσόα είναι οι συγγραφείς με τους οποίους συνδιαλέγεται, με τρόπο που καταδεικνύει πόσο η ίδια έχει αφομοιώσει το πνεύμα τους. Επιπλέον, η συγγραφέας συνθέτει έξοχες ποιητικές εικόνες εμπνευσμένες από τον Σεφέρη και τον Τζόυς.

Η Ελένη Γκίκα είναι βέβαιο ότι απευθύνεται σε απαιτητικούς αναγνώστες που αναζητούν από ένα βιβλίο να εγείρει ερωτηματικά, παρά να παράσχει έτοιμες απαντήσεις. Οι αναγνώστες καθαίρονται από τη βασανιστική διαδρομή της ηρωίδας σ’ ένα χρόνο άχρονο (η ηρωίδα ταλαντεύεται ανάμεσα σε παρόν και παρελθόν) που αποκαλύπτει ωστόσο σύγχρονες κοινωνικές αλήθειες που πληγώνουν.

«Τα όνειρα, όπως και το φιλί, και η γραφή, αφήνουν τη δική τους, ολόδική τους υπογραφή. Κάποιοι από μας, στη συνέχεια, είναι πιο ικανοί στην αποκρυπτογράφηση».


Υγ. Ευχαριστώ τον Γιάννη Φαρσάρη για το υπέροχο κείμενό του, την Ειρήνη Κριτσοτάκη για την διοργάνωση και επειδή της χρωστώ την φιλία μου με την Κέλλυ, την Κέλλυ Ιωαννίδου Καλέντη για τον τρόπο που εξ αρχής με αγκάλιασε. Γέμισα Κρήτη, δεν ήθελα να γυρίσω, ευχαριστώ όλους, όλους, όλους.

5/3/12

“η ποίηση είναι σχέση ανάμεσα σε δύο μοναξιές: αυτή του ποιητή και εκείνη του αναγνώστη”



Το εργαστήρι του συγγραφέα: Γιάννης Ευσταθιάδης


Γράφει η Ελένη Γκίκα

elgika@pegasus.gr



Με δυο φρεσκοτυπωμένα βιβλία του στις προθήκες “Προσωπολατρίες” και “Άνθρωποι από λέξεις” που κυκλοφόρησαν από τις εκδόσεις “Μελάνι” ο συγγραφέας και ποιητής Γιάννης Ευσταθιάδης αποδέχεται ότι “κάθε συγγραφέας πρέπει να κάνει ασκήσεις ύφους” κατά τα άλλα “όποια κι αν είναι η χώρα, όποιο και αν είναι το τοπίον, όπως θα 'λεγε και ο Εμπειρίκος, ο σημαίνων χώρος για τον συγγραφέα είναι τα τετραγωνικά του γραφείου του”.



Ο συγγραφέας, δοκιμιογράφος και ποιητής Γιάννης Ευσταθιάδης, γνωστός μας και με το ψευδώνυμο “Απίκιος”, στυλίστας της μικρής φόρμας και εκφραστής της ψυχής των πραγμάτων (“Καθρέφτες”, “Πορσελάνη”, “Δωμάτιο παντού”), υποστηρίζει ότι δεν έχει έμμονες ιδέες γραφής. “Έχω μόνο εμμονές διαδικασίας”, μας λέει. “Γράφω πάντα σε μεγάλες σελίδες Α3 και πάντα με το χέρι (με μαύρο στυλό-μαρκαδόρο). Περίεργο, βεβαίως, μια και, όταν άρχισα να γράφω, στα 14, χρησιμοποιούσα με άνεση γραφομηχανή! Τώρα, η ιδέα ότι η τεχνολογία θα μεταμορφώσει ως διαμεσολαβητής την εμπειρία μου σε άψογα τυπογραφικά στοιχεία, μου στερεί την αμεσότητα των κατ’ εικόνα της ορνιθοσκαλισμάτων. Το κυριότερο, όμως…Γράφω πάντα βράδυ, σε ημίφωτο δωμάτιο, μόνο με μία παρηγορητική λάμπα κοντά μου, που φωτίζει το χέρι, την κόλλα και τη μνήμη. Ο λαμπτήρας και όχι το φυσικό φως ταιριάζει στην τέχνη της επινόησης”.

Αγαπημένος μας από τα αριστουργηματικά “Γραμμένα φιλιά” και τα ποιητικά του “Το Ασπρόμαυρο”, “Ποίηση Δωματίου”, “Κιβωτός”, μεταξύ πολλών άλλων, αναγνωρίζει πως δεν γίνεται παρά να υπάρχει, τελικά, διαδικασία γραφής: “Υποθέτω, κάθε συγγραφέας έχει τη δική του. Προσωπικά, «γράφω» πρώτα νοερά, ετοιμάζω τη δομή του κειμένου, το επεξεργάζομαι με το μυαλό. Χρησιμοποιώ κατά κόρον την άχρωμη μελάνη της φαντασίας, πριν ενδυθεί τη φαιά του στυλογράφου. Έτσι, όταν αρχίζω να γράφω, συνήθως γράφω γρήγορα και χωρίς μεγάλη εκ των υστέρων επεξεργασία”, αποκαλύπτει. “Επίσης, συχνά ξεκινώ από το τέλος– ίσως γιατί ειδικά στο διήγημα πιστεύω πως η κατάληξη χρειάζεται ειδικές προδιαγραφές κορύφωσης. Με καθοδηγεί, άλλωστε, η δήλωση του Godard: «Κάθε ταινία έχει αρχή, μέση και τέλος, αλλά όχι απαραίτητα μ’ αυτή τη σειρά». Με τον πιο αλλόκοτο τρόπο, ισχυρίζεται δεν γράφτηκε μεν βιβλίο, αλλά ένα κείμενο, “από τις Προσωπολατρίες: το «Εθισμός στην παρατεταμένη χρήση των θαυμάτων», που αναφέρεται στην ποίηση της Κικής Δημουλά”. “Για να το γράψω, μας λέει, έφυγα από την Ελλάδα, κλείστηκα τέσσερις μέρες μόνος σ’ ένα σπίτι, δεν βγήκα καθόλου σ’ αυτό το διάστημα, έφαγα ελάχιστα. Από το πρωί ώς το βράδυ διάβαζα, σημείωνα, έγραφα, έσβηνα. Ήταν η πιο έντονη επαφή που είχα ποτέ με την ποίηση και, αναρωτιέμαι σήμερα, μήπως αυτός ο ιδιότυπος ασκητισμός αποτελεί ιδανική προϋπόθεση επικοινωνίας με το ποίημα. Άλλωστε, σε ένα άλλο κείμενο του βιβλίου, σημειώνω πως «η ποίηση είναι σχέση ανάμεσα σε δύο μοναξιές: αυτή του ποιητή και εκείνη του αναγνώστη».

Παρ' ό,τι ποιητής ακόμα και στα πεζά αλλά και στα δοκίμιά του, επιμένει: “Δεν πιστεύω πολύ στην έμπνευση (στην ποίηση, ίσως, αλλά στην πεζογραφία, σπανίως). Ή, να το πω αλλιώς, πιστεύω στην ιδέα η οποία είναι αποτέλεσμα μεθοδικότητας, αλλεπάλληλων και αλληλοσυμπληρούμενων διαδικασιών, και σε μια συνεχή άσκηση μοναξιάς του συγγραφέα· όχι στο λευκό χαρτί, αλλά πολύ νωρίτερα (όπως είπα στην αρχή). Για μένα, η ιδέα προσεγγίζεται εγκεφαλικά, σχεδόν ψυχρά και με πολλή δουλειά. Η υλοποίηση, όμως, απαιτεί την εμβάπτισή της σε συναισθηματικό υγρό, όπως η φωτογραφική διαδικασία”.

Αναφερόμενος στα καινούργια βιβλία του, διευκρινίζει:
“Στο
Άνθρωποι από λέξεις περιέχονται τρία διηγήματα. Το πρώτο («Ο Έψιλον έρως») είναι παλαιό (του 1993), αλλά ελάχιστα διαβασμένο, ωσεί ανέκδοτο.

Τα άλλα δύο, «Η σαρδέλα θα κολυμπήσει στην κονσέρβα» (2007) και «Δον Ιωάννης» (2010), αποτελούν προϊόν παραγγελίας, ιδανική συνθήκη για έναν πολυδιασπασμένο συγγραφέα όπως η αφεντιά μου. Προϊόν «παραγγελίας», όμως, αποτελούν και οι Προσωπολατρίες (απόπειρες δοκιμίων που ονομάζω «σπουδές»), με κείμενα σε αφιερώματα περιοδικών ή παρουσιάσεις που καλύπτουν μία τουλάχιστον δεκαετία (με την απαραίτητη διευκρίνιση πως ανταποκρίθηκα μόνο σε εκείνες οι οποίες πραγματικά αφορούν πρόσωπα και έργα που πραγματικά αγαπώ).

Θέλω εδώ να προσθέσω πως πρόθεσή μου ήταν να μιλήσω χωρίς αισθητικές και αξιολογικές περιχαρακώσεις και διαχωρισμούς, χωρίς ηλικιακά όρια, χωρίς διακρίσεις μεγάλης τέχνης και τέχνης ταπεινής – γιατί τη μεγάλη τέχνη δεν την ορίζει το είδος, αλλά ο μεγάλος δημιουργός.
Αγαπημένοι συγγραφείς και αγαπημένα βιβλία… “Πού ν’ αρχίσω και πού να τελειώσω. Γι’ αυτό, καλύτερα ας τελειώσω! Ο συγγραφέας, πάντως, οφείλει να αγαπά και τα κακά βιβλία, γιατί και από αυτά διδάσκεται ποικιλοτρόπως. Άλλωστε, παραείναι εύκολο να αγαπάμε μόνο τα καλά βιβλία!” υπογραμμίζει.

Και φυσικά όσον αφορά τη γραφή “Κατά τη γνώμη μου, κάθε συγγραφέας πρέπει να κάνει ασκήσεις ύφους – κι ας μην είναι ο Queneau”, ο Γιάννης Ευσταθιάδης μας λέει. “Κατά τα άλλα, «όποια κι αν είναι η χώρα, όποιο και αν είναι το τοπίον» όπως θα ’λεγε ο Εμπειρίκος, ο σημαίνων χώρος για τον συγγραφέα είναι τα τετραγωνικά του γραφείου του”.



Μότο: “Ο συγγραφέας, πάντως, οφείλει να αγαπά και τα κακά βιβλία, γιατί και από αυτά διδάσκεται ποικιλοτρόπως. Άλλωστε, παραείναι εύκολο να αγαπάμε μόνο τα καλά βιβλία!” ή

Η ποίηση είναι σχέση ανάμεσα σε δυο μοναξιές: αυτή του ποιητή και εκείνη του αναγνώστη”.



ΒΙΒΛΙΟΚΡΙΤΙΚΕΣ:


Ο επιθεωρητής Φιν Μακλάουν, επιφορτισμένος ήδη με την έρευνα ενός φόνου που έγινε στο Εδιμβούργο, επιστρέφει ύστερα από δεκαοχτώ χρόνια στη γενέτειρά του, το νησί Λιούις, για να διερευνήσει έναν άλλο φόνο, που ίσως συνδέεται με τον πρώτο. Παραπλανητικές ενδείξεις, παλιά μυστικά και αμφίσημοι διάλογοι, ατμοσφαιρικές, καθημερινές εικόνες από νησιά των Χάιλαντς, επαναφέρουν παλιά τελετουργικά και πλέκουν ένα αφηγηματικό γαιτανάκι το οποίο δεν γίνεται παρά να ακολουθεί ο αναγνώστης με κομμένη ανάσα. Ο Πίτερ Μέι γεννήθηκε στη Σκοτία και ζει στην Γαλλία. Εργάστηκε αρχικά ως δημοσιογράφος και αργότερα εξελίχθηκε σε έναν από τους πιο αξιόλογους σεναριογράφους της σκοτσέζικης τηλεόρασης.


Οι κυνηγοί των Χάιλαντς” του Πίτερ Μέι

Εκδ. “Κέδρος”, Μετάφραση: Μάρω Φιλίππου, σελ. 464



Μια ανεκτίμητη βυζαντινή εικόνα που γίνεται αντικείμενο κλοπής και η υποψία για την ύπαρξη ενός αμύθητου θησαυρού, με τα ιερότερα κειμήλια της χριστιανοσύνης που χάθηκαν πριν από επτακόσια χρόνια, κινητοποιούν για την εύρεσή τους, ένα πλήθος ανθρώπων. Ανάμεσά τους, ένας Αγιορείτης μοναχός με παράξενες δυνάμεις, μια δαιμόνια ντετέκτιβ, ένας μανιώδης Έλληνας συλλέκτης, ένας γοητευτικός Ιταλός τραπεζίτης της μαφίας, ένα σαγηνευτικό μοντέλο, ο ελληνοαλβανοσερβικός υπόκοσμος με τον αδίστακτο νονό της νύχτας αρχηγό του, ένας συντηρητής έργων τέχνης και ο καλύτερος αστυνόμος της ΕΛΑΣ θα αναμετρηθούν σε ταχύτητα και ευφυία, για το ποιος θα φτάσει πρώτος. Από τον συγγραφέα Νίκο Κ. Κυριαζή που μας έχει δώσει μεταξύ πολλών άλλων και τα μυθιστορήματα: Ο αετός της φωτιάς, Νικομήδης ο Αθηναίος, Η ασπίδα των Θερμοπυλώβ, Μαρία των Γλάρων, Ο Διάβολος στις πέντε ακριβώς κ.α.


Ο κώδικας του αυτοκράτορα” του Νίκου Κ. Κυριαζή,

Εκδ. “Καστανιώτη”, σελ. 368



Δημοσιεύθηκε στο Έθνος της Κυριακής

28/2/12

Mαρία Ξυλούρη: Πώς τελειώνει ο κόσμος

Η Μαρία Ξυλούρη ονειρευόταν να γίνει συγγραφέας από πολύ μικρή. Το πρώτο της μυθιστόρημα “Rewind” που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις “Καλέντη” το 2009 υπήρξε υποψήφιο για το βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα του περιοδικού “Διαβάζω”. Τον Δεκέμβριο του 2011 τιμήθηκε με μία από τις τρεις υποτροφίες συγγραφής που απονεμήθηκαν κατά τη διάρκεια του 1ου Φεστιβάλ Νέων Λογοτεχνών, που διοργάνωσε το ΕΚΕΒΙ. Κι έτσι η Μαρία που γεννήθηκε στην Κρήτη τον Μάρτιο του 1983 και σπούδασε Ψυχολογία στο Πάντειο Πανεπιστήμιο συνεχίζοντας μεταπτυχιακές σπουδές, ετοιμάζει για τον Φεβρουάριο και το δεύτερο μυθιστόρημα. “Πώς τελειώνει ο κόσμος” ο τίτλος, από τις εκδόσεις Καλέντη, κι αυτή τη φορά.


Πώς τελειώνει ο κόσμος”, Μαράκι, τελειώνει ο κόσμος, δηλαδή;


Σύμφωνα με το βιβλίο, ο κόσμος τελειώνει καθημερινά: αν θεωρήσουμε ότι κάθε άνθρωπος είναι ένας κόσμος, ένα μικρό ιδιωτικό σύμπαν, τότε κάθε θάνατος, κάθε χωρισμός, είναι το τέλος ενός κόσμου' ενός κόσμου ο οποίος σβήνει οριστικά όταν χαθεί κι ο τελευταίος άνθρωπος που έχει ν' αφηγηθεί μια ιστορία του. Φυσικά η ζωή συνεχίζεται παρόλα αυτά' κι αυτό ακριβώς- το πώς η ζωή, παρά τις απουσίες, παρά τις απώλειες, συνεχίζεται- βασανίζει τους ήρωές μου.


Το ήταν εκείνα που δημιούργησαν το “Rewind” και τι όσα δημιουργούν το “Πώς τελειώνει ο κόσμος”;


Το πώς γεννιέται μια ιστορία εξακολουθεί να μου είναι μυστήριο σε μεγάλο βαθμό. Μάλλον το μυαλό μου, χωρίς να το συνειδητοποιώ ολότελα, καταγράφει ένα σωρό πράγματα, από ιστορίες μισακουσμένες στο τρόλει μέχρι διαβάσματα κι ακούσματά μου, και κάποια στιγμή όλα αυτά τα συνθέτει σε μια νέα ιστορία προσπαθώντας να βάλει μια τάξη στο χάος' μ' άλλα λόγια, ίσως είναι μια προσπάθεια να καταλάβω τον κόσμο. (Ένας από τους ήρωες του καινούργιου βιβλίου ισχυρίζεται ότι το να γράφεις είναι μια απόπειρα ν' απλουστεύσεις τον κόσμο).

Υπάρχει και μια ιδιαιτερότητα στη διαδικασία της δημιουργίας των δύο βιβλίων, επειδή αν και το Rewind εκδόθηκε πρώτο, στην πραγματικότητα γεννήθηκε από το “Πώς τελειώνει ο κόσμος”. Εξηγούμε: το Πώς τελειώνει ο κόσμος είναι μια ιστορία που γράφω και ξαναγράφω από πολύ μικρότερη – από τα 17 μου, νομίζω- και για πολύ καιρό ήμουν σίγουρη ότι θα ήταν το πρώτο μου βιβλίο. Μόνο που δεν κατάφερα να το γράψω ακριβώς όπως το είχα στο μυαλό μου: το αποτέλεσμα, όσο κι αν δυσκολευόμουν να το παραδεχτώ, ήταν πάντα κακό. Οπότε το έβαλα στην άκρη και ξεκίνησα να γράφω το Rewind για να μπορέσω να επιστρέψω αργότερα στο “Πώς τελειώνει ο κόσμος”- το οποίο τότε είχε άλλο τίτλο, για να μην πω ότι ήταν ένα εντελώς άλλο βιβλίο- με πιο καθαρό μυαλό και με περισσότερη εμπειρία. Αυτός είναι κι ένας λόγος που μερικοί ήρωες περνούν απ' το ένα βιβλίο στο άλλο. Κι είναι, επίσης, ο βασικός λόγος που αποκαλώ το Rewind πρόβα μυθιστορήματος και όχι μυθιστόρημα.

Φυσικά, όταν επέστρεψα στο “Πώς τελειώνει ο κόσμος”, αναγκάστηκα να ξεχάσω τις προηγούμενες εκδοχές του και να το ξαναδουλέψω από την αρχή. Όπως και να έχει, δε θα μπορούσα να το γράψω χωρίς το Rewind.


Τι είναι αυτό που οδηγεί ένα νεαρό κορίτσι στην αφύσικη διαδικασία της γραφής;


Γράφω από πολύ μικρή, ονειρευόμουν να γίνω συγγραφέας σχεδόν απ' όταν έμαθα να γράφω και να διαβάζω, και η Μαρία που γράφει είναι ένα πολύ μεγάλο κομμάτι αυτής που αναγνωρίζω ως εαυτό μου. Οπότε, αφύσικο ή όχι, είναι μέρος της ταυτότητάς μου. Ξέρω πολύ καλά ότι είτε συνεχίσω να γράφω, είτε όχι, ιστορίες θα συνεχίσουν να γράφονται από άλλους' δεν θα σταματήσει ο κόσμος να υπάρχει' το πώς θα μπορέσω να υπάρξω εγώ, όμως, χωρίς να γράφω είναι κάτι που δυσκολεύομαι να το φανταστώ. Εξ ου και για ν' απαντήσω στην ερώτηση “Γιατί γράφεις;” αναγκάζομαι να καταφύγω σε μια απάντηση κλισέ: Γράφω γιατί δεν μπορώ να μη γράφω.


Τι χάνουμε και τι βρίσκουμε γράφοντας;


Δεν νομίζω ότι γράφοντας έχω καταφέρει να βρω απαντήσεις. Τουλάχιστον, όμως, μου δίνω τον χώρο και τον χρόνο να βάλω σε τάξη τις ερωτήσεις και τις αμφιβολίες μου και να το διασκεδάσω και λίγο- συχνά, μιλώντας για τις δυσκολίες του να γράφεις, ξεχνάμε ότι είναι και πολύ διασκεδαστικό. Οπότε, ναι, είναι δύσκολο να κλείνεσαι γράφοντας ενώ έξω η ζωή τρέχει, να σε χάνουν για καιρό οι φίλοι σου, να μην κοιμάσαι αρκετά, να πρέπει να συμβιβάσεις τις απαιτήσεις του συγγραφέα και τις απαιτήσει του ανθρώπου λες κι είναι δυο διαφορετικοί άνθρωποι στο ίδιο σώμα, είναι όμως υπέροχα δύσκολο.


Υπάρχει ακριβές τελετουργικό γραφής;


Χρειάστηκε να μου ξανακάνουν αντίστοιχη ερώτηση για να συνειδητοποιήσω ότι εδώ και χρόνια γράφω κυρίως στο τραπέζι της κουζίνας' για λόγους που δεν κατανοώ, το γραφείο δεν μου είναι και τόσο ελκυστικό. Σε εποχές που δεν δούλευα μπορεί να ξεκινούσα να γράφω στις δέκα το πρωί και να σταματούσα στις έντεκα το βράδυ. Πλέον οι ώρες που γράφω αναγκαστικά εξαρτώνται από το ωράριο της “πρωινής μου δουλειάς” (άρα: πολλά ξενύχτια, πολλά σαββατοκύριακα κι ακόμα περισσότεροι καφέδες). Ξεκινάω πάντα με τετράδιο και στιλό' ο υπολογιστής μπαίνει στην εξίσωση πολύ αργότερα, και τότε αρχίζει ένας εξαντλητικός κύκλος εκτυπώσεων και διορθώσεων. Αυτός ο κύκλος είναι για μένα ένα εξαιρετικά κρίσιμο στάδιο της όλης διαδικασίας: πιστεύω ότι τα βιβλία γράφονται στο ξανακοίταγμά τους.


Έχεις επισημάνει συγγραφικές σου εμμονές;


Προς το παρόν θα έλεγα ότι στα κείμενά μου υπάρχει πάντα η σκιά του θανάτου, της απώλειας γενικώς, κι ακόμα, η ίδια η διαδικασία της ανάγνωσης κι η σχέση μας με αυτήν- στο Rewind, για παράδειγμα, καθοριστικό ρόλο για τον Πέτρο παίζει η ανάγνωση ενός κειμένου της μητριάς του, κείμενο που αρχικά τουλάχιστον δεν γνωρίζει αν είναι διήγημα, γράμμα ή ημερολόγιο. Επιπλέον, με απασχολεί ο εαυτός ως αφήγηση: το πώς, δηλαδή, φτιάχνουμε αυτό που αναγνωρίζουμε ως εαυτό σαν μια ιστορία, την ίδια ώρα που οι άνθρωποι γύρω μας φτιάχνουν για μας τη δική τους αφήγηση, συχνά διαφορετική από τη δική μας, καθώς και τα σημεία τομής αυτών των αφηγήσεων. Ο Πέτρος προσπαθεί να συμπληρώσει την αφήγηση του εαυτού του, ν' ανακαλύψει στοιχεία της ιστορίας του που αγνοεί' ενώ ένα από τα βασικότερα προβλήματα του Δημήτρη από το καινούργιο βιβλίο είναι ότι δεν έχει ένα τέλος για την ιστορία της αδελφής του, της Άννας' κι αυτό γενικεύεται σε όλη του τη ζωή: Τι σημαίνει ότι τελειώνει ένας άνθρωπος ή μια ιστορία; Πότε τελειώνει ο άνθρωπος, και πότε η αφήγησή του, η σκιά που αφήνει πίσω του;



Το προσωπικό της ιστολόγιο είναι: "Δωμάτιο Πανικού" (http://mxilouri.wordpress.com)

22/2/12

Κάτι θα δεις, θα γίνει...

Και εγένετο κρατικό βραβείο!
Είναι ο βραβευμένος πλέον συνάδελφος του διπλανού γραφείου. Ο Χρήστος
Οικονόμου, δημοσιογράφος του «Εθνους», απέσπασε πρόσφατα το Κρατικό Βραβείο
Διηγήματος με το έργο του «Κάτι θα γίνει, θα δεις». Και ήταν μόλις η δεύτερη
εκδοτική προσπάθειά του.
Πρωτόγραψε το 2003 μια συλλογή με διηγήματα, με τίτλο «Η γυναίκα στα
κάγκελα». Εκδόθηκε από τα «Ελληνικά Γράμματα», ο Χρήστος Οικονόμου αμέσως
δημιούργησε αίσθηση. Γλώσσα ευαίσθητη και σκληρή και ένας νατουραλισμός που τότε
ήταν και δεν ήταν ακριβώς η ζωή μας. Επτά χρόνια μετά και ενώ η δημοσιογραφία
πάντοτε υπήρχε και όλα έδειχναν ότι τον κέρδιζε, η δεύτερη συλλογή του με
διηγήματα το 2010 «Κάτι θα γίνει, θα δεις» από τις εκδόσεις «Πόλις» αυτήν τη
φορά, ήρθε και εξαρχής τα σάρωσε όλα. Υποψηφιότητα στα βραβεία του περιοδικού
«Διαβάζω», τους κριτικούς να μιλούν για ένα ταλέντο αναμφισβήτητο και για γραφή
στιβαρή, τον Κώστα Μουρσελά φανατικό αναγνώστη να τον συστήνει σε όλους και το
Κρατικό Βραβείο Διηγήματος ως επιστέγασμα τελικά όλων αυτών.

Συνδυασμός. Η ζωή του Χρήστου Οικονόμου κινείται μεταξύ
δημοσιογραφίας και συγγραφής.
Ο ίδιος ο συγγραφέας, στη συχνή πια ερώτηση «Χρήστο, κάτι θα γίνει, έγραψες,
τελικά τι ήταν εκείνο που έγινε» απαντά. «Εγινε ότι έγραψα μια χούφτα διηγήματα
που νόμιζα ότι θα τα διαβάσω εγώ, η γυναίκα μου και δυο-τρεις άλλοι, αλλά τελικά
το βιβλίο διαβάστηκε από περισσότερους και κέρδισε και το Κρατικό Βραβείο
Διηγήματος. Απίστευτο μου φαίνεται».
Το σύμπαν του συγγραφέαΣτο μεταξύ, από την πρώτη του
συγγραφική εμπειρία μοιάζει να μην έχουν αλλάξει και τόσο πολλά. «Σε μένα άλλαξε
κυρίως το πώς βλέπω αυτά που γράφω. Γύρω μου άλλαξαν πολύ περισσότερα. Το 2003
αγωνιούσαμε αν θα κάνουμε καλούς Ολυμπιακούς Αγώνες. Τώρα αγωνιούμε αν αύριο θα
υπάρχουμε ως χώρα και ως κοινωνία», όμως, ο Χρήστος επιμένει.
Κι επιβραβεύεται με ένα βραβείο στα δύσκολα και για τα δύσκολα. Στα διηγήματά
του, εξάλλου, αυτό ακριβώς κάνει, βρίσκει στο έρεβος φως: «Και αν δεν υπάρχει,
πρέπει να ψάχνουμε να το βρούμε. Καμιά φορά, ψάχνοντας, ανακαλύπτεις ότι το φως
είσαι εσύ ο ίδιος», υπογραμμίζει.
Οι συγγραφικές εμμονές του... «πολλές. Αλλωστε, και το γράψιμο από μόνο του
μια εμμονή δεν είναι; Πέραν αυτού, η μεγαλύτερη εμμονή μου είναι να γράφω με
καθαρό μυαλό και καθαρή καρδιά. Και, φυσικά, πάντα με μολύβι και χαρτί. Θέλω να
χαράζω τις λέξεις πάνω στην άσπρη σελίδα, να τις διαβάζω σαν να 'ναι ματωμένα
ίχνη στο χιόνι». Στο μεταξύ, η δημοσιογραφία γι' αυτόν δημοσιογραφία, αλλά όλα
μπορούν να συνδυαστούν σ' αυτήν τη ζωή. Πόσω μάλλον για τον γεννημένο συγγραφέα
που βρίσκει ότι, τελικά, «Αναγκαία είναι και τα δυο, και από ανάγκη
συνδυάζονται. Η λογοτεχνία είναι φυσική ανάγκη, η δημοσιογραφία εξασφαλίζει τα
αναγκαία προς το ζην. Τον χρόνο προσπαθώ να τον φτιάχνω μόνος μου. Δεν τα
καταφέρνω πάντοτε, αλλά το παλεύω».
Και με ένα λογοτεχνικό είδος όπως το διήγημα, «δύσκολο» όπως επιμένουν οι
συγγραφείς ενώ οι εκδότες το αντιμετωπίζουν ως «αντιεμπορικό», αλλά δεν μπορεί,
την έχει σίγουρα την γοητεία της η μικρή φόρμα: «Δύσκολη (πάντα) και
αντιεμπορική (όχι πάντα, ευτυχώς) είναι η καλή λογοτεχνία. Το διήγημα σου δίνει
απόλαυση όμοια μ' εκείνη που νιώθεις, όταν είσαι διψασμένος, πίνοντας μονορούφι
ένα ποτήρι δροσερό νερό. Οι απαιτήσεις του πολλές. Είναι σαν να προσπαθείς να
ισορροπήσεις τρέχοντας πάνω σε τεντωμένο σχοινί», αποκαλύπτει ο συγγραφέας,
ενίοτε και μεταφραστής: «Μεταφράζω για βιοποριστικούς λόγους», διευκρινίζει. Και
«δεν πιστεύω ότι η μετάφραση είναι συνδημιουργία. "Ποίηση είναι ό,τι χάνεται στη
μετάφραση", είπε ο Φροστ. Ονειρεύομαι έναν κόσμο όπου ο κάθε αναγνώστης θα
μπορεί να διαβάζει στο πρωτότυπο τα βιβλία που αγαπάει».
Οσον αφορά δε την διαδικασία γραφής «Γράφω τις νύχτες συνήθως. Γράφω
καθημερινά, στο χαρτί ή στο μυαλό μου. Στο χαρτί γράφω μόνο όταν κάθομαι στο
γραφείο μου. Στο μυαλό μου γράφω όπου και όποτε να 'ναι. Χρειάζομαι τα απολύτως
απαραίτητα: χαρτί, μολύβι, καφέ, καπνό, σιωπή -για ν' ακούω αυτά που γράφω».
Ο Χρήστος Οικονόμου, που γεννήθηκε στην Αθήνα, μεγάλωσε στην Κρήτη και ζει
στον Πειραιά, έχει στο συγγραφικό σύμπαν του να επιζούν ή απλώς να περνούν τρεις
σημαντικότατες πόλεις: «Περνούν, αλλά δεν μένουν, ίσως επειδή δεν είμαι δεμένος
με κανέναν τόπο ?ή, μάλλον, επειδή είμαι δεμένος με πολλούς τόπους, είτε έχω
ζήσει εκεί είτε όχι. Από μικρός φανταζόμουν πως κάθε νύχτα ταξίδευα σε άλλο
μέρος και έμπαινα σαν τον αέρα μες απ' τις γρίλιες στα σπίτια και τις δουλειές
των ανθρώπων και παρακολουθούσα τι έλεγαν και τι έκαναν».
Το γιατί γράφει, έχει πάψει πια να τον απασχολεί: «Παλιότερα αναρωτιόμουν
συχνά. Τώρα πια όχι, όπως δεν αναρωτιέμαι γιατί τρώω, γιατί κοιμάμαι, γιατί ζω».
Αγαπημένοι του συγγραφείς ήταν και παραμένουν «Ο Αντερσεν, ο Παπαδιαμάντης, ο
Κάρβερ, ο Τσέχοφ, ο Στάινμπεκ, ο Κόρμακ Μακάρθι ?ο μεγαλύτερος εν ζωή Αμερικανός
μυθιστοριογράφος, κατά την ταπεινή μου γνώμη. Ο Αλεξάνδρου, ο
Παπαδημητρακόπουλος, ο Σκαμπαρδώνης. Ο Καβάφης, η Ντίκινσον, ο Φροστ».
Αγαπημένα του βιβλία «Η Αγία Γραφή. Τα παραμύθια του Αντερσεν. Ο,τι έχουν
γράψει ο Παπαδιαμάντης, ο Κάρβερ, ο Κόρμακ Μακάρθι. Το Κιβώτιο του Αρη
Αλεξάνδρου. Η Μεταμόρφωση του Κάφκα. Ο Καπετάν Μιχάλης και Ο Χριστός
Ξανασταυρώνεται του Καζαντζάκη. Ο Φύλακας στη Σίκαλη του Σάλιντζερ. Τα Σταφύλια
της Οργής του Στάινμπεκ. The Things They Carried του Τιμ Ο Μπράιεν».
Το πρώτο βιβλίο που θυμάται «Η Μυστηριώδης Νήσος του Ιουλίου Βερν. Ακόμα και
τώρα τ' ανοίγω πού και πού. Εχω μια παμπάλαια έκδοση, εικονογραφημένη με τις
υπέροχες γκραβούρες του Φερά». Και η πρώτη φορά που έγραψε; «Πρέπει να ήμουν 16,
17. Ηταν μια ιστορία για έναν τύπο, στην Κρήτη, που ένα βράδυ, σουρωμένος,
σκαρφαλώνει στη σκεπή του σπιτιού της πρώην γυναίκας του κι αρχίζει να ξηλώνει
τα κεραμίδια. Νομίζω ότι κάπου πρέπει να το 'χω κρατήσει».

ελένη γκίκα
Δημοσιεύθηκε στο Έθνος της Κυριακής

7/12/11

Η γυναίκα της βορινής κουζίνας


Το βιβλίο: “Η γυναίκα της βορινής κουζίνας”

Οι εκδόσεις: “Καλέντης” αυτή τη φορά

Το εξώφυλλο και τα σχέδια του βιβλίου: Αντώνης Ασπρόμουργος


Το οπισθόφυλλο:


Από παιδί περπατά χωρίς να κοιτά. «Άνοιξε επιτέλους τα μάτια, παιδί μου!» την ακούει − η πανταχού παρούσα μαμά!

Βηματίζει αργά, μηχανικά… Κοιτάζοντας αφηρημένα, με εκείνη τη διαρκή έσωθεν όραση, στραμμένη λες στα σπλάχνα…

Βαδίζει αργά, σταθερά, πριγκιπικά − όπως εκείνη της έχει μάθει να περπατά. Έστω και κάπως πυρετικά. Σαν υπνοβάτης, δηλαδή, χωρίς να κοιτά.


Εκείνη και η Άλλη. Ο εαυτός και το ψεύδος…

Τέσσερα τετράγωνα τις χωρίζουν. Τόσο κοντά, και ταυτόχρονα τόσο πολύ μακριά…

Την ίδια θάλασσα βλέπουν. Το ίδιο βουνό, από την πίσω πλευρά.

Δε συναντήθηκαν ποτέ. Μονάχα στον καθρέφτη.

Τώρα, πώς γίνεται; Τα κάνει αυτά τα μαγικά ο καθρέφτης!

Οι δυο μαζί θα έκαναν την τέλεια εικόνα. Μυστηριώδεις μες στη διαύγεια, και γι’ αυτό φωτεινά σκοτεινές…

Κι ανάμεσά τους εγώ, που τις βλέπω· που με επινόησαν εκείνες − ή που υπήρξα εγώ εκείνη που τις επινοώ.

Η Αρσινόη −πρόσωπο ή προσωπείο, Ράνια ή Αριάδνη, και Γερτρούδη, και Ουλρίκα− ακροβατεί ανάμεσα στο όνειρο και στην αληθινή ζωή: υποφέρει και πονάει, φοβάται και φεύγει, γράφει για να ξεχάσει, μαγειρεύει για να υπάρξει, νοσταλγεί και θρηνεί, ελευθερώνεται και ζει!

Η Γυναίκα της Βορινής Κουζίνας, αυτή!



Το σημείωμα στη φτερούγα θέλετε; αυτάκι;


Φοράει φόρεμα πράσινο βαθύ, λαδί, γόβα και καμπαρντίνα λεπτή, στο ίδιο χρώμα − ετοιμάζεται σήμερα για σπλαχνική βροχή.

Βαδίζει με απλωμένα τα χέρια σαν σπασμένα φτερά. Με αυτόβουλα πόδια − όπου θέλουν αυτά.

Επιμένει.

Και κατεβαίνει αργά, αν και με εσωτερική βιασύνη, τα σκαλιά.

Κατεβαίνει στις αναμνήσεις της…

Στη μοναξιά του «εγώ», το «εσύ» γίνεται μια προσευχή.

Εκείνη, κινούμενη άμμος. Ολότελα ανοιχτή στο ενδεχόμενο.

Κάτι είναι εκεί, και την περιμένει, σ’ ένα ρόλο που πρώτη φορά ετοιμάζεται να υποδυθεί, και αγνοεί.


Το δικό της «εσύ» είναι σαν το «εγώ». Αλλάζει πρόσωπα…

Μονάχα το ψευδώνυμο θυμάται, το κέλυφος, το προστατευτικό της προσωπείο στον άλλο της ρόλο… και δεν ξεχνά να το πάρει απ’ την κρεμάστρα κάθε φορά που θα βγει…

Με έναν έρωτα ξεπλυμένο από ενοχές και αναστολές, που θύμωσε το νερό της λησμονιάς στην αρχή και αργότερα το κέρας της Αμάλθειας, γεννήθηκε σ’ αυτή τη ζωή.

Γυρίζει ανύπαρκτη στους δρόμους…

Τώρα, ακόμα και τα πιο τρομαγμένα της βήματα δεν είναι τίποτε άλλο από μια αδιάλειπτη συμπαντική προσευχή.


Οι δυο μαζί θα έκαναν την τέλεια εικόνα. Μυστηριώδεις μες στη διαύγεια, και γι’ αυτό φωτεινά σκοτεινές…


Η γυναίκα, οι αγωνίες της, τα όνειρά της, ο πόνος και οι ωδίνες της, οι ενοχές, το φως και το σκοτάδι, το χθες, πάλι το χθες, οι χάρτινοι κόσμοι και οι καινούργιοι δρόμοι −αλήθεια, πόσο παλιοί!− η αυτογνωσία, η θυσία, η συμφιλίωση… Και η ελπίδα.

Μέσα απ’ αυτόν το μικρόκοσμο, μέσα από το χάος και το έρεβος, εντέλει μέσα από την ανάταση της ψυχής, η Ελένη Γκίκα, με μια αξιοθαύμαστη παραπαίουσα ισορροπία, συνθέτει τον ύμνο στη μία γυναίκα, τη δική της, αυτήν της Βορινής της Κουζίνας, και ταυτόχρονα σε όλες τις γυναίκες του κόσμου που ξυπνούν μέσα της και την κάνουν να ριζώνει στη γη και ταυτόχρονα να διαλύεται στο σύμπαν.

Με ένα λόγο άκρως ποιητικό, με μια ματιά διεισδυτική και μοναδικά τρυφερή, μας χαρίζει την ηρωίδα της − κομμάτι δικό μας, ακόμα κι αν το αγνοούμε.

Αρετή Κολλάτου, επιμελήτρια του βιβλίου Η Γυναίκα της Βορινής Κουζίνας




Το δελτίο τύπου:


Η γυναίκα που ακροβατεί ανάμεσα στο όνειρο και στην αληθινή ζωή - πονάει, υποφέρει, ερωτεύεται, φοβάται, φεύγει, νοσταλγεί, θρηνεί, ελευθερώνεται και ζει. Μια γυναίκα που αλλάζει πρόσωπα, η Γυναίκα της Βορινής Κουζίνας. Η συγγραφέας Ελένη Γκίκα δομεί το νέο μυθιστόρημά της πάνω στα πρόσωπα τριών γυναικών σαν αρθρώσεις του ίδιου σώματος - ώσπου γίνονται τρία πρόσωπα της ίδιας γυναίκας, όπως οι ετερώνυμοι του Πεσσόα, όπως "όλες η Βερενίκες κ' η Κλεοπάτρες θαυμαστές" του Καβάφη, όπως οι πολλοί εαυτοί του Παλαμά. Οι ηρωίδες της παρουσιάζονται ευρηματικά σαν γυναίκες-μπάμπουσκες, η μια μέσα στην άλλη, και η συγγραφέας με χαρακτηριστική επιδεξιότητα καταφέρνει να φωτίσει την εσωτερικότητά τους, αποδίδοντας παράλληλα στον εξωτερικό κόσμο και στα γεγονότα του μία εσωτερική υπόσταση. Διατρέχοντας την επικαιρότητα, την ιστορία αλλά και τη λογοτεχνία, με λόγο ποιητικό, που διεισδύει βαθιά στην ψυχή, η Ελένη Γκίκα συνθέτει τον ύμνο στη γυναίκα ως το εμβληματικό σύμβολο της ζωής και της μητρότητας.



Το δικό μου υστερόγραφο:

αυτό το βιβλίο χωρίς την Κέλλυ και τον Αλέξανδρο που με φρόντισαν, την Αρετή που με επιμελήθηκε και μάζεψε κυριολεκτικά τα κομματάκια μου, τον Γιάννη (Θηβαίο) που μου δάνεισε τον μεταφρασμένο Πρεβέρ του, τον Αντώνη με τις υπέροχες ζωγραφιές του και την Βάσω που μας φρόντισε, δεν θα ήταν εδώ.

Κάτι σαν θαύμα μου φαίνεται! (και είναι) Και τους ευχαριστώ! Μέσα από την καρδιά μου,

ελένη γκίκα










5/12/11

Το μυστικό της μαγικής τσαγιέρας, Εκδ. Καλέντης

Η Νεφέλη λατρεύει τις τσαγιέρες। Δεν έχει μία, ούτε δύο, αλλά δεκαεφτά διαφορετικές, πανέμορφες, μαγικές τσαγιέρες. Ταξιδεύουν για να τη βρουν από μακριά, παίρνουν χρώμα και σχήμα και άρωμα στο χαρτί, διασχίζουν χρόνο και χώρο με την Αλίκη. Και διαβάζουν τις σκέψεις και τα όνειρα των ανθρώπων.
Ένα παραμύθι για το θαύμα της Τέχνης και το μυστήριο του Χρόνου।

Ευχαριστώ τον Αντώνη Ασπρόμουργο για τη γνωριμία, την διαρκή έκπληξη, τις μαγικές του εικόνες, την Κέλλυ Ιωαννίδου- Καλέντη για την αγάπη και την στοργή της, τον Αλέξανδρο Καλέντη για την διαρκή παρουσία του στα δύσκολα, την Αρετή που δεν με εγκατέλειψε ποτέ, την Βάσω που τόσο με φρόντισε και τα παραμύθια που μου υποδεικνύουν τα ουσιαστικά στην ζωή, την Νεφέλη που σαρωτικά μπήκε στη ζωή μου και την άλλαξε। Την Έλενα με την φρέσκια φιλία της και το μυστικό με τις κούκλες μας, εσείς, θα το μάθετε πέρα την άνοιξη...
όλους σας ευχαριστώ, πολύ।
ελένη γκίκα