“Μάθε να ξεχνάς” και “Θα πρέπει να θυμηθείς για να μπορέσεις, τελικά, να ξεχάσεις”. Για όλα φταίει ο Αύγουστος ή μάλλον ο χρόνος που διαστέλλεται υπέρ μας ή σε βάρος μας, πάντοτε τέτοια εποχή.
Άλλοι, όπου φύγει φύγει, γιατί έτσι πρέπει, άλλοι, μονάχα τώρα κλείνει η επιχείρηση, κι άλλοι, στο σπίτι τελώντας εν αδεία, θέλοντας και μη. Σε μια Αθήνα κούκλα, εάν δεν φοβάσαι φυσικά τη μοναξιά. Ακόμα κι εκεί που μένω το βουνό γίνεται πιο βουνό, οι δρόμοι ατέλειωτοι κι οι νύχτες ταινίες και παρελθόν. Προχθές, «Καθρέφτης», «Νοσταλγία» και Ταρκόφσκι, εχθές, Βισκόντι και «Αθώος», μια Τετάρτη, «Γλυκό πουλί της Νιότης» και Τενεσί Ουίλιαμς.
Γκιώνης, τζιτζίκια και βιβλία. Θρίλερ μετά μανίας, Φίτσεκ και «Θεραπεία», Φίτσεκ και «Πείραμα Μνήμης». Εκείνο το «μάθε να ξεχνάς» του εξωφύλλου άρχισε τη ζημιά. Σελίδες με αλήθειες που μπορεί να φαντάζουν υπερβολικές, μα είναι ωστόσο αληθινές. Τα στάδια του πένθους, ο διεσταλμένος χρόνος, ταινία η ίδια μας η ζωή, αυτό που περιγράφουν οι επιζήσαντες, όλα σε αργή κίνηση, με μια διαύγεια φοβερή.
Αλλά και ΑΥΑ, Ατομα Υπεραισθητηριακής Αντίληψης, ή άλλως, Σύνδρομο Αρωγής. Μεσσιανικό σύνδρομο που μου καταλογίζει η φίλη μου η Βίκυ. Εκείνο που σε κάνει να λιποθυμάς μπροστά στο ατύχημα, να υποφέρεις σχεδόν σωματικά στις τηλεοπτικές ειδήσεις, να ξενυχτάς για τους φίλους σου και να αντιδράς προσωπικά και υπερβολικά. Να είναι όλα «δική σου υπόθεση». Το σύνδρομο της καλής μαθήτριας, που μας καταλόγιζαν παιδιά; Και που φαντάζει ψεύτικο σε μιαν εποχή που δεν δίνει κανείς του αγγέλου του νερό. Και που στην τελική είναι κι ασθένεια, τα ταγκαλάκια του γέροντος Παΐσιου, η υπερευαισθησία δεν ωφέλησε ποτέ. Ποιος είπε πως τα θρίλερ γίνονται μόδα σήμερα αποτελώντας τον δικό μας θαυματοποιό Χάρι Πότερ, αφού θαυματοποιός είναι η ίδια η ζωή.
Ο Ταρκόφσκι όταν του έλεγαν πως κάνει αλληγορία, επέμενε «ρεαλισμός». Κι ο Ντοστογιέφσκι όταν του καταλόγιζαν πως ο «Ηλίθιος» δεν υπάρχει, έλεγε η πραγματικότητα είναι αυτή. Μια πραγματικότητα που είναι Φιλοκαλία και Γεροντικό και Θρίλερ και «Στάλκερ» και «Ηλίθιος» και «Δαιμονισμένοι» ή και όλα μαζί. Αλλά και το «Πείραμα Μνήμης» του Φίτσεκ είναι. Γιατί μπορεί η ιστορία να είναι ψευδής, αλλά ο Αύγουστος σε κάνει να διαπιστώνεις ότι τα επιμέρους είναι αληθινά. Κι ίσως αυτό να βλέπει ο αναγνώστης.
Yg. Δημοσιεύθηκε στο Έθνος της Κυριακής
16/8/10
9/8/10
Το μουσείο του έρωτα
“Όχι, δεν επέστρεφε σ' ένα σπίτι, ούτε στον έρωτα μιας γυναίκας, ούτε καν στο παρελθόν – γιατί το σπίτι, ο έρωτας μιας γυναίκας και το παρελθόν ακόμα ποτέ δεν έχουν απόλυτη ανοσία στο πέρασμα του χρόνου...”
“ΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ” του Άλαν Πάουλς. Μετάφραση: Έφη Γιαννοπούλου. Εκδ. “Πάπυρος”, σελ. 605, € 22
“Ο έρωτας μπορεί να είναι αμοιβαίος, όχι όμως και το τέλος του έρωτα, ποτέ. Οι σιαμαίοι χωρίζονται. Και ούτε καν αυτοί' γιατί μόνοι τους δεν μπορούν να το κάνουν. Πρέπει να τους χωρίσει κάποιος άλλος, ένας τρίτος, ένας χειρουργός, που μ' ένα νυστέρι κόβει στη μέση το όργανο ή το μέλος ή τη μεμβράνη που τους ενώνει και χύνει αίμα και τις περισσότερες φορές, ας το πούμε παρεμπιπτόντως, σκοτώνει, σκοτώνει τον ένα, τουλάχιστον, και καταδικάζει τον άλλον, τον επιζήσαντα, σε αιώνιο πένθος, γιατί το μέρος του κορμιού του πονάει, πονάει πάντα, και αναλαμβάνει πάντα να του θυμίζει ό,τι δεν είναι κι ούτε θα είναι ποτέ ολόκληρος, ότι αυτό που του αφαίρεσαν δεν θα το έχει ποτέ ξανά”.
Μπουένος Άιρες, τέλος της δεκαετίας του '80 και ο Ρίμινι και η Σοφία εν πλήρη νηφαλιότητι και μέσα στην απόλυτη ευτυχία (δώδεκα χρόνια μαζί και καλά) αποφασίζουν να χωρίσουν για να μη ζήσουν τη φθορά. Τόσο όμορφοι, τόσο αλλιώτικοι, τόσο τέλειοι, κι αποφασίζουν κατά την Φρίντα ξαφνικά “να γίνουν φυσιολογικοί”. Αυτοί οι δυο που ήταν ένας να ξαναγίνουν δυο, και τα παρενθετικά σημειώματα της Σοφία προς τον Ρίμινι πια για πάντα να κοπούν.
Αλλά πόσο εύκολο είναι να κοπεί σε ένα τέτοιο ζευγάρι ο ομφάλιος λώρος; Η Σοφία δεν δοκιμάζει να το κόψει ποτέ. Μένει στο σπίτι όπου έμεναν, κρατά φωτογραφίες, παλιά έπιπλα και τις αναμνήσεις (θεματοφύλακας γίνεται), τα στέλνει κομμάτι κομμάτι και του εμφανίζεται άλλοτε γράφοντας κι άλλοτε με την φυσική της παρουσία σε κομβικά σημεία ζωής, σταθμούς. Αλλάζοντας την ροή του ή διακόπτοντας, τελικά, την όποια ροή.
Ο Ρίμινι θα θελήσει να πάει τη ζωή του παρακάτω. Συγκατοικεί με μια νεαρή ζηλιάρα και μεταφράζει παίρνοντας κόκα σαν τον τρελό. Ερωτεύεται μια Κάρμεν, και οδηγεί την Βέρα (την νεαρή ζηλιάρα) σε θανάσιμο ατύχημα, γεννά έναν γιο, εξαιτίας της Σοφία χάνει και Κάρμεν και γιο. Κλέβει έναν πίνακα ενός ζωγράφου που αποτελούσε το σύμβολο της σχέσης τους, τον καταγγέλλει η ερωμένη του και πηγαίνει φυλακή. Τον σώζει η Σοφία για να τον “φυλακίσει” στο Παρελθόν του και στο Ζευγάρι δια παντός. Περνά τις μέρες του προσπαθώντας να θυμηθεί και ξεδιαλύνει φωτογραφίες, υποτιτλίζοντας λεζάντες, ανασταίνοντας την σχέση του και εαυτόν. Βοηθά στην οργάνωση που δουλεύει η Σοφία “Αντέλ Ουγκώ:Οι γυναίκες που αγαπούν υπερβολικά”. Κι αιμορραγώντας, την δικαιώνει (και την Σοφία και την οργάνωση).
'Ενα μυθιστόρημα- ποταμός, με τεράστιες θουκυδίδειες παραγράφους, παρενθέσεις, παρεμβολές, γοητευτικούς συνειρμούς που ανοιγοκλείνει σαν βεντάλια για να υποδεχθεί: την εξάρτηση από τη μετάφραση, την ιστορία του Ρίλτσε που ζωγράφιζε ως θύτης και θύμα ταυτοχρόνως την ασθένεια και την απόκλιση, τη σουρεαλιστική διαδρομή ενός πίνακα που εκ του προχείρου έφτιαξε για να δωρίσει στον εραστή του, την ζωή και τα πάθη της Αντέλ Ουγκώ, μεταφραστικά συνέδρια, μουσεία, ξενοδοχεία, νοσοκομεία, γυναικείες ομάδες, και τα γράμματα της Σοφία, αλλόκοτα και ποιητικά, που υποτάσσονται στους συντακτικούς κανόνες της μυθιστορηματικής αρχιτεκτονικής, ανοιγοκλείνουν με τη σειρά τους στο χρόνο, στα συναισθήματα, με παρενθέσεις που αποτελούν στη δική της ζωή, η όντως ζωή, και αποτελούν σήμα κατατεθέν.
Επειδή αυτό που ζουν ως ζευγάρι, είναι ένα δικό τους παράλληλο σύμπαν με ό,τι άλλο συμβαίνει να λειτουργεί, για την Σοφία, τουλάχιστον, παρενθετικά.
Ένα ασθματικό βιβλίο που ή το λατρεύεις ή το μισείς, μέσον όρο δεν έχει. Με απογειωτικές στιγμές, χαρακτήρες πολυδαίδαλους και διαχρονικούς, μαύρο χιούμορ, σπαρακτικό και ταυτοχρόνως σαρκαστικό, τολμηρό, πρωτοποριακό, παντελώς διαφορετικό απ' ότι οτιδήποτε έχει διαβάσει ο καθένας μας μέχρι στιγμής. Και σαφώς ένας μεταφραστικός άθλος (εδώ είναι αναγνωστικός!) Απίστευτα γοητευτικό ανάγνωσμα.
Μικρό απόσπασμα για το τέλος: “Όχι, δεν επέστρεφε σ' ένα σπίτι, ούτε στον έρωτα μιας γυναίκας, ούτε καν στο παρελθόν – γιατί το σπίτι, ο έρωτας μιας γυναίκας και το παρελθόν ακόμα ποτέ δεν έχουν απόλυτη ανοσία στο πέρασμα του χρόνου. Επέστρεφε σ' ένα μουσείο: το μουσείο το οποίο είχε γεννηθεί, που τον είχε διαμορφώσει, από το οποίο τον είχαν κλέψει και που, στο πέρασμα των χρόνων, όχι μόνο είχε αρνηθεί να γεμίσει τη θέση του με κάποιο άλλο έκθεμα, αλλά την είχε διατηρήσει έτσι, άδεια, ενάντια στα πάντα, όπως διατηρείται ο χώρος όπου συνέβη ένα θαύμα, με την ελπίδα, τη βεβαιότητα ακόμα καλύτερα, πως αργά ή γρήγορα, αυτός, ο Ρίμινι, θα την καταλάμβανε και πάλι και το θαύμα θα συνέβαινε ακόμα μια φορά”.
Και την... κατέλαβε φυσικά!
Ένα κυνικά ερωτικό βιβλίο για τις εξαρτήσεις (παντός είδους), και τις αποκλίσεις (που μας κάνουν τόσο πολύ διαφορετικούς). Επιδέχεται, βεβαίως, πολλαπλών αναγνώσεων. Δηλαδή, εκεί όπου κάποιος μπορεί και να διακρίνει έναν μεγάλο έρωτα, κάποιος άλλος μπορεί να δει και μια φυλακή.
ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ:
Ο Άλαν Πάουλς (Alan Pauls) γεννήθηκε στo Μπουένος Άιρες το 1959. Σπούδασε στη Σχολή Τεχνών στο Πανεπιστήμιο της πόλης του και εργάστηκε ως δημοσιογράφος, μεταφραστής, σεναριογράφος, σκηνοθέτης και κριτικός κινηματογράφου. Δίδαξε Θεωρία της Λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο του Μπούενος Άιρες, και κατά τη δημοσιογραφική του σταδιοδρομία ίδρυσε το περιοδικό Lecturas Críticas. Από το 1983 ασχολείται και με τη συγγραφή σεναρίων. Στην Αργεντινή έγινε κυρίως γνωστός από το κριτικό του έργο ενώ έχει εκδώσει και μια μονογραφία για τον Μπόρχες. Είναι συγγραφέας συνολικά έξι μυθιστορημάτων.
ΥΓ. Δημοσιεύθηκε στο Έθνος της Κυριακής.
“ΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ” του Άλαν Πάουλς. Μετάφραση: Έφη Γιαννοπούλου. Εκδ. “Πάπυρος”, σελ. 605, € 22
“Ο έρωτας μπορεί να είναι αμοιβαίος, όχι όμως και το τέλος του έρωτα, ποτέ. Οι σιαμαίοι χωρίζονται. Και ούτε καν αυτοί' γιατί μόνοι τους δεν μπορούν να το κάνουν. Πρέπει να τους χωρίσει κάποιος άλλος, ένας τρίτος, ένας χειρουργός, που μ' ένα νυστέρι κόβει στη μέση το όργανο ή το μέλος ή τη μεμβράνη που τους ενώνει και χύνει αίμα και τις περισσότερες φορές, ας το πούμε παρεμπιπτόντως, σκοτώνει, σκοτώνει τον ένα, τουλάχιστον, και καταδικάζει τον άλλον, τον επιζήσαντα, σε αιώνιο πένθος, γιατί το μέρος του κορμιού του πονάει, πονάει πάντα, και αναλαμβάνει πάντα να του θυμίζει ό,τι δεν είναι κι ούτε θα είναι ποτέ ολόκληρος, ότι αυτό που του αφαίρεσαν δεν θα το έχει ποτέ ξανά”.
Μπουένος Άιρες, τέλος της δεκαετίας του '80 και ο Ρίμινι και η Σοφία εν πλήρη νηφαλιότητι και μέσα στην απόλυτη ευτυχία (δώδεκα χρόνια μαζί και καλά) αποφασίζουν να χωρίσουν για να μη ζήσουν τη φθορά. Τόσο όμορφοι, τόσο αλλιώτικοι, τόσο τέλειοι, κι αποφασίζουν κατά την Φρίντα ξαφνικά “να γίνουν φυσιολογικοί”. Αυτοί οι δυο που ήταν ένας να ξαναγίνουν δυο, και τα παρενθετικά σημειώματα της Σοφία προς τον Ρίμινι πια για πάντα να κοπούν.
Αλλά πόσο εύκολο είναι να κοπεί σε ένα τέτοιο ζευγάρι ο ομφάλιος λώρος; Η Σοφία δεν δοκιμάζει να το κόψει ποτέ. Μένει στο σπίτι όπου έμεναν, κρατά φωτογραφίες, παλιά έπιπλα και τις αναμνήσεις (θεματοφύλακας γίνεται), τα στέλνει κομμάτι κομμάτι και του εμφανίζεται άλλοτε γράφοντας κι άλλοτε με την φυσική της παρουσία σε κομβικά σημεία ζωής, σταθμούς. Αλλάζοντας την ροή του ή διακόπτοντας, τελικά, την όποια ροή.
Ο Ρίμινι θα θελήσει να πάει τη ζωή του παρακάτω. Συγκατοικεί με μια νεαρή ζηλιάρα και μεταφράζει παίρνοντας κόκα σαν τον τρελό. Ερωτεύεται μια Κάρμεν, και οδηγεί την Βέρα (την νεαρή ζηλιάρα) σε θανάσιμο ατύχημα, γεννά έναν γιο, εξαιτίας της Σοφία χάνει και Κάρμεν και γιο. Κλέβει έναν πίνακα ενός ζωγράφου που αποτελούσε το σύμβολο της σχέσης τους, τον καταγγέλλει η ερωμένη του και πηγαίνει φυλακή. Τον σώζει η Σοφία για να τον “φυλακίσει” στο Παρελθόν του και στο Ζευγάρι δια παντός. Περνά τις μέρες του προσπαθώντας να θυμηθεί και ξεδιαλύνει φωτογραφίες, υποτιτλίζοντας λεζάντες, ανασταίνοντας την σχέση του και εαυτόν. Βοηθά στην οργάνωση που δουλεύει η Σοφία “Αντέλ Ουγκώ:Οι γυναίκες που αγαπούν υπερβολικά”. Κι αιμορραγώντας, την δικαιώνει (και την Σοφία και την οργάνωση).
'Ενα μυθιστόρημα- ποταμός, με τεράστιες θουκυδίδειες παραγράφους, παρενθέσεις, παρεμβολές, γοητευτικούς συνειρμούς που ανοιγοκλείνει σαν βεντάλια για να υποδεχθεί: την εξάρτηση από τη μετάφραση, την ιστορία του Ρίλτσε που ζωγράφιζε ως θύτης και θύμα ταυτοχρόνως την ασθένεια και την απόκλιση, τη σουρεαλιστική διαδρομή ενός πίνακα που εκ του προχείρου έφτιαξε για να δωρίσει στον εραστή του, την ζωή και τα πάθη της Αντέλ Ουγκώ, μεταφραστικά συνέδρια, μουσεία, ξενοδοχεία, νοσοκομεία, γυναικείες ομάδες, και τα γράμματα της Σοφία, αλλόκοτα και ποιητικά, που υποτάσσονται στους συντακτικούς κανόνες της μυθιστορηματικής αρχιτεκτονικής, ανοιγοκλείνουν με τη σειρά τους στο χρόνο, στα συναισθήματα, με παρενθέσεις που αποτελούν στη δική της ζωή, η όντως ζωή, και αποτελούν σήμα κατατεθέν.
Επειδή αυτό που ζουν ως ζευγάρι, είναι ένα δικό τους παράλληλο σύμπαν με ό,τι άλλο συμβαίνει να λειτουργεί, για την Σοφία, τουλάχιστον, παρενθετικά.
Ένα ασθματικό βιβλίο που ή το λατρεύεις ή το μισείς, μέσον όρο δεν έχει. Με απογειωτικές στιγμές, χαρακτήρες πολυδαίδαλους και διαχρονικούς, μαύρο χιούμορ, σπαρακτικό και ταυτοχρόνως σαρκαστικό, τολμηρό, πρωτοποριακό, παντελώς διαφορετικό απ' ότι οτιδήποτε έχει διαβάσει ο καθένας μας μέχρι στιγμής. Και σαφώς ένας μεταφραστικός άθλος (εδώ είναι αναγνωστικός!) Απίστευτα γοητευτικό ανάγνωσμα.
Μικρό απόσπασμα για το τέλος: “Όχι, δεν επέστρεφε σ' ένα σπίτι, ούτε στον έρωτα μιας γυναίκας, ούτε καν στο παρελθόν – γιατί το σπίτι, ο έρωτας μιας γυναίκας και το παρελθόν ακόμα ποτέ δεν έχουν απόλυτη ανοσία στο πέρασμα του χρόνου. Επέστρεφε σ' ένα μουσείο: το μουσείο το οποίο είχε γεννηθεί, που τον είχε διαμορφώσει, από το οποίο τον είχαν κλέψει και που, στο πέρασμα των χρόνων, όχι μόνο είχε αρνηθεί να γεμίσει τη θέση του με κάποιο άλλο έκθεμα, αλλά την είχε διατηρήσει έτσι, άδεια, ενάντια στα πάντα, όπως διατηρείται ο χώρος όπου συνέβη ένα θαύμα, με την ελπίδα, τη βεβαιότητα ακόμα καλύτερα, πως αργά ή γρήγορα, αυτός, ο Ρίμινι, θα την καταλάμβανε και πάλι και το θαύμα θα συνέβαινε ακόμα μια φορά”.
Και την... κατέλαβε φυσικά!
Ένα κυνικά ερωτικό βιβλίο για τις εξαρτήσεις (παντός είδους), και τις αποκλίσεις (που μας κάνουν τόσο πολύ διαφορετικούς). Επιδέχεται, βεβαίως, πολλαπλών αναγνώσεων. Δηλαδή, εκεί όπου κάποιος μπορεί και να διακρίνει έναν μεγάλο έρωτα, κάποιος άλλος μπορεί να δει και μια φυλακή.
ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ:
Ο Άλαν Πάουλς (Alan Pauls) γεννήθηκε στo Μπουένος Άιρες το 1959. Σπούδασε στη Σχολή Τεχνών στο Πανεπιστήμιο της πόλης του και εργάστηκε ως δημοσιογράφος, μεταφραστής, σεναριογράφος, σκηνοθέτης και κριτικός κινηματογράφου. Δίδαξε Θεωρία της Λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο του Μπούενος Άιρες, και κατά τη δημοσιογραφική του σταδιοδρομία ίδρυσε το περιοδικό Lecturas Críticas. Από το 1983 ασχολείται και με τη συγγραφή σεναρίων. Στην Αργεντινή έγινε κυρίως γνωστός από το κριτικό του έργο ενώ έχει εκδώσει και μια μονογραφία για τον Μπόρχες. Είναι συγγραφέας συνολικά έξι μυθιστορημάτων.
ΥΓ. Δημοσιεύθηκε στο Έθνος της Κυριακής.
2/8/10
Κι όμως, πριν από οχτώ μήνες ήταν ένας γαλήνιος άνθρωπος...
“Η ΛΟΓΙΚΗ ΤΩΝ ΕΡΑΣΤΩΝ” του Πάμπλο Σιμονέττι. Μετάφραση: Τιτίνα Σπερελάκη. Εκδ. “Πατάκη”, σελ. 320, € 17
“Πάντα υπάρχει μια πρώτη φορά για όλα, ακόμα και για να νιώσεις τα συναισθήματα που περισσότερο φοβάσαι και λαχταράς”. Φρασούλα- κλειδί που σου κλείνει το μάτι με το που θα το ξεκινήσεις το βιβλίο, γεννημένη ή μάλλον γραμμένη ή προορισμένη για να περάσει απαρατήρητη, εφόσον ό,τι ακολουθεί στη “Λογική των εραστών” είναι καταιγιστικό: η Λάουρα που ετοιμάζεται και περιμένει αδημονώντας τον Μανουέλ για να πάνε στην όπερα, καλεσμένη από την τράπεζα όπου εργάζεται για το πρώτο επίσημο και δημόσιο γκαλά. Η ζωή τους κι ο χαρακτήρας τους, το παρελθόν και η σχέση τους που πηγαινοέρχεται όπως συμβαίνει μέσα από τις σκέψεις και τα όνειρα στην όντως ζωής. Αυτό καθ' εαυτό το γκαλά και η φυσιογνωμία του Ντιέγκο. Ο Ντιέγκο Λίρα, γοητευτικός και αμφιλεγόμενος, δικηγόρος και ιδιοκτήτης φιλόδοξης διαδικτυακής εφημερίδας που με τη μία, κατακτά και τους δυο. Για την Λάουρα, είναι ο νέος έρωτας που ονειρεύεται. Για τον Μανουέλ ο επιστήθιος φίλος που δεν έχει. Στην πορεία, οι εξελίξεις θα είναι καταιγιστικές.
Στην Χιλή που περιμένει ανυπόμονα τις αλλαγές που θα φέρει η εκλογή του Ρικάρδο Λάγος, ως πρώτου σοσιαλιστή προέδρου μετά από τριάντα χρόνια γύψου, τα πάντα αλλάζουν καταιγιστικά: οι πολιτικές προσδοκίες, οι κοινωνικές και συναισθηματικές ισορροπίες και οι ζωές, φυσικά, και των... ζευγαριών.
Η πυρίτιδα που θα δυναμυτίσει, όλα αυτά, ο Ντιέγκο, η... κατσαρίδα που θα επιζήσει η αυταρχική Λάουρα και ο αδύναμος κρίκος και το μοναδικό θύμα ο Μανουέλ. Εφόσον εκείνον επιλέγει ο αδίστακτος Ντιέγκο και επειδή “για όλα υπάρχει η πρώτη φορά”. Ο φιλήσυχος Μανουέλ θα ζήσει οριακές εμπειρίες, θα διακινδυνεύσει ψυχικά όρια, τιμή και υπόληψη, καριέρα, κυριολεκτικά θα πέσει στη φωτιά. Θα ζήσει ό,τι δεν θα μπορούσε να φανταστεί πριν από λίγο, θα το πληρώσει με υπεξαίρεση, απόρριψη, απόλυση, διασυρμό, προσωπική διάλυση, σπαραγμό.
Εν μέσω οικονομικής κρίσης στην Χιλή, διαδηλώσεων, εκλογών, υπερχρεωμένων επιχειρήσεων και δανείων, θα ανεβεί εκών άκων τον δικό του προσωπικό γολγοθά.
Ένα μυθιστόρημα όπου κυριολεκτικά η γοητεία και η αλήθεια του κινείται στα ημιτόνια, με μια πρόζα ιλιγγιώδη, διεισδυτική, αποκαλυπτική. Ο καινούργιος άξονας της ζωής θέτει υπό αμφισβήτηση δεδομένα και αυτονόητα, όλες τις μέχρι εχθές σταθερές και ο μικρόκοσμος του ζευγαριού δεν γίνεται παρά να υποκύψει στους εξωτερικούς κραδασμούς.
Θα μπορούσε να πει κανείς ότι πρόκειται για το χρονικό ενός παρεκκλίνοντος έρωτα, εάν δεν ήταν η ακτινογραφία της σχέσης ενός σύγχρονου ζευγαριού, το πορτραίτο της σύγχρονης κοινωνίας έτσι όπως διαμορφώνεται εάν δεν ήταν ο σωτήριος γολγοθάς της αυτογνωσίας που το καθιστά εν τέλει και βαθύτατα υπαρξιακό. Μικρά αποσπάσματα για το τέλος: “Τότε, μια ιδέα που από καιρό ψάχνει μια ρωγμή για να αναδυθεί στην επιφάνεια, έρχεται στο μυαλό του με σαφήνεια: Η πλήρης συνύπαρξη σ' ένα γάμο είναι ουτοπία, του ίδιου διαμετρήματος με την απαίτηση να είναι κανείς συνεπής σε όλες του τις πράξεις”. “Πριν από οχτώ μήνες ήταν ένας άνθρωπος, αν όχι ευτυχισμένος, γαλήνιος. Αμέσως παραδέχεται πως κάνει λάθος. Το γεγονός πως δε συνέβαινε τίποτα στη ζωή του δεν πάει να πει πως ήταν γαλήνιος' αντίθετα, η ηρεμία ήταν κακός οιωνός. Εκείνος ήταν που έφτασε σ' αυτή την κατάσταση, χωρίς να τον υποχρεώσει κανείς, όμως δεν παύει να σκέφτεται πως μια δύναμη που δεν καταλαβαίνει συνέβαλε στο έργο. Δεν πρόκειται για τη μοίρα, στην οποία συνήθως αποδίδονται τα σκαμπανεβάσματα της ζωής. Είναι μια άλλη δύναμη εντελώς διαφορετική, μια δύναμη που γεννήθηκε από τη Λάουρα κι από τον ίδιο, και που βρήκε στον Ντιέγκο τον πυροκροτητή της”. Όπως αντιλαμβάνεστε για τον όλεθρο αρκούν όχι οχτώ μήνες αλλά και οχτώ λεπτά! Υπάρχει ο όλεθρος μέσα μας, ακόμα και όταν νομίζουμε πως παραμένουμε γαλήνιοι.
ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ:
Ο Πάμπλο Σιμονέττι γεννήθηκε στο Σαντιάγο της Χιλής το 1961 στους κόλπους μιας οικογένειας Ιταλών μεταναστών.
Σπούδασε πολιτικός μηχανικός στο Καθολικό Πανεπιστήμιο της χώρας του και πήρε μάστερ στα Engineering-Economic Systems από το Πανεπιστήμιο του Στάνφορντ, στην Καλιφόρνια. Επί ένα διάστημα άσκησε το επάγγελμά του σε ιδιωτικές επιχειρήσεις.
Από το 1996 αφιερώθηκε αποκλειστικά στη λογοτεχνία. Το 1997 κέρδισε τον σημαντικό διαγωνισμό διηγήματος του περιοδικού Πάουλα με το διήγημά του "Σάντα Λουσία". Το 1999 δημοσίευσε τη συλλογή διηγημάτων "Vidas Vulnerables" ("Ευάλωτες ζωές") και ακολούθησε το 2004 το μυθιστόρημα "Madre que estas en los cielos" ("Μήτερ υμών η εν τοις ουρανοίς"). Τα βιβλία αυτά γνώρισαν ενθουσιώδη υποδοχή από τους συναδέλφους του, από τους κριτικούς και από τους αναγνώστες σε ολόκληρη τη Λατινική Αμερική.
Με τη "Λογική των εραστών", που κυκλοφόρησε το 2007, ο Πάμπλο Σιμρνέττι έκανε μια ακόμη μεγαλύτερη εκδοτική επιτυχία, διευρύνοντας το κοινό του και από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού.
Δημοσιεύθηκε στο Έθνος της Κυριακής
“Πάντα υπάρχει μια πρώτη φορά για όλα, ακόμα και για να νιώσεις τα συναισθήματα που περισσότερο φοβάσαι και λαχταράς”. Φρασούλα- κλειδί που σου κλείνει το μάτι με το που θα το ξεκινήσεις το βιβλίο, γεννημένη ή μάλλον γραμμένη ή προορισμένη για να περάσει απαρατήρητη, εφόσον ό,τι ακολουθεί στη “Λογική των εραστών” είναι καταιγιστικό: η Λάουρα που ετοιμάζεται και περιμένει αδημονώντας τον Μανουέλ για να πάνε στην όπερα, καλεσμένη από την τράπεζα όπου εργάζεται για το πρώτο επίσημο και δημόσιο γκαλά. Η ζωή τους κι ο χαρακτήρας τους, το παρελθόν και η σχέση τους που πηγαινοέρχεται όπως συμβαίνει μέσα από τις σκέψεις και τα όνειρα στην όντως ζωής. Αυτό καθ' εαυτό το γκαλά και η φυσιογνωμία του Ντιέγκο. Ο Ντιέγκο Λίρα, γοητευτικός και αμφιλεγόμενος, δικηγόρος και ιδιοκτήτης φιλόδοξης διαδικτυακής εφημερίδας που με τη μία, κατακτά και τους δυο. Για την Λάουρα, είναι ο νέος έρωτας που ονειρεύεται. Για τον Μανουέλ ο επιστήθιος φίλος που δεν έχει. Στην πορεία, οι εξελίξεις θα είναι καταιγιστικές.
Στην Χιλή που περιμένει ανυπόμονα τις αλλαγές που θα φέρει η εκλογή του Ρικάρδο Λάγος, ως πρώτου σοσιαλιστή προέδρου μετά από τριάντα χρόνια γύψου, τα πάντα αλλάζουν καταιγιστικά: οι πολιτικές προσδοκίες, οι κοινωνικές και συναισθηματικές ισορροπίες και οι ζωές, φυσικά, και των... ζευγαριών.
Η πυρίτιδα που θα δυναμυτίσει, όλα αυτά, ο Ντιέγκο, η... κατσαρίδα που θα επιζήσει η αυταρχική Λάουρα και ο αδύναμος κρίκος και το μοναδικό θύμα ο Μανουέλ. Εφόσον εκείνον επιλέγει ο αδίστακτος Ντιέγκο και επειδή “για όλα υπάρχει η πρώτη φορά”. Ο φιλήσυχος Μανουέλ θα ζήσει οριακές εμπειρίες, θα διακινδυνεύσει ψυχικά όρια, τιμή και υπόληψη, καριέρα, κυριολεκτικά θα πέσει στη φωτιά. Θα ζήσει ό,τι δεν θα μπορούσε να φανταστεί πριν από λίγο, θα το πληρώσει με υπεξαίρεση, απόρριψη, απόλυση, διασυρμό, προσωπική διάλυση, σπαραγμό.
Εν μέσω οικονομικής κρίσης στην Χιλή, διαδηλώσεων, εκλογών, υπερχρεωμένων επιχειρήσεων και δανείων, θα ανεβεί εκών άκων τον δικό του προσωπικό γολγοθά.
Ένα μυθιστόρημα όπου κυριολεκτικά η γοητεία και η αλήθεια του κινείται στα ημιτόνια, με μια πρόζα ιλιγγιώδη, διεισδυτική, αποκαλυπτική. Ο καινούργιος άξονας της ζωής θέτει υπό αμφισβήτηση δεδομένα και αυτονόητα, όλες τις μέχρι εχθές σταθερές και ο μικρόκοσμος του ζευγαριού δεν γίνεται παρά να υποκύψει στους εξωτερικούς κραδασμούς.
Θα μπορούσε να πει κανείς ότι πρόκειται για το χρονικό ενός παρεκκλίνοντος έρωτα, εάν δεν ήταν η ακτινογραφία της σχέσης ενός σύγχρονου ζευγαριού, το πορτραίτο της σύγχρονης κοινωνίας έτσι όπως διαμορφώνεται εάν δεν ήταν ο σωτήριος γολγοθάς της αυτογνωσίας που το καθιστά εν τέλει και βαθύτατα υπαρξιακό. Μικρά αποσπάσματα για το τέλος: “Τότε, μια ιδέα που από καιρό ψάχνει μια ρωγμή για να αναδυθεί στην επιφάνεια, έρχεται στο μυαλό του με σαφήνεια: Η πλήρης συνύπαρξη σ' ένα γάμο είναι ουτοπία, του ίδιου διαμετρήματος με την απαίτηση να είναι κανείς συνεπής σε όλες του τις πράξεις”. “Πριν από οχτώ μήνες ήταν ένας άνθρωπος, αν όχι ευτυχισμένος, γαλήνιος. Αμέσως παραδέχεται πως κάνει λάθος. Το γεγονός πως δε συνέβαινε τίποτα στη ζωή του δεν πάει να πει πως ήταν γαλήνιος' αντίθετα, η ηρεμία ήταν κακός οιωνός. Εκείνος ήταν που έφτασε σ' αυτή την κατάσταση, χωρίς να τον υποχρεώσει κανείς, όμως δεν παύει να σκέφτεται πως μια δύναμη που δεν καταλαβαίνει συνέβαλε στο έργο. Δεν πρόκειται για τη μοίρα, στην οποία συνήθως αποδίδονται τα σκαμπανεβάσματα της ζωής. Είναι μια άλλη δύναμη εντελώς διαφορετική, μια δύναμη που γεννήθηκε από τη Λάουρα κι από τον ίδιο, και που βρήκε στον Ντιέγκο τον πυροκροτητή της”. Όπως αντιλαμβάνεστε για τον όλεθρο αρκούν όχι οχτώ μήνες αλλά και οχτώ λεπτά! Υπάρχει ο όλεθρος μέσα μας, ακόμα και όταν νομίζουμε πως παραμένουμε γαλήνιοι.
ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ:
Ο Πάμπλο Σιμονέττι γεννήθηκε στο Σαντιάγο της Χιλής το 1961 στους κόλπους μιας οικογένειας Ιταλών μεταναστών.
Σπούδασε πολιτικός μηχανικός στο Καθολικό Πανεπιστήμιο της χώρας του και πήρε μάστερ στα Engineering-Economic Systems από το Πανεπιστήμιο του Στάνφορντ, στην Καλιφόρνια. Επί ένα διάστημα άσκησε το επάγγελμά του σε ιδιωτικές επιχειρήσεις.
Από το 1996 αφιερώθηκε αποκλειστικά στη λογοτεχνία. Το 1997 κέρδισε τον σημαντικό διαγωνισμό διηγήματος του περιοδικού Πάουλα με το διήγημά του "Σάντα Λουσία". Το 1999 δημοσίευσε τη συλλογή διηγημάτων "Vidas Vulnerables" ("Ευάλωτες ζωές") και ακολούθησε το 2004 το μυθιστόρημα "Madre que estas en los cielos" ("Μήτερ υμών η εν τοις ουρανοίς"). Τα βιβλία αυτά γνώρισαν ενθουσιώδη υποδοχή από τους συναδέλφους του, από τους κριτικούς και από τους αναγνώστες σε ολόκληρη τη Λατινική Αμερική.
Με τη "Λογική των εραστών", που κυκλοφόρησε το 2007, ο Πάμπλο Σιμρνέττι έκανε μια ακόμη μεγαλύτερη εκδοτική επιτυχία, διευρύνοντας το κοινό του και από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού.
Δημοσιεύθηκε στο Έθνος της Κυριακής
13/7/10
Το σημειωματάριο του Θεού
Ο προστατευτικός μανδύας των αριθμών...
“Ο ΑΓΑΠΗΜΕΝΟΣ ΤΥΠΟΣ ΤΟΥ ΚΑΘΗΓΗΤΗ” της Γυόκο Ογκάουα. Μετάφραση από τα Ιαπωνικά: Παναγιώτης Ευαγγελίδης. Εκδ. “Άγρα”, σελ. 304, € 18.50
“Λίγο αφότου άρχισα να πηγαίνω στου καθηγητή ως οικιακή βοηθός μού έγινε σαφές ότι είχε τη συνήθεια, όταν βρισκόταν σε σύγχυση και δεν ήξερε τι να πει, να καταφεύγει αντί για λέξεις σε αριθμούς. Ήταν ο τρόπος που είχε εφεύρει για να επικοινωνεί με τους άλλους. Οι αριθμοί ήταν το δεξί χέρι που έτεινε στον συνομιλητή του αντί χειραψίας και συγχρόνως ο προστατευτικός του μανδύας. Ένας μανδύας τόσο χοντρός και βαρύς που όσο κι αν τον πίεζες δεν μπορούσες να ιχνηλατήσεις τη γραμμή του σώματος, ένας μανδύας που κανείς δεν μπορούσε να τον βγάλει από πάνω του. Όσο τον φορούσε, η ύπαρξή του ήταν ασφαλής”.
Μοναδική στο να αντλεί ποίηση από την καθημερινότητα, μαγεία από την αιώνια επανάληψη, και να αναδεικνύει το θαυμαστό και το αλλόκοτο και στο ελάχιστο, η ιαπωνέζα Γυόκο Ογκάουα ανακαλύπτει με άλλα μάτια και λέξεις και διάθεση την θεική και ποιητική προέλευση των Μαθηματικών. Ακουμπώντας σε επεισόδια ζωής που επιτρέπουν στον καθένα να τα θεωρήσει ως απολύτως εφικτά.
Εκείνος, ένας λαμπρός εξηντάχρονος καθηγητής Μαθηματικών που μετά από ένα ατύχημα διαθέτει πια μια βραχεία μνήμη μόλις ογδόντα λεπτών. Εκείνη, μια ευαίσθητη, ευφυής οικιακή βοηθός με τον δεκάχρονο γιο της. Συναντούνται “τυχαία” - όσο τυχαίο παραμένει το τυχαίο στις ιστορίες της Ογκάουα – στο παράσπιτο μιας έπαυλης που αποτελεί και το σπίτι του καθηγητή, ως η ένατη κατά σειρά οικιακή βοηθός και στο μυθιστόρημα “Ο αγαπημένος μαθηματικός τύπος του καθηγητή”.
Ξανασυστήνονται κάθε πρωί, ξεκινώντας από τα βασικά: τί νούμερο παπούτσια φοράτε, πότε γεννηθήκατε...
Πατώντας στέρεα μονάχα σε αριθμούς, ο Καθηγητής αισθάνεται ασφάλεια. Εξάλλου το μόνο που εξακολουθεί να θυμάται είναι μαθηματικοί τύποι και θεωρήματα, η συνεχής μνήμη του σταματά στο ατύχημα και ακουμπά απολύτως σε αυτά. Τα μοιράζεται μαζί τους, τους φανερώνει την ποίηση, τη μαγεία και τη σοφία τους, τους διδάσκει μέσα από την καθημερινότητα να τα προσεγγίζουν διαισθητικά. Ταυτοχρόνως, συμπληρώνει τα προς το ζην του λύνοντας προβλήματα για διαγωνισμούς με άκρα ταπείνωση, ισχυριζόμενος ότι:
“Εκείνοι που φτιάχνουν τα προβλήματα γνωρίζουν και τις απαντήσεις. Το να λύνει κανείς ένα πρόβλημα του οποίου η λύση υπάρχει εκ των προτέρων είναι λιγάκι σαν να κάνει μια ανάβαση με οδηγό σε ένα βουνό που η κορυφή του είναι ήδη ορατή από κάτω. Η αλήθεια των μαθηματικών κρύβεται διακριτικά, χωρίς να μπορεί να γίνει γνωστή σε κανέναν, στο τέλος ενός δρόμου που όμως δεν είναι δρόμος. Επιπλέον, ο τύπος αυτός δεν είναι αναγκαστικά και μόνο μια κορυφή. Καμιά φορά μπορεί να είναι ένα απόκρημνο φαράγγι ανάμεσα σε δύο βράχια, άλλοτε το βάθος μιας κοιλάδας”.
Ζώντας μαζί του, γίνονται φίλοι του, διαβάζουν αλλιώς τη ζωή, αισθάνονται φιλία και θαλπωρή, προσεγγίζουν το αιώνιο αίνιγμα κι αγγίζουν σχεδόν την αλήθεια παρ' ότι: “Η αιώνια αλήθεια είναι αόρατη, δεν κυβερνιέται από την ύλη, τα φυσικά φαινόμενα ή τις συγκινήσεις. Τα μαθηματικά μπορούν να φωτίσουν αυτό το σχήμα και να το εκφράσουν. Τίποτε δεν μπορεί να τα εμποδίσει”.
Μαζί θα περπατήσουν από τον μαθηματικό τύπο του Όιλερ, μέχρι το Θεώρημα του Φερμά. Θα γοητευθούν από τους τέλειους και τους πρώτους αριθμούς, θα μάθουν να λένε τις λέξεις... ανάποδα, θα αφεθούν στη μαγεία του Ενάτσου, του μπειζμπολ και του νούμερου 28, θα δώσουν υπόσταση στην ανυπαρξία και αξία στην ύπαρξή τους, θ' ανακαλύψουν σε ένα κουτί μπισκότα το παρελθόν και τη μνήμη του Καθηγητή, θα υποδέχονται με άλλα μάτια τη ζωή, κάθε μέρα, κάθε πρωί.
“Είχα πραγματικά ανάγκη να νιώσω πως ένας κόσμος αόρατος στήριζε τον ορατό. Μια ευθεία γραμμή αλήθειας, χωρίς πάχος ούτε επιφάνεια, που εκτείνεται στο άπειρο, διατρυπώντας με μεγαλοπρέπεια τα σκοτάδια. Αυτή η ευθεία μού έφερνε κάποια γαλήνη”.
Θα μάθουν μέσα από τους ουρανούς να διαβάζουν το σημειωματάριο του Θεού:
“Εγώ όμως, ξέρετε, δεν έχω ιδιαίτερη επιθυμία να χαρώ. Το μόνο που έκανα ήταν να ρίξω μια ματιά στο σημειωματάριο του Θεού και να κάνω απλή αντιγραφή...”
Με διάκριση, διακριτικότητα, ταπεινότητα, ευφροσύνη:
“Ναι, ακριβώς, να τις ανακαλύπτω. Όχι να τις εφευρίσκω. Ξεθάβω θεωρήματα που είναι εκεί ήδη πολύ πριν από τη δική μου γέννηση και των οποίων κανείς δεν είχε αντιληφθεί την ύπαρξη. Σαν να αντιγράφω σειρά σειρά την αλήθεια που είναι αποθηκευμένη στο σημειωματάριο του Θεού. Κανείς δεν γνωρίζει πού βρίσκεται αυτό το σημειωματάριο ούτε πότε ανοίγει”.
Θα περάσουν τα δύσκολα, τα όμορφα, θα γιορτάσουν γενέθλια, θα τρομάξουν σε ασθένειες, θα χωρίσουν και θα ξαναβρεθούν, θα μεγαλώσουν κι ο Ρούτ (ο γιος της σαν... τετραγωνική ρίζα) θα σπουδάσει καθηγητής μαθηματικών, θα αποκτήσει νόημα η ζωή διότι θα έχει νόημα ο ένας για τον άλλον...
Μια μαγική ανάγνωση της ζωής μέσα από τη μαγεία και την ποίηση των αριθμών. Ένα βιβλίο σοφό και απολαυστικό και κατευναστικό σαν χάδι θεικό, σαν νανούρισμα για παιδιά που γερνούν κι όλο ψάχνουν. Το μαθηματικό αριθμητάρι – σημειωματάριο του Θεού, της Ζωής, του Άλλου.
Ογκάουα, υπέροχα μαγική.
ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ-
ΠΟΙΑ ΕΙΝΑΙ:
Η Γυόκο Ογκάουα γεννήθηκε το 1962 στην επαρχία της Οκαγιάμα. Αποφοίτησε το 1984 από το Πανεπιστήμιο Ουασέντα του Τόκυο, όπου σπούδασε λογοτεχνία και τέχνες. Ενώ δούλευε σ ένα ιατρικό Πανεπιστήμιο στην Οκαγιάμα, άρχισε να γράφει νουβέλες. Το 1988 κέρδισε το βραβείο Καϊέν για νέους συγγραφείς με τη νουβέλα της "Όταν σπάζει η πεταλούδα". Η φήμη της μεγάλωσε όταν οι επόμενες δουλειές της - "Ο τέλειος θάλαμος αρρώστων", "Η πισίνα των καταδύσεων", "Το τσάι που δεν κρυώνει" και το "Ημερολόγιο εγκυμοσύνης" - ήταν υποψήφιες η μία μετά την άλλη για το βραβείο Ακουταγκάουα. Το κέρδισε τελικά το 1991, σε ηλικία 29 ετών, για το "Ημερολόγιο εγκυμοσύνης".
Τα αφηγήματα της Ογκάουα χαρακτηρίζουν το βαθύ της ενδιαφέρον για τον κόσμο του πνεύματος -ιδιαίτερα το σημείο συνάντησης των ζωντανών με τους νεκρούς- τα φανταστικά θέματα, ένας αλλόκοτος ερωτισμός και ανομολόγητα συναισθήματα.
Ζει με τον άντρα της και την κόρη της στο Κουράσικι, ιστορική πόλη της επαρχίας Οκαγιάμα.
ΥΓ. Ευγνώμων (για άλλη μια φορά) στον Librofilo που κρατούσε την αναπνοή του σαν το ινδιανάκι μέχρι να την διαβάσω (ε καλά κι εγώ μετά έπεσα με τα μούτρα! Τηλεφωνούσα στις εκδόσεις “πότε θα βγάλετε τον καθηγητή” και “πότε θα βγάλετε τον καθηγητή” ε και τον έβγαλαν!)
“Ο ΑΓΑΠΗΜΕΝΟΣ ΤΥΠΟΣ ΤΟΥ ΚΑΘΗΓΗΤΗ” της Γυόκο Ογκάουα. Μετάφραση από τα Ιαπωνικά: Παναγιώτης Ευαγγελίδης. Εκδ. “Άγρα”, σελ. 304, € 18.50
“Λίγο αφότου άρχισα να πηγαίνω στου καθηγητή ως οικιακή βοηθός μού έγινε σαφές ότι είχε τη συνήθεια, όταν βρισκόταν σε σύγχυση και δεν ήξερε τι να πει, να καταφεύγει αντί για λέξεις σε αριθμούς. Ήταν ο τρόπος που είχε εφεύρει για να επικοινωνεί με τους άλλους. Οι αριθμοί ήταν το δεξί χέρι που έτεινε στον συνομιλητή του αντί χειραψίας και συγχρόνως ο προστατευτικός του μανδύας. Ένας μανδύας τόσο χοντρός και βαρύς που όσο κι αν τον πίεζες δεν μπορούσες να ιχνηλατήσεις τη γραμμή του σώματος, ένας μανδύας που κανείς δεν μπορούσε να τον βγάλει από πάνω του. Όσο τον φορούσε, η ύπαρξή του ήταν ασφαλής”.
Μοναδική στο να αντλεί ποίηση από την καθημερινότητα, μαγεία από την αιώνια επανάληψη, και να αναδεικνύει το θαυμαστό και το αλλόκοτο και στο ελάχιστο, η ιαπωνέζα Γυόκο Ογκάουα ανακαλύπτει με άλλα μάτια και λέξεις και διάθεση την θεική και ποιητική προέλευση των Μαθηματικών. Ακουμπώντας σε επεισόδια ζωής που επιτρέπουν στον καθένα να τα θεωρήσει ως απολύτως εφικτά.
Εκείνος, ένας λαμπρός εξηντάχρονος καθηγητής Μαθηματικών που μετά από ένα ατύχημα διαθέτει πια μια βραχεία μνήμη μόλις ογδόντα λεπτών. Εκείνη, μια ευαίσθητη, ευφυής οικιακή βοηθός με τον δεκάχρονο γιο της. Συναντούνται “τυχαία” - όσο τυχαίο παραμένει το τυχαίο στις ιστορίες της Ογκάουα – στο παράσπιτο μιας έπαυλης που αποτελεί και το σπίτι του καθηγητή, ως η ένατη κατά σειρά οικιακή βοηθός και στο μυθιστόρημα “Ο αγαπημένος μαθηματικός τύπος του καθηγητή”.
Ξανασυστήνονται κάθε πρωί, ξεκινώντας από τα βασικά: τί νούμερο παπούτσια φοράτε, πότε γεννηθήκατε...
Πατώντας στέρεα μονάχα σε αριθμούς, ο Καθηγητής αισθάνεται ασφάλεια. Εξάλλου το μόνο που εξακολουθεί να θυμάται είναι μαθηματικοί τύποι και θεωρήματα, η συνεχής μνήμη του σταματά στο ατύχημα και ακουμπά απολύτως σε αυτά. Τα μοιράζεται μαζί τους, τους φανερώνει την ποίηση, τη μαγεία και τη σοφία τους, τους διδάσκει μέσα από την καθημερινότητα να τα προσεγγίζουν διαισθητικά. Ταυτοχρόνως, συμπληρώνει τα προς το ζην του λύνοντας προβλήματα για διαγωνισμούς με άκρα ταπείνωση, ισχυριζόμενος ότι:
“Εκείνοι που φτιάχνουν τα προβλήματα γνωρίζουν και τις απαντήσεις. Το να λύνει κανείς ένα πρόβλημα του οποίου η λύση υπάρχει εκ των προτέρων είναι λιγάκι σαν να κάνει μια ανάβαση με οδηγό σε ένα βουνό που η κορυφή του είναι ήδη ορατή από κάτω. Η αλήθεια των μαθηματικών κρύβεται διακριτικά, χωρίς να μπορεί να γίνει γνωστή σε κανέναν, στο τέλος ενός δρόμου που όμως δεν είναι δρόμος. Επιπλέον, ο τύπος αυτός δεν είναι αναγκαστικά και μόνο μια κορυφή. Καμιά φορά μπορεί να είναι ένα απόκρημνο φαράγγι ανάμεσα σε δύο βράχια, άλλοτε το βάθος μιας κοιλάδας”.
Ζώντας μαζί του, γίνονται φίλοι του, διαβάζουν αλλιώς τη ζωή, αισθάνονται φιλία και θαλπωρή, προσεγγίζουν το αιώνιο αίνιγμα κι αγγίζουν σχεδόν την αλήθεια παρ' ότι: “Η αιώνια αλήθεια είναι αόρατη, δεν κυβερνιέται από την ύλη, τα φυσικά φαινόμενα ή τις συγκινήσεις. Τα μαθηματικά μπορούν να φωτίσουν αυτό το σχήμα και να το εκφράσουν. Τίποτε δεν μπορεί να τα εμποδίσει”.
Μαζί θα περπατήσουν από τον μαθηματικό τύπο του Όιλερ, μέχρι το Θεώρημα του Φερμά. Θα γοητευθούν από τους τέλειους και τους πρώτους αριθμούς, θα μάθουν να λένε τις λέξεις... ανάποδα, θα αφεθούν στη μαγεία του Ενάτσου, του μπειζμπολ και του νούμερου 28, θα δώσουν υπόσταση στην ανυπαρξία και αξία στην ύπαρξή τους, θ' ανακαλύψουν σε ένα κουτί μπισκότα το παρελθόν και τη μνήμη του Καθηγητή, θα υποδέχονται με άλλα μάτια τη ζωή, κάθε μέρα, κάθε πρωί.
“Είχα πραγματικά ανάγκη να νιώσω πως ένας κόσμος αόρατος στήριζε τον ορατό. Μια ευθεία γραμμή αλήθειας, χωρίς πάχος ούτε επιφάνεια, που εκτείνεται στο άπειρο, διατρυπώντας με μεγαλοπρέπεια τα σκοτάδια. Αυτή η ευθεία μού έφερνε κάποια γαλήνη”.
Θα μάθουν μέσα από τους ουρανούς να διαβάζουν το σημειωματάριο του Θεού:
“Εγώ όμως, ξέρετε, δεν έχω ιδιαίτερη επιθυμία να χαρώ. Το μόνο που έκανα ήταν να ρίξω μια ματιά στο σημειωματάριο του Θεού και να κάνω απλή αντιγραφή...”
Με διάκριση, διακριτικότητα, ταπεινότητα, ευφροσύνη:
“Ναι, ακριβώς, να τις ανακαλύπτω. Όχι να τις εφευρίσκω. Ξεθάβω θεωρήματα που είναι εκεί ήδη πολύ πριν από τη δική μου γέννηση και των οποίων κανείς δεν είχε αντιληφθεί την ύπαρξη. Σαν να αντιγράφω σειρά σειρά την αλήθεια που είναι αποθηκευμένη στο σημειωματάριο του Θεού. Κανείς δεν γνωρίζει πού βρίσκεται αυτό το σημειωματάριο ούτε πότε ανοίγει”.
Θα περάσουν τα δύσκολα, τα όμορφα, θα γιορτάσουν γενέθλια, θα τρομάξουν σε ασθένειες, θα χωρίσουν και θα ξαναβρεθούν, θα μεγαλώσουν κι ο Ρούτ (ο γιος της σαν... τετραγωνική ρίζα) θα σπουδάσει καθηγητής μαθηματικών, θα αποκτήσει νόημα η ζωή διότι θα έχει νόημα ο ένας για τον άλλον...
Μια μαγική ανάγνωση της ζωής μέσα από τη μαγεία και την ποίηση των αριθμών. Ένα βιβλίο σοφό και απολαυστικό και κατευναστικό σαν χάδι θεικό, σαν νανούρισμα για παιδιά που γερνούν κι όλο ψάχνουν. Το μαθηματικό αριθμητάρι – σημειωματάριο του Θεού, της Ζωής, του Άλλου.
Ογκάουα, υπέροχα μαγική.
ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ-
ΠΟΙΑ ΕΙΝΑΙ:
Η Γυόκο Ογκάουα γεννήθηκε το 1962 στην επαρχία της Οκαγιάμα. Αποφοίτησε το 1984 από το Πανεπιστήμιο Ουασέντα του Τόκυο, όπου σπούδασε λογοτεχνία και τέχνες. Ενώ δούλευε σ ένα ιατρικό Πανεπιστήμιο στην Οκαγιάμα, άρχισε να γράφει νουβέλες. Το 1988 κέρδισε το βραβείο Καϊέν για νέους συγγραφείς με τη νουβέλα της "Όταν σπάζει η πεταλούδα". Η φήμη της μεγάλωσε όταν οι επόμενες δουλειές της - "Ο τέλειος θάλαμος αρρώστων", "Η πισίνα των καταδύσεων", "Το τσάι που δεν κρυώνει" και το "Ημερολόγιο εγκυμοσύνης" - ήταν υποψήφιες η μία μετά την άλλη για το βραβείο Ακουταγκάουα. Το κέρδισε τελικά το 1991, σε ηλικία 29 ετών, για το "Ημερολόγιο εγκυμοσύνης".
Τα αφηγήματα της Ογκάουα χαρακτηρίζουν το βαθύ της ενδιαφέρον για τον κόσμο του πνεύματος -ιδιαίτερα το σημείο συνάντησης των ζωντανών με τους νεκρούς- τα φανταστικά θέματα, ένας αλλόκοτος ερωτισμός και ανομολόγητα συναισθήματα.
Ζει με τον άντρα της και την κόρη της στο Κουράσικι, ιστορική πόλη της επαρχίας Οκαγιάμα.
ΥΓ. Ευγνώμων (για άλλη μια φορά) στον Librofilo που κρατούσε την αναπνοή του σαν το ινδιανάκι μέχρι να την διαβάσω (ε καλά κι εγώ μετά έπεσα με τα μούτρα! Τηλεφωνούσα στις εκδόσεις “πότε θα βγάλετε τον καθηγητή” και “πότε θα βγάλετε τον καθηγητή” ε και τον έβγαλαν!)
12/7/10
Υπάρχουν κι άλλες όψεις αλήθειας εκτός από εκείνη που νομίζουμε πως βλέπουμε. Αλλά δεν θέλουμε να ξέρουμε. Δεν αντέχουμε. Ισως να μην είναι ορατές.
“Ηταν σίγουρος ότι οι καθρέφτες, μπροστά στους οποίους οι γυναίκες στολίζονταν πριν τις φιλήσουν – ή πριν τις δολοφονήσουν-, αποτύπωναν κάτι από το πρόσωπό τους. 'Ομως, σε τούτο τον αδιάφορο κόσμο, κανείς δεν είχε σκεφτεί ν' ασχοληθεί μαζί τους.
“ΤΟ ΑΤΥΧΗΜΑ” του Ισμαήλ Κανταρέ. Μετάφραση από τα αλβανικά: Τηλέμαχος Κώτσιας. Εκδ. “Ελληνικά Γράμματα”, σελ. 320, € 18
“Το ερώτημα, τι θα μπορούσαν να ήταν οι δυο κύριοι πρωταγωνιστές, ο Μπεσφόρτ Υ. και η Ροβένα Αγ., προέκυπτε αβίαστα ήδη από το μέσον του φακέλου. Δυο κοινοί άραγε άνθρωποι που έπαιζαν θέατρο, που προσποιούνταν δηλαδή πως ήταν εραστές, σύμφωνα με όλα τα κλισέ, και οι οποίοι στην πραγματικότητα δεν ήταν παρά ο πελάτης με την πόρνη του, ή το αντίθετο; δυο εραστές πολυτελείας που, όπως οι αλλοτινοί πρίγκιπες, κυκλοφορούσαν ινκόγκνιτο στην πόλη, σαν κοινοί θνητοί, θέλοντας να κρύψουν τον έρωτά τους, παριστάνοντας εκείνη την πόρνη κι εκείνος τον καρδιοκατακτητή;
Σε μιαν άλλη πιο βαθιά προσέγγιση, ο ερευνητής θεωρούσε ότι ο Μπέσφορτ Υ. και η φίλη του ήταν απλώς δυο άτομα που είχαν παρεκκλίνει από την τάξη των πραγμάτων”...
Στην προκειμένη περίπτωση με μεγίστη δεξιοτεχνία ο Ισμαήλ Κανταρέ υπογράφει ένα μυθιστόρημα που σίγουρα παρεκκλίνει από την τάξη των... ειδών, εφόσον από την πρώτη έως την τελευταία σελίδα, ουδείς μπορεί να υποστηρίξει μετά βεβαιότητος αν πρόκειται για μια φλογερή ερωτική ιστορία με μοιραίο τέλος ή για ένα λανθάνον αστυνομικό μυθιστόρημα, εξάλλου ο συγγραφέας μας έχει συνηθίσει σε ένα πάντρεμα ακριβώς των ειδών. Εγκιβωτίζοντας την ιστορία μέσα στην Ιστορία, τον έρωτα και το τυχαίο μέσα στην Πολιτική.
Και φυσικά αναποδογυρίζει ευθύς εξαρχής τα πάντα. Δηλαδή, ξεκινά απ' το τέλος. 'Ενα ταξί στην Αυστρία ξεφεύγοντας από την πορεία, οδηγεί στα τάρταρα και τον θάνατο τους δυο εραστές. Ο επιζήσας οδηγός δε θυμάται παρά το γεγονός ότι “προσπαθούσαν να... φιληθούν” να τον θέτει εκτός πορείας.
Οι ταυτότητες των ηρώων, οδηγούν αναγκαστικά τον ερευνητή και αφηγητή του βιβλίου σε σκέψεις σύνθετες και αινιγματικές:
“Υπάρχουν κι άλλες όψεις της αλήθειας, εκτός από εκείνη που νομίζουμε πως βλέπουμε”, είπε χαμηλόφωνα. “Αλλά δεν τις ξέρουμε. Δεν θέλουμε να τις ξέρουμε. Δεν το αντέχουμε. Ίσως να μην είναι ορατές”.
Και ακολουθώντας τις απαραίτητες αρχετυπικές, κανταρικές αναφορές, επιμένει:
“Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι οι αρχαίοι υποψιάζονταν πως οι θεοί δεν έδωσαν στους ανθρώπους την υπέρτατη γνώση. Γι' αυτό και συνήθως δεν μπορούμε να διακρίνουμε αυτό που συμβαίνει- είμαστε τυφλοί'.
Για να προσεγγίσει την αλήθεια, καταφεύγει στις μαρτυρίες φίλων, γνωστών. Και συνθέτει το χρονικό ενός έρωτα, με δάνειο την διασωθείσα αλληλογραφία, έτσι ο αναγνώστης διαβάζει εγκιβωτισμένη στην ιστορία και την ερωτική ιστορία των εραστών. Αλλά ο Κανταρέ, αγαπά τα αινίγματα. Εξάλλου και στη ζωή πάντα δεν μένει ένα μισάνοιχτο τέλος; Ανοιχτό στο ενδεχόμενο και στο τυχόν λάθος ανθρώπινο υπολογισμό.
“Τώρα θα μείνει και πάλι μόνος, παρέα με το αίνιγμα των δυο ξένων, τη λύση του οποίου κανείς δεν του την είχε ζητήσει”, θα αποδεχθεί. Ακολουθώντας με τον γρίφο του και την δική του διαδρομή ως το τέλος. Μοναδικός μάρτυρας, ο καθρέφτης, “το πειστήριο”, ε θα τους ζητήσει, λοιπόν, να τον θάψουν μ' αυτόν!
“Ηταν σίγουρος ότι οι καθρέφτες, μπροστά στους οποίους οι γυναίκες στολίζονταν πριν τις φιλήσουν – ή πριν τις δολοφονήσουν-, αποτύπωναν κάτι από το πρόσωπό τους. 'Ομως, σε τούτο τον αδιάφορο κόσμο, κανείς δεν είχε σκεφτεί ν' ασχοληθεί μαζί τους.
Διατηρούσε την ελπίδα πως ό,τι συνέβη στο ταξί που μετέφερε τους δυο εραστές στο αεροδρόμιο, πριν από χίλια χρόνια, θα είχε αφήσει ένα ίχνος, έστω και εντελώς αδιόρατο, στην επιφάνεια του καθρέφτη”...
'Ενα αριστουργηματικό μυθιστόρημα- κομψοτέχνημα, που είναι όλα: ιστορία, έρωτας, κατασκοπεία, αστυνομικός ή υπαρξιακός γρίφος, ψυχολογικό παιχνίδι για γερά νεύρα, σκάκι για παίχτες γερούς, πολιτική, λογική... σπαζοκεφαλιά σαν το θεώρημα του Φερμά ή σαν την εικασία του Γκόλντμπαχ, τόσο φαινομενικά απλή αλλά πάντα, πάντα, για την λύση κάτι θα σου διαφεύγει.
Πολυεπίπεδοι χαρακτήρες, σχιζοφρενικά μεγαλοφυής ο ερευνητής, ερωτική ιστορία σαν κινούμενη άμμος, “έτσι είναι αν έτσι νομίζετε εσείς”, κι ο έρωτας σαν τον Θεό ή σαν την ιδεολογία, μπορεί αλήθεια, αλλά μπορεί και επινόηση. Ίσως ψευδαίσθηση, αλλά μπορεί και όντως ζωή.
ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ-
ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ:
Ο Ισμαήλ Κανταρέ (Ismail Kadare) είναι ένας από τους σημαντικότερους, σύγχρονους, διεθνώς αναγνωρισμένους Αλβανούς συγγραφείς. Γεννήθηκε στις 28 Ιανουαρίου 1936 στο Αργυρόκαστρο της Αλβανίας. Σπούδασε στο Τμήμα Ιστορικών και Φιλολογικών Σπουδών του Πανεπιστημίου των Τιράνων και στη συνέχεια στο Ινστιτούτο Γκόρκι της Μόσχας.
Οι απόψεις διίστανται ως προς το αν ο συγγραφέας υπήρξε αντιφρονούντας κατά την περίοδο της διακυβέρνησης του κομμουνιστικού καθεστώτος. Κάποια από τα γνωστότερα έργα του, όπως το μυθιστόρημα «Το παλάτι των ονείρων» το οποίο λογοκρίθηκε από την εξουσία, χρησιμοποιούν δυνατούς συμβολισμούς κι έξυπνες αλληγορίες προκειμένου να καταγγείλουν το κλίμα καταπίεσης και ολοκληρωτικής καταπάτησης των πολιτικών δικαιωμάτων που επικρατούσε κατά τη διάρκεια του απολυταρχικού καθεστώτος του Ενβέρ Χότζα. Κάποιοι ωστόσο υποστηρίζουν ότι ο Κανταρέ δεν υπήρξε ποτέ αντιφρονούντας. Οι τελευταίοι βασίζουν την άποψή τους στον ισχυρισμό ότι ο συγγραφέας είχε ουσιαστικά την υποστήριξη του Χότζα. Στην πραγματικότητα, έως τη μεταβατική περίοδο που το καθεστώς άρχισε ν' αλλάζει πρόσωπο και να γίνεται αυταρχικό, ο Κανταρέ υπήρξε στέλεχος του Κομμουνιστικού Κόμματος, έχοντας το προνόμιο να ταξιδεύει σε χώρες του εξωτερικού.
Το 1960 η Αλβανία διακόπτει τις σχέσεις της με τη Σοβιετική Ένωση και ο συγγραφέας φεύγει από τη Μόσχα κι επιστρέφει στην πατρίδα του. Έχοντας αρχικά συστηθεί στα αλβανικά γράμματα ως ποιητής, το 1963 εκδίδει το πρώτο του μυθιστόρημα «Ο στρατηγός ενός νεκρού στρατού» με το οποίο καθιερώνεται ως ένας από τους σημαντικότερους Αλβανούς λογοτέχνες της γενιάς του. Από τότε έως τις μέρες μας ο Κανταρέ εξακολουθεί να βρίσκεται ανελλιπώς στην πρωτοπορία της πολιτιστικής ζωής του τόπου του. Κατά τη διάρκεια της τρομοκρατίας που εξαπέλυσε ο Χότζα στους αντιφρονούντες του καθεστώτος, ο συγγραφέας αντιστάθηκε στη σαρωτική επιβολή του ολοκληρωτισμού και τις αρχές του σοσιαλιστικού ρεαλισμού με την απλότητα, την αμεσότητα και τις δυνατές αλληγορίες της γραφής του. Παράλληλα, υποσκάπτοντας το απολυταρχικό πνεύμα του καθεστώτος, παρέμενε τυπικά στις τάξεις του κόμματος, προκειμένου να μπορεί να εκδίδει ανενόχλητος τα έργα του.
Το 1990, λίγο πριν από την πτώση του κομμουνισμού στην Αλβανία, ο Κανταρέ διέφυγε στη Γαλλία αναζητώντας πολιτικό άσυλο, διακηρύσσοντας ότι «η δικτατορία και η αυθεντική λογοτεχνία είναι δύο έννοιες ασυμβίβαστες κι εκ διαμέτρου αντίθετες», καθώς και ότι «ο συγγραφέας είναι από τη φύση του εχθρός της δικτατορίας». Σύντομα ο Κανταρέ αναγνωρίστηκε επισήμως από τον κύκλο των διανοουμένων στη Γαλλία και το εξωτερικό, οι οποίοι εκτίμησαν δεόντως την αξία του συγγραφικού του έργου. Την τελευταία δεκαετία, ο συγγραφέας μοιράζει πλέον το χρόνο του μεταξύ Γαλλίας κι Αλβανίας, έχοντας επιστρέψει στη χώρα του από το 1999, έπειτα από μια μεγάλη περίοδο απουσίας.
Ποιήματα, διηγήματα και μυθιστορήματα του Ισμαήλ Κανταρέ έχουν εκδοθεί σε περισσότερες από σαράντα χώρες ανά τον κόσμο, ενώ ο ίδιος θεωρείται ένας από τους μεγαλύτερους πεζογράφους του 20ού αιώνα. Το 2005 τιμήθηκε με το πρώτο Διεθνές Βραβείο Μαν Μπούκερ (Man Booker International Prize), ενώ παράλληλα ήταν υποψήφιος για το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας.
Τα κυριότερα μυθιστορήματά του είναι: "Το γεφύρι με τις τρεις κάμαρες", "Το λυκόφως των θεών της στέπας", "Το χρονικό της πέτρινης πόλης", "Τα ταμπούρλα της βροχής", "Το κονσέρτο", “Ρημαγμένος Απρίλης”, "Το τέρας", "Η πυραμίδα", "Ο στρατηγός της στρατιάς των νεκρών", "Ποιος έφερε την Ντορουντίν", "Spiritus", "Φεγγαρόφωτο", "Ο αετός", "Η εκκλησία της Αγίας Σοφίας και άλλες ιστορίες", "Φάκελλος Ο", "Τρία τραγούδια πένθιμα για το Κοσσυφοπέδιο". Επίσης τα δοκίμια: "Αισχύλος ο μεγάλος αδικημένος", "Πρόσκληση στο εργαστήρι του συγγραφέα".
“ΤΟ ΑΤΥΧΗΜΑ” του Ισμαήλ Κανταρέ. Μετάφραση από τα αλβανικά: Τηλέμαχος Κώτσιας. Εκδ. “Ελληνικά Γράμματα”, σελ. 320, € 18
“Το ερώτημα, τι θα μπορούσαν να ήταν οι δυο κύριοι πρωταγωνιστές, ο Μπεσφόρτ Υ. και η Ροβένα Αγ., προέκυπτε αβίαστα ήδη από το μέσον του φακέλου. Δυο κοινοί άραγε άνθρωποι που έπαιζαν θέατρο, που προσποιούνταν δηλαδή πως ήταν εραστές, σύμφωνα με όλα τα κλισέ, και οι οποίοι στην πραγματικότητα δεν ήταν παρά ο πελάτης με την πόρνη του, ή το αντίθετο; δυο εραστές πολυτελείας που, όπως οι αλλοτινοί πρίγκιπες, κυκλοφορούσαν ινκόγκνιτο στην πόλη, σαν κοινοί θνητοί, θέλοντας να κρύψουν τον έρωτά τους, παριστάνοντας εκείνη την πόρνη κι εκείνος τον καρδιοκατακτητή;
Σε μιαν άλλη πιο βαθιά προσέγγιση, ο ερευνητής θεωρούσε ότι ο Μπέσφορτ Υ. και η φίλη του ήταν απλώς δυο άτομα που είχαν παρεκκλίνει από την τάξη των πραγμάτων”...
Στην προκειμένη περίπτωση με μεγίστη δεξιοτεχνία ο Ισμαήλ Κανταρέ υπογράφει ένα μυθιστόρημα που σίγουρα παρεκκλίνει από την τάξη των... ειδών, εφόσον από την πρώτη έως την τελευταία σελίδα, ουδείς μπορεί να υποστηρίξει μετά βεβαιότητος αν πρόκειται για μια φλογερή ερωτική ιστορία με μοιραίο τέλος ή για ένα λανθάνον αστυνομικό μυθιστόρημα, εξάλλου ο συγγραφέας μας έχει συνηθίσει σε ένα πάντρεμα ακριβώς των ειδών. Εγκιβωτίζοντας την ιστορία μέσα στην Ιστορία, τον έρωτα και το τυχαίο μέσα στην Πολιτική.
Και φυσικά αναποδογυρίζει ευθύς εξαρχής τα πάντα. Δηλαδή, ξεκινά απ' το τέλος. 'Ενα ταξί στην Αυστρία ξεφεύγοντας από την πορεία, οδηγεί στα τάρταρα και τον θάνατο τους δυο εραστές. Ο επιζήσας οδηγός δε θυμάται παρά το γεγονός ότι “προσπαθούσαν να... φιληθούν” να τον θέτει εκτός πορείας.
Οι ταυτότητες των ηρώων, οδηγούν αναγκαστικά τον ερευνητή και αφηγητή του βιβλίου σε σκέψεις σύνθετες και αινιγματικές:
“Υπάρχουν κι άλλες όψεις της αλήθειας, εκτός από εκείνη που νομίζουμε πως βλέπουμε”, είπε χαμηλόφωνα. “Αλλά δεν τις ξέρουμε. Δεν θέλουμε να τις ξέρουμε. Δεν το αντέχουμε. Ίσως να μην είναι ορατές”.
Και ακολουθώντας τις απαραίτητες αρχετυπικές, κανταρικές αναφορές, επιμένει:
“Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι οι αρχαίοι υποψιάζονταν πως οι θεοί δεν έδωσαν στους ανθρώπους την υπέρτατη γνώση. Γι' αυτό και συνήθως δεν μπορούμε να διακρίνουμε αυτό που συμβαίνει- είμαστε τυφλοί'.
Για να προσεγγίσει την αλήθεια, καταφεύγει στις μαρτυρίες φίλων, γνωστών. Και συνθέτει το χρονικό ενός έρωτα, με δάνειο την διασωθείσα αλληλογραφία, έτσι ο αναγνώστης διαβάζει εγκιβωτισμένη στην ιστορία και την ερωτική ιστορία των εραστών. Αλλά ο Κανταρέ, αγαπά τα αινίγματα. Εξάλλου και στη ζωή πάντα δεν μένει ένα μισάνοιχτο τέλος; Ανοιχτό στο ενδεχόμενο και στο τυχόν λάθος ανθρώπινο υπολογισμό.
“Τώρα θα μείνει και πάλι μόνος, παρέα με το αίνιγμα των δυο ξένων, τη λύση του οποίου κανείς δεν του την είχε ζητήσει”, θα αποδεχθεί. Ακολουθώντας με τον γρίφο του και την δική του διαδρομή ως το τέλος. Μοναδικός μάρτυρας, ο καθρέφτης, “το πειστήριο”, ε θα τους ζητήσει, λοιπόν, να τον θάψουν μ' αυτόν!
“Ηταν σίγουρος ότι οι καθρέφτες, μπροστά στους οποίους οι γυναίκες στολίζονταν πριν τις φιλήσουν – ή πριν τις δολοφονήσουν-, αποτύπωναν κάτι από το πρόσωπό τους. 'Ομως, σε τούτο τον αδιάφορο κόσμο, κανείς δεν είχε σκεφτεί ν' ασχοληθεί μαζί τους.
Διατηρούσε την ελπίδα πως ό,τι συνέβη στο ταξί που μετέφερε τους δυο εραστές στο αεροδρόμιο, πριν από χίλια χρόνια, θα είχε αφήσει ένα ίχνος, έστω και εντελώς αδιόρατο, στην επιφάνεια του καθρέφτη”...
'Ενα αριστουργηματικό μυθιστόρημα- κομψοτέχνημα, που είναι όλα: ιστορία, έρωτας, κατασκοπεία, αστυνομικός ή υπαρξιακός γρίφος, ψυχολογικό παιχνίδι για γερά νεύρα, σκάκι για παίχτες γερούς, πολιτική, λογική... σπαζοκεφαλιά σαν το θεώρημα του Φερμά ή σαν την εικασία του Γκόλντμπαχ, τόσο φαινομενικά απλή αλλά πάντα, πάντα, για την λύση κάτι θα σου διαφεύγει.
Πολυεπίπεδοι χαρακτήρες, σχιζοφρενικά μεγαλοφυής ο ερευνητής, ερωτική ιστορία σαν κινούμενη άμμος, “έτσι είναι αν έτσι νομίζετε εσείς”, κι ο έρωτας σαν τον Θεό ή σαν την ιδεολογία, μπορεί αλήθεια, αλλά μπορεί και επινόηση. Ίσως ψευδαίσθηση, αλλά μπορεί και όντως ζωή.
ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ-
ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ:
Ο Ισμαήλ Κανταρέ (Ismail Kadare) είναι ένας από τους σημαντικότερους, σύγχρονους, διεθνώς αναγνωρισμένους Αλβανούς συγγραφείς. Γεννήθηκε στις 28 Ιανουαρίου 1936 στο Αργυρόκαστρο της Αλβανίας. Σπούδασε στο Τμήμα Ιστορικών και Φιλολογικών Σπουδών του Πανεπιστημίου των Τιράνων και στη συνέχεια στο Ινστιτούτο Γκόρκι της Μόσχας.
Οι απόψεις διίστανται ως προς το αν ο συγγραφέας υπήρξε αντιφρονούντας κατά την περίοδο της διακυβέρνησης του κομμουνιστικού καθεστώτος. Κάποια από τα γνωστότερα έργα του, όπως το μυθιστόρημα «Το παλάτι των ονείρων» το οποίο λογοκρίθηκε από την εξουσία, χρησιμοποιούν δυνατούς συμβολισμούς κι έξυπνες αλληγορίες προκειμένου να καταγγείλουν το κλίμα καταπίεσης και ολοκληρωτικής καταπάτησης των πολιτικών δικαιωμάτων που επικρατούσε κατά τη διάρκεια του απολυταρχικού καθεστώτος του Ενβέρ Χότζα. Κάποιοι ωστόσο υποστηρίζουν ότι ο Κανταρέ δεν υπήρξε ποτέ αντιφρονούντας. Οι τελευταίοι βασίζουν την άποψή τους στον ισχυρισμό ότι ο συγγραφέας είχε ουσιαστικά την υποστήριξη του Χότζα. Στην πραγματικότητα, έως τη μεταβατική περίοδο που το καθεστώς άρχισε ν' αλλάζει πρόσωπο και να γίνεται αυταρχικό, ο Κανταρέ υπήρξε στέλεχος του Κομμουνιστικού Κόμματος, έχοντας το προνόμιο να ταξιδεύει σε χώρες του εξωτερικού.
Το 1960 η Αλβανία διακόπτει τις σχέσεις της με τη Σοβιετική Ένωση και ο συγγραφέας φεύγει από τη Μόσχα κι επιστρέφει στην πατρίδα του. Έχοντας αρχικά συστηθεί στα αλβανικά γράμματα ως ποιητής, το 1963 εκδίδει το πρώτο του μυθιστόρημα «Ο στρατηγός ενός νεκρού στρατού» με το οποίο καθιερώνεται ως ένας από τους σημαντικότερους Αλβανούς λογοτέχνες της γενιάς του. Από τότε έως τις μέρες μας ο Κανταρέ εξακολουθεί να βρίσκεται ανελλιπώς στην πρωτοπορία της πολιτιστικής ζωής του τόπου του. Κατά τη διάρκεια της τρομοκρατίας που εξαπέλυσε ο Χότζα στους αντιφρονούντες του καθεστώτος, ο συγγραφέας αντιστάθηκε στη σαρωτική επιβολή του ολοκληρωτισμού και τις αρχές του σοσιαλιστικού ρεαλισμού με την απλότητα, την αμεσότητα και τις δυνατές αλληγορίες της γραφής του. Παράλληλα, υποσκάπτοντας το απολυταρχικό πνεύμα του καθεστώτος, παρέμενε τυπικά στις τάξεις του κόμματος, προκειμένου να μπορεί να εκδίδει ανενόχλητος τα έργα του.
Το 1990, λίγο πριν από την πτώση του κομμουνισμού στην Αλβανία, ο Κανταρέ διέφυγε στη Γαλλία αναζητώντας πολιτικό άσυλο, διακηρύσσοντας ότι «η δικτατορία και η αυθεντική λογοτεχνία είναι δύο έννοιες ασυμβίβαστες κι εκ διαμέτρου αντίθετες», καθώς και ότι «ο συγγραφέας είναι από τη φύση του εχθρός της δικτατορίας». Σύντομα ο Κανταρέ αναγνωρίστηκε επισήμως από τον κύκλο των διανοουμένων στη Γαλλία και το εξωτερικό, οι οποίοι εκτίμησαν δεόντως την αξία του συγγραφικού του έργου. Την τελευταία δεκαετία, ο συγγραφέας μοιράζει πλέον το χρόνο του μεταξύ Γαλλίας κι Αλβανίας, έχοντας επιστρέψει στη χώρα του από το 1999, έπειτα από μια μεγάλη περίοδο απουσίας.
Ποιήματα, διηγήματα και μυθιστορήματα του Ισμαήλ Κανταρέ έχουν εκδοθεί σε περισσότερες από σαράντα χώρες ανά τον κόσμο, ενώ ο ίδιος θεωρείται ένας από τους μεγαλύτερους πεζογράφους του 20ού αιώνα. Το 2005 τιμήθηκε με το πρώτο Διεθνές Βραβείο Μαν Μπούκερ (Man Booker International Prize), ενώ παράλληλα ήταν υποψήφιος για το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας.
Τα κυριότερα μυθιστορήματά του είναι: "Το γεφύρι με τις τρεις κάμαρες", "Το λυκόφως των θεών της στέπας", "Το χρονικό της πέτρινης πόλης", "Τα ταμπούρλα της βροχής", "Το κονσέρτο", “Ρημαγμένος Απρίλης”, "Το τέρας", "Η πυραμίδα", "Ο στρατηγός της στρατιάς των νεκρών", "Ποιος έφερε την Ντορουντίν", "Spiritus", "Φεγγαρόφωτο", "Ο αετός", "Η εκκλησία της Αγίας Σοφίας και άλλες ιστορίες", "Φάκελλος Ο", "Τρία τραγούδια πένθιμα για το Κοσσυφοπέδιο". Επίσης τα δοκίμια: "Αισχύλος ο μεγάλος αδικημένος", "Πρόσκληση στο εργαστήρι του συγγραφέα".
6/7/10
Η νύχτα των Ινδιάνων
“Δεν υπάρχει θάνατος. Μόνο αλλάζει ο κόσμος”
“... Όταν ο τελευταίος ερυθρόδερμος θα έχει εξαφανιστεί από την επιφάνεια αυτής της γης και η ανάμνηση των δικών μου θα έχει γίνει μύθος ανάμεσα στους λευκούς ανθρώπους, αυτές οι όχθες θα μυρμηγκιάζουν από τους αόρατους νεκρούς τη φυλής μου και, όταν τα παιδιά των παιδιών σας θα νομίζουν πως είναι μόνα μέσα στους κάμπους, μέσα στα μαγαζιά, μέσα στα εργαστήρια, στους δρόμους ή στη σιωπή αδιαπέραστων δασών, δεν θα είναι όπως νομίζουν. Σ' όλη τη γη δεν θα υπάρχει μέρος όπου να μπορούν να βρουν τη μοναξιά. Τη νύχτα, όταν στα χωριά μας και στις πόλεις μας θ' απλώνεται σιωπή κι σεις θα τις νομίζετε έρημες, οι δρόμοι θα είναι γεμάτοι από πλήθη νεκρών που θα επιστρέφουν στα ωραία μέρη που κατείχαν άλλοτε και ακόμα συνεχίζουν ν' αγαπούν. Ο λευκός άνθρωπος ποτέ δεν θα είναι μόνος.
Ας είναι δίκαιος λοιπόν ο λευκός άνθρωπος και ας μεταχειριστεί το λαό μου με προσοχή γιατί οι νεκροί δεν έχουν απογυμνωθεί από την εξουσία τους. Οι νεκροί είπα; Δεν υπάρχει θάνατος. Μόνο αλλάζει ο κόσμος”.
Γεννήθηκε το 1788 από μητέρα Duwamish και πατέρα Suqwamish και πέθανε το 1866. Σηάτλ και είναι το πραγματικό όνομα του αρχηγού των Duwamish. Παιδί ακόμα έζησε την άφιξη των πρώτων λευκών εξερευνητών. Η μεγάλη νύχτα των Ινδιάνων άρχιζε και το άνωθεν είναι μικρό απόσπασμα από τον τότε λόγο του που νίκησε χρόνο και θάνατο και έφτασε μέχρις εδώ (“Η νύχτα των Ινδιάνων, ένας λόγος του 1855”, εκδόσεις “Άγρα”, μετάφραση: Αλόη Σιδέρη, στη σειρά “Ο άτακτος λαγός”).
“Ο Σηάτλ ήταν ένας μελαμψός Suqwamish με ρωμαικό παράστημα και μαύρα μαλλιά, ο ωραιότερος Ινδιάνος που έχω δει ποτέ”, “όταν οι Ινδιάνοι Σηάτλ δεν θα υπάρχουν πλέον, ο Αρχηγός τους θα παραμένει στη μνήμη και θα τιμάται από τις ερχόμενες γενιές” (από το ημερολόγιο του χειρουργού της Εταιρείας Hudsin Bay το 1833 και από τον επικήδειο λόγο για τον αρχηγό Σηάτλ που εκφώνησε ο γιος του, στις 7 Ιουνίου του 1866).
Κι ό,τι διαβάσαμε είναι το φως του που έγινε φωτιά για τους ασεβείς. Η ευχή ενός Ινδιάνου που έφτασε πια ως εμάς σαν κατάρα. Επειδή “δεν υπάρχει θάνατος. Μόνο αλλάζει ο κόσμος”. Έτσι όλοι πληρώνουμε τώρα αυτή την αέναη αλλαγή.
“... Όταν ο τελευταίος ερυθρόδερμος θα έχει εξαφανιστεί από την επιφάνεια αυτής της γης και η ανάμνηση των δικών μου θα έχει γίνει μύθος ανάμεσα στους λευκούς ανθρώπους, αυτές οι όχθες θα μυρμηγκιάζουν από τους αόρατους νεκρούς τη φυλής μου και, όταν τα παιδιά των παιδιών σας θα νομίζουν πως είναι μόνα μέσα στους κάμπους, μέσα στα μαγαζιά, μέσα στα εργαστήρια, στους δρόμους ή στη σιωπή αδιαπέραστων δασών, δεν θα είναι όπως νομίζουν. Σ' όλη τη γη δεν θα υπάρχει μέρος όπου να μπορούν να βρουν τη μοναξιά. Τη νύχτα, όταν στα χωριά μας και στις πόλεις μας θ' απλώνεται σιωπή κι σεις θα τις νομίζετε έρημες, οι δρόμοι θα είναι γεμάτοι από πλήθη νεκρών που θα επιστρέφουν στα ωραία μέρη που κατείχαν άλλοτε και ακόμα συνεχίζουν ν' αγαπούν. Ο λευκός άνθρωπος ποτέ δεν θα είναι μόνος.
Ας είναι δίκαιος λοιπόν ο λευκός άνθρωπος και ας μεταχειριστεί το λαό μου με προσοχή γιατί οι νεκροί δεν έχουν απογυμνωθεί από την εξουσία τους. Οι νεκροί είπα; Δεν υπάρχει θάνατος. Μόνο αλλάζει ο κόσμος”.
Γεννήθηκε το 1788 από μητέρα Duwamish και πατέρα Suqwamish και πέθανε το 1866. Σηάτλ και είναι το πραγματικό όνομα του αρχηγού των Duwamish. Παιδί ακόμα έζησε την άφιξη των πρώτων λευκών εξερευνητών. Η μεγάλη νύχτα των Ινδιάνων άρχιζε και το άνωθεν είναι μικρό απόσπασμα από τον τότε λόγο του που νίκησε χρόνο και θάνατο και έφτασε μέχρις εδώ (“Η νύχτα των Ινδιάνων, ένας λόγος του 1855”, εκδόσεις “Άγρα”, μετάφραση: Αλόη Σιδέρη, στη σειρά “Ο άτακτος λαγός”).
“Ο Σηάτλ ήταν ένας μελαμψός Suqwamish με ρωμαικό παράστημα και μαύρα μαλλιά, ο ωραιότερος Ινδιάνος που έχω δει ποτέ”, “όταν οι Ινδιάνοι Σηάτλ δεν θα υπάρχουν πλέον, ο Αρχηγός τους θα παραμένει στη μνήμη και θα τιμάται από τις ερχόμενες γενιές” (από το ημερολόγιο του χειρουργού της Εταιρείας Hudsin Bay το 1833 και από τον επικήδειο λόγο για τον αρχηγό Σηάτλ που εκφώνησε ο γιος του, στις 7 Ιουνίου του 1866).
Κι ό,τι διαβάσαμε είναι το φως του που έγινε φωτιά για τους ασεβείς. Η ευχή ενός Ινδιάνου που έφτασε πια ως εμάς σαν κατάρα. Επειδή “δεν υπάρχει θάνατος. Μόνο αλλάζει ο κόσμος”. Έτσι όλοι πληρώνουμε τώρα αυτή την αέναη αλλαγή.
5/7/10
“Η πείρα μου με δίδαξε ότι η καλύτερη κρύπτη βρίσκεται μέσα στον εγκέφαλό μας”, θα μπορούσε και να ήταν έτσι...
“Ο ΦΡΟΥΝΤ ΣΤΟ ΜΑΝΧΑΤΑΝ” του Λυκ Μποσί. Μετάφραση: Γιάννης Καυκιάς. Εκδ. “Καλέντης”, σελ. 447, € 19
“Η ψυχανάλυση είναι θεραπευτική μέθοδος. Δεν είναι για να εξηγεί αινίγματα, ούτε για να βοηθάει στη σύλληψη δολοφόνων. Και δεν μου πέρασα ποτέ από το μυαλό η ιδέα να γίνω αστυνομικός ή δικηγόρος”.
Τάδε έφη Φρόυντ πλην όμως στην συνέχεια του μυθιστορήματος θα αναγκαστεί να το βάλει για τα καλά το... χεράκι του, ή μάλλον την επιστήμη του, θέτοντας στην υπηρεσία της δικαιοσύνης και το περίφημο πια φρουδικό του ντιβάνι.
Ο Λυκ Μποσί, εκμεταλλευόμενος στο έπακρον ένα ιστορικό γεγονός, το φθινόπωρο του 1909 ο Ζίγκμουντ Φρόιντ και ο Καρλ Γιουνγκ επισκέπτονται την Αμερική, με σκοπό τους μια σειρά διαλέξεων στα αμερικανικά πανεπιστήμια για να προωθήσουν την ιδέα της ψυχανάλυσης, στήνει ένα διαστροφικά ευφυές αστυνομικό μυθιστόρημα που περιλαμβάνει τα πάντα: απολαυστικούς ψυχαναλυτικούς διαλόγους και σασπένς, ατμόσφαιρα εποχής και το αμερικανικό αρχιτεκτονικό θαύμα, κλειστά μασονικού τύπου κλαμπ και ψυχαναλυτικές αρχές και τακτικές, ανατροπές, φρουδική θεωρία για τα όνειρα και το οιδιπόδειο σύμπλεγμα, γιουγκική άποψη περί συλλογικού ασυνειδήτου και μνήμης, πολιτική, εξαιρετική συγγραφική αρχιτεκτονική, χιούμορ και τον απόλυτο τρόμο.
Όλα αρχίζουν όταν ένας πλούσιος και διάσημος αρχιτέκτονας δολοφονείται στο σπίτι του στο Μανχάταν. Μοναδική μάρτυρας του φόνου, η μονάκριβη και όμορφη κόρη του η οποία ωστόσο πάσχει από μια ιδιότυπη αμνησία. Την ίδια εποχή, Ζίγκμουντ Φρόιντ και Καρλ Γιουνγκ, καταφθάνουν στην Αμερική με όλα τα μεταξύ τους πάθη, φιλία και διαφορές τους. Και κατά κάποιον τρόπο χωρίς να το επιθυμούν, θα κληθούν να προσφέρουν υπηρεσίες εφαρμόζοντας στη νεαρή γυναίκα τη μέθοδο της ψυχανάλυσης την οποία ο συγγραφέας παρακολουθεί επιστημονικά και ο αναγνώστης απολαμβάνει αναγνωστικά. Ο δε Γιουνγκ θα προσπαθήσει να διεισδύσει στην ψυχή ενός κατά συρροή δολοφόνου. Διότι την ίδια χρονική περίοδο, επιφανείς φίλοι του δολοφονηθέντος αρχιτέκτονα εξαφανίζονται για να βρεθούν νεκροί, δολοφονημένοι τελετουργικά και θαμμένοι στα θεμέλια διαφορετικού ουρανοξύστη της πόλης ο καθένας.
Η μασονία του Κόρντα, μέλη αδελφότητες και οι αρχές της Αλχημίας και των Αλχημιστών, νευρώσεις, συλλογικό ασυνείδητο, συμβολισμός ονείρων, φαντασιώσεις τοκετού, η χρυσή τομή, η έννοια του αχειροποίητου, όλα θα μπουν στο προσκήνιο. Σε ένα μυθιστόρημα υπερπαραγωγή που θα άγγιζε την τελειότητα, εάν δεν ήταν το πρώτο του συγγραφέα, ήτοι δεν επέμενε να βάλει τα πάντα.
Εξαιρετικά συγγραφικά ευρήματα η Γκρέις Κόρντα και η άλλη (η Τζούντιθ η κούκλα της η οποία αναλαμβάνει δράση όταν τα γεγονότα την υπερβαίνουν). Το αρχιτεκτονικό σχέδιο ως ιστός αράχνης και τα χαρακτικά των αλχημιστών που προαναγγέλλουν ή εν είδη αινίγματος εξηγούν κάθε φόνο. Οι προσωπικότητες του Φρόιντ και του Γιουνγκ με στέρεα υλικά σχεδιασμένες και πάνω απ' όλα οι ψυχαναλυτικές μέθοδοι και των δυο, τα κλειδιά που ανοίγουν γρίφους και ξεκλειδώνουν προθέσεις, ψυχές, φόβους και σκοτεινό συνειδητό ή ασυνείδητο. Η βία της αμερικανικής κοινωνίας και η μηδαμινή αξία της ανθρώπινης ζωής. Οι θεατρικού τύπου διάλογοι, το υποδόριο χιούμορ και η συγγραφική αναμφισβήτητα αφηγηματική ευφυία.
Μικρά αποσπάσματα που αποδεικνύουν την μεγάλη προηγηθείσα βιβλιογραφία για τον συγγραφέα:
“Η πείρα μου με δίδαξε”, απάντησε ο Φρόιντ, “ότι η καλύτερη κρύπτη βρίσκεται μέσα στον εγκεφάλό μας. Το ασυνείδητο ιδιαίτερα είναι ένα απαραβίαστο χρηματοκιβώτιο. Δεν καταφέρνουμε ν' αποκτήσουμε κάποια ιδέα γι' αυτά που περιέχει παρά μόνο χάρη στις ανεξέλεγκτες εκδηλώσεις του: τα όνειρα, τα λάθη, τις απροσεξίες, τις αδεξιότητες”.
Και ο Γιουνγκ:
“Αποκλείεται να ήξερε ο Χέρμαν Κόρντα αυτό το μύθο! Αναφέρεται μόνο μια φορά, σ' ένα σπάνιο χειρόγραφο της αυτοκρατορικής βιβλιοθήκης του Βερολίνου. Κατέληξα στο συμπέρασμα ότι αυτή η εικόνα του φαλλού του ήλιου είναι ένα πανάρχαιο στοιχείο που το ανθρώπινο πνεύμα αναπαράγει αυθόρμητα ανά τους αιώνες. Με άλλα λόγια, ένας άνθρωπος δεν ανακαλύπτει μια τέτοια εικόνα, την κληρονομεί”.
“Έτσι μπορώ να ερμηνεύσω τώρα το όνειρο που είδα στο υπερωκεάνιο. Το σπίτι στο οποίο διαδραματιζόταν δεν ήταν μια μικροπρεπής αναπαράσταση του εγώ μου. Ήταν μια καθολική εικόνα της ανθρώπινης ιστορίας, όπου κάθε όροφος μας επιτρέπει να υποθέσουμε την ύπαρξη ενός συλλογικού ασυνείδητου, το οποίο αποτελείται από αρχέτυπα και το οποίο μας δομεί στον ίδιο βαθμό με την προσωπική μας διαδρομή!”.
Και όλα αυτά, βεβαίως, είναι και το μεγάλο ατού και κέρδος της λογοτεχνίας.
ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ-
ΠΟΙΟΣ ΕΙΝΑΙ:
Ο Λυκ Μποσί γεννήθηκε το 1974 στη Γαλλία.
Εργάζεται στον κινηματογράφο και στην τηλεόραση ως παραγωγός και σεναριογράφος.
“Ο Φρόυντ στο Μανχάταν” είναι το πρώτο του μυθιστόρημα, κυκλοφόρησε το 2009 και σημείωσε τεράστια εκδοτική επιτυχία.
Δημοσιεύθηκε στο Έθνος της Κυριακής
“Η ψυχανάλυση είναι θεραπευτική μέθοδος. Δεν είναι για να εξηγεί αινίγματα, ούτε για να βοηθάει στη σύλληψη δολοφόνων. Και δεν μου πέρασα ποτέ από το μυαλό η ιδέα να γίνω αστυνομικός ή δικηγόρος”.
Τάδε έφη Φρόυντ πλην όμως στην συνέχεια του μυθιστορήματος θα αναγκαστεί να το βάλει για τα καλά το... χεράκι του, ή μάλλον την επιστήμη του, θέτοντας στην υπηρεσία της δικαιοσύνης και το περίφημο πια φρουδικό του ντιβάνι.
Ο Λυκ Μποσί, εκμεταλλευόμενος στο έπακρον ένα ιστορικό γεγονός, το φθινόπωρο του 1909 ο Ζίγκμουντ Φρόιντ και ο Καρλ Γιουνγκ επισκέπτονται την Αμερική, με σκοπό τους μια σειρά διαλέξεων στα αμερικανικά πανεπιστήμια για να προωθήσουν την ιδέα της ψυχανάλυσης, στήνει ένα διαστροφικά ευφυές αστυνομικό μυθιστόρημα που περιλαμβάνει τα πάντα: απολαυστικούς ψυχαναλυτικούς διαλόγους και σασπένς, ατμόσφαιρα εποχής και το αμερικανικό αρχιτεκτονικό θαύμα, κλειστά μασονικού τύπου κλαμπ και ψυχαναλυτικές αρχές και τακτικές, ανατροπές, φρουδική θεωρία για τα όνειρα και το οιδιπόδειο σύμπλεγμα, γιουγκική άποψη περί συλλογικού ασυνειδήτου και μνήμης, πολιτική, εξαιρετική συγγραφική αρχιτεκτονική, χιούμορ και τον απόλυτο τρόμο.
Όλα αρχίζουν όταν ένας πλούσιος και διάσημος αρχιτέκτονας δολοφονείται στο σπίτι του στο Μανχάταν. Μοναδική μάρτυρας του φόνου, η μονάκριβη και όμορφη κόρη του η οποία ωστόσο πάσχει από μια ιδιότυπη αμνησία. Την ίδια εποχή, Ζίγκμουντ Φρόιντ και Καρλ Γιουνγκ, καταφθάνουν στην Αμερική με όλα τα μεταξύ τους πάθη, φιλία και διαφορές τους. Και κατά κάποιον τρόπο χωρίς να το επιθυμούν, θα κληθούν να προσφέρουν υπηρεσίες εφαρμόζοντας στη νεαρή γυναίκα τη μέθοδο της ψυχανάλυσης την οποία ο συγγραφέας παρακολουθεί επιστημονικά και ο αναγνώστης απολαμβάνει αναγνωστικά. Ο δε Γιουνγκ θα προσπαθήσει να διεισδύσει στην ψυχή ενός κατά συρροή δολοφόνου. Διότι την ίδια χρονική περίοδο, επιφανείς φίλοι του δολοφονηθέντος αρχιτέκτονα εξαφανίζονται για να βρεθούν νεκροί, δολοφονημένοι τελετουργικά και θαμμένοι στα θεμέλια διαφορετικού ουρανοξύστη της πόλης ο καθένας.
Η μασονία του Κόρντα, μέλη αδελφότητες και οι αρχές της Αλχημίας και των Αλχημιστών, νευρώσεις, συλλογικό ασυνείδητο, συμβολισμός ονείρων, φαντασιώσεις τοκετού, η χρυσή τομή, η έννοια του αχειροποίητου, όλα θα μπουν στο προσκήνιο. Σε ένα μυθιστόρημα υπερπαραγωγή που θα άγγιζε την τελειότητα, εάν δεν ήταν το πρώτο του συγγραφέα, ήτοι δεν επέμενε να βάλει τα πάντα.
Εξαιρετικά συγγραφικά ευρήματα η Γκρέις Κόρντα και η άλλη (η Τζούντιθ η κούκλα της η οποία αναλαμβάνει δράση όταν τα γεγονότα την υπερβαίνουν). Το αρχιτεκτονικό σχέδιο ως ιστός αράχνης και τα χαρακτικά των αλχημιστών που προαναγγέλλουν ή εν είδη αινίγματος εξηγούν κάθε φόνο. Οι προσωπικότητες του Φρόιντ και του Γιουνγκ με στέρεα υλικά σχεδιασμένες και πάνω απ' όλα οι ψυχαναλυτικές μέθοδοι και των δυο, τα κλειδιά που ανοίγουν γρίφους και ξεκλειδώνουν προθέσεις, ψυχές, φόβους και σκοτεινό συνειδητό ή ασυνείδητο. Η βία της αμερικανικής κοινωνίας και η μηδαμινή αξία της ανθρώπινης ζωής. Οι θεατρικού τύπου διάλογοι, το υποδόριο χιούμορ και η συγγραφική αναμφισβήτητα αφηγηματική ευφυία.
Μικρά αποσπάσματα που αποδεικνύουν την μεγάλη προηγηθείσα βιβλιογραφία για τον συγγραφέα:
“Η πείρα μου με δίδαξε”, απάντησε ο Φρόιντ, “ότι η καλύτερη κρύπτη βρίσκεται μέσα στον εγκεφάλό μας. Το ασυνείδητο ιδιαίτερα είναι ένα απαραβίαστο χρηματοκιβώτιο. Δεν καταφέρνουμε ν' αποκτήσουμε κάποια ιδέα γι' αυτά που περιέχει παρά μόνο χάρη στις ανεξέλεγκτες εκδηλώσεις του: τα όνειρα, τα λάθη, τις απροσεξίες, τις αδεξιότητες”.
Και ο Γιουνγκ:
“Αποκλείεται να ήξερε ο Χέρμαν Κόρντα αυτό το μύθο! Αναφέρεται μόνο μια φορά, σ' ένα σπάνιο χειρόγραφο της αυτοκρατορικής βιβλιοθήκης του Βερολίνου. Κατέληξα στο συμπέρασμα ότι αυτή η εικόνα του φαλλού του ήλιου είναι ένα πανάρχαιο στοιχείο που το ανθρώπινο πνεύμα αναπαράγει αυθόρμητα ανά τους αιώνες. Με άλλα λόγια, ένας άνθρωπος δεν ανακαλύπτει μια τέτοια εικόνα, την κληρονομεί”.
“Έτσι μπορώ να ερμηνεύσω τώρα το όνειρο που είδα στο υπερωκεάνιο. Το σπίτι στο οποίο διαδραματιζόταν δεν ήταν μια μικροπρεπής αναπαράσταση του εγώ μου. Ήταν μια καθολική εικόνα της ανθρώπινης ιστορίας, όπου κάθε όροφος μας επιτρέπει να υποθέσουμε την ύπαρξη ενός συλλογικού ασυνείδητου, το οποίο αποτελείται από αρχέτυπα και το οποίο μας δομεί στον ίδιο βαθμό με την προσωπική μας διαδρομή!”.
Και όλα αυτά, βεβαίως, είναι και το μεγάλο ατού και κέρδος της λογοτεχνίας.
ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ-
ΠΟΙΟΣ ΕΙΝΑΙ:
Ο Λυκ Μποσί γεννήθηκε το 1974 στη Γαλλία.
Εργάζεται στον κινηματογράφο και στην τηλεόραση ως παραγωγός και σεναριογράφος.
“Ο Φρόυντ στο Μανχάταν” είναι το πρώτο του μυθιστόρημα, κυκλοφόρησε το 2009 και σημείωσε τεράστια εκδοτική επιτυχία.
Δημοσιεύθηκε στο Έθνος της Κυριακής
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)