'Εγινα κατανοητός?
Από φιλότιμο και μεγάλη επίγνωση, έγραψε όταν ήταν ήδη εξήντα χρονών. Απ' την τυφλότητα των ιθυνόντων, έγινε γνωστός μετά θάνατον. Εξάλλου, δεν χρειάστηκε και πολύ, υπήρξαν αρκετά τα δυο τελευταία χρόνια. Ανίατα άρρωστος κι έγραφε έναν “Γατόπαρδο” που αποτέλεσε το κλειδί της Ιστορίας. Λέγοντας εκείνο το απλό αλλά τόσο αλτρουιστικά γενναίο “Αν θέλουμε να μείνουν όλα όπως είναι, τότε πρέπει όλα ν' αλλάξουν. Έγινα κατανοητός;”
Φυσικά και δεν έγινε κατανοητός. Κι όμως κι εκείνος, όπως ο προπάππος του ο ήρωας, ήτο Πρίγκηψ και τα έχασε όλα. Το πατρικό των 300 δωματίων στάχτη από το βομβαρδισμό, τα φέουδα, λάφυρα στους νεόπλουτους. Ένα δεν θα 'χανε ποτέ, αυτό που ήταν, τον εαυτό του.
Γι' αυτό και ο σχεδόν άστεγος Τζουζέπε Τομάζι, δούκας της Πάρμας και πρίγκιπας Ντι Λαμπεντούζα, ακριβώς στο μεταίχμιο της Ιστορίας και της Ζωής (πέθανε τον επόμενο χρόνο) συγκέντρωσε σε ένα μυθιστόρημα “Ο Γατόπαρδος” και σε μια αυτοβιογραφική συλλογή αφηγημάτων “Η Σειρήνα και άλλα διηγήματα”, τα άπαντα “ενός ανθρώπου που από τη ζωή είχε καταλάβει τα πάντα”.
Αδυσώπητα διορατικός, ποιητικός και “με ένα υπαρξιακό αίσθημα που ήταν ταυτόχρονα στωικό και απεριόριστα φιλάνθρωπο”, αντιμετώπισε ειρωνικά και διεισδυτικά, τα παρακμιακά, αναγκαία γυρίσματα της Ιστορίας.
Για μας που σαν “Τα τυφλά γατάκια” του όλη μας η ζωή είναι ένας Χορός, όπως εκείνος ο αξέχαστος κινηματογραφικός στον “Γατόπαρδο” που μας χάρισε ο πρίγκιπας του σινεμά Λουκίνο Βισκόντι. Δυο νέοι ερωτευμένοι, ανίδεοι στα γυρίσματα της ζωής, χορεύουν χωρίς να βλέπουν τα αμοιβαία τους ελαττώματα και δίχως ν' ακούν τις προειδοποιήσεις της μοίρας. Δυο εφήμερα κι ανύποπτα πλάσματα που χαίρονται και την παραμικρή αχτίδα φωτός, “πώς θα μπορούσε κανείς να τα βάλει μ' εκείνους που αναπόφευκτα κάποια μέρα θα πεθάνουν;”
Ο Ντον Φαμπρίτσιο του βιβλίου, προπάππος, αλλά κι ο ίδιος ο Τζουζέπε Τομάζι, μέσα στην πάμφωτη σάλα του μεγάλου χορού θ' αναγνωρίσει ότι “η σκέψη του θανάτου, τελικά, τον ηρεμούσε, ενώ τον τάραζε η σκέψη του θανάτου των άλλων”. Γι' αυτό και σκέφτηκε πως “η ενδόμυχη άγνοια αυτής της υπέρτατης παρηγοριάς είναι ο κύριος λόγος που οι νέοι λυπούνται και πονούν με μεγαλύτερη οξύτητα απ' ό,τι οι γέροι που, για τους τελευταίους “η έξοδος κινδύνου είναι πιο κοντά”.
Με “το φαινόμενο Λαμπεντούζα” και τον “Γατόπαρδο”, δεδηλωμένα αριστοκρατικό κι αθεράπευτα επαναστατικό, κατανόησα, τελικά, την εποχή και την παρακμή μας.
(Δημοσιεύτηκε στο Έθνος της Κυριακής)
ΥΓ. Διακοπές με τον... Πρίγκιπα, έκανα φέτος. Διαβάζοντας τα ίδια και τα ίδια, ξανά και ξανά. Και ξαναβλέποντας παλιές ταινίες. Τώρα, όλα τόσο στο πόδι, τόσο “γιατί έτσι”, τόσο “για την υπογραφή”... αλλά δίχως βαριά σκιά, ούτε έρωτας, ούτε επανάσταση, ούτε τέχνη. Αλλά ο μη υπάρχων, τί σκιά??? Υπάρχει, για να αφήσει και ίχνη?
14/9/09
10/9/09
“Να ρουφήξουμε με τις γλώσσες μας την άβυσσο, τίποτα λιγότερο απ' την άβυσσο!”
“ΤΟ ΠΑΘΟΣ ΧΙΛΙΑΔΕΣ ΦΟΡΕΣ” της Ζυράννας Ζατέλη. Εκδ. “Καστανιώτη”, σελ. 668, € 25.16.
“Αυτός είναι ο ουρανός, ωραία μου!... Μην τον φοβάσαι, μην τον τρέμεις- όσο δεν ρίχνει αστραπές, μην τον φοβάσαι... Κι εκείνος εκεί ο τζίτζικας, εκεί στην κορυφή του στύλου, είναι ο Συμεών ο στυλίτης- όλοι οι άγιοι σήμερα εδώ μαζευτήκαμε, όπως βλέπεις. Άλλοι κολλημένοι στην γη, άλλοι σκαρφαλωμένοι στον αέρα. Για χάρι σου!”
“Για χάρι μας” μοιάζει, εν τέλει, να έγιναν όλα. Αλλά μονάχα ο μαγεμένος μπορεί να μας μαγέψει.
Επτά χρόνια μετά από το πρώτο βιβλίο της τριλογίας “Με το παράξενο όνομα Ραμάνθις Ερέβους” και το βιβλίο “Ο θάνατος ήρθε τελευταίος”, η Ζυράννα Ζατέλη, η συγγραφέας του επανέρχεται για να μας δώσει το αντίθετό του, αντίδοτό του: “Το πάθος χιλιάδες φορές”. Φροντίζοντας μέσα από την δεκατριάχρονη Λεύκα, τη μικρή μεσίτρα, να ρίξει γέφυρα στο εδώ και στο επέκεινα, και να αναστήσει για μια νύχτα Πρωτοχρονιάς, δηλαδή για πάντα, εφόσον έγιναν ήρωες πια- όλους τους άσωτους, όλους τους άσαρκους, όλους τους πεθαμένους. Σε ένα δείπνο που παραθέτει η μυστηριώδης συγγραφέας Λεύκα αλλά και Λύκα Ταυ και Ραμάνθις Ερέβους, σε ζώντες και κεκοιμημένους. Ένα βράδυ χιονισμένης Πρωτοχρονιάς κατά το οποίο καταλύονται τα σύνορα. Τα αινίγματα τίθενται επί τάπητος και ψάχνονται όλοι κρατώντας το κλειδάκι του έκαστος, το το πρωί.
Διότι μετά απ' εκείνο το ανεκλάλητο γεύμα, την άλλη μέρα έχουν να ιστορούν και να αναλύουν οι ζώντες:
Η Λεύκα “αλλιώτικη απ' τις άλλες, τί να κάνουμε” που καίγεται από πάθος για το πάθος και γράφει ανάποδα για να διαβάσει τα ανείπωτα του κόσμου. Ο παππούς της ο Τριαντάφυλλος και Ντάφκος, που καθαρίζει τα παπούτσια του για να πάει πέρα στους τάφους, κρατώντας το τσεκούρι σαν ομπρέλα, και οι άλλοι της οικογένειας, που βρέθηκαν αρχικά στην ξενιτιά: η Θωμαή κι ο Νικήτας (μάνα και πατέρας), η γιαγιά Ελένη και τα άλλα δυο παιδιά, Φυλλίτσα και Στέλιος.
Κι ανάμεσά τους, σχεδόν όλο το Ζατέλειο Σύμπαν, αυτή τη φορά: Η Ζίνα και η Δάφνη κι ο Σέρκας, ο Ζάφος και ο Δαβίκος, ως και αυτή η γνωστή αλλόκοτη Ιουλία που πήγε με τους λύκους. Επειδή η μικρή μαγεμένη μάγισσα της γραφής, Λεύκα, κρατά καλά κρυμμένα τα λεπτομερή τεφτέρια: “Να μην ξεχάσω για τον μικρό Νικολάκη που κρεμάστηκε από το δέντρο. Και για τον άντρα που τουφεκίστηκε επειδή δεν άντεχε τα δειλινά. Και η Αθανασία που την ρούφηξε η άμμος, τα νερά. Η μητέρα της, όταν την είδε πως την φέρανε, είπε: “Εγώ την κόρη μου δεν την στέλνω στον άλλον κόσμο με άμμο!” Και την έπλυνε, την καθάρισε, την έντυσε με καλά ρούχα, και μετά άρχισε να την κλαίει”.
Δεν βιάζεται, ακριβώς όπως η συγγραφέας που την γεννά: “Κανείς δεν ανεβαίνει ως εκεί για να κατέβει αμέσως”, κι ο έντιμος αναγνώστης το ξέρει.
Κι απολαμβάνει το “θηρίο”, “Μονάχα εσύ θα μείνεις, ω θηρίο, δείξε έλεος”, όπως της λέει ο νεκρός Σέρκας από την αρχή, δίνοντας συμβουλές σαν μαντεψιές, “Άν όποτε των ημερών αγαπήσεις, πέραν του μοναδικού θανάτου, και κάποιο πρόσωπο της γης που δεν κάνει να μας πεις το όνομά του, να λες “ο λύκος”! Έφυγα με τον λύκο, να λες, γιατί ο κόσμος δεν με χωράει πια, ούτε κι ο εαυτός μου- α μα τί!” σα να το ξέρει. Επειδή “Μερικές γι' αυτό γεννιούνται, δεν το ξέρεις; Να ερωτεύονται ανέμους”. Και περιμένοντας από “το θηρίο” παραγγελιά: “Πόσα μελανοδοχεία να σου παραγγείλω, πόσες δεσμίδες χαρτί- που το γεννούν τα δάση, τα δεντράκια, να θυμάσαι- για να μας στείλεις όλους από πάνω κάτω και τανάπαλιν;”
Αυτό λοιπόν βλέπουμε στο δεύτερο βιβλίο, το πάθος χιλιάδες φορές, το πάθος για το ανομολόγητο πάθος και για την ακατάκτητη γραφή, σα να 'ναι λύκος κι αυτή, κι όλα είναι από πάντα εκεί, σαν την εικόνα: “Το κορίτσι και ο λύκος, σαν να μην υπήρχε τρίτο πρόσωπο στην εικόνα, να μη μετρούσε ο ίδιος ο αγαπημένος της κοπέλας, αυτός που την έκλεψε πάνω στον λύκο”.
“Με μαχαιρώνουν όσα έχω να θυμάμαι” και “Πες μου τί θέλεις, και θα γίνει πραγματικότητα”. Αυτό κάνει η Λεύκα κι είναι το ίδιο ακριβώς που επιχειρεί να εξιστορήσει μαγεύοντάς μας, μαγεμένη η Ζατέλη. Γινόμαστε κι εμείς, θέλοντας και μη, ακριβώς σαν τη γιαγιά Ελένη: “Σαν να διάβαζε μικρά ανατριχιαστικά παραμύθια η Ελένη, που την έκαναν να τινάζει ασυναίσθητα τον γιακά της απ' τα χώματα... για να 'ναι ο θάνατος από δω, από εκεί, θα ταν το άλλο, το αντίθετό του...” Και στο καινούργιο μυθιστόρημα, όλα είναι εδώ: ο αλλόκοτος θάνατος και το ανομολόγητο πάθος, το αντίθετό του. Το βάσανο και το βάλσαμο της γραφής. Η Λεύκα και το δίδυμο αντίθετό της, η Ζήλη ή Ωραιοζήλη.
Η ζωή η ζώσα που είναι σαν μαύρο ρόδο και παραμύθι και η σπαρταριστή γραφή, τα σημαδάκια της φωτιάς, τα ανάποδα γράμματα πρώτα στο ίδιο το σώμα. Η τελετουργική διαδικασία της γραφής, κι εκείνα που υπερβατικά καταλύει: ο χωροχρόνος.
Ο τόπος που, όπου κι αν πάμε μας ακολουθεί, κι ο χρόνος που ζωντανεύει και τους νεκρούς, επιτρέποντας στο μέλλον να φανερώνεται και στο παρελθόν να επιστρέφει αποκαλύπτοντας μυστικά που διακριτικά θα κάνει αινιγματική ιστορία το συγγραφικό παρόν της Ζατέλη.
“Να ρουφήξουμε με τις γλώσσες μας την άβυσσο, τίποτα λιγότερο απ' την άβυσσο!” Διότι η συγγραφική επιδίωξη είναι αυτή, η ερωτική επιδίωξη της Δάφνης.
'Ενα μυθιστόρημα που εξιστορεί το αίνιγμα της ζωής και της γραφής, με μια γραφή – αν και ορθή αυτή τη φορά- εντελώς δαντελοπλεγμένη.
ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ-
ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ:
Η Ζυράννα Ζατέλη γεννήθηκε το 1951 στον Σοχό Θεσσαλονίκης.
Σπούδασε θέατρο στην Αθήνα, μα δεν ασχολήθηκε παρά με το γράψιμο.
Η “Περσινή αρραβωνιαστικιά” είναι το πρώτο της βιβλίο με διηγήματα (1984).
Ακολούθησε το “Στην ερημιά με χάρι” (1986), επίσης με διηγήματα.
Το 1993 κυκλοφόρησε το μυθιστόρημά της “Και με το φως του λύκου, επανέρχονται” (Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος 1994), το οποίο μεταφράστηκε και κυκλοφόρησε στη Γαλλία, τη Γερμανία, την Ιταλία, την Ολλανδία, τη Σερβία και τη Λιθουανία.
Ενώ το 2001 εκδόθηκε το μυθιστόρημά της “Ο θάνατος ήρθε τελευταίος”, πρώτο μέρος της τριλογίας “Με το παράξενο όνομα Ραμάνθις Ερέβους” (Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος, 2002).
Το 2005 εκδίδεται από τον Ιανό η νουβέλα της “Ο δικός της αέρας” και
το 2006 από τις εκδόσεις “Καστανιώτη” το αφήγημα “Οι μαγικές βέργες του αδελφού μου”, με αφορμή την έκθεση ξυλογλυπτικής του Χρήστου Καρακόλη στο Μουσείο Μπενάκη.
Από τις εκδόσεις “Καστανιώτη” κυκλοφόρησε φέτος το καλοκαίρι το δεύτερο μέρος της Τριλογίας της “Με το παράξενο όνομα Ραμάνθις Ερέβους” και με τον τίτλο “Το πάθος χιλιάδες φορές”.
“Αυτός είναι ο ουρανός, ωραία μου!... Μην τον φοβάσαι, μην τον τρέμεις- όσο δεν ρίχνει αστραπές, μην τον φοβάσαι... Κι εκείνος εκεί ο τζίτζικας, εκεί στην κορυφή του στύλου, είναι ο Συμεών ο στυλίτης- όλοι οι άγιοι σήμερα εδώ μαζευτήκαμε, όπως βλέπεις. Άλλοι κολλημένοι στην γη, άλλοι σκαρφαλωμένοι στον αέρα. Για χάρι σου!”
“Για χάρι μας” μοιάζει, εν τέλει, να έγιναν όλα. Αλλά μονάχα ο μαγεμένος μπορεί να μας μαγέψει.
Επτά χρόνια μετά από το πρώτο βιβλίο της τριλογίας “Με το παράξενο όνομα Ραμάνθις Ερέβους” και το βιβλίο “Ο θάνατος ήρθε τελευταίος”, η Ζυράννα Ζατέλη, η συγγραφέας του επανέρχεται για να μας δώσει το αντίθετό του, αντίδοτό του: “Το πάθος χιλιάδες φορές”. Φροντίζοντας μέσα από την δεκατριάχρονη Λεύκα, τη μικρή μεσίτρα, να ρίξει γέφυρα στο εδώ και στο επέκεινα, και να αναστήσει για μια νύχτα Πρωτοχρονιάς, δηλαδή για πάντα, εφόσον έγιναν ήρωες πια- όλους τους άσωτους, όλους τους άσαρκους, όλους τους πεθαμένους. Σε ένα δείπνο που παραθέτει η μυστηριώδης συγγραφέας Λεύκα αλλά και Λύκα Ταυ και Ραμάνθις Ερέβους, σε ζώντες και κεκοιμημένους. Ένα βράδυ χιονισμένης Πρωτοχρονιάς κατά το οποίο καταλύονται τα σύνορα. Τα αινίγματα τίθενται επί τάπητος και ψάχνονται όλοι κρατώντας το κλειδάκι του έκαστος, το το πρωί.
Διότι μετά απ' εκείνο το ανεκλάλητο γεύμα, την άλλη μέρα έχουν να ιστορούν και να αναλύουν οι ζώντες:
Η Λεύκα “αλλιώτικη απ' τις άλλες, τί να κάνουμε” που καίγεται από πάθος για το πάθος και γράφει ανάποδα για να διαβάσει τα ανείπωτα του κόσμου. Ο παππούς της ο Τριαντάφυλλος και Ντάφκος, που καθαρίζει τα παπούτσια του για να πάει πέρα στους τάφους, κρατώντας το τσεκούρι σαν ομπρέλα, και οι άλλοι της οικογένειας, που βρέθηκαν αρχικά στην ξενιτιά: η Θωμαή κι ο Νικήτας (μάνα και πατέρας), η γιαγιά Ελένη και τα άλλα δυο παιδιά, Φυλλίτσα και Στέλιος.
Κι ανάμεσά τους, σχεδόν όλο το Ζατέλειο Σύμπαν, αυτή τη φορά: Η Ζίνα και η Δάφνη κι ο Σέρκας, ο Ζάφος και ο Δαβίκος, ως και αυτή η γνωστή αλλόκοτη Ιουλία που πήγε με τους λύκους. Επειδή η μικρή μαγεμένη μάγισσα της γραφής, Λεύκα, κρατά καλά κρυμμένα τα λεπτομερή τεφτέρια: “Να μην ξεχάσω για τον μικρό Νικολάκη που κρεμάστηκε από το δέντρο. Και για τον άντρα που τουφεκίστηκε επειδή δεν άντεχε τα δειλινά. Και η Αθανασία που την ρούφηξε η άμμος, τα νερά. Η μητέρα της, όταν την είδε πως την φέρανε, είπε: “Εγώ την κόρη μου δεν την στέλνω στον άλλον κόσμο με άμμο!” Και την έπλυνε, την καθάρισε, την έντυσε με καλά ρούχα, και μετά άρχισε να την κλαίει”.
Δεν βιάζεται, ακριβώς όπως η συγγραφέας που την γεννά: “Κανείς δεν ανεβαίνει ως εκεί για να κατέβει αμέσως”, κι ο έντιμος αναγνώστης το ξέρει.
Κι απολαμβάνει το “θηρίο”, “Μονάχα εσύ θα μείνεις, ω θηρίο, δείξε έλεος”, όπως της λέει ο νεκρός Σέρκας από την αρχή, δίνοντας συμβουλές σαν μαντεψιές, “Άν όποτε των ημερών αγαπήσεις, πέραν του μοναδικού θανάτου, και κάποιο πρόσωπο της γης που δεν κάνει να μας πεις το όνομά του, να λες “ο λύκος”! Έφυγα με τον λύκο, να λες, γιατί ο κόσμος δεν με χωράει πια, ούτε κι ο εαυτός μου- α μα τί!” σα να το ξέρει. Επειδή “Μερικές γι' αυτό γεννιούνται, δεν το ξέρεις; Να ερωτεύονται ανέμους”. Και περιμένοντας από “το θηρίο” παραγγελιά: “Πόσα μελανοδοχεία να σου παραγγείλω, πόσες δεσμίδες χαρτί- που το γεννούν τα δάση, τα δεντράκια, να θυμάσαι- για να μας στείλεις όλους από πάνω κάτω και τανάπαλιν;”
Αυτό λοιπόν βλέπουμε στο δεύτερο βιβλίο, το πάθος χιλιάδες φορές, το πάθος για το ανομολόγητο πάθος και για την ακατάκτητη γραφή, σα να 'ναι λύκος κι αυτή, κι όλα είναι από πάντα εκεί, σαν την εικόνα: “Το κορίτσι και ο λύκος, σαν να μην υπήρχε τρίτο πρόσωπο στην εικόνα, να μη μετρούσε ο ίδιος ο αγαπημένος της κοπέλας, αυτός που την έκλεψε πάνω στον λύκο”.
“Με μαχαιρώνουν όσα έχω να θυμάμαι” και “Πες μου τί θέλεις, και θα γίνει πραγματικότητα”. Αυτό κάνει η Λεύκα κι είναι το ίδιο ακριβώς που επιχειρεί να εξιστορήσει μαγεύοντάς μας, μαγεμένη η Ζατέλη. Γινόμαστε κι εμείς, θέλοντας και μη, ακριβώς σαν τη γιαγιά Ελένη: “Σαν να διάβαζε μικρά ανατριχιαστικά παραμύθια η Ελένη, που την έκαναν να τινάζει ασυναίσθητα τον γιακά της απ' τα χώματα... για να 'ναι ο θάνατος από δω, από εκεί, θα ταν το άλλο, το αντίθετό του...” Και στο καινούργιο μυθιστόρημα, όλα είναι εδώ: ο αλλόκοτος θάνατος και το ανομολόγητο πάθος, το αντίθετό του. Το βάσανο και το βάλσαμο της γραφής. Η Λεύκα και το δίδυμο αντίθετό της, η Ζήλη ή Ωραιοζήλη.
Η ζωή η ζώσα που είναι σαν μαύρο ρόδο και παραμύθι και η σπαρταριστή γραφή, τα σημαδάκια της φωτιάς, τα ανάποδα γράμματα πρώτα στο ίδιο το σώμα. Η τελετουργική διαδικασία της γραφής, κι εκείνα που υπερβατικά καταλύει: ο χωροχρόνος.
Ο τόπος που, όπου κι αν πάμε μας ακολουθεί, κι ο χρόνος που ζωντανεύει και τους νεκρούς, επιτρέποντας στο μέλλον να φανερώνεται και στο παρελθόν να επιστρέφει αποκαλύπτοντας μυστικά που διακριτικά θα κάνει αινιγματική ιστορία το συγγραφικό παρόν της Ζατέλη.
“Να ρουφήξουμε με τις γλώσσες μας την άβυσσο, τίποτα λιγότερο απ' την άβυσσο!” Διότι η συγγραφική επιδίωξη είναι αυτή, η ερωτική επιδίωξη της Δάφνης.
'Ενα μυθιστόρημα που εξιστορεί το αίνιγμα της ζωής και της γραφής, με μια γραφή – αν και ορθή αυτή τη φορά- εντελώς δαντελοπλεγμένη.
ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ-
ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ:
Η Ζυράννα Ζατέλη γεννήθηκε το 1951 στον Σοχό Θεσσαλονίκης.
Σπούδασε θέατρο στην Αθήνα, μα δεν ασχολήθηκε παρά με το γράψιμο.
Η “Περσινή αρραβωνιαστικιά” είναι το πρώτο της βιβλίο με διηγήματα (1984).
Ακολούθησε το “Στην ερημιά με χάρι” (1986), επίσης με διηγήματα.
Το 1993 κυκλοφόρησε το μυθιστόρημά της “Και με το φως του λύκου, επανέρχονται” (Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος 1994), το οποίο μεταφράστηκε και κυκλοφόρησε στη Γαλλία, τη Γερμανία, την Ιταλία, την Ολλανδία, τη Σερβία και τη Λιθουανία.
Ενώ το 2001 εκδόθηκε το μυθιστόρημά της “Ο θάνατος ήρθε τελευταίος”, πρώτο μέρος της τριλογίας “Με το παράξενο όνομα Ραμάνθις Ερέβους” (Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος, 2002).
Το 2005 εκδίδεται από τον Ιανό η νουβέλα της “Ο δικός της αέρας” και
το 2006 από τις εκδόσεις “Καστανιώτη” το αφήγημα “Οι μαγικές βέργες του αδελφού μου”, με αφορμή την έκθεση ξυλογλυπτικής του Χρήστου Καρακόλη στο Μουσείο Μπενάκη.
Από τις εκδόσεις “Καστανιώτη” κυκλοφόρησε φέτος το καλοκαίρι το δεύτερο μέρος της Τριλογίας της “Με το παράξενο όνομα Ραμάνθις Ερέβους” και με τον τίτλο “Το πάθος χιλιάδες φορές”.
7/9/09
Τρελαίνομαι για τη σιωπή. Και για τις ιστορίες που καταφθάνουν σαν έρωτας, κεραυνοβόλα, και κατακέφαλα με κτυπούν.
Στο αίθριο του Πανδοχείου. Ελένη Γκίκα
Αγαπημένοι σας διαχρονικοί και σύγχρονοι συγγραφείς.
Κάφκα, αυτά τα “Γράμματα στον πατέρα” σε ηλικία... δώδεκα χρονών που δεν θα ξεχάσω ποτέ (ενδεχομένως επειδή ήθελα να τα στείλω ή να γράψω κι εγώ στη μαμά μου), Ντοστογιέφσκι, στον οποίο γυρνώ και ξαναγυρνώ (ο πρίγκιπας Μίσκιν που με σημάδεψε, ο μισάνθρωπος αυτός που ώρες – ώρες κάτι μου θυμίζει από το “Υπόγειο”, οι “Λευκές νύχτες” του αλλά και όλα όλα, ο Μπόρχες, Ευαγγέλιο και ξόρκι για κάθε κακό, η Πλάθ, ο Χιουζ με αυτά τα συγκλονιστικά “Γράμματα γενεθλίων”, η Ντίκινσον, ο Καρυωτάκης, ο Μαγιακόφσκι και το “σύννεφό” του, η Γιουρσενάρ, η Μπλίξεν, η Βιρτζίνια Γουλφ δίχως αμφιβολία, τα Πατερικά Κείμενα, είναι στο κομοδίνο μου, στην καρδιά μου, πάντα μα πάντα σε πρώτη ζήτηση, εδώ, εκεί.
Αγαπημένα σας διαχρονικά και σύγχρονα βιβλία.
Τα Διηγήματα και τα Ποιήματα του Μπόρχες, η “Άβυσσος” της Γιουρσενάρ, “Ο Ηλίθιος” του Ντοστογιέφσκι, “Η Άννα Καρένινα” του Τολστόι,“Ο γυάλινος Κώδων” της Σύλβια Πλαθ, “Το σύννεφο με τα παντελόνια” του Μαγιακόφσκι, “Το σπάσιμο” του Φιτζέραλντ, “Η Αλίκη στην χώρα των θαυμάτων” του Λιούις Κάρρολ σ' όλες τις εκδοχές, ο Άντερσεν ακόμα και τώρα με τα σκοτεινά παραμύθια του...
Αγαπημένα σας διηγήματα.
Τα απίστευτα του Πωλ Μπόουλς, ειδικά όσα βρίσκονται στον “Σκορπιό” (εκδόσεις “Απόπειρα”), όλα τα διηγήματα του Μπόρχες (το... “άλεφ” εννοείται!), τα διηγήματα της Κάρεν Μπλίξεν “Ανέκδοτα του πεπρωμένου”, “Οι επτά γοτθικές ιστορίες” και “Οι ιστορίες του χειμώνα”, τα διηγήματα της Κάθριν Μάνσφηλντ “Το γκάρντεν πάρτι”...
Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;
Η Μαρία Μήτσορα από τα πρώτα της κιόλας! “Αννα, να ένα άλλο”, το έχω διπλό, “Σκόρπια δύναμη”, “Η περίληψη του κόσμου” και “Ο ήλιος δύω”, πήγαινα στο Αντί, δεκαεννιάχρονη, έμενε απέναντι. Η γάτα της ήταν ερωτευμένη με τον γάτο μας τον... Ερρίκο! Ναι, αυτό που κάνει η Μαρία, μ' αρέσει πολύ! Και ο Καλλιφατίδης. Μ' αρέσει ο ερωτισμός για τη γλώσσα, ο τρόπος που όλα είναι παρτίδα σκακιού, αυτός ο αισθησιασμός που υποδόριος στο κείμενο, σε κάνει να τον λατρεύεις.
Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας;
Ο Μίσκιν, για να του μοιάσω, η Άννα Καρένινα που μου έχει κάνει ζημιά! Όποτε ερωτευόμουν, γύρευα... τρένο! Ο Χίθκλιφ, αλλά πού να τον βρεις! Ο “υπέροχος Γκάτσμπι”, μήπως τον είδε κανείς???
Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;
Διαρκώς! Μαζί τους ζω κι όταν ακόμα χωρίσουμε! Αλλά εκείνοι που δεν είχαν, τελικά, ξεκολλημό, ήταν και οι πλέον.... κρυπτόμενοι: ο Άγγελος από το “Αν μ' αγαπάς, μη μ' αγαπάς” που με παρέσυρε, τελικά, στον “Υγρό χρόνο” του και η Σαβίνα, επίσης, από το ίδιο, που σαν κούκλα ήρθε και ράγισε στο “Πλήθος είμαι”. Καθόλου τυχαίο αυτό! Ο πρώτος, μέσ' στον σαγηνευτικό του αλκοολισμό, άφησε μόνον λίγα χειρόγραφα, σελίδες ημερολογιακές. Εκείνη, ό,τι είχε να πει, το έλεγε μέσα από κείμενα άλλων, πού να την βρεις!
Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;
Παντού, αλλά παντού, όμως! Και ειδικά σε δωμάτια ξενοδοχείων! Τα λατρεύω αυτά! Αν είχα χρήματα, δεν θα είχα σπίτι. Σε ξενοδοχείο θα έμενα, πάντα. Για πάντα. Αλλά όσο περνά ο καιρός, κυριολεκτικά παντού! Περπατάμε μαζί, ούτε καν παράλληλα. Εγώ και η ιστορία. Η μάλλον η ιστορία και ξοπίσω, ασθμαίνοντας, εγώ. Και οι ήρωες, όλοι, χεράκι- χεράκι με μένα. Τους έχω ανάγκη και το ξέρουν αυτοί. Γι' αυτό και όσο περνά ο καιρός, με καταδέχονται παντού.
Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;
Ο... ερωτικός! Να με χτυπήσει η ιστορία, κατακούτελα! Κι ο τίτλος! Κι ο ήρωας! Ε και μετά να την ξεθάβω έκθαμβη σιγά – σιγά! Να μου λύνει απορίες, να με γεμίζει απορίες, να μου εξηγεί τη ζωή. Αλλά και το αθέατο. Του κόσμου και το δικό μου.
Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;
Τρελαίνομαι για τη... σιωπή! Με μαγεύει η τζαζ, η όπερα και η σιωπή. Όταν γράφω, ακολουθώ την μουσική της ιστορίας. Δεν μου αρέσει καθόλου να μπερδεύω τις μουσικές. Ούτε και να υπαγορεύω εγώ στους ήρωες το ρυθμό, μ' αρέσει ν' ακολουθώ τα βήματά τους. Χορεύω στο δικό τους... χορό. Φτάνει να πετύχει όλη αυτή η... τελετουργία και να συντονιστώ. Η πρώτη σελίδα είναι το δύσκολο. Μετά ακολουθώ την ουρίτσα. Την κρατώ πια κι αυτό μου είναι αρκετό.
Μια μικρή παρουσίαση/εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά [ή για όσα κρίνετε]. Είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν. Τυγχάνει κάποιο περισσότερο αγαπημένο των άλλων;
Τα πρώτα που κυκλοφόρησαν ήταν ποίηση. Ένα παιχνίδι με πρόσχημα ή όχημα τα γράμματα, παιχνίδι ζωής και θανάτου, τελικά. Μ για το μέλι, τη μαμά και το μαχαίρι (παιδική ηλικία, “Μέλι, μελό, μέλισσα, μάλιστα), Ε για τον Έρωτα και την δική του αλλόκοτη Ερημιά (εφηβεία, “Έως, εαρινός, έρημος, έρχομαι”), Σ για την σάρκα που μας σταυρώνει, τελικά (ηλικία της ωριμότητας, “Σώμα, σταυρός, σάρκα, σταυρώθηκα”), Θ για το... φινάλε που είναι θάνατος αλλά και θαύμα και Θεός (γήρας να το πω? “Θόλωσα, θύελλα, θάμβος, θυμήθηκα”) και Άλφα διότι όλα εν τέλει ξαναρχίζουν (Άβυσσος, άλγος, άλμα, αρχίζω”). Το φθινόπωρο θα κυκλοφορήσει η ποιητική συλλογή “Το γράμμα που λείπει”. Τώρα στα πεζά...Επιθυμία, Ενοχή, οι βασικές εμμονές. Και η επανάληψη ως μοτίβο πεπερασμένου σύμπαντος και ζωής, κατά το θεώρημα του Πουανκαρέ. Τα ίδια λάθη, λες από μνήμη κυττάρου. Στο “Αναζητώντας τη Μαρία” μια κόρη βάδιζε ακριβώς στ' αχνάρια της μητέρας, κάνοντας τα όλα ακριβώς αλλιώς! Στο “Να τα μετράω ή να μην τα μετράω τα χρόνια;” ένας άνδρας “σκυφτός” από αρχαίο τρόμο, έχασε τη Μεγάλη Συνάντηση και τη Μεγάλη Στιγμή. Στο “Μετεβλήθη εντός μου ο ρυθμός του κόσμου” η Μαρίνα της Βορινής κουζίνας “συνομιλούσε” με μιαν άλλη Μαρίνα που είχε ζήσει 150 χρόνια σε μια άλλη κουζίνα, αψηφώντας εκείνο που όλο το σώμα της επιζητεί. Στο “Χαίρε παραμύθι μου” δυο εραστές βαδίζοντας στα βήματα του Μαγιακόφσκι και της Λίλια Μπρικ, χάνουν το πρόσωπό τους. Στο “Αίνιγμα του άλλου” τρεις σε μια ερωτική δίνη, βλέπουν το ίδιο αλλιώς, αναγνωρίζοντας πως ο μεγάλος άγνωστος δεν είναι ο άλλος, αλλά ο επικίνδυνος, άγνωστος Εαυτός. Στο “Αν μ' αγαπάς, μη μ' αγαπάς” οι δυο ήρωες “φεύγουν” μακριά από το παρελθόν τους και σκουντουφλούν πάνω του στην άκρη της γης. Στο “Αύριο να θυμηθώ να σε φιλήσω” οι δυο κόντρα ρόλοι της ίδιας γυναίκας. Στον “Υγρό Χρόνο” ένα ερωτικό γαιτανάκι γύρω από έναν νεκρό. Τον πιο ζωντανό, όλων! Στο “Πλήθος Είμαι” η ηρωίδα αυτής της άτυπης τετραλογίας (που ξεκινά από το “Αν μ' αγαπάς, μη μ' αγαπάς”) επιστρέφει. Στο πατρικό σπίτι που “ευνοεί” τον αλλόκοτο έρωτα και το Κακό. Η θεωρία της επαναληπτικότητας, στην απόλυτη πράξη. Στα παραμύθια, ένα που κυκλοφορεί (“Το κοριτσάκι που πίστευε στα θαύματα”) και τα άλλα που ακολουθούν (“Η Νεφέλη στο νησί του Παντός”) το θαύμα της τέχνης. Μια μικρή ηρωίδα που μπαινοβγαίνει στις ζωγραφιές, στις ιστορίες, στις καρτ- ποστάλ, στις μουσικές.
Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;
Το τελευταίο βιβλίο είναι το “Πλήθος Είμαι” που κυκλοφόρησε τον Ιούνιο. Και είναι εκείνο που ήδη σας είπα: το λάθος και το πάθος που μας ακολουθεί. Ένα σπίτι που, ως ζωντανός οργανισμός, αναπαράγει σχεδόν “την ίδια στιγμή”. Και μια γυναίκα η οποία για να ξεφύγει, μέσα απ' τα κείμενα, γίνεται άλλη. Γίνεται “άλεφ”, όλοι, οι άλλοι. Για να επιζήσει και να κατανοήσει, για να αγγίξει το ύψιστο, τελικά. Και για να λύσει την κατάρα ή τον γρίφο.
Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;
Το καινούργιο της Τόνι Μόρισσον, “Έλεος”. Συγκλονιστικός τίτλος. Και τελειώνω (το διαβάζω σιγά- σιγά, δεν θέλω να μου τελειώσει) τους “Maytrees” της Annie Dillard (Εκδ. “Ίνδικτος”), για την τεράστια Λου! Δεν έχω ξανασυναντήσει άνθρωπο που να μπορεί να αγαπά αιώνια με αυτόν τον τρόπο! Ε ναι, ήθελα να είμαι η... Λου. Κι ας με.... προδώσουν όσοι αγαπώ!
Τι γράφετε τώρα;
Ένα μυθιστόρημα, αλλά με εμποδίζει ένα... άλλο! Μπήκε με το “έτσι θέλω” στη δική μου ζωή και θα πρέπει οπωσδήποτε να το ακολουθήσω. Αλλά αν το πω, φοβάμαι ό,τι θα μου χαλάσει, είναι λιγάκι σαν το... μυστικό. Σκάβεις ένα λακκάκι στο χώμα, στο βουνό, ή χαράζεις το δέντρο, ε κι εκεί το λες. Για να εξακολουθεί να υπάρχει και να σε βρει. Αλλιώς...
Ασχολείστε επισταμένα με την κριτική λογοτεχνίας. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Σας κλέβει συγγραφικό χρόνο ή εξαργυρώνεται με κάποιο τρόπο;
Διαβάζω σαν μανιακή, από μικρό παιδί. Διαβάζω όπως πίνω νερό, αναπνέω. Το πρώτο που κάνω όταν ανοίγω τα μάτια μου το πρωί. Και το τελευταίο, προτού τα κλείσω το βράδυ. Διαβάζω για μένα. Ε είχα και την σπάνια τύχη όλο αυτό να το έχω και... δουλειά, δηλαδή πως να το πω... θα πλήρωνα για εκείνο που με πληρώνουν να κάνω! Και εννοείται ότι όλη αυτή η αναγνωστική δίψα, συνήθως σε οδηγεί στη γραφή. Η ιστορία σου που την βλέπεις να σχηματίζεται ή την ξεθάβεις στο άσπρο χαρτί, έχει για σένα, τις πιο μεγάλες εκπλήξεις. Φιλοδοξείς, βεβαίως, εις μάτην μάλλον, να σου κρατά κι όλες τις απαντήσεις! Αλλά μπα, δεν... ίσως γι' αυτό και να γράφουμε και να ξαναγράφουμε. Αλλά και δεν μπορείς να ζήσεις διαφορετικά. Όχι, για μένα, ανάγνωση και γραφή, είναι ένα. Το ίδιο. Η ζωή μου. Η Εδέμ. Ελπίζω ο καλός Θεός να με στείλει, πεθαίνοντας, σε... αναγνωστήριο.
Οι εμπειρίες σας από το ιστολογείν;
Ξανάγινα... παιδί! Καθόλου τυχαίο το σύνηθες σχόλιο για τα “alef” και “moha” “δυο πιτσιρίκια που παίζουν!”. Έκανα φίλους, είδα να μ' αγαπούν ως άγνωστη άλλη, έφτασε ως εμένα ένα θεόσταλτο παιδί! Η Νεφέλη, η βαφτιστήρα μου. Από φίλο καλό (που γνώρισα στο... ίντερνετ!) γνώρισα τον μπαμπά της. 'Ηρθε με την μαμά της κρατώντας στους ώμους ένα θεικό μωρό. Με ξανθά κοτσίδια ολόρθα και μου πέρασε τα χεράκια της στο λαιμό. Ναι, αυτό το υπέροχο παιδάκι μου το έστειλε ο καλός άγγελος του διαδικτύου. Και πιστέψτε με, όχι μόνο, αυτό!
Σας ευχαριστώ.
YΓ. Δημοσιεύθηκε στο “Αίθριον” του “Πανδοχείου” στις 9 Αυγούστου 2009 και στο Mic (www.mic.gr/books.asp?id=18480) στις 7 Αυγούστου 2009 από τον φιλόξενο “πανδοχέα” Λάμπρο Σκουζάκη και θερμά τον ευχαριστώ. Δεν μ' έχουν πολυσυνηθίσει σε κάτι τέτοια, συνήθως στέκομαι απέναντι. Αυτή τη φορά με “υποχρέωσε” όμως να σκύψω να δω. Πόσο χαρούμενη και δυνατή με κάνουν, τελικά, τα βιβλία. Γενικώς τα βιβλία. Και των άλλων, ακόμα πιο πολύ!
Στο μεταξύ, γύρισα στη γωνιά μου, ξαναχώθηκα στα βιβλία και μ' αρέσει πολύ. Αυτά. Ας πάμε παρά κάτω, όμορφα θα 'ναι. Και μαγικά. Όπως είναι η ζωή εάν κατορθώνουμε να κρατάμε ανοιχτά τα μάτια και την καρδιά μας. Ας προσπαθήσουμε, έστω. Κάτι είναι κι αυτό, ναι?
Αγαπημένοι σας διαχρονικοί και σύγχρονοι συγγραφείς.
Κάφκα, αυτά τα “Γράμματα στον πατέρα” σε ηλικία... δώδεκα χρονών που δεν θα ξεχάσω ποτέ (ενδεχομένως επειδή ήθελα να τα στείλω ή να γράψω κι εγώ στη μαμά μου), Ντοστογιέφσκι, στον οποίο γυρνώ και ξαναγυρνώ (ο πρίγκιπας Μίσκιν που με σημάδεψε, ο μισάνθρωπος αυτός που ώρες – ώρες κάτι μου θυμίζει από το “Υπόγειο”, οι “Λευκές νύχτες” του αλλά και όλα όλα, ο Μπόρχες, Ευαγγέλιο και ξόρκι για κάθε κακό, η Πλάθ, ο Χιουζ με αυτά τα συγκλονιστικά “Γράμματα γενεθλίων”, η Ντίκινσον, ο Καρυωτάκης, ο Μαγιακόφσκι και το “σύννεφό” του, η Γιουρσενάρ, η Μπλίξεν, η Βιρτζίνια Γουλφ δίχως αμφιβολία, τα Πατερικά Κείμενα, είναι στο κομοδίνο μου, στην καρδιά μου, πάντα μα πάντα σε πρώτη ζήτηση, εδώ, εκεί.
Αγαπημένα σας διαχρονικά και σύγχρονα βιβλία.
Τα Διηγήματα και τα Ποιήματα του Μπόρχες, η “Άβυσσος” της Γιουρσενάρ, “Ο Ηλίθιος” του Ντοστογιέφσκι, “Η Άννα Καρένινα” του Τολστόι,“Ο γυάλινος Κώδων” της Σύλβια Πλαθ, “Το σύννεφο με τα παντελόνια” του Μαγιακόφσκι, “Το σπάσιμο” του Φιτζέραλντ, “Η Αλίκη στην χώρα των θαυμάτων” του Λιούις Κάρρολ σ' όλες τις εκδοχές, ο Άντερσεν ακόμα και τώρα με τα σκοτεινά παραμύθια του...
Αγαπημένα σας διηγήματα.
Τα απίστευτα του Πωλ Μπόουλς, ειδικά όσα βρίσκονται στον “Σκορπιό” (εκδόσεις “Απόπειρα”), όλα τα διηγήματα του Μπόρχες (το... “άλεφ” εννοείται!), τα διηγήματα της Κάρεν Μπλίξεν “Ανέκδοτα του πεπρωμένου”, “Οι επτά γοτθικές ιστορίες” και “Οι ιστορίες του χειμώνα”, τα διηγήματα της Κάθριν Μάνσφηλντ “Το γκάρντεν πάρτι”...
Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;
Η Μαρία Μήτσορα από τα πρώτα της κιόλας! “Αννα, να ένα άλλο”, το έχω διπλό, “Σκόρπια δύναμη”, “Η περίληψη του κόσμου” και “Ο ήλιος δύω”, πήγαινα στο Αντί, δεκαεννιάχρονη, έμενε απέναντι. Η γάτα της ήταν ερωτευμένη με τον γάτο μας τον... Ερρίκο! Ναι, αυτό που κάνει η Μαρία, μ' αρέσει πολύ! Και ο Καλλιφατίδης. Μ' αρέσει ο ερωτισμός για τη γλώσσα, ο τρόπος που όλα είναι παρτίδα σκακιού, αυτός ο αισθησιασμός που υποδόριος στο κείμενο, σε κάνει να τον λατρεύεις.
Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας;
Ο Μίσκιν, για να του μοιάσω, η Άννα Καρένινα που μου έχει κάνει ζημιά! Όποτε ερωτευόμουν, γύρευα... τρένο! Ο Χίθκλιφ, αλλά πού να τον βρεις! Ο “υπέροχος Γκάτσμπι”, μήπως τον είδε κανείς???
Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;
Διαρκώς! Μαζί τους ζω κι όταν ακόμα χωρίσουμε! Αλλά εκείνοι που δεν είχαν, τελικά, ξεκολλημό, ήταν και οι πλέον.... κρυπτόμενοι: ο Άγγελος από το “Αν μ' αγαπάς, μη μ' αγαπάς” που με παρέσυρε, τελικά, στον “Υγρό χρόνο” του και η Σαβίνα, επίσης, από το ίδιο, που σαν κούκλα ήρθε και ράγισε στο “Πλήθος είμαι”. Καθόλου τυχαίο αυτό! Ο πρώτος, μέσ' στον σαγηνευτικό του αλκοολισμό, άφησε μόνον λίγα χειρόγραφα, σελίδες ημερολογιακές. Εκείνη, ό,τι είχε να πει, το έλεγε μέσα από κείμενα άλλων, πού να την βρεις!
Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;
Παντού, αλλά παντού, όμως! Και ειδικά σε δωμάτια ξενοδοχείων! Τα λατρεύω αυτά! Αν είχα χρήματα, δεν θα είχα σπίτι. Σε ξενοδοχείο θα έμενα, πάντα. Για πάντα. Αλλά όσο περνά ο καιρός, κυριολεκτικά παντού! Περπατάμε μαζί, ούτε καν παράλληλα. Εγώ και η ιστορία. Η μάλλον η ιστορία και ξοπίσω, ασθμαίνοντας, εγώ. Και οι ήρωες, όλοι, χεράκι- χεράκι με μένα. Τους έχω ανάγκη και το ξέρουν αυτοί. Γι' αυτό και όσο περνά ο καιρός, με καταδέχονται παντού.
Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;
Ο... ερωτικός! Να με χτυπήσει η ιστορία, κατακούτελα! Κι ο τίτλος! Κι ο ήρωας! Ε και μετά να την ξεθάβω έκθαμβη σιγά – σιγά! Να μου λύνει απορίες, να με γεμίζει απορίες, να μου εξηγεί τη ζωή. Αλλά και το αθέατο. Του κόσμου και το δικό μου.
Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;
Τρελαίνομαι για τη... σιωπή! Με μαγεύει η τζαζ, η όπερα και η σιωπή. Όταν γράφω, ακολουθώ την μουσική της ιστορίας. Δεν μου αρέσει καθόλου να μπερδεύω τις μουσικές. Ούτε και να υπαγορεύω εγώ στους ήρωες το ρυθμό, μ' αρέσει ν' ακολουθώ τα βήματά τους. Χορεύω στο δικό τους... χορό. Φτάνει να πετύχει όλη αυτή η... τελετουργία και να συντονιστώ. Η πρώτη σελίδα είναι το δύσκολο. Μετά ακολουθώ την ουρίτσα. Την κρατώ πια κι αυτό μου είναι αρκετό.
Μια μικρή παρουσίαση/εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά [ή για όσα κρίνετε]. Είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν. Τυγχάνει κάποιο περισσότερο αγαπημένο των άλλων;
Τα πρώτα που κυκλοφόρησαν ήταν ποίηση. Ένα παιχνίδι με πρόσχημα ή όχημα τα γράμματα, παιχνίδι ζωής και θανάτου, τελικά. Μ για το μέλι, τη μαμά και το μαχαίρι (παιδική ηλικία, “Μέλι, μελό, μέλισσα, μάλιστα), Ε για τον Έρωτα και την δική του αλλόκοτη Ερημιά (εφηβεία, “Έως, εαρινός, έρημος, έρχομαι”), Σ για την σάρκα που μας σταυρώνει, τελικά (ηλικία της ωριμότητας, “Σώμα, σταυρός, σάρκα, σταυρώθηκα”), Θ για το... φινάλε που είναι θάνατος αλλά και θαύμα και Θεός (γήρας να το πω? “Θόλωσα, θύελλα, θάμβος, θυμήθηκα”) και Άλφα διότι όλα εν τέλει ξαναρχίζουν (Άβυσσος, άλγος, άλμα, αρχίζω”). Το φθινόπωρο θα κυκλοφορήσει η ποιητική συλλογή “Το γράμμα που λείπει”. Τώρα στα πεζά...Επιθυμία, Ενοχή, οι βασικές εμμονές. Και η επανάληψη ως μοτίβο πεπερασμένου σύμπαντος και ζωής, κατά το θεώρημα του Πουανκαρέ. Τα ίδια λάθη, λες από μνήμη κυττάρου. Στο “Αναζητώντας τη Μαρία” μια κόρη βάδιζε ακριβώς στ' αχνάρια της μητέρας, κάνοντας τα όλα ακριβώς αλλιώς! Στο “Να τα μετράω ή να μην τα μετράω τα χρόνια;” ένας άνδρας “σκυφτός” από αρχαίο τρόμο, έχασε τη Μεγάλη Συνάντηση και τη Μεγάλη Στιγμή. Στο “Μετεβλήθη εντός μου ο ρυθμός του κόσμου” η Μαρίνα της Βορινής κουζίνας “συνομιλούσε” με μιαν άλλη Μαρίνα που είχε ζήσει 150 χρόνια σε μια άλλη κουζίνα, αψηφώντας εκείνο που όλο το σώμα της επιζητεί. Στο “Χαίρε παραμύθι μου” δυο εραστές βαδίζοντας στα βήματα του Μαγιακόφσκι και της Λίλια Μπρικ, χάνουν το πρόσωπό τους. Στο “Αίνιγμα του άλλου” τρεις σε μια ερωτική δίνη, βλέπουν το ίδιο αλλιώς, αναγνωρίζοντας πως ο μεγάλος άγνωστος δεν είναι ο άλλος, αλλά ο επικίνδυνος, άγνωστος Εαυτός. Στο “Αν μ' αγαπάς, μη μ' αγαπάς” οι δυο ήρωες “φεύγουν” μακριά από το παρελθόν τους και σκουντουφλούν πάνω του στην άκρη της γης. Στο “Αύριο να θυμηθώ να σε φιλήσω” οι δυο κόντρα ρόλοι της ίδιας γυναίκας. Στον “Υγρό Χρόνο” ένα ερωτικό γαιτανάκι γύρω από έναν νεκρό. Τον πιο ζωντανό, όλων! Στο “Πλήθος Είμαι” η ηρωίδα αυτής της άτυπης τετραλογίας (που ξεκινά από το “Αν μ' αγαπάς, μη μ' αγαπάς”) επιστρέφει. Στο πατρικό σπίτι που “ευνοεί” τον αλλόκοτο έρωτα και το Κακό. Η θεωρία της επαναληπτικότητας, στην απόλυτη πράξη. Στα παραμύθια, ένα που κυκλοφορεί (“Το κοριτσάκι που πίστευε στα θαύματα”) και τα άλλα που ακολουθούν (“Η Νεφέλη στο νησί του Παντός”) το θαύμα της τέχνης. Μια μικρή ηρωίδα που μπαινοβγαίνει στις ζωγραφιές, στις ιστορίες, στις καρτ- ποστάλ, στις μουσικές.
Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;
Το τελευταίο βιβλίο είναι το “Πλήθος Είμαι” που κυκλοφόρησε τον Ιούνιο. Και είναι εκείνο που ήδη σας είπα: το λάθος και το πάθος που μας ακολουθεί. Ένα σπίτι που, ως ζωντανός οργανισμός, αναπαράγει σχεδόν “την ίδια στιγμή”. Και μια γυναίκα η οποία για να ξεφύγει, μέσα απ' τα κείμενα, γίνεται άλλη. Γίνεται “άλεφ”, όλοι, οι άλλοι. Για να επιζήσει και να κατανοήσει, για να αγγίξει το ύψιστο, τελικά. Και για να λύσει την κατάρα ή τον γρίφο.
Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;
Το καινούργιο της Τόνι Μόρισσον, “Έλεος”. Συγκλονιστικός τίτλος. Και τελειώνω (το διαβάζω σιγά- σιγά, δεν θέλω να μου τελειώσει) τους “Maytrees” της Annie Dillard (Εκδ. “Ίνδικτος”), για την τεράστια Λου! Δεν έχω ξανασυναντήσει άνθρωπο που να μπορεί να αγαπά αιώνια με αυτόν τον τρόπο! Ε ναι, ήθελα να είμαι η... Λου. Κι ας με.... προδώσουν όσοι αγαπώ!
Τι γράφετε τώρα;
Ένα μυθιστόρημα, αλλά με εμποδίζει ένα... άλλο! Μπήκε με το “έτσι θέλω” στη δική μου ζωή και θα πρέπει οπωσδήποτε να το ακολουθήσω. Αλλά αν το πω, φοβάμαι ό,τι θα μου χαλάσει, είναι λιγάκι σαν το... μυστικό. Σκάβεις ένα λακκάκι στο χώμα, στο βουνό, ή χαράζεις το δέντρο, ε κι εκεί το λες. Για να εξακολουθεί να υπάρχει και να σε βρει. Αλλιώς...
Ασχολείστε επισταμένα με την κριτική λογοτεχνίας. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Σας κλέβει συγγραφικό χρόνο ή εξαργυρώνεται με κάποιο τρόπο;
Διαβάζω σαν μανιακή, από μικρό παιδί. Διαβάζω όπως πίνω νερό, αναπνέω. Το πρώτο που κάνω όταν ανοίγω τα μάτια μου το πρωί. Και το τελευταίο, προτού τα κλείσω το βράδυ. Διαβάζω για μένα. Ε είχα και την σπάνια τύχη όλο αυτό να το έχω και... δουλειά, δηλαδή πως να το πω... θα πλήρωνα για εκείνο που με πληρώνουν να κάνω! Και εννοείται ότι όλη αυτή η αναγνωστική δίψα, συνήθως σε οδηγεί στη γραφή. Η ιστορία σου που την βλέπεις να σχηματίζεται ή την ξεθάβεις στο άσπρο χαρτί, έχει για σένα, τις πιο μεγάλες εκπλήξεις. Φιλοδοξείς, βεβαίως, εις μάτην μάλλον, να σου κρατά κι όλες τις απαντήσεις! Αλλά μπα, δεν... ίσως γι' αυτό και να γράφουμε και να ξαναγράφουμε. Αλλά και δεν μπορείς να ζήσεις διαφορετικά. Όχι, για μένα, ανάγνωση και γραφή, είναι ένα. Το ίδιο. Η ζωή μου. Η Εδέμ. Ελπίζω ο καλός Θεός να με στείλει, πεθαίνοντας, σε... αναγνωστήριο.
Οι εμπειρίες σας από το ιστολογείν;
Ξανάγινα... παιδί! Καθόλου τυχαίο το σύνηθες σχόλιο για τα “alef” και “moha” “δυο πιτσιρίκια που παίζουν!”. Έκανα φίλους, είδα να μ' αγαπούν ως άγνωστη άλλη, έφτασε ως εμένα ένα θεόσταλτο παιδί! Η Νεφέλη, η βαφτιστήρα μου. Από φίλο καλό (που γνώρισα στο... ίντερνετ!) γνώρισα τον μπαμπά της. 'Ηρθε με την μαμά της κρατώντας στους ώμους ένα θεικό μωρό. Με ξανθά κοτσίδια ολόρθα και μου πέρασε τα χεράκια της στο λαιμό. Ναι, αυτό το υπέροχο παιδάκι μου το έστειλε ο καλός άγγελος του διαδικτύου. Και πιστέψτε με, όχι μόνο, αυτό!
Σας ευχαριστώ.
YΓ. Δημοσιεύθηκε στο “Αίθριον” του “Πανδοχείου” στις 9 Αυγούστου 2009 και στο Mic (www.mic.gr/books.asp?id=18480) στις 7 Αυγούστου 2009 από τον φιλόξενο “πανδοχέα” Λάμπρο Σκουζάκη και θερμά τον ευχαριστώ. Δεν μ' έχουν πολυσυνηθίσει σε κάτι τέτοια, συνήθως στέκομαι απέναντι. Αυτή τη φορά με “υποχρέωσε” όμως να σκύψω να δω. Πόσο χαρούμενη και δυνατή με κάνουν, τελικά, τα βιβλία. Γενικώς τα βιβλία. Και των άλλων, ακόμα πιο πολύ!
Στο μεταξύ, γύρισα στη γωνιά μου, ξαναχώθηκα στα βιβλία και μ' αρέσει πολύ. Αυτά. Ας πάμε παρά κάτω, όμορφα θα 'ναι. Και μαγικά. Όπως είναι η ζωή εάν κατορθώνουμε να κρατάμε ανοιχτά τα μάτια και την καρδιά μας. Ας προσπαθήσουμε, έστω. Κάτι είναι κι αυτό, ναι?
1/9/09
Παρά τούτο...
"Η ευνοούμενή του λέξη ήταν "συγκρατήσου" και μέσα στο αγαπημένο του μυθιστορηματικό αφήγημα του "Μεγάλου Φρειδερίκου" δεν υπογράμμισε τίποτ' άλλο από την αποθέωση αυτής της εντολής, που τη θεωρούσε σαν συμπύκνωση της παθητικής αρετής".
"Σχεδόν κάθε μεγάλο που υπάρχει, το χρωστά σ' ένα "παρά τούτο", σε μια πρόκληση ενάντια στα βάσανα και τις έγνοιες, τη φτώχεια, την εγκατάλειψη, τη σωματική αδυναμία, τα ελαττώματα, τα πάθη, τις χιλιάδες τα εμπόδια".
"Αν μελετούσε κανείς όλα τούτα τα πεπρωμένα και τόσα άλλα παρόμοια, σίγουρα θα παραδεχόταν πως δεν υπάρχει άλλος ηρωισμός, από τον ηρωισμό της αδυναμίας...
Ο Άσσενμπαχ ήταν ο ποιητής όλων εκείνων που δημιουργούν στα ορόσημα της εξάντλησης, που λυγίζουν κάτω απ' το βαρύ μόχθο, που είναι κιόλας τσακισμένοι και στέκουν ωστόσο ορθοί..."
Τόμας Μανν, ανυπέρβλητος! Αλλά από πού???? (εύκολο είναι!)
Καλό Φθινόπωρο με έναν Σεπτέμβρη υπέροχο, "παρά τούτο"...
"Σχεδόν κάθε μεγάλο που υπάρχει, το χρωστά σ' ένα "παρά τούτο", σε μια πρόκληση ενάντια στα βάσανα και τις έγνοιες, τη φτώχεια, την εγκατάλειψη, τη σωματική αδυναμία, τα ελαττώματα, τα πάθη, τις χιλιάδες τα εμπόδια".
"Αν μελετούσε κανείς όλα τούτα τα πεπρωμένα και τόσα άλλα παρόμοια, σίγουρα θα παραδεχόταν πως δεν υπάρχει άλλος ηρωισμός, από τον ηρωισμό της αδυναμίας...
Ο Άσσενμπαχ ήταν ο ποιητής όλων εκείνων που δημιουργούν στα ορόσημα της εξάντλησης, που λυγίζουν κάτω απ' το βαρύ μόχθο, που είναι κιόλας τσακισμένοι και στέκουν ωστόσο ορθοί..."
Τόμας Μανν, ανυπέρβλητος! Αλλά από πού???? (εύκολο είναι!)
Καλό Φθινόπωρο με έναν Σεπτέμβρη υπέροχο, "παρά τούτο"...
28/8/09
Ο υπομονετικός, αινιγματικός λαβύρινθος των γραμμών μας
"Ένας άνθρωπος", γράφει ο Μπόρχες στον Επίλογο του "Ποιητή", "βάζει σκοπό της ζωής του να ζωγραφίσει τον κόσμο. Χρόνια ολόκληρα γεμίζει μια επιφάνεια με εικόνες από επαρχίες, βασίλεια, άστρα, άλογα κι ανθρώπους. Λίγο πριν πεθάνει, ανακαλύπτει ότι αυτός ο υπομονετικός λαβύρινθος των γραμμών σχηματίζει την εικόνα του προσώπου του".
ΥΓ. Καμιά φορά σκέπτομαι το πόσα του χρωστώ. Στον Μπόρχες και στον Αχιλλέα Κυριακίδη.
Αλλά το αφιερώνω στον συμφοιτητή και αείποτε φίλο μου Μάκη Αρμένη που επιμένει να μου υπενθυμίζει τον "χάρτινο Σεπτέμβρη της καρδιάς μου".
Μάκη μου καλέ, μόνο χάρτινη ίσως και να μπορώ, μονάχα χάρτινη μπορώ να αντέχω ή να καταλάβω, ξέρω κι εγώ? Εξάλλου κάτι γίνεται και με την... πυκτικότητα του αίματός μου (έτσι κι αρχίζει να τρέχει, δεν το σταματώ).
Όπως μπορεί ο καθένας, ναι? Και με ό,τι του λέει η καρδιά του.
Αντε να βγαίνει αυτός ο Αύγουστος ο αποκαλυπτικός και σκληρός. Κι ας μπει ένας Σεπτέμβρης χάρτινος, τί να κάνουμε? Αυτό ξέρω!
Οχι, δεν συμμαζεύτηκα ακόμα, σκπόρπια είμαι και υποτίθεται σε "διακοπές". Αλήθεια, εσείς ξέρετε κανένα που να διακόπτει ποτέ από τη ζωή του?
ΥΓ. Καμιά φορά σκέπτομαι το πόσα του χρωστώ. Στον Μπόρχες και στον Αχιλλέα Κυριακίδη.
Αλλά το αφιερώνω στον συμφοιτητή και αείποτε φίλο μου Μάκη Αρμένη που επιμένει να μου υπενθυμίζει τον "χάρτινο Σεπτέμβρη της καρδιάς μου".
Μάκη μου καλέ, μόνο χάρτινη ίσως και να μπορώ, μονάχα χάρτινη μπορώ να αντέχω ή να καταλάβω, ξέρω κι εγώ? Εξάλλου κάτι γίνεται και με την... πυκτικότητα του αίματός μου (έτσι κι αρχίζει να τρέχει, δεν το σταματώ).
Όπως μπορεί ο καθένας, ναι? Και με ό,τι του λέει η καρδιά του.
Αντε να βγαίνει αυτός ο Αύγουστος ο αποκαλυπτικός και σκληρός. Κι ας μπει ένας Σεπτέμβρης χάρτινος, τί να κάνουμε? Αυτό ξέρω!
Οχι, δεν συμμαζεύτηκα ακόμα, σκπόρπια είμαι και υποτίθεται σε "διακοπές". Αλήθεια, εσείς ξέρετε κανένα που να διακόπτει ποτέ από τη ζωή του?
10/8/09
Εγκατέλειψε τον κόσμο του, δεν κατάφερε να μπει στο δικό της. Βρέθηκε στο κενό
“η ζωή είναι θλιβερή εκτός από τη σπάνιες στιγμές που σκάει μύτη αγάπη”
“ΕΝΑ ΕΡΩΤΙΚΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ” του Ιβάν Κλίμα, Μετάφραση από τα τσέχικα: Σόνια Στάμου- Ντορνιάκοβα. Εκδ. “Καστανιώτη”, σελ. 240, € 18
“Έκανε μια εξαίρεση και αισθάνθηκε την ηδονή της χαλάρωσης, μισόκλεισε τα μάτια του, με αποτέλεσμα όλα να λιώσουν στα χρώματα του ουράνιου τόξου, μπορούσε να υποκύψει στη φαντασίωση πως τα πράγματα γύρω του, όλη η ζωή έχει μια τάξη, μια κατεύθυνση που ίσως και αυτός να καταλάβαινε, και συνειδητοποιούσε με σιγουριά πως το μοναδικό νόημα των πάντων είναι η ζωή και η διάρκειά της. Ξανά- όπως κάποτε όταν ήταν παιδί- του φάνηκε απίστευτο, δεν μπορούσε να φανταστεί, ότι ο ίδιος κάποτε δεν θα υπάρχει, πως το σώμα του, οι για την ώρα τέλειες λειτουργικές αισθήσεις του και το ακριβές και λογικά σκεπτόμενο μυαλό του, πρόκειται να χαθούν. Τότε τί νόημα θα είχε η θάλασσα, ο ουρανός και ο αέρας από πάνω του, τί νόημα θα είχε η διάρκεια του αέρα αν ο ίδιος δεν θα τον ανέπνεε;”
Το νόημα είναι για τον Ιβάν Κλίμα το άλφα και το ωμέγα στις ιστορίες του. Κι ας επικαλείται ως πρόσχημα, τον έρωτα άλλοτε και κάποιες άλλες φορές στην εποχή.
Στην “Απόκρυφη οικειότητα” ήταν ο εφημέριος Ντανιέλ Βέντρα που έχανε την πίστη του μέσα από έναν έρωτα για μια όμορφη άγνωστη, όπου την κέρδιζε, τελικά, αυτή.
Στο “Ούτε άγιοι, ούτε άγγελοι” ήτανε το κενό, η απουσία νοήματος, στη νέα εποχή. Το συλλογικό όραμα πέθανε κι ο άνθρωπος μόνος προσπαθεί από ερωτικούς, επιστημονικούς, ψευδαισθησιακούς και χημικούς παραδείσους με πάθος, εμμονικά, να κρατηθεί. Η παγωμένη Κριστίνα, ζεσταίνεται στην αγάπη του Γιαν και αγωνίζεται να δώσει πνοή ύπαρξης στην βυθισμένη στα ναρκωτικά και την απόγνωση, κόρη της Γιάννα.
Το “Ένα ερωτικό καλοκαίρι” που κυκλοφόρησε πρόσφατα, αφορά και κρατά για μια ζωή.
Περισσότερο... ποιοτικός προσδιορισμός όσον αφορά το ερωτικό του θέματος (πως λέμε “η ερωτική άνοιξη της κυρίας Στόουν”;) και λιγότερο εποχικός (ε εντάξει, υπάρχει και ένα ταξίδι), προκαλεί ρωγμές ανεπανόρθωτες στη ζωή του Δαβίδ. Παρ' ότι ήταν κατά τέτοιον τρόπο “καλοχτισμένη” η ζωή του παντρεμένου τσέχου επιστήμονα ώστε όλα να δείχνουν ότι τα σχέδια φτάνουν μέχρι που να τελειώσει αυτή αλλά και η άλλη και η άλλη ζωή. Το ερευνητικό του έργο, εξάλλου, ακριβώς αυτό: η... αιωνιότητα! Το ερευνητικό του έργο στηριγμένο στο ελιξήριο για την αθανασία, θα τον έκανε διάσημο, τον κρατούσε ήδη για χρόνια καθησυχασμένο και βολεμένο στην ίδια τροχιά. Η καθημερινότητά του, επικουρική ως προς αυτό: η αθόρυβη εκπαιδευτικός σύζυγός του, τα δυο αθόρυβα παιδιά του και το σπίτι που σκόπευαν με τις οικονομίες να αποκτήσουν για να ησυχάσουν ως τα προς το ζην.
Η κηδεία της σπιτονοικοκυράς του, θα τον βάλει σε μεγάλους μπελάδες. Διότι σ' αυτή θα γνωρίσει την νεαρή φοιτήτρια Ίβα που θα φέρει τα επάνω κάτω στην τακτοποιημένη του ζωή. Αισθησιακή, αφιερωμένη σαν πεταλούδα στο εφήμερο, θα του αλλάξει τις νύχτες πρώτα (θα ξαγρυπνά για το μεταμεσονύχτιο τηλεφώνημά της), τις ημέρες κατόπιν (θα τρέχει διαρκώς να τη βρει), τα ίδια τα σχέδιά του, την ίδια του τη ζωή.
Ο παθιασμένος έρωτας θα τον οδηγήσει ακριβώς στο εφήμερο, για να διαπιστώσει ξαφνικά με διαύγεια πως η επιστημονική του πορεία προιόν της έως τώρα ζωής είναι αναπόφευκτο να πέσει στο κενό. “Όποιος μια φορά πάρει ανθρώπινες διαστάσεις, αυτός είναι προορισμένος και να πεθάνει”. Και πως μονάχα στη διάσταση του ανθρώπινου χρόνου μπορεί να υπάρξει η ανθρώπινη ζωή.
Η καθημερινότητά του θα δοκιμαστεί μαζί με το προιόν της επιστημονικής του έρευνας και οι προσπάθειές του “να ανήκει εδώ ή εκεί” θα σταθούν για τον Δαβίδ ανεπαρκείς: “Αυτός έφταιγε. Φοβόταν πάρα πολύ πως θα τη χάσει. Την έχασε όμως ακριβώς επειδή έχασε τον εαυτό του. Δεν είναι κανένας. Μόνο ένας υποψήφιος που περιμένει την εύνοιά της. Ένας μεταξύ πολλών”.
Βιώνοντας την αγωνία του-εραστή- υπό-εγκατάλειψη, θα την ακολουθήσει σε ένα προθεσμιακό καλοκαιρινό ταξίδι μετ' επιστροφής. Θα επέστρεφε, ούτως ή άλλως, για να φύγει για επιστημονική έρευνα στο Λονδίνο με την οικογένεια. Δεν γίνεται να το αποφύγει, διαρκώς το αισθάνεται αυτό: “Παρόλο που το πήρε απόφαση και έφυγε μαζί της, δεν γλίτωσε ούτε στιγμή από τις τύψεις και το αίσθημα πως δεν ανήκει εδώ. Εγκατέλειψε τον κόσμο του, δεν κατάφερε να μπει στο δικό της. Βρέθηκε στο κενό”.
Εκείνο που δεν μπορούσε να αισθανθεί με τίποτα ήταν οι αντιδράσεις του άλλου, εφόσον σε μια σχέση κατά τον Γιουνγκ, μεταβάλλονται και οι δυο. Και ο Δαβίδ – ο οποίος πια βασανίζεται δίχως επιστημονικό πυρήνα και στόχο και τον κυνηγούν ως Ερινύες τα συζυγικά κατσαρολικά αλλά και η Ίβα, η οποία μάλλον δεν έχει μάθει να ζει με ημίμετρα και το μόνο της νόημα ζωής πλέον είναι αυτός. 'Ενας έρωτας για τον οποίο θα μπορούσαν κι οι δυο να θυσιάσουν τα πάντα. Αλλά αυτός είχε ήδη για το ελιξίριο της αθανασίας χαραμίσει σχεδόν μια ζωή.
Ένας παθιασμένος, αταίριαστος έρωτας (αλλά και ποιος παθιασμένος έρωτας είναι ταιριαστός;) που κουβαλά όλο το βάρος της ύπαρξης στο ερωτικό, βασανιστικό του καλοκαίρι. Και δυο τραγικοί ήρωες της αέναης ανθρώπινης τραγωδίας. Κουβαλώντας την ελπίδα του αιώνιου, στη φθαρτή τους ανοικονόμητη ζωή.
Και αρκεί μια στιγμή για την Μέγιστη και ολέθρια διαπίστωση: “Είναι δυνατόν μόνο μια στιγμή να αποφασίσει για τη μοίρα μου; Ή ανέκαθεν είχα μέσα μου την ανάγκη να δραπετεύσω από την προκαθορισμένη μοίρα της ζωής μου, τη λαχτάρα να καταστρέψω την ησυχία μου, να ζήσω το κάτι άλλο, παρόλο που αυτό θα μπορούσε να με καταστρέψει;”
Αλλά συνήθως εκείνος που δραπετεύει είναι ο πλέον αθώος και ο αθώος σ' αυτή την ιστορία ήταν αυτή.
Και εδώ “η ζωή, θλιβερή εκτός από τη σπάνιες στιγμές που σκάει μύτη αγάπη” αλλά η αγάπη αυτή είναι... καλοκαιρινή, δηλαδή περαστική, παροδική. Μετά απ' εκείνην, το κενό που εμπεριέχουμε και εφόσον το ανύπαρκτο ελιξήριο της αθανασίας πάψει να αποτελεί το ζωτικό μας ψεύδος, κινδυνεύουμε, τελικά, να μας καταπιεί.
ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ-
ΕΡΓΑ ΤΟΥ:
Πεζογράφος, δραματουργός, δημοσιογράφος, σεναριογράφος και δημιουργός ραδιοφωνικών έργων, ο Ιβάν Κλίμα, γεννήθηκε στην Πράγα το 1931.
Σε μικρή ηλικία έζησε τρία χρόνια στο στρατόπεδο συγκεντρώσεως στο Τέρεζιν της Τσεχίας. Αποφοίτησε από το Πανεπιστήμιο του Καρόλου, από τη φιλοσοφική σχολή, με ειδίκευση στην τσέχικη γλώσσα και στην επιστήμη της λογοτεχνίας.
Κατά την περίοδο 1969- 1970 έδινε διαλέξεις ως φιλοξενούμενος καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Μίσιγκαν των ΗΠΑ.
Μετά την επιστροφή στην πατρίδα του, απαγορεύτηκαν όλα τα βιβλία του που πλέον κυκλοφορούσαν παράνομα στη χώρα του ή στο εξωτερικό από γνωστούς εκδοτικούς οίκους.
Μέχρι την αλλαγή του καθεστώτος ο Κλίμα εργαζόταν σε διάφορες χειρωνακτικές εργασίες, αλλά η βασική του ασχολία είχε παραμείνει η συγγραφή μυθιστορημάτων, θεατρικών έργων, σεναρίων κλπ.
Το 2002 ο Πρόεδρος της Τσέχικης Δημοκρατίας τον τίμησε με το Μετάλλιο του 1ου βαθμού για το σύνολο του καλλιτεχνικού έργου του.
Ζει και εργάζεται στην Πράγα.
“ΕΝΑ ΕΡΩΤΙΚΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ” του Ιβάν Κλίμα, Μετάφραση από τα τσέχικα: Σόνια Στάμου- Ντορνιάκοβα. Εκδ. “Καστανιώτη”, σελ. 240, € 18
“Έκανε μια εξαίρεση και αισθάνθηκε την ηδονή της χαλάρωσης, μισόκλεισε τα μάτια του, με αποτέλεσμα όλα να λιώσουν στα χρώματα του ουράνιου τόξου, μπορούσε να υποκύψει στη φαντασίωση πως τα πράγματα γύρω του, όλη η ζωή έχει μια τάξη, μια κατεύθυνση που ίσως και αυτός να καταλάβαινε, και συνειδητοποιούσε με σιγουριά πως το μοναδικό νόημα των πάντων είναι η ζωή και η διάρκειά της. Ξανά- όπως κάποτε όταν ήταν παιδί- του φάνηκε απίστευτο, δεν μπορούσε να φανταστεί, ότι ο ίδιος κάποτε δεν θα υπάρχει, πως το σώμα του, οι για την ώρα τέλειες λειτουργικές αισθήσεις του και το ακριβές και λογικά σκεπτόμενο μυαλό του, πρόκειται να χαθούν. Τότε τί νόημα θα είχε η θάλασσα, ο ουρανός και ο αέρας από πάνω του, τί νόημα θα είχε η διάρκεια του αέρα αν ο ίδιος δεν θα τον ανέπνεε;”
Το νόημα είναι για τον Ιβάν Κλίμα το άλφα και το ωμέγα στις ιστορίες του. Κι ας επικαλείται ως πρόσχημα, τον έρωτα άλλοτε και κάποιες άλλες φορές στην εποχή.
Στην “Απόκρυφη οικειότητα” ήταν ο εφημέριος Ντανιέλ Βέντρα που έχανε την πίστη του μέσα από έναν έρωτα για μια όμορφη άγνωστη, όπου την κέρδιζε, τελικά, αυτή.
Στο “Ούτε άγιοι, ούτε άγγελοι” ήτανε το κενό, η απουσία νοήματος, στη νέα εποχή. Το συλλογικό όραμα πέθανε κι ο άνθρωπος μόνος προσπαθεί από ερωτικούς, επιστημονικούς, ψευδαισθησιακούς και χημικούς παραδείσους με πάθος, εμμονικά, να κρατηθεί. Η παγωμένη Κριστίνα, ζεσταίνεται στην αγάπη του Γιαν και αγωνίζεται να δώσει πνοή ύπαρξης στην βυθισμένη στα ναρκωτικά και την απόγνωση, κόρη της Γιάννα.
Το “Ένα ερωτικό καλοκαίρι” που κυκλοφόρησε πρόσφατα, αφορά και κρατά για μια ζωή.
Περισσότερο... ποιοτικός προσδιορισμός όσον αφορά το ερωτικό του θέματος (πως λέμε “η ερωτική άνοιξη της κυρίας Στόουν”;) και λιγότερο εποχικός (ε εντάξει, υπάρχει και ένα ταξίδι), προκαλεί ρωγμές ανεπανόρθωτες στη ζωή του Δαβίδ. Παρ' ότι ήταν κατά τέτοιον τρόπο “καλοχτισμένη” η ζωή του παντρεμένου τσέχου επιστήμονα ώστε όλα να δείχνουν ότι τα σχέδια φτάνουν μέχρι που να τελειώσει αυτή αλλά και η άλλη και η άλλη ζωή. Το ερευνητικό του έργο, εξάλλου, ακριβώς αυτό: η... αιωνιότητα! Το ερευνητικό του έργο στηριγμένο στο ελιξήριο για την αθανασία, θα τον έκανε διάσημο, τον κρατούσε ήδη για χρόνια καθησυχασμένο και βολεμένο στην ίδια τροχιά. Η καθημερινότητά του, επικουρική ως προς αυτό: η αθόρυβη εκπαιδευτικός σύζυγός του, τα δυο αθόρυβα παιδιά του και το σπίτι που σκόπευαν με τις οικονομίες να αποκτήσουν για να ησυχάσουν ως τα προς το ζην.
Η κηδεία της σπιτονοικοκυράς του, θα τον βάλει σε μεγάλους μπελάδες. Διότι σ' αυτή θα γνωρίσει την νεαρή φοιτήτρια Ίβα που θα φέρει τα επάνω κάτω στην τακτοποιημένη του ζωή. Αισθησιακή, αφιερωμένη σαν πεταλούδα στο εφήμερο, θα του αλλάξει τις νύχτες πρώτα (θα ξαγρυπνά για το μεταμεσονύχτιο τηλεφώνημά της), τις ημέρες κατόπιν (θα τρέχει διαρκώς να τη βρει), τα ίδια τα σχέδιά του, την ίδια του τη ζωή.
Ο παθιασμένος έρωτας θα τον οδηγήσει ακριβώς στο εφήμερο, για να διαπιστώσει ξαφνικά με διαύγεια πως η επιστημονική του πορεία προιόν της έως τώρα ζωής είναι αναπόφευκτο να πέσει στο κενό. “Όποιος μια φορά πάρει ανθρώπινες διαστάσεις, αυτός είναι προορισμένος και να πεθάνει”. Και πως μονάχα στη διάσταση του ανθρώπινου χρόνου μπορεί να υπάρξει η ανθρώπινη ζωή.
Η καθημερινότητά του θα δοκιμαστεί μαζί με το προιόν της επιστημονικής του έρευνας και οι προσπάθειές του “να ανήκει εδώ ή εκεί” θα σταθούν για τον Δαβίδ ανεπαρκείς: “Αυτός έφταιγε. Φοβόταν πάρα πολύ πως θα τη χάσει. Την έχασε όμως ακριβώς επειδή έχασε τον εαυτό του. Δεν είναι κανένας. Μόνο ένας υποψήφιος που περιμένει την εύνοιά της. Ένας μεταξύ πολλών”.
Βιώνοντας την αγωνία του-εραστή- υπό-εγκατάλειψη, θα την ακολουθήσει σε ένα προθεσμιακό καλοκαιρινό ταξίδι μετ' επιστροφής. Θα επέστρεφε, ούτως ή άλλως, για να φύγει για επιστημονική έρευνα στο Λονδίνο με την οικογένεια. Δεν γίνεται να το αποφύγει, διαρκώς το αισθάνεται αυτό: “Παρόλο που το πήρε απόφαση και έφυγε μαζί της, δεν γλίτωσε ούτε στιγμή από τις τύψεις και το αίσθημα πως δεν ανήκει εδώ. Εγκατέλειψε τον κόσμο του, δεν κατάφερε να μπει στο δικό της. Βρέθηκε στο κενό”.
Εκείνο που δεν μπορούσε να αισθανθεί με τίποτα ήταν οι αντιδράσεις του άλλου, εφόσον σε μια σχέση κατά τον Γιουνγκ, μεταβάλλονται και οι δυο. Και ο Δαβίδ – ο οποίος πια βασανίζεται δίχως επιστημονικό πυρήνα και στόχο και τον κυνηγούν ως Ερινύες τα συζυγικά κατσαρολικά αλλά και η Ίβα, η οποία μάλλον δεν έχει μάθει να ζει με ημίμετρα και το μόνο της νόημα ζωής πλέον είναι αυτός. 'Ενας έρωτας για τον οποίο θα μπορούσαν κι οι δυο να θυσιάσουν τα πάντα. Αλλά αυτός είχε ήδη για το ελιξίριο της αθανασίας χαραμίσει σχεδόν μια ζωή.
Ένας παθιασμένος, αταίριαστος έρωτας (αλλά και ποιος παθιασμένος έρωτας είναι ταιριαστός;) που κουβαλά όλο το βάρος της ύπαρξης στο ερωτικό, βασανιστικό του καλοκαίρι. Και δυο τραγικοί ήρωες της αέναης ανθρώπινης τραγωδίας. Κουβαλώντας την ελπίδα του αιώνιου, στη φθαρτή τους ανοικονόμητη ζωή.
Και αρκεί μια στιγμή για την Μέγιστη και ολέθρια διαπίστωση: “Είναι δυνατόν μόνο μια στιγμή να αποφασίσει για τη μοίρα μου; Ή ανέκαθεν είχα μέσα μου την ανάγκη να δραπετεύσω από την προκαθορισμένη μοίρα της ζωής μου, τη λαχτάρα να καταστρέψω την ησυχία μου, να ζήσω το κάτι άλλο, παρόλο που αυτό θα μπορούσε να με καταστρέψει;”
Αλλά συνήθως εκείνος που δραπετεύει είναι ο πλέον αθώος και ο αθώος σ' αυτή την ιστορία ήταν αυτή.
Και εδώ “η ζωή, θλιβερή εκτός από τη σπάνιες στιγμές που σκάει μύτη αγάπη” αλλά η αγάπη αυτή είναι... καλοκαιρινή, δηλαδή περαστική, παροδική. Μετά απ' εκείνην, το κενό που εμπεριέχουμε και εφόσον το ανύπαρκτο ελιξήριο της αθανασίας πάψει να αποτελεί το ζωτικό μας ψεύδος, κινδυνεύουμε, τελικά, να μας καταπιεί.
ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ-
ΕΡΓΑ ΤΟΥ:
Πεζογράφος, δραματουργός, δημοσιογράφος, σεναριογράφος και δημιουργός ραδιοφωνικών έργων, ο Ιβάν Κλίμα, γεννήθηκε στην Πράγα το 1931.
Σε μικρή ηλικία έζησε τρία χρόνια στο στρατόπεδο συγκεντρώσεως στο Τέρεζιν της Τσεχίας. Αποφοίτησε από το Πανεπιστήμιο του Καρόλου, από τη φιλοσοφική σχολή, με ειδίκευση στην τσέχικη γλώσσα και στην επιστήμη της λογοτεχνίας.
Κατά την περίοδο 1969- 1970 έδινε διαλέξεις ως φιλοξενούμενος καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Μίσιγκαν των ΗΠΑ.
Μετά την επιστροφή στην πατρίδα του, απαγορεύτηκαν όλα τα βιβλία του που πλέον κυκλοφορούσαν παράνομα στη χώρα του ή στο εξωτερικό από γνωστούς εκδοτικούς οίκους.
Μέχρι την αλλαγή του καθεστώτος ο Κλίμα εργαζόταν σε διάφορες χειρωνακτικές εργασίες, αλλά η βασική του ασχολία είχε παραμείνει η συγγραφή μυθιστορημάτων, θεατρικών έργων, σεναρίων κλπ.
Το 2002 ο Πρόεδρος της Τσέχικης Δημοκρατίας τον τίμησε με το Μετάλλιο του 1ου βαθμού για το σύνολο του καλλιτεχνικού έργου του.
Ζει και εργάζεται στην Πράγα.
4/8/09
Ο τελευταίος της αυλής
“ΣΚΟΤΕΙΝΟΣ ΤΟΠΟΣ” της Τζίλιαν Φλιν. Μετάφραση: Γωγώ Αρβανίτη. Εκδ. “Μεταίχμιο”, σελ. 475, € 20
“Χωρίς κανένα λόγο, κράτησα την ανάσα μου καθώς περνούσα την πινακίδα που με καλωσόριζε στο Γουίντ Γκαπ, έτσι όπως κάνουν τα μικρά παιδιά όταν περνάνε έξω από νεκροταφείο. Είχα οχτώ χρόνια να έρθω, αλλά το σκηνικό μου γύρισε τ' άντερα”...
“Σ' όλους τους φανοστάτες του δρόμου υπήρχε το πρόσωπο ενός κοριτσιού σε μια φωτοτυπία όλο κόκκο... “Αγνοείται”.
Η αμερικανίδα τηλεκριτικός Τζίλιαν Φλιν με το πρώτο της κιόλας μυθιστόρημα “Αιχμηρά αντικείμενα” έκανε τους πάντες να μιλούν για το φρέσκο ανατριχιαστικό ύφος της. “Είχα περίπου τριάντα χρόνια να διαβάσω τόσο ανατριχιαστικό ψυχολογικό θρίλερ”, δήλωνε ο Στίβεν Κινγκ. Η αστυνομική συντάκτης Καμίλ Πρίκερ, επιστρέφει ύστερα από χρόνια στην πατρίδα της και με αφορμή την εξαφάνιση (και τον θάνατο απ' ό,τι θα αποδειχτεί) ενός κοριτσιού, θ' αναγκαστεί να ξεθάψει τους οικείους νεκρούς, θα ζωντανέψει την νεκρή παιδική της ηλικία. Πριν από λίγο καιρό και ένα άλλο χαρισματικό και ζόρικο κοριτσάκι είχε στραγγαλιστεί κατά τον ίδιο ακριβώς τρόπο, και το τρόπαιο του δολοφόνου ήταν κι αυτή τη φορά τα... δόντια της. Η αδελφή της Μάριον, που σημάδεψε με τον θάνατό της, το κορμί και τη ζωή της Καμίλ Πρίκερ (χαρακωνόταν! Με ψυχαναγκαστικό τρόπο χάραζε λέξεις για να τις ξορκίσει ή για να τις κάνει να υπάρξουν σε όλο της το κορμί), όμως, όλα έδειχναν ότι είχε πεθάνει με φυσικό τρόπο.
Η αγία οικογένεια και η αγία Μητέρα στο μικροσκόπιο, καθώς και οι αντιφατικές οικογενειακές σχέσεις. Με απύθμενο ψυχαναλυτικό βάθος η Φλιν αγγίζει τη σχέση Μάνας και Κόρης, σκιαγραφώντας τον σαδιστή και μαζοχιστή εαυτό, και την αβάσταχτη σκληρότητα των παιδιών, καθώς επίσης και των παιδικών μας χρόνων.
Στο “Σκοτεινό Τόπο” που κυκλοφόρησε πρόσφατα, επίσης, από τις εκδόσεις “Μεταίχμιο” στα ελληνικά, το δεύτερο αστυνομικό μυθιστόρημά της, η οικογένεια και οι εγκληματικές της παράμετροι θα βρεθούν και πάλι στο συγγραφικό μικροσκόπιο.
Η Λίμπι Ντέι, η μικρούλα που επέζησε ενός απίστευτου μακελιού, όπου ο δεκαπεντάχρονος αδελφός της σκοτώνει τη μητέρα τους και τις δυο αδελφές του, τώρα πια που μεγάλωσε και έχοντας ανάγκη από χρήματα, αποφασίζει να πουλήσει την οικογενειακή τους ιστορία. Θα χρειαστεί να διανύσει αντίστροφα την ίδια διαδρομή. Και ενώ ο ανυποψίαστος αναγνώστης θεωρεί απριόρι ότι όλα έχουν ειπωθεί και ο δολοφόνος βρίσκεται ήδη τιμωρημένος στη φυλακή, η αντίστροφη πορεία θα φέρει τα επάνω- κάτω.
“Τι έγινε εκείνη τη νύχτα, Μπεν; Το έχω ανάγκη, πρέπει να μάθω!” Εκλιπαρεί κάποια στιγμή τον αδελφό της στη φυλακή, παίζοντας ήδη μια χαμένη παρτίδα:
“Λίμπι, δεν πρόκειται να το κερδίσεις αυτό το παιχνίδι. Αν σου πω είμαι αθώος, σημαίνει ότι εσύ είσαι ένοχη, μου κατέστρεψες τη ζωή. Αν σου πω είμαι ένοχος... δεν νομίζω ότι αυτό θα σε κάνει να αισθανθείς καλύτερα, ή όχι;” Η Λίμπι, παρότι τότε μικρό παιδί, ήταν εκείνη που τον είχε καταδώσει.
Και η Λίμπι- κόρη, όπως και η ενοχική Καμίλ είναι πεπεισμένες στις δυο ιστορίες ότι είναι οι φορείς του κακού. Κομματιάζουν τον εαυτό τους για να μην κομματιάσουν. Και οι δυο θα χρειαστεί με τρόπο επώδυνο να ξεθάψουν το παρελθόν και να θυμηθούν, να δικάσουν αντίστροφα τη μητέρα- Θεό και να την αθωώσουν ή να την καταδικάσουν.
Η ζοφώδης ατμόσφαιρα της Φλιν ολοζώντανη και πειστική, κινείται πολυεπίπεδα οδηγώντας σε απύθμενα υποσυνείδητα βάθη. Χαρακτήρες πολύπλοκοι, με μυστικά και βαρύ, σκοτεινό παρελθόν, ανακατεύουν αμέτρητες φορές τα χαρτιά στην ίδια παρτίδα. Η συγγραφική ευστροφία και τα ευρήματα τα καθοριστικά, χαρίζουν στην αστυνομική λογοτεχνία δυο ιδιόρρυθμες, απρόσμενες, αλλόκοτες, σαν σκοτεινά παραμύθια του Άντερσεν, ιστορίες. Η κακιά μάγισσα που τιμωρεί τα ζωηρά κοριτσάκια στη μια, και ο σατανιστής έφηβος που βάφει τα χέρια με αίμα στην άλλη.
Αλλά πέρα από την σαγηνευτική αφήγηση και την απρόσμενη πλοκή, αυτό που “σπάει κόκαλα” όπως ο Στήβεν Κινγκ θα πει, είναι και στη μία περίπτωση και στην άλλη, η αυτοκαταστροφική και ενοχική, στα όρια του μαζοχισμού σχεδόν, κεντρική ηρωίδα.
Το αόρατο θύμα, εν τέλει, εφόσον τα μεγάλα εγκλήματα δεν προυποθέτουν ντε και καλά αίμα και πτώμα.
“Ο σκοτεινός Τόπος” δεν είναι άλλος από την σκοτεινή δική μας ψυχή, και το φιλμάκι των παιδικών μας χρόνων που έχει αποσβέσει η αυτοσυντήρηση, ο νόμος της εντροπίας κι ο χρόνος. Και “Τα αιχμηρά αντικείμενα”, δοντάκια, μητρικά νυχάκια, μαχαίρια και βελούδα σατέν που εξακολουθούν και ως μνήμη να γδέρνουν.
Η γυναίκα- ανοιχτό βιβλίο και η άλλη που πρέπει να ξεδοντιάζει και να πονά, διότι αλλιώς αισθάνεται αόρατη, πολύ απλά “δεν υπάρχει”. Η άλλη όψη ακριβώς του ιδίου νομίσματος. Η βία που υφιστάμεθα και γεννά βία, στον άλλον, ή ενίοτε στον ίδιο μας τον εαυτό, αναλόγως της ιδιοσυγκρασίας.
Η μητρική αυταπάρνηση και η Μητέρα- τιμωρός.
Το δίχως άλλο, δυο μεγάλα βιβλία σαν αρχαία τραγωδία. Όπου η κατάδυση στην κόλαση είναι μονόδρομος για τη λύτρωση πια.
ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ-
ΕΡΓΑ ΤΗΣ:
Η Τζίλιαν Φλιν είναι τηλεκριτικός στο αμερικάνικο περιοδικό Entertainment Weekly και ζει στο Σικάγο.
Το πρώτο της βιβλίο “Αιχμηρά αντικείμενα” (εκδ. “Μεταίχμιο”), δημιούργησε τεράστια αίσθηση διεθνώς,
αγαπήθηκε από εκατομμύρια αναγνώστες,
ενώ χάρισε στη συγγραφέα του τα βραβεία CWA lan Fleming Steel Dagger CWA New Blood Fiction Fagger.
ΥΓ1: Εχθές αποχαιρέτησα και τον τελευταίο της αυλής. Το σκεπτόμουν μεσάνυχτα Κυριακής. Κοιτώντας τη σιδερένια αυλόπορτα πώς την έκανε ξύλινη.... ντεραυλή το φεγγάρι. Το γκαράζ του αγροτικού που όταν θόλωναν τα μάτια μου απ' τα δάκρυα, γινόταν το πουρλάκι, πατητήρι. Τα σιδερένια κάγκελα, ο ασπρισμένος ξυλόφουρνος του παππού, αλήθεια το σπίτι της γιαγιάς το γκρέμισαν? Τί να 'χει απομείνει εκεί σ' αυτό το σκοτεινό “από πίσω”? Μου μύρισε ματζουράνα και λεβάντα αλλά ήταν που μας είχε λιβανίσει η σπλαχνική βουλγάρα που φρόντιζε τον θειό μου στα τελευταία. Κι αυτό που είδα για τους ιβίσκους της γιαγιάς, ήταν μια πλαστική σακούλα που την έπαιζε το αεράκι που είχε απομείνει.
Κανείς δεν μιλούσε. Κι όμως, το ήξερα, ζώντες και τεθνεώντες, είμαστε όλοι εκεί! Μήνες την ονειρεύεται τη γιαγιά η μαμά, “να δεις θα έρθει η μάνα, να πάρει τον θείο τον Χρίστο!”
Κι έδινε πίσω από την πλάτη μου κρυφά ραντεβού- εντολή: “Δευτέρα στις έξι το απόγευμα θα με πας, ε? Κι άστηνα να φωνάζει, αυτή πονάει το πιο πολύ!”
Έξι τ' απόγευμα της Δευτέρας τον σήκωσαν, μύριζε ο τόπος αγιόκλημα, γιασεμί, όσο είχε απομείνει.
Κι εγώ, σα να μεγάλωσα ξαφνικά. Αφού θα κλείσει για μένα πια για πάντα αυτή η αυλή, τώρα που έφυγε απ' αυτήν κι ο τελευταίος!
Η αυλή των θαυμάτων. Εκείνη που ευθύνεται για τη σχιζοφρένεια και για τις αντιφάσεις μου. Ο ολόφωτος, καλειδοσκοπικός, σκοτεινός μου Τόπος. Εκεί όπου μου επιτρέπονταν – για όσο υπάρχει, υπήρχε, θα υπάρχει?- τα πάντα ή σχεδόν: αποστειρωμένοι οι πάντες μεσ' στη βελούδινη σάλα της μαμάς, σαν κούκλα ψεύτικη κι εγώ, ξυπόλυτη και βρόμικη εκεί, μέσα στο χώμα, έτοιμη για του κόσμου τις αλάνες. Ένα δρόμο πιο πάνω, τα γύφτικα, τσαντίρια κανονικά. Και όλοι φίλοι μου. Μαζί κι ο Γιώργος, η Χρυσούλα, ο Πε... στη δεξαμενή, “κλέφτες κι αστυνόμοι”. Στους κλέφτες πάντοτε, με τόνα πόδι στο παιχνίδι και τ' άλλο στα φαντάσματα, σαν το αερικό, στα γκρεμισμένα.
Σ' αυτή την αυλή, όλα ήταν αλήθεια, πριγκίπισσες και μάγισσες, η λάμια του Πάτημα κι οι αδικοσκοτωμένοι. Η θειά Κουλιώ έπαιζε για το χατίρι μας Καραγκιόζη με την κουρτίνα της κουζίνας για μπερντέ, εμείς φορούσαμε τα υφαντά της γιαγιάς και είμαστε ινδιάνοι. Αν διάβασα σαν μανιακή, τα παραμύθια τα δικά της αναζητούσα, κι αν έγραψα, ήταν και πάλι “να τα βρω”, επειδή δεν τα βρήκα σε βιβλίο.
Εχθές, αποχαιρέτησα και τον τελευταίο της αυλής. Να έρχεστε, ακούτε? Κι ας μεγάλωσα, είπα σε όλους. Δίχως εσάς, δεν θα 'μαι αυτή. Και άλλωστε συνήθισα, στη βελουδένια σάλα της η μισή και η άλλη, λασπωμένη και γδαρμένη, μονίμως διχασμένη, στην αλάνα. Μισή εδώ κι άλλη μισή με τους ψιθύρους σας. Ολόκληρη μόνο μ' εσάς. Σ' αυτή εδώ την αυλή όπου όλα ήταν, είναι, θα είναι δυνατά, και θα την καταπιώ, σαν σιροπάκι toplexil, ώστε να γίνετε όλοι κι όλα, σάρκα και αίμα.
Γιαγιάκα μου... Πάντα εδώ. Κι ας ήμουν έντεκα χρονώ. Πώς πίστεψα ποτέ πώς θα μ' αφήσεις!
ΥΓ2: Και για την Κραταιά Σιωπή, τ' αυτιά μου φταίνε.
Άσχετο.
“Χωρίς κανένα λόγο, κράτησα την ανάσα μου καθώς περνούσα την πινακίδα που με καλωσόριζε στο Γουίντ Γκαπ, έτσι όπως κάνουν τα μικρά παιδιά όταν περνάνε έξω από νεκροταφείο. Είχα οχτώ χρόνια να έρθω, αλλά το σκηνικό μου γύρισε τ' άντερα”...
“Σ' όλους τους φανοστάτες του δρόμου υπήρχε το πρόσωπο ενός κοριτσιού σε μια φωτοτυπία όλο κόκκο... “Αγνοείται”.
Η αμερικανίδα τηλεκριτικός Τζίλιαν Φλιν με το πρώτο της κιόλας μυθιστόρημα “Αιχμηρά αντικείμενα” έκανε τους πάντες να μιλούν για το φρέσκο ανατριχιαστικό ύφος της. “Είχα περίπου τριάντα χρόνια να διαβάσω τόσο ανατριχιαστικό ψυχολογικό θρίλερ”, δήλωνε ο Στίβεν Κινγκ. Η αστυνομική συντάκτης Καμίλ Πρίκερ, επιστρέφει ύστερα από χρόνια στην πατρίδα της και με αφορμή την εξαφάνιση (και τον θάνατο απ' ό,τι θα αποδειχτεί) ενός κοριτσιού, θ' αναγκαστεί να ξεθάψει τους οικείους νεκρούς, θα ζωντανέψει την νεκρή παιδική της ηλικία. Πριν από λίγο καιρό και ένα άλλο χαρισματικό και ζόρικο κοριτσάκι είχε στραγγαλιστεί κατά τον ίδιο ακριβώς τρόπο, και το τρόπαιο του δολοφόνου ήταν κι αυτή τη φορά τα... δόντια της. Η αδελφή της Μάριον, που σημάδεψε με τον θάνατό της, το κορμί και τη ζωή της Καμίλ Πρίκερ (χαρακωνόταν! Με ψυχαναγκαστικό τρόπο χάραζε λέξεις για να τις ξορκίσει ή για να τις κάνει να υπάρξουν σε όλο της το κορμί), όμως, όλα έδειχναν ότι είχε πεθάνει με φυσικό τρόπο.
Η αγία οικογένεια και η αγία Μητέρα στο μικροσκόπιο, καθώς και οι αντιφατικές οικογενειακές σχέσεις. Με απύθμενο ψυχαναλυτικό βάθος η Φλιν αγγίζει τη σχέση Μάνας και Κόρης, σκιαγραφώντας τον σαδιστή και μαζοχιστή εαυτό, και την αβάσταχτη σκληρότητα των παιδιών, καθώς επίσης και των παιδικών μας χρόνων.
Στο “Σκοτεινό Τόπο” που κυκλοφόρησε πρόσφατα, επίσης, από τις εκδόσεις “Μεταίχμιο” στα ελληνικά, το δεύτερο αστυνομικό μυθιστόρημά της, η οικογένεια και οι εγκληματικές της παράμετροι θα βρεθούν και πάλι στο συγγραφικό μικροσκόπιο.
Η Λίμπι Ντέι, η μικρούλα που επέζησε ενός απίστευτου μακελιού, όπου ο δεκαπεντάχρονος αδελφός της σκοτώνει τη μητέρα τους και τις δυο αδελφές του, τώρα πια που μεγάλωσε και έχοντας ανάγκη από χρήματα, αποφασίζει να πουλήσει την οικογενειακή τους ιστορία. Θα χρειαστεί να διανύσει αντίστροφα την ίδια διαδρομή. Και ενώ ο ανυποψίαστος αναγνώστης θεωρεί απριόρι ότι όλα έχουν ειπωθεί και ο δολοφόνος βρίσκεται ήδη τιμωρημένος στη φυλακή, η αντίστροφη πορεία θα φέρει τα επάνω- κάτω.
“Τι έγινε εκείνη τη νύχτα, Μπεν; Το έχω ανάγκη, πρέπει να μάθω!” Εκλιπαρεί κάποια στιγμή τον αδελφό της στη φυλακή, παίζοντας ήδη μια χαμένη παρτίδα:
“Λίμπι, δεν πρόκειται να το κερδίσεις αυτό το παιχνίδι. Αν σου πω είμαι αθώος, σημαίνει ότι εσύ είσαι ένοχη, μου κατέστρεψες τη ζωή. Αν σου πω είμαι ένοχος... δεν νομίζω ότι αυτό θα σε κάνει να αισθανθείς καλύτερα, ή όχι;” Η Λίμπι, παρότι τότε μικρό παιδί, ήταν εκείνη που τον είχε καταδώσει.
Και η Λίμπι- κόρη, όπως και η ενοχική Καμίλ είναι πεπεισμένες στις δυο ιστορίες ότι είναι οι φορείς του κακού. Κομματιάζουν τον εαυτό τους για να μην κομματιάσουν. Και οι δυο θα χρειαστεί με τρόπο επώδυνο να ξεθάψουν το παρελθόν και να θυμηθούν, να δικάσουν αντίστροφα τη μητέρα- Θεό και να την αθωώσουν ή να την καταδικάσουν.
Η ζοφώδης ατμόσφαιρα της Φλιν ολοζώντανη και πειστική, κινείται πολυεπίπεδα οδηγώντας σε απύθμενα υποσυνείδητα βάθη. Χαρακτήρες πολύπλοκοι, με μυστικά και βαρύ, σκοτεινό παρελθόν, ανακατεύουν αμέτρητες φορές τα χαρτιά στην ίδια παρτίδα. Η συγγραφική ευστροφία και τα ευρήματα τα καθοριστικά, χαρίζουν στην αστυνομική λογοτεχνία δυο ιδιόρρυθμες, απρόσμενες, αλλόκοτες, σαν σκοτεινά παραμύθια του Άντερσεν, ιστορίες. Η κακιά μάγισσα που τιμωρεί τα ζωηρά κοριτσάκια στη μια, και ο σατανιστής έφηβος που βάφει τα χέρια με αίμα στην άλλη.
Αλλά πέρα από την σαγηνευτική αφήγηση και την απρόσμενη πλοκή, αυτό που “σπάει κόκαλα” όπως ο Στήβεν Κινγκ θα πει, είναι και στη μία περίπτωση και στην άλλη, η αυτοκαταστροφική και ενοχική, στα όρια του μαζοχισμού σχεδόν, κεντρική ηρωίδα.
Το αόρατο θύμα, εν τέλει, εφόσον τα μεγάλα εγκλήματα δεν προυποθέτουν ντε και καλά αίμα και πτώμα.
“Ο σκοτεινός Τόπος” δεν είναι άλλος από την σκοτεινή δική μας ψυχή, και το φιλμάκι των παιδικών μας χρόνων που έχει αποσβέσει η αυτοσυντήρηση, ο νόμος της εντροπίας κι ο χρόνος. Και “Τα αιχμηρά αντικείμενα”, δοντάκια, μητρικά νυχάκια, μαχαίρια και βελούδα σατέν που εξακολουθούν και ως μνήμη να γδέρνουν.
Η γυναίκα- ανοιχτό βιβλίο και η άλλη που πρέπει να ξεδοντιάζει και να πονά, διότι αλλιώς αισθάνεται αόρατη, πολύ απλά “δεν υπάρχει”. Η άλλη όψη ακριβώς του ιδίου νομίσματος. Η βία που υφιστάμεθα και γεννά βία, στον άλλον, ή ενίοτε στον ίδιο μας τον εαυτό, αναλόγως της ιδιοσυγκρασίας.
Η μητρική αυταπάρνηση και η Μητέρα- τιμωρός.
Το δίχως άλλο, δυο μεγάλα βιβλία σαν αρχαία τραγωδία. Όπου η κατάδυση στην κόλαση είναι μονόδρομος για τη λύτρωση πια.
ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ-
ΕΡΓΑ ΤΗΣ:
Η Τζίλιαν Φλιν είναι τηλεκριτικός στο αμερικάνικο περιοδικό Entertainment Weekly και ζει στο Σικάγο.
Το πρώτο της βιβλίο “Αιχμηρά αντικείμενα” (εκδ. “Μεταίχμιο”), δημιούργησε τεράστια αίσθηση διεθνώς,
αγαπήθηκε από εκατομμύρια αναγνώστες,
ενώ χάρισε στη συγγραφέα του τα βραβεία CWA lan Fleming Steel Dagger CWA New Blood Fiction Fagger.
ΥΓ1: Εχθές αποχαιρέτησα και τον τελευταίο της αυλής. Το σκεπτόμουν μεσάνυχτα Κυριακής. Κοιτώντας τη σιδερένια αυλόπορτα πώς την έκανε ξύλινη.... ντεραυλή το φεγγάρι. Το γκαράζ του αγροτικού που όταν θόλωναν τα μάτια μου απ' τα δάκρυα, γινόταν το πουρλάκι, πατητήρι. Τα σιδερένια κάγκελα, ο ασπρισμένος ξυλόφουρνος του παππού, αλήθεια το σπίτι της γιαγιάς το γκρέμισαν? Τί να 'χει απομείνει εκεί σ' αυτό το σκοτεινό “από πίσω”? Μου μύρισε ματζουράνα και λεβάντα αλλά ήταν που μας είχε λιβανίσει η σπλαχνική βουλγάρα που φρόντιζε τον θειό μου στα τελευταία. Κι αυτό που είδα για τους ιβίσκους της γιαγιάς, ήταν μια πλαστική σακούλα που την έπαιζε το αεράκι που είχε απομείνει.
Κανείς δεν μιλούσε. Κι όμως, το ήξερα, ζώντες και τεθνεώντες, είμαστε όλοι εκεί! Μήνες την ονειρεύεται τη γιαγιά η μαμά, “να δεις θα έρθει η μάνα, να πάρει τον θείο τον Χρίστο!”
Κι έδινε πίσω από την πλάτη μου κρυφά ραντεβού- εντολή: “Δευτέρα στις έξι το απόγευμα θα με πας, ε? Κι άστηνα να φωνάζει, αυτή πονάει το πιο πολύ!”
Έξι τ' απόγευμα της Δευτέρας τον σήκωσαν, μύριζε ο τόπος αγιόκλημα, γιασεμί, όσο είχε απομείνει.
Κι εγώ, σα να μεγάλωσα ξαφνικά. Αφού θα κλείσει για μένα πια για πάντα αυτή η αυλή, τώρα που έφυγε απ' αυτήν κι ο τελευταίος!
Η αυλή των θαυμάτων. Εκείνη που ευθύνεται για τη σχιζοφρένεια και για τις αντιφάσεις μου. Ο ολόφωτος, καλειδοσκοπικός, σκοτεινός μου Τόπος. Εκεί όπου μου επιτρέπονταν – για όσο υπάρχει, υπήρχε, θα υπάρχει?- τα πάντα ή σχεδόν: αποστειρωμένοι οι πάντες μεσ' στη βελούδινη σάλα της μαμάς, σαν κούκλα ψεύτικη κι εγώ, ξυπόλυτη και βρόμικη εκεί, μέσα στο χώμα, έτοιμη για του κόσμου τις αλάνες. Ένα δρόμο πιο πάνω, τα γύφτικα, τσαντίρια κανονικά. Και όλοι φίλοι μου. Μαζί κι ο Γιώργος, η Χρυσούλα, ο Πε... στη δεξαμενή, “κλέφτες κι αστυνόμοι”. Στους κλέφτες πάντοτε, με τόνα πόδι στο παιχνίδι και τ' άλλο στα φαντάσματα, σαν το αερικό, στα γκρεμισμένα.
Σ' αυτή την αυλή, όλα ήταν αλήθεια, πριγκίπισσες και μάγισσες, η λάμια του Πάτημα κι οι αδικοσκοτωμένοι. Η θειά Κουλιώ έπαιζε για το χατίρι μας Καραγκιόζη με την κουρτίνα της κουζίνας για μπερντέ, εμείς φορούσαμε τα υφαντά της γιαγιάς και είμαστε ινδιάνοι. Αν διάβασα σαν μανιακή, τα παραμύθια τα δικά της αναζητούσα, κι αν έγραψα, ήταν και πάλι “να τα βρω”, επειδή δεν τα βρήκα σε βιβλίο.
Εχθές, αποχαιρέτησα και τον τελευταίο της αυλής. Να έρχεστε, ακούτε? Κι ας μεγάλωσα, είπα σε όλους. Δίχως εσάς, δεν θα 'μαι αυτή. Και άλλωστε συνήθισα, στη βελουδένια σάλα της η μισή και η άλλη, λασπωμένη και γδαρμένη, μονίμως διχασμένη, στην αλάνα. Μισή εδώ κι άλλη μισή με τους ψιθύρους σας. Ολόκληρη μόνο μ' εσάς. Σ' αυτή εδώ την αυλή όπου όλα ήταν, είναι, θα είναι δυνατά, και θα την καταπιώ, σαν σιροπάκι toplexil, ώστε να γίνετε όλοι κι όλα, σάρκα και αίμα.
Γιαγιάκα μου... Πάντα εδώ. Κι ας ήμουν έντεκα χρονώ. Πώς πίστεψα ποτέ πώς θα μ' αφήσεις!
ΥΓ2: Και για την Κραταιά Σιωπή, τ' αυτιά μου φταίνε.
Άσχετο.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)