8/7/09

Το μπλε που δεν ξέχασα

Το ζητούσα διακαώς. Ήξερα τί ζητούσα. Το είχα στα μάτια μου. Αλλά δεν το έβλεπα πουθενά στην παλέτα των χρωμάτων. Χρόνια ονειρευόμουν το ταβάνι επάνω από το κρεβάτι, μπλε. Σ' αυτό το μπλε το ανύπαρκτο. Μπλε, ονειρευόμουν, και τον απέναντι τοίχο.
Την Καππαδοκία, όχι, παρά την προγιαγιά Άννα δεν την ονειρευόμουν ποτέ. Για την αγάπη της ξαδέλφης μου της Χρυσούλας αποδέχθηκα εκείνο το ταξίδι.
Αλλά ποτέ δεν ξέρεις πώς θα σε βγάλει ένα ταξίδι.
Το πρώτο που αντίκρισα ήταν εκείνοι οι αλλόκοτοι βράχοι. Νεραιδοκαμινάδες, μου είπαν. Σε ένα τοπίο “ουκ εκ του κόσμου τούτου”. Βράχοι σαν τους δερβίσηδες σ' αυτή την ατέρμονη περιστροφή, υπόμνηση των κύκλων ζωής, της διαρκούς πρόβας θανάτου. Βράχοι που υπήρξαν σπίτια, στάβλοι, μοναστήρια, ναοί. Πόλεις μέσα στους βράχους και κάτω απ' τη γη. Μνήμες και μουσικές, γεύσεις και άγιες εικόνες που νίκησαν τον χρόνο.
Φτάσαμε αργά τ' απόγευμα στο Ουσχισάρ. Στο βάθος το Κόραμα και η Σκοτεινή Εκκλησιά. Τα στοιχειωμένα φουγάρα κι οι λαξευμένες εκκλησίες. Το αλλόκοτο εκείνο γλυπτό της φύσης που αλλάζει σχήμα με τον αέρα. Ποτέ η Καππαδοκία δεν είναι η ίδια, σαν τους ανθρώπους, αλλάζει αναλόγως με την πνοή. Χρόνο το χρόνο γίνεται άλλη, αλλά τόσο ίδια!
Παντού οι πρόγονοι, κι ας έφυγαν πια. Κάποιος από μας ψάλλει, οι Ιάπωνες μας φωτογραφίζουν και μας κοιτάζουν λοξά. Πρώτα στην εκκλησία του Μήλου. Στην εκκλησία του Αγίου Γεωργίου ή του φιδιού, μετά. Και στην Κρυφή εκκλησία. Στην εκκλησία των Στεφάνων.
Κι εκεί το βρήκα. Αυτό που μάλλον πρωτόδα στα υφαντά, που τόσο καλά ήξερε να βάφει ο παππούς μου ο Γιώργης “ο βαφέας”. Το μπλε που γύρευα και που δεν το συνάντησα αλλού πουθενά. Παρά μόνον τώρα στα υφαντά. Και στην εκκλησία “Tokali”, την εκκλησία των Στεφάνων.
Κι όλα έγιναν Μνήμη, Μήτρα, Κοιτίδα, Θάνατος, Θαύμα, Ζωή, Θεός, προγιαγιά Άννα. Το μπλε που δεν ξέχασα και που δεν είχα ποτέ ξαναδεί. Γιατί δεν είχα καν γεννηθεί όταν έβαζε αυτό το μπλε ο παππούς ο Γιώργης “ο βαφέας”.
Όλα έγιναν Νύσσα, Νεάπολη, Σινασσός, Αβάνισσος, Προκόπι, Μαλακοπή, Αρχελαίδα, Αραβησσός, Βάνησα, Καρβάλη. Αυτοί οι ηφαιστειογενείς βράχοι και “οι στοιχειωμένες γωνιές”, κατέχουν το άδηλο κι αθέατο μυστικό να λύνουν τον γρίφο και να υπερβαίνουν το χρόνο. Αφού για κλάσματα χρόνου, κοιτώντας εκείνο το μπλε, σα να το είδα κι εγώ. Αλλά δεν το θυμάμαι καθόλου.

Δημοσιεύτηκε στο Έθνος της Κυριακής

6/7/09

Ακόμα και μιλώντας για άλλους, τους δικούς μας γρίφους λύνουμε κάθε φορά

Οι θαρραλέοι, ρωτούν. Οι απαντήσεις, είναι για τους ανασφαλείς.

Η Ελένη Γκίκα είναι “πολύ". Πολυγραφότατη, πολυδιάστατη, πολυδιαβασμένη, πολύχρωμη. Το ίδιο είναι και τα βιβλία της. Η άφιξη του νέου βιβλίου της “Πλήθος είμαι” από τις εκδόσεις “Άγκυρα” ήταν η αφορμή “να τα πούμε” ξανά.

- Γιατί γράφεις; Ποια ανάγκη σε ωθεί;
 
Αν δεν τα γράψω, δεν τα καταλαβαίνω όσα ζω. Άσε που όσα χρόνια θυμάμαι τον εαυτό μου, πάντοτε με κυνηγούσε μια ιστορία. Μια ιστορία με τραβάει απ' το μανίκι, εάν δεν την ακολουθήσω, αισθάνομαι ότι δεν ζω, απροστάτευτη, και τόσο ευάλωτη! Μόνο μέσα σε μια ιστορία μου, αισθάνομαι καλά.
 
- Πότε γράφεις; Η συγγραφή απαιτεί αφοσίωση. Εσύ μοιράζεσαι σε πολλά. Πώς τα καταφέρνεις;
 
Καθόλου δεν αισθάνομαι ότι μοιράζομαι, είναι όλα τόσο μα τόσο ίδια! Διαβάζω και γράφω για τα βιβλία που αγαπώ και από δίψα ανάγνωσης ακριβώς γράφω και ιστορίες. Το ένα τροφοδοτεί και συμπληρώνει το άλλο, τα δυο μαζί, η απόλυτη ευτυχία, η δική μου Εδέμ. Δεν προσδοκώ τίποτε άλλο απ' τη ζωή. Μονάχα ένα καλό, που μου υπόσχεται, βιβλίο και μια ιστορία που μου λύνει τους γρίφους μου, γράφοντάς την και με κάνει διαρκώς να εκπλήσσομαι, ευτυχή. Έτερον, ουδέν!
 
- Είσαι τελικά όλοι, κανείς ή ο άλλος;
 
Είμαι όλοι επειδή με μόχθο πολύ τολμώ να πω πως πια είμαι... εγώ. Η ίδια κι απαράλλαχτη σε χαρά και λύπη, σε επιτυχία και αποτυχία και πάντα "σε σχέση". Έχω ανάγκη να μ' αγαπούν και αγαπώ. Περισσότερο, όμως, να αγαπώ. Βοηθά η ανάγνωση στην κατανόηση και στην αγάπη των άλλων. Τα βιβλία σε στέλνουν στην αγκαλιά του κόσμου, σε κάνουν καλύτερο, πιο ανοιχτό, αν και φαινομενικά όλο αυτό δείχνει κάπως... μοναχικό, μοναστικό!
 
- Καλύτερα αγάπη ή πάθος;
 
Πάθος που οδηγεί στην αγάπη! Νεώτερη θα σου έλεγα Πάθος, Πάθος, Πάθος! Μεγαλώνοντας ανακάλυψα ότι η αγάπη είναι κάτι τόσο αποκαλυπτικό! Το Φως είναι στο σκότος του εγωισμού μας, η ταπείνωση που μας οδηγεί στην υπέρβαση και σε ό,τι μεγάλο. Αλλά μονάχα με πάθος, δυστυχώς ή ευτυχώς, έχω μάθει να διαβάζω, να γράφω, να ερωτεύομαι, να ζω.
 
- Καλύτερα μαζί ή μόνοι;
 
Καλύτερα... μόνη, με εκείνον και μια ιστορία που γράφεται στην καρδιά και στο... κεφάλι μου! Δεν είμαι πολύ επιδέξια στις σχέσεις! Αγαπώ δυνατά αλλά δεν ξέρω να ζω! Αγαπώ τον άλλον πολύ αλλά δεν γνωρίζω σχεδόν καθόλου αυτό το... μαζί! Μοναχοπαίδι και αρκετά μοναχική γαρ! Ίσως και γι' αυτό από παιδάκι είχα τόσο πολύ μεγάλη ανάγκη τις ιστορίες! Αλλά και πάλι τί να πω... Ίσως και το άλλο μισό μου να το προσπέρασα, να το έχασα, να ήμουν βυθισμένη σε μια ιστορία που σκάρωνα και να μην το είδα, να το φοβήθηκα ή και να μη με έπεισε μέχρι τώρα κανείς! Αλλά ποιος ξέρει! Όμως, ούτε συζήτηση, σε όλα τα μεγάλα, βαδίζουμε Μόνοι! Γέννηση, Δημιουργία, Θάνατος, Θεός... Ακόμα και στον έρωτα, την ίδια ιστορία, τον ίδιο καημό, αλλιώτικα το βιώνει ο καθένας! Εάν ζητήσεις από δυο εραστές να σου αφηγηθούν την ιστορία τους, ο καθένας να σου αφηγηθεί μια εντελώς δική του, διαφορετική ιστορία.
 
- Καλύτερα πραγματικότητα ή φαντασία;
 
Δεν τα ξεχωρίζω αυτά τα δυο. Είμαστε φτιαγμένοι από την ύλη που είναι τα όνειρα, Σαίξπηρ αυτό. Η μισή ζωή μας είναι όνειρο, σκέψεις, συναισθήματα, συνειρμοί, σχέδια... Η δική μου, ολόκληρη η ζωή είναι ιστορίες, αυτές που διαβάζω, εκείνες που γράφω και οι άλλες τις οποίες σκαρώνω και ζω! Αλλά γερνώντας συνειδητοποιώ πως η πραγματικότητα είναι περισσότερο... αλλόκοτη και η ζωή ένας σκηνοθέτης απρόσμενος και μαγικός! Αλλά είναι όλα μαζί, δεν τα κομματιάζω. Απλώς τα ζω.
 
- Υπάρχουν απαντήσεις ή μόνο ερωτήματα;
 
Στην ερώτηση να φτάσουμε παραμένει η βασική επιδίωξη. Οι απαντήσεις είναι για τους ανασφαλείς και τους δειλούς. Οι θαρραλέοι, ρωτούν. Κι αμφισβητούν. Μετακινούνται. Δεν φοβούνται την κίνηση. Η ερώτηση είναι φυγόκεντρη δύναμη, μπορεί να σε βγάλει παντού. Κεντρομόλα η απάντηση, σε καθηλώνει στο ήδη γνωστό. Και ευτυχώς ή δυστυχώς εγώ φλέγομαι για να μάθω, όχι για ν' απαντώ. Είμαι από την στόφα της μαθήτριας. Και λέω να παραμείνω. Ναι?
 
- Νομίζω ή πράγματι πίσω από την αναφορά σου σε άλλους συγγραφείς υπάρχει ένα σκοτεινό σχέδιο; να μας "υποχρεώσεις" να διαβάσουμε περισσότερο;
 
Πάνω απ' όλα η φωτεινή ανάγκη μου να μοιράζομαι ό,τι μαθαίνω και ό,τι αγαπώ! Θεωρώ κάποιους συγγραφείς σχεδόν συγγενείς μου, οικογένειά μου! Πώς γίνεται λοιπόν να μη σας μιλήσω γι' αυτούς? Σαν αδελφάκι σας μαγεμένο σας αφηγούμαι τις ιστορίες τους, ποτέ σαν... κυρά δασκάλα να σας καθοδηγώ! Κι αν ξέρατε πόση ανάγκη έχω από τις δικές σας τις ιστορίες! Είμαι λιγάκι περίεργο τρένο, ενώ τόσο μα τόσο μοναχική (ερωτευμένη με τη μοναξιά εντελώς, με μαγεύουν τα ταξίδια που κάνω μόνη μου, οι ατέλειωτες ώρες που ενώ διαβάζω ή ποτίζω τα λουλούδια είμαι ο εαυτός μου και η απόλυτη σιωπή, οι νυχτερινές βόλτες μου ολομόναχη στο βουνό) εν τούτοις αισθάνομαι τόσο κοντά με όλο τον κόσμο, φλέγομαι να μοιράζομαι ό,τι αγαπώ, έχω απίστευτη ανάγκη να μ' αγαπούν και ν' αγαπώ. Ίσως και γι' αυτό το λόγο να γράφω και ιστορίες. Για να ρθω σαν συμμαθήτριά σας καλή να σας χαρίσω μια! Σαν δώρο, σοκολάτα, φιλί, το τετραδιάκι με τις λυμμένες ασκήσεις, την αγαπημένη μου κούκλα, το μουσικό μου κουτί,  μπισκότο βουτύρου ή λουλούδι. Αυτά.

ΥΓ. Η κουβέντα έγινε με την Τάνια Μαρκουτσά, στο Ένθετο για το Βιβλίο (ε εντάξει, Έθνος) όπου το Τανιάκι κάνει αρχισυνταξία. Και δεν το κρύβω με την Τάνια, τα λέμε συχνά, συναντιόμαστε τα μεσημέρια στο μπαρ. Για καφέ, άλλοτε. Τώρα, η αφεντιά μου, τουλάχιστον, μόνο νερό. Στο ίδιο ένθετο και μια έξοχη μικρή συζήτηση (Συγγραφικές Συζητήσεις) όπου ο συγγραφέας Δημήτρης Μαμαλούκας ρωτά και ο συγγραφέας Νίκος Παργινός απαντά. Νίκο μου, καλοτάξιδο το καινούργιο σου βιβλίο “Με τον έρωτα περνάει ο καιρός με τον καιρό περνάει ο έρωτας”. Στις Προθήκες των βιβλιοπωλείων (και στο προσεχές αφιέρωμά μου στα αστυνομικά) το τελευταίο και σπουδαίο βιβλίο του Δημήτρη Μαμαλούκα “Η μοναξιά της ασφάλτου”. Άθελά μου θυμήθηκα την Κέρκυρα, είναι ωραίο τελικά να είσαι άνθρωπος- γέφυρα. Είσαι πέρασμα, χρήσιμη, βοηθά όλο αυτό σε ό,τι ισχυρίζεται ο μέγας Μπόρχες, στη μοναξιά, στην ταπείνωση, στην συντριβή, άρα και στη συγγραφή. Αλλά φέτος τον Ιούλιο λέω να επιστρέψω στον τόπο του εγκλήματος ως “ο Κανένας”, αυτό κι αν είναι ανακουφιστικό, δημιουργικό, φωτεινό. Είναι από την ύλη που είναι πλασμένα τα όνειρα. Φυσικά κι εμείς. Δείτε τη κουβέντα μου με το Τανιάκι, σαν μπισκοτάκι βουτύρου. Που μ' αρέσει κι εμένα. Πολύ.

4/7/09

Το καλό που χρωστάω στους ουρανούς

"Θέλω να ζήσω με τον εαυτό μου,
να χαρώ το καλό που χρωστάω στους ουρανούς,
μόνος, χωρίς κανένα μάρτυρα,
απαλλαγμένος από αγάπη, από ζήλια,
από μίσος, από ελπίδα, από την έγνοια"...

... Ένας συγγραφέας, αλλά και κάθε άνθρωπος, πρέπει να πιστεύει πως ό,τι και να του συμβεί, είναι ένα εργαλείο: καθετί μας δίνεται για ένα σκοπό, κι αυτό ισχύει πολλώ μάλλον προκειμένου για έναν καλλιτέχνη. Ο,τι του συμβαίνει, και δεν εξαιρώ και τις ταπεινώσεις, ούτε τις ντροπές, ούτε τις κακοτυχίες, ό,τι του συμβαίνει, λοιπόν, του προσφέρεται σαν πηλός, σαν πρώτη ύλη για την τέχνη του. Πρέπει να το δεχτεί. Να για ποιο λόγο μιλώ σ' ένα ποίημα για την αρχαία τροφή των ηρώων: ταπείνωση, δυστυχία, διχόνοια. Όλα αυτά μας δίνονται για να τα μεταπλάσουμε, για να μεταμορφώσουμε τις άθλιες περιστάσεις της ζωής μας σε κάτι που είναι- ή φιλοδοξεί να είναι- αιώνιο"....

"Η τυφλότητα" από τις "Εφτά νύχτες", "Δοκίμια" του Χ.Λ.Μπόρχες

2/7/09

Όποιος φοβάται την πυρκαγιά, δε θα έχει ποτέ του μια φωτιά να ζεσταθεί

Χωρίς το βιολοντσέλο θα είναι έρημος


“ΦΙΛΟΙ ΚΑΙ ΕΡΑΣΤΕΣ” του Θοδωρή Καλλιφατίδη, Εκδ. “Γαβριηλίδης”, σελ. 311, e 16

“Ποιος μπορεί να καταλάβει τους ανθρώπους;”
“Ποια αγάπη τα αντέχει αυτά;”
“Και η δυστυχία γίνεται ρουτίνα”.
“Το παρελθόν δεν παίζει ρόλο για το σώμα. Διαφορετικά είναι με την ψυχή μας. Εκείνη μόνο το παρελθόν έχει”.
Στη καινούργια ιστορία του Θοδωρή Καλλιφατίδη όλα αρχίζουν ένα απόγευμα Φεβρουαρίου στη Στοκχόλμη, το 2006. Ο Γκεόργκ Αντρέασον, διευθυντής του Γραφείου Πολιτισμού με μια ξεχασμένη ποιητική συλλογή στο ενεργητικό του, έχει να αντιμετωπίσει καινούργιες συνθήκες, είναι αναγκασμένος να ακολουθήσει έναν καινούργιο κύκλο ζωής. Η αγαπημένη σύντροφος της ζωής του, στο νοσοκομείο, ξαφνικά τον εγκαταλείπει. “Την είχε δει αυτή τη σκηνή πολλές φορές, αν και αντίστροφα. Εκείνος θα πέθαινε κι εκείνη θα του κρατούσε το χέρι”. Σύντροφός του στον πόνο, ο συνεργάτης και φίλος του Μίλαν απ' τη Τσεχία, κι εκείνος με το δικό του βεβαρυμένο παρελθόν: “Ο θάνατος πρέπει να πάρει τη θέση του στη ζωή μας, αλλιώς δεν έχει κανένα νόημα”. “Με λίγα λόγια, χωρίς το θάνατο η ζωή δεν έχει νόημα”. Θα αντέξει και θα ριχτεί με τα μούτρα στη δουλειά: “Έτσι παρέμεινε στη δουλειά του και στην πόλη του. Η λύπη δε θα τον έδιωχνε από το σπίτι του, αντίθετα θα της άνοιγε το σπίτι του, θα γινόταν φίλος της. Τελικά αυτή η λύπη ήταν το τελευταίο δώρο της Μάργιας”. Εξάλλου “Η σημασία του αποχωρισμού δεν είναι να γυρίσεις τη σελίδα του βιβλίου της ζωής, αλλά να την ξαναδιαβάσεις”. Οι διαπιστώσεις, πικρές: “Στην αρχή του έλειπε η Μάργια, μετά έλειπε κάτι από τη ζωή του και τελικά του έλειπε η ίδια του η ζωή. Ήταν ώρα να την ξεθάψει”.
Και την ξεθάβει. Βιαίως. Αν και ο Μίλαν θα επιμείνει: “Δεν ανοίγουμε το κουτί της Πανδώρας”. “Και τι θα κάνω; Θα ζήσω με αυτό το κουτί πάνω από το κεφάλι μου σαν το σπαθί του Δαμοκλή;” δεν το αντέχει αυτός.
Εκείνο που τον περιμένει, τον κατακερματίζει για δεύτερη φορά. Ναι, ένα μυστήριο ο άλλος, ποτέ δεν μπορείς εξολοκλήρου να τον γνωρίσεις. Ένα αποξεχασμένο γράμμα της Μάργιας στον άγνωστο εραστή της θα του αποδείξει πως μπορεί να τον πονούσε αλλά δεν τον ερωτεύτηκε με πάθος ποτέ. Όμως εκείνος, “Δεν ήθελε τη συμπάθειά της αλλά τον απεριόριστο πόθο της, ήθελε την κόκκινη καρδιά της όχι ένα φλιτζάνι τσάι τ' απογεύματα”.
Η υγεία του θα μπει σε δοκιμασία, η συμπεριφορά του θα γεμίσει οργή κι αποκοτιά, αλλά και πάλι θα σταθεί τυχερός, διότι η ζωή μας δίνει και μια δεύτερη και μια τρίτη και μια πολλοστή ευκαιρία. Θα είναι εκεί για να τον σώσει “O άγγελος με τα ξυλοπάπουτσα”. Ενα αλλόκοτο πλάσμα που συνδυάζει “Το πιο ουράνιο με το πιο γήινο. Αιωνιότητα στην ψυχή και κοπριά στα πόδια”. “Μια απ' τις γυναίκες που τις ερωτεύεσαι αμέσως... ή ποτέ”. “Έτσι ήταν η Μάργια. Και τελικά παντρευτήκαμε,- θα παραδεχθεί.- Υπάρχει και άλλη μια ακόμα. Την είδα να κατεβαίνει μια σκάλα. Ήμουν βέβαιος ότι, αν την κοίταζα δέκα δευτερόλεπτα παραπάνω, θα την ερωτευόμουν”.
Και έτσι ξαφνικά με φόβο και απίστευτη δειλία, ξαναερωτεύεται. Γνωρίζοντας όμως ήδη καλά πως “Ο έρωτας έχει και τις καθημερινές του... Εμπιστοσύνη, σύμπνοια, χιούμορ. Έρωτας που δε γελάει πάντα, τελειώνει γρήγορα”. Όμως, ελπίζει γιατί: “Μόλις κοιταχτήκαμε, ξέραμε”.
Στο μεταξύ θα του γίνει μανία ο κρυφός εραστής. Θα βρεθούν. Και “Όταν ο Μελενστέιν έφυγε γύρω στις εννιά το βράδυ, είχαν συμφιλιωθεί εντελώς, και κάτι παραπάνω. Ο ένας είχε γίνει η παρηγοριά του άλλου και φύλακας των αναμνήσεων”.
Πηγαίνοντας να τον δει στο κοντσέρτο του θα συναντήσει και πάλι “τον άγγελο με τα ξυλοπάπουτσα”:
“Λοιπόν, τί γνώμη έχει η Ντιμιτρέσκου για τον Μελενστέιν;” με αγωνία θα της πει.
“Ούτε καν το σκέφτηκα ότι είναι άντρας. Το μόνο που σκεφτόμουν ήταν η μοναξιά του, που φαινόταν από μακριά. Χωρίς το βιολοντσέλο θα είναι έρημος”. Θα τον αποστομώσει. Αφήνοντας τον αντιμέτωπο με τη νέα κατάσταση: “Ο ίδιος κόσμος, μα χωρίς τη Μάργια είχε άλλη γεύση. Έπρεπε να συνηθίσει αυτή τη νέα γεύση”. Εξάλλου είναι και ο άγγελος με τα ξυλοπάπουτσα, αυτή η όμορφη νεαρή τσέχα αλλά “Γιατί να είχε όρεξη να μιλήσει μαζί του; Έναν βαρετό, κρυφοχοντρούλη, χαμηλοκώλη, υπερώριμο, σοσιαλδημοκράτη, κουλτουριάρη παράγοντα;” Και όμως, όπως θα αποδειχθεί και από τον Μίλαν “Μπορεί να βρεις την ευτυχία εκεί που δεν το περιμένεις. Αυτό ήταν το νόημα. Πρέπει όμως να τολμήσεις να τη δεχθείς- σακατεμένος ή όχι”. Αλλά και πάλι, για μια στιγμή, πολλές στιγμές, θα φοβηθεί: “Δεν είναι τυχαίο ότι η λέξη ακεραιότητα προδίδει μια αίσθηση μοναξιάς. Η τελευταία συνήθως είναι η τιμή της πρώτης. Εν συντομία, καλύτερα μια ήττα με αξιοπρέπεια παρά μια νίκη χωρίς”. Θα τριγυρίσει στους σουηδικούς δρόμους και θα αντικρίσει για πρώτη φορά την αλήθεια, “Ρώσοι, Αρμένιοι, Γεωργιανοί, Αζερμπαιτζανοί συγκεντρώνονταν εκεί κι έπαιζαν σκάκι. Είχαν χάσει τα πάντα στη ζωή τους, το σκάκι όμως το κουβαλούσαν παντού”. Θα αναμετρηθεί με το παρελθόν του και με το παρελθόν της αλλά και πάλι θα τον παρηγορήσει αυτή: “Όσο υπάρχει αγάπη στην καρδιά σου, κάτι θα περισσεύει και για μένα. Καλύτερα να αγαπάς δυο γυναίκες παρά να μην αγαπάς καμία. Οι ανέραστοι άνθρωποι με τρομάζουν. Είναι το μόνο που με τρομάζει”. Θα μεσολαβήσουν στιγμές ποιητικές και απρόσμενες για το βλέμμα της Φάμπια και μόνο. Θα εγκιβωτιστεί σχεδόν δοκιμιακά το πώς περιγράφεται μια ερωτική σκηνή: Ο σεμνός, ο πορνογραφικός, ο ευλαβής, ο ριζικός συγγραφέας, αλλά και εκείνοι οι δύο, που είναι η ζωή, είναι πραγματικοί. Θα παρεξηγηθούν με τις σιωπές και με τις φράσεις, εξάλλου “Αθώες φράσεις όμως δεν υπάρχουν ανάμεσα σε ανθρώπους που αρχίζουν να ερωτεύονται”. Θα δειλιάζει διαρκώς έως ότου εκείνη αναγκαστεί να του πει: “Δεν θέλω έναν κύριο δίπλα μου. Θέλω έναν άντρα που με σκέπτεται, που θυμώνει μαζί μου, που θέλει κάτι από μένα. Αλλά όλα αυτά παίρνουν χρόνο. Λοιπόν, ας τους δώσουμε αυτόν το χρόνο”. Θα βιώσει, θέλει δεν θέλει, τον ενιαίο χρόνο κι ό,τι αυτός συνεπάγεται: “Άρχισαν να μαζεύονται φαντάσματα στο δώμα του. Οι σκοτεινές πλευρές της Μάργιας, το πάθος του Μελενστέιν, ο μυστικός εραστής της Φάμπιας. Ίσως αυτό να ήταν το γήρας. Τα νιάτα έχουν όνειρα και τα γηρατειά φαντάσματα”. Θα φοβηθεί, θα ξεφοβηθεί διότι 'Όποιος φοβάται την πυρκαγιά, δε θα έχει ποτέ του μια φωτιά να ζεσταθεί”. Θα συνεχίσει σπασμένος, με ό,τι πια διαθέτει, ό,τι του απομένει. Εξάλλου “Μα τι άλλες επιλογές υπήρχαν; Αυτή είναι η ζωή. Δεν μπορείς ν' αρχίσεις από την αρχή. Οι άνθρωποι έχουν τα μπαγκάζια τους”. Θα παρηγορηθεί από φράσεις αρχαίες “Καμία από τις ελπίδες μου δε βγήκε αληθινή, αλλά ποτέ δε σταμάτησα να ελπίζω”. Θα ταξιδέψει μαζί της στο δικό της επώδυνο παρελθόν και θα αναμετρηθεί. Με τον νόστο, την μνήμη, μια τεράστια μητέρα που επιμένει “Μόνο εδώ μπορώ να ζήσω και μόνο εδώ μπορώ να πεθάνω”. Κι εκεί που πιστεύει ό,τι όλα τα χάνει, εκεί θα τα βρει: “Η πραγματική εξορία είναι να ζεις χωρίς αγάπη”, ο σοφός άγγελός του με τα ξυλοπάπουτσα θα του πει.
Ένας ύμνος για τη ζωή, τη φιλία, τον λαβωμένο απρόσμενο έρωτα, μέσα από την προδοσία, την αρρώστια, τη μοναξιά, την εξορία, τον θάνατο. Μια ιστορία αγάπης, δειλή. Σαν το πιο σκοτεινό κομμάτι μιας νύχτας ανοιξιάτικης. Μια δική μας πατρίδα σε μια ξένη πατρίδα, ένας κόσμος- κουβάρι που ξεμπερδεύει ο συγγραφέας με ηπιότητα, οξυδέρκεια, χιούμορ, σαφήνεια, τρυφερότητα απίστευτη, ανθρωπιά. Με εκείνα τα αξιολάτρευτα ελληνικά του που τα κουβαλά όπου κι αν πάει, όσα χρόνια κι αν βρίσκεται μακριά. Διότι ίσως και η όντως πατρίδα μας να είναι η γλώσσα. Και άλλο, ουδέν. Ένα βιβλίο απολύτως αληθινό, ιαματικό.


ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ-
ΕΡΓΑ ΤΟΥ:
Ο Θοδωρής Καλλιφατίδης γεννήθηκε στους Μολάους Λακωνίας το 1938.
Γιος δασκάλου από τον Πόντο, μετακόμισε στην Αθήνα το 1946 και αποφοίτησε από το 5ο Γυμνάσιο Αρρένων.
Φοίτησε στη σχολή του Καρόλου Κουν και μετά τη στρατιωτική του θητεία, το 1964, εγκαταστάθηκε στη Σουηδία, όπου σπούδασε φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο της Στοκχόλμης.
Αργότερα δίδαξε φιλοσοφία στο ίδιο πανεπιστήμιο.
Επί τέσσερα χρόνια διηύθυνε το λογοτεχνικό περιοδικό Μπόνιερς Λιτερέρα Μαγκαζίν.
Άρχισε να γράφει στα σουηδικά το 1969 και από το 1994 γράφει τα βιβλία του και στα ελληνικά.
Έχει εκδώσει μυθιστορήματα, ποιητικές συλλογές, ταξιδιωτικά δοκίμια, θεατρικά έργα' έχει γράψει κινηματογραφικά σενάρια και έχει σκηνοθετήσει μια ταινία. Έχει τιμηθεί με σημαντικά διεθνή λογοτεχνικά βραβεία για το έργο του και σχεδόν όλα τα βιβλία του κυκλοφορούν σε είκοσι γλώσσες.
Βιβλία του στα ελληνικά, από τις εκδόσεις “Γαβριηλίδη”:
“Τιμάνδρα”, “Το τελευταίο τριαντάφυλλο”, “Ποια είναι η Γαβριέλα Όρλοβα”, “Αγάπη”, “Οι εφτά ώρες στον Παράδεισο”, “Το φως του Βορρά”, “Μια νέα πατρίδα έξω από το παράθυρό μου”, “Ένα απλό έγκλημα”, “Ο έκτος επιβάτης”, “Η Όλγα της αγάπης”, “Στο βλέμμα της”, “Μητέρες και γιοι”, “Φίλοι και εραστές”.

ΥΓ. Και το όλον, επειδή σας το είχα υποσχεθεί. Και όπως γνωρίζετε, τις υποσχέσεις μου πασχίζω να τις κρατώ.

1/7/09

Η πραγματική εξορία είναι να ζεις χωρίς αγάπη

“Δεν ήθελε τη συμπάθειά της αλλά τον απεριόριστο πόθο της, ήθελε την κόκκινη καρδιά της όχι ένα φλιτζάνι τσάι τ' απογεύματα”.

Θοδωρής Καλλιφατίδης "Φίλοι και εραστές" (Εκδ. "Γαβριηλίδης")

ΥΓ1. “Η σημασία του αποχωρισμού δεν είναι να γυρίσεις τη σελίδα του βιβλίου της ζωής, αλλά να την ξαναδιαβάσεις”.

ΥΓ2: “Ποιος μπορεί να καταλάβει τους ανθρώπους;”
“Ποια αγάπη τα αντέχει αυτά;”
“Και η δυστυχία γίνεται ρουτίνα”.

ΥΓ3: “Το παρελθόν δεν παίζει ρόλο για το σώμα. Διαφορετικά είναι με την ψυχή μας. Εκείνη μόνο το παρελθόν έχει”.

ΥΓ4: “Ο θάνατος πρέπει να πάρει τη θέση του στη ζωή μας, αλλιώς δεν έχει κανένα νόημα”. “Με λίγα λόγια, χωρίς το θάνατο η ζωή δεν έχει νόημα”.

ΥΓ5: "Αθώες φράσεις όμως δεν υπάρχουν ανάμεσα σε ανθρώπους που αρχίζουν να ερωτεύονται".

Προσεχώς κι άλλα. Κι άλλα.

Καλό μήνα, ναι?

30/6/09

Μόνος, “μονότατος”, αφού εκεί μονάχα είσαι ελεύθερος

“ΧΟΡΟΣ ΜΕΤΑΜΦΙΕΣΜΕΝΩΝ” της Μάρως Βαμβουνάκη, Εκδ. “Ψυχογιός”, σελ. 285, e 18

“Έχω προσέξει ότι και ένα τσαλακωμένο χαρτάκι να πετάξω αδιάφορη στο πεζοδρόμιο, θα το βρω εν καιρώ πεταμένο στο σαλόνι μου. Ο ψίθυρος που ψιθυρίζεις στο υπόγειο, θα 'ρθει η στιγμή που θα ακουστεί σαν δυνατή κραυγή στην ταράτσα. Όχι, δεν πρέπει να μας προξενεί άγχος αυτή η νομοτέλεια' η δικαιοσύνη ασφαλίζει και χαροποιεί την υγιή ψυχή κάθε φορά που τη διακρίνει να έρχεται, ακόμα και εις βάρος της”.
Απόσπασμα από το κεφάλαιο “ο εγωισμός που τρελαίνει”, στο καινούργιο ιδιότυπο βιβλίο της Μάρως Βαμβουνάκη που εγκαινιάζοντας ένα νέο είδος κινείται με μαεστρία και μαγεία ανάμεσα στο ψυχολογικό, λογοτεχνικό δοκίμιο και παρ' ό,τι διαβάζεται και αποσπασματικά, αποτελεί ταυτοχρόνως και ένα αναπόσπαστο λογοτεχνικό όλον.
“Χορός μεταμφιεσμένων” ο τίτλος του και ενδεχομένως το πλέον φιλοσοφικό της ήδη άτυπης τριλογίας (“Ο παλιάτσος και η άνιμα”, “Το φάντασμα της αξόδευτης αγάπης”).
Ξεκινώντας από το προσφιλές και από τα άλλα δυο βιβλία αφήγημα, η συγγραφέας στήνει ένα μικρό αλληγορικό δοκίμιο αρχικά για τις μεταμφιέσεις. Για την ελευθερία της μάσκας (και ενδεχομένως και την αλήθεια της), για το πάθος που είχε η ίδια ως παιδί για τις μεταμφιέσεις. Για τα εξώφυλλα των βιβλίων της που αποτελούν μια συνέχεια, αναπόσπαστο μέρος του όλου έργου αλλά και της επί μέρους ιστορίας, του επί μέρους βιβλίου.
Σε μιαν εποχή που η μάσκα έχει γίνει το πρόσωπο και το όντως πρόσωπο αγνοείται, όλα προσποιούνται ακριβώς το αντίθετό τους και η συγγραφέας μας παίρνει τρυφερά από το χέρι για να αντέξουμε τα δύσκολα της αφήγησης. Για όλα τολμά και μιλάει: για “το βάρος του άδικου μπράβου” και για την “ασκητική της μεγαλούπολης”. Για τα παραπλανητικά και ψευδαισθησιακά “γαμήλια όνειρα” , για “το αξεπέραστο της προδοσίας” και φυσικά για ”τον εγωισμό που τρελαίνει”.
Δεν διστάζει να αναφερθεί σε προσωπικά περιστατικά, αναλύει με γενναιότητα και οξυδέρκεια καταστάσεις και επιστρατεύει την αγάπη της για τη λογοτεχνία, αποδεικνύοντας με μυθιστορηματικούς ήρωες τα πάθη και τα λάθη, τη λαχτάρα, τις ερωτικές ψευδαισθήσεις, την προδοσία.
Το βιβλίο χωρίζεται σε τρία μέρη: Στα “Αναπάντεχα” στα οποία ήδη αναφερθήκαμε, στις “Νοσταλγίες” και στην “Θεραπεία της ευτυχίας”.
Στις “νοσταλγίες”, τα θερινά σινεμά της, οι φίλοι οι παλιοί και το Άττικα, η ευλογία αυτής της παλιάς και με ρίζες αρχαίας φιλίας: “Είναι μεγάλος θησαυρός ένας φίλος που υπήρξε μάρτυρας της ζωής σου από τόσο νωρίς”- σημειώνει η Μάρω. “Τέτοιοι φίλοι μάς διαβεβαιώνουν πως υπήρξαμε, πως ζήσαμε τότε εκείνο το απίστευτο, όταν εμείς, με τα χρόνια αρχίζουμε να έχουμε κάποιες αμφιβολίες για το παρελθόν μας, για τον παρελθόντα εαυτό μας. Χρειαζόμαστε μάρτυρες να μας βεβαιώνουν ότι εκείνο που θυμόμαστε όντως έγινε, δεν το φανταστήκαμε, δεν το ονειρευτήκαμε, τώρα που η μνήμη, τραβώντας πολύ πέρα μακριά, γίνεται όλο και πιο γοητευτική και πιο αναξιόπιστη”.
Οι αναμνήσεις της από τις μεταμφιέσεις και τ ο πρώτο μεγάλο ταξίδι της ζωής της στην Χαλέπα. Το πάθος της για την ανάγνωση που την οδήγησε στο πάθος της για τη γραφή, αλλά και αυτή καθ' εαυτή η διαδικασία της γραφής. Τα δώρα της, η μοναξιά της και οι δαίμονές της. Ο χρόνος και η μνήμη, επειδή “είμαστε η μνήμη” ή μπορεί ίσως και να συμβαίνει κι ανάποδα “η μνήμη μας να είμαστε εμείς”.
Στο τρίτο και ιαματικότερο κεφάλαιο, η τέχνη και η τεχνική του να είμαστε, τελικά, ευτυχισμένοι. Οι ρόλοι μας και οι αναρίθμητες κοινωνικές μας ταυτότητες, ο εαυτός -πυρήνας, “αμετακίνητος, αυθεντικός κι ανεξάρτητος”, η ευλογία της κάθε μέρας.
Ένα βιβλίο, που όπως η ίδια ισχυρίζεται μιλά και πάλι για το ίδιο ζήτημα “την ευτυχία και τη δυστυχία του ανθρώπου”. Αναζητώντας τα πώς και τα γιατί στη ζώσα ζωή και στην λογοτεχνία, φωτίζοντας με αγιοπατερικό φως και ψυχαναλυτική οξυδέρκεια, επαναφέρει στη σωστή φορά τα αντεστραμμένα μας κάτοπτρα, μας καθιστά επαρκείς αναγνώστες για να αφουγκραστούμε ως κραυγή τον ψίθυρο στο υπόγειο.
Ο γέρων Παίσιος και ο γέρων Πορφύριος, η Μαργκερίτ Γιουρσενάρ, ο Φρόυντ, ο Σταντάλ, ο Έριχ Μαρία Ρεμάρκ και ο Μάρκες, θα μας πάρουν απ' το χέρι. Εξαιρετικά ποιητικό και αποκαλυπτικό το εγκιβωτισμένο γράμμα, ατμοσφαιρικότατα τα ταξίδια στη Χαλέπα και στη Βενετία, γοητευτική και ανατρεπτική η ιστορία στο φινάλε. Όλα βρίσκουν τη θέση τους στο θαυμαστό παζλ της ζωής και όλα κάτι σημαίνουν φτάνει να είναι η ματιά μας γενναία κι άξια να τα δει. “Σπατάλη να ερμηνεύσεις το πώς σε κοιτούν, το πως σε κρίνουν, το τί συζητούν για σένα”. “Είναι απαραίτητο να βρει κανείς το κέντρο του, τη σταθερά του, τον άξονα τον λεπτό κι ατσάλινο, εκείνο το κομμάτι βράχου το αναλλοίωτο, που θα στηρίξει το μηχανισμό του βίου του και όπου πατώντας θα μπορεί να κινεί τη γη. Μόνος του, “μονότατος”, αφού εκεί μονάχα είναι ελεύθερος”.
Ένα σοφό, πολυεπίπεδο βιβλίο που αποκαλύπτει την αναγκαιότητα της ελευθερίας για την αγάπη και την τρομακτικά ισχυρή για τα πάντα “προσωπική ευθύνη”. “Η ευτυχία μας δεν εξαρτάται απ' τους άλλους” κι εδώ είναι το θέμα. Ένα βιβλίο που όσες φορές το διαβάσεις, είναι ένα άλλο βιβλίο.


ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ-
ΕΡΓΑ ΤΗΣ:
Η Μάρω Βαμβουνάκη γεννήθηκε στα Χανιά, όπου έζησε τα παιδικά της χρόνια. Από εννέα χρόνων ήρθε με την οικογένειά της στην Αθήνα.
Σπούδασε νομικά και ψυχολογία.
Από το 1972 και για έντεκα χρόνια έζησε στη Ρόδο, όπου εργάστηκε ως συμβολαιογράφος. Σήμερα ζει στην Αθήνα.
Από τις Εκδόσεις “Ψυχογιός” κυκλοφορούν, επίσης, τα βιβλία της: “Ο παλιάτσος και η άνιμα” και “Το φάντασμα της αξόδευτης αγάπης”, ενώ ετοιμάζονται οι επανεκδόσεις των “Αυτή η σκάλα δεν κατεβαίνει” και σε κοινό τόμο “Το χρονικό μιας μοιχείας”, “Ντούλια” και “Ο πιανίστας και ο θάνατος”. Εχει γράψει 31 βιβλία, ανάμεσά τους 18 μυθιστορήματα, θεατρικά, ένα παιδικό, ένα ταξιδιωτικό, μελέτες και δοκίμια. Όλα τους με άπειρες επανεκδίοσεις. Ανάμεσά τους και τα: «Ο Αρχάγγελος του καφενείου», «Ο Κύκνος κι αυτός» (9η έκδοση), «Το χρονικό μιας μοιχείας» (23η έκδοση), «Αυτή η σκάλα δεν κατεβαίνει», «Ντούλια», «Χρόνια πολλά γλυκιά μου», «Ο αντίπαλος εραστής», «Η μοναξιά είναι από χώμα» (26η έκδοση), «Ιστορίες με καλό τέλος», «Οι παλιές αγάπες πάνε στον Παράδεισο» (31η έκδοση), «Τα κλειστά μάτια», «Τανγκό μες στον καθρέφτη», «Το δωμάτιο που ταξιδεύει», «Λουλούδι της κανέλλας», «Θεατρικά 1», «Θεατρικά 2», «Με βελούδινα βήματα ο χρόνος», «Τα ραντεβού με τη Σιμόνη», «Ο πιανίστας και ο θάνατος», «Η κραταιά αγάπη»,
«Τηλεφωνήματα και ενοχές», «Το τραγούδι της μάσκας», «Ο Ντάνκαν γυρεύει τον Θεό», «Έρωτας: Το γελοίο και το δέος», «Όχι άλλη αναβολή, Μιχάλη», «Τα πράγματα που ζουν απ’ τον χαμό», «Αντήχηση απ’ το παρελθόν».

ΥΓ. Γύρισα λέμε, γύρισα! Η ίδια πάντα αλλά και τόσο άλλη. Με μια Κιβωτό πια στην καρδιά και στη μνήμη μου και μια Καππαδοκία που ήδη – κι ας μην το γνώριζα- κουβαλούσα από παιδί. Με όλες τις “νεραιοδοκαμινάδες” της και με τα λαξευτά μοναστήρια στους βράχους. Την εκκλησία του Μήλου στα βράχια, την εκκλησία του Αγίου Γεωργίου ή του φιδιού. Την Κρυφή εκκλησία και την εκκλησία των Στεφάνων. Τα υφαντά που τόσο καλά ήξερε να βάφει ο παππούς ο Γιώργης “ο βαφέας”, το μπλε που γύρευα και που το βρήκα μόνον εκεί, αλλού πουθενά. Τις άσπρες βόλτες των δερβίσηδων ωσεί σάβανα να υπενθυμίζουν πως η ζωή, πρόβα θανάτου εσαεί, και ότι όλα κύκλος κύκλος κύκλος είναι και ας τα αποδεχθούμε, για να τα δούμε, ας τα πιστέψουμε αυτά τα θαυμαστά.
Όλα τα συνάντησα εκεί, στις φαινομενικά άδειες πια υπόγειες πόλεις, άκουσα ύμνους αγγέλων στα βράχια που ανέβηκα με δέος, δειλά.
Σε ένα τοπίο ορθάνοιχτο στην αιωνιότητα, στον ενιαίο χρόνο, σε ένα τοπίο αεί μεταβαλλόμενο σαν στάχυ στον άνεμο, εφόσον ο άνεμος έχει την ακατάβλητη, σχεδόν αόρατη δύναμη, να τα κάνει νεράιδα, όμορφη κόρη, δράκο, λιοντάρι, Θεό.
Έτσι σε κάθε επίσκεψη η Καππαδοκία σου φανερώνεται – σαν άνθρωπος- άλλη. Αλλά πάντοτε η ίδια: Κοιτίδα και Μήτρα, Θάνατος, Θαύμα, Μνήμη, η προγιαγιά Άννα, Ζωή.
Στο CCR (Cappadokia Cave Resort & Spa” έμενα, με την ξαδέλφη μου, όπως παλιά. Κι από το παράθυρό μας στο Uchisar, αντίκρισα για κλάσματα χρόνου τη λύση στο γρίφο. Αλλά δεν θυμάμαι τίποτα πια. Μονάχα το σώμα θυμάται, όπως μόνο αυτό γνωρίζει καλά.
Καλώς σας ξαναβρήκα, ναι?
Και... καλόν Ιούλιο (που κάποτε φοβόμουν) (όμως τώρα όχι, έτσι τουλάχιστον νομίζω, όχι τώρα πια!)

22/6/09

Η ζωή δεν είναι πρόβα

“ΤΟ ΘΑΥΜΑ ΤΗΣ ΑΝΑΠΝΟΗΣ” του Δημήτρη Σωτάκη, Εκδ. “Κέδρος”, σελ. 216, e 14
Στην “Πράσινη πόρτα” ο υπαρξιακός γρίφος κρυβόταν πίσω ή μέσα σ' αυτήν. Χωρίς νούμερο, υποσχόταν το απόλυτο φως ή το σκοτάδι. Βασανιστική εμμονή για τον Άγγλο σεφ Ρότζερ Σμιθ μεγεθύνεται ως τον απόλυτο εφιάλτη.
Στους “Έντεκα ερωτικούς θανάτους” φως και σκοτάδι ενώνονται. Όπως πραγματικότητα και φαντασία. Έρωτας, θάνατος, άλλωστε, οι δυο όψεις του ίδιου νομίσματος. “Η πράσινη πόρτα” στο αίνιγμα, στο τίποτα ή στο θαύμα.
Στην “Παραφωνία” είναι η ανταρσία του ενός, του μόνου – ενδεχομένως και μη παράφωνου- στην απόλυτη, ολοκληρωτική και αποδεκτή παραφωνία. Ο Φι ως άλλος κύριος Κ στην “Δίκη” κατηγορείται για κάτι που αγνοεί. Αλλά η ενοχή μάλλον είναι σύμπτωμα της εκάστοτε εποχής και όχι αυτής καθ' εαυτής της αμαρτίας.
“Ο άνθρωπος καλαμπόκι” πιστεύει εμμονικά στη σωτηριολογική δύναμη που διαθέτει το καλαμπόκι! Γραπώνεται σ' αυτό και προσπαθεί να σώσει και να σωθεί. Ολοκληρώνοντας, κατά τον συγγραφέα, και τον κύκλο των εμμονών και των εμμονικών ηρώων, διαθέτει όπως και όλα του, το ασφυκτικό παράλογο πλαίσιο της εποχής.
“Το θαύμα της αναπνοής” που μόλις κυκλοφόρησε, ενδεχομένως και να αποτελεί το σύγχρονο Ευαγγέλιο.
Ο Δημήτρης Σωτάκης, αναλύει και συνθέτει, με αλληγορικό, παραβολικό τρόπο και ατμόσφαιρα ασφυκτικά κλειστοφοβική, την ακατανόητα καταναλωτική εποχή μας.
Ο ήρωάς του, νέος κι άνεργος, αναζητά στις μικρές αγγελίες, δουλειά. Του προσφέρεται μια άκρως αλλόκοτη θέση εργασίας. Η τεράστια αμοιβή, το βιοποριστικό αδιέξοδο, το όνειρο ενός σπιτιού στην βόρεια πύλη, δεν του αφήνουν και πολλά περιθώρια για να το σκεφτεί. 'Εξάλλου, ακούγεται εύκολο, θα πληρώνεται και μάλιστα αδρά για τον κάθε αποθηκευτικό χώρο του σπιτιού του. Παραχωρώντας το διαμέρισμά του για την μεταφορά, η Εταιρεία υπόσχεται να εκπληρώσει όλα τα όνειρά του.
Τα πρώτα έπιπλα καταφθάνουν, μια καλοφτιαγμένη ντουλάπα, μια κουνιστή πολυθρόνα, ένα κρεββάτι και πολλά μικρά ξύλινα κομψοτεχνήματα. Στην αρχή, τα θαυμάζουν. Ο ήρωας και η κοπέλα του Ρίσα και ο ζωγράφος φίλος του Ντίτο. Η αρχική ευφορία, όμως, πολύ σύντομα θα αρχίσει να γίνεται εφιάλτης. Άγνωστοι άνθρωποι της εταιρείας μετρούν και υπολογίζουν και το ελάχιστο τετραγωνικό του σπιτιού και σε ακατάστατους χρόνους μπαινοβγαίνουν μεταφορείς και μεταφέρουν τ' απίθανα.
Η ζωή του μοιράζεται στα δυο. Στη φυσιολογική καθημερινότητα- επισκέπτεται την άρρωστη μητέρα του, βγαίνει ραντεβού με την φίλη του, βλέπει στο ατελιέ τον φίλο του- και στην αλλόκοτη επαγγελματική του ιστορία. Το μικρό διαμέρισμά του μεταμορφώνεται δραματικά και πλημμυρίζει ασφυκτικά, αλλά το όνειρο ενός σπιτιού στη βόρεια γέφυρα τον συγκρατεί, εξάλλου, τα χρήματα από την Εταιρεία και για την ελάχιστη μεταφορά προστίθενται στον προσωπικό λογαριασμό του πάντα.
Οι εξελίξεις, όμως, θα είναι δραματικές. Η μητέρα του ξαφνικά θα πέσει σε κώμα. Και η Εταιρεία θα απαιτήσει την διαρκή παρουσία του στο σπίτι. Πρέπει να είναι εκεί και διαρκώς να τους ανοίγει. Εμπιστεύεται την μητέρα του στην Ρίσα και στον Ντίτο κι αποφασίζει να υπομείνει καρτερικά το τελευταίο του επαγγελματικό πράσινο μίλι. Για να εγκλωβιστεί μέσα στα έπιπλα τελικά. Για να κτιστεί μέσα στα ξύλα, κάτω από έναν καθρέφτη και από μία πολυθρόνα.
Αριστουργηματική ιδέα για την δική μας άρρωστα καταναλωτική ζωή, για τον σύγχρονο εφιάλτη της απόκτησης αγαθών που υποθηκεύει τα πάντα: χώρο, χρόνο, ψυχή και το μέλλον μας ακόμα.
Κι όμως, όλα ξεκίνησαν σαν παιχνίδι, έτσι το είδε κι αυτός, ένα παράδοξο, αλλόκοτο παιχνίδι. Κι ό,τι γινόταν “γίνεται για μας, για το καινούργιο σπίτι, για μια καλύτερη ζωή”, μια λάθος δική μας κίνηση που εντέλει μας φυλακίζει.
Θύτης και θύμα, ο ήρωας, μεταμορφωνόταν σταδιακά “σε ένα ξερό σώμα, ένα κορμί χωρίς ζωή, ένα κομμάτι ξύλο”. Η διανοητική του κατάσταση “ένα κουβάρι ψευδαισθήσεων”. Και το χειρότερο, δεν θα είχε το κουράγιο ποτέ στο εξής να πραγματοποιήσει και την ελάχιστη πια επιθυμία. Παρατηρητής της ίδιας του της ζωής. Εγκλωβισμένος σε μια ακατανόητη εν πολλοίς αν και με την δική του συναίνεση αλλόκοτη ιστορία.
Αλληγορικό μυθιστόρημα για το μάταιο αν και επικίνδυνο κυνήγι των υλικών επιθυμιών, μαύρο παραμύθι για το μεγάλο οικονομικό και πνευματικό κραχ της ζωής μας. Μια αναγκαστικά τεχνική πρόβα θανάτου, για τον ήρωα, παράλληλη και εφάμιλλη με την φυσική κωματώδη κατάσταση της μητέρας.
Επαναστατική πράξη, και για τον ήρωα, η τέχνη, επί τω προκειμένω η γραφή. Τους ζητά ένα φύλλο χαρτί, μολύβι, κι ευτυχώς του τα δίνουν. Εγκιβωτίζοντας στην ιστορία την διαπίστωση, ότι η ζωή μπορεί και να μην είναι πρόβα, στο τέλος να μάθουμε ότι η παράσταση ήταν αυτή. Όταν πού πια καιρός και πάει χαμένη και η ζωή και η πρόβα.
Ιδέα, ατμόσφαιρα, ήρωες, ασφυκτικά αριστουργηματικοί. 'Ενα βιβλίο καθρέφτης και πορτρέτο δικό μας. Που αρνείται να αντικρίσει ο καθένας από μας, εξάλλου και στο μυθιστόρημα έτσι συμβαίνει, ο ήρωας δεν αντέχει στο πορτρέτο του Ντίτο τον εαυτό του.
Μια ιστορία που ανατρέπει το δεδομένο και αυτονόητο της αναπνοής. Και με μεθόδους εφιαλτικές σκιαγραφεί τα... χαμένα αυτονόητα.
Ο Σωτάκης όσο κανείς, φαίνεται να έχει συλλάβει την ατμόσφαιρα και το πνεύμα της εποχής. Και πιστός στις μεθόδους της, ως πορτρέτο μας το ανταποδίδει. Παραβολικά και χαμηλότονα, παγιδεύοντας τον αναγνώστη του, τον υποβάλει σε μια αντίδραση σχεδόν σωματική. Είχε χρόνια να με πιάσει δύσπνοια με βιβλίο. Μεγάλος συγγραφέας, αναμφισβήτητα. Και σίγουρα ένας από τους ελάχιστους, που εκφράζει με τόσο αλλόκοτο τρόπο μια αλλόκοτη άγνωστή μας, αν και ζούμε μέσα σ' αυτή, κατάσταση, εποχή, ιστορία. Την στιγμή που οι περισσότεροι συγγραφικά κάνουν στάση στα Βαλκάνια ή στον εμφύλιο. Ο εφιάλτης όμως βρίσκεται εδώ, στο σπίτι μας είναι, έχει μπει στο κεφάλι.

TAYTOTHTA-
ΕΓΟΓΡΑΦΙΑ:
Ο Δημήτρης Σωτάκης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1973.
Έχει εκδώσει τέσσερα μυθιστορήματα και μια συλλογή διηγημάτων:
“Το σπίτι”, μυθιστόρημα, Καστανιώτης, 1997
“Η πράσινη πόρτα”, μυθιστόρημα, Μεταίχμιο, 2002
“Έντεκα ερωτικοί θάνατοι”, διηγήματα, Μεταίχμιο, 2004
“Η παραφωνία”, μυθιστόρημα, Κέδρος, 2005
“Ο άνθρωπος καλαμπόκι”, μυθιστόρημα, Κέδρος, 2007
“Το θαύμα της αναπνοής”, μυθιστόρημα, Κέδρος, 2009
Το βιβλίο του “Η παραφωνία” έχει μεταφραστεί στα ολλανδικά,
ενώ το τελευταίο του μυθιστόρημα “Ο άνθρωπος Καλαμπόκι” ήταν υποψήφιο για το Βραβείο Αναγνωστών του ΕΚΕΒΙ (2007), καθώς και το βραβείο του περιοδικού “Διαβάζω”.

ΥΓ. Ο τίτλος “Η ζωή δεν είναι πρόβα” είναι τίτλος βιβλίου της Σίσσσυς Κόσσυβα με υπέροχα διηγήματα ζωής που κυκλοφορεί από τον “Φιλιππότη”.
Θα λείψω για λίγο. Πάω στην πατρίδα της γιαγιάς Άννας, στην Καππαδοκία. Αλλά θα ξανάρθω. Λέω. Καλά να περνάτε, ναι?