«Η ΕΦΕΥΡΕΣΗ ΤΗΣ ΣΚΙΑΣ» του Κωνσταντίνου Δ. Τζαμιώτη, Εκδ. «Καστανιώτη», σελ. 323, τιμή: 16 ευρώ.
«Οι άνθρωποι γεννιούνται αβοήθητοι, περνούν τα πρώτα χρόνια της ζωής τους αγκυλωμένοι στις ορέξεις άλλων, κατόπιν σπαταλούν χρόνια ολόκληρα για να αποκτήσουν ό,τι οι προηγούμενοι δεν θέλουν πλέον, μια εποχή όλοι ελπίζουν πως οι ευκαιρίες βρίσκονται ακόμη μπροστά τους, μερικοί τα καταφέρνουν να αποκτηνωθούν νωρίς, σκορπίζονται σε ένα σωρό άχρηστες επιδιώξεις, οι περισσότεροι μπορούν να νιώσουν ευχαριστημένοι αν καταφέρνουν να αγκυλώσουν τα παιδιά τους σε ό,τι είχαν κάποτε επιθυμήσει για τον εαυτό τους και ύστερα χωρίς καμία εξαίρεση γερνούν, χάνουν την όρεξή τους για οτιδήποτε, με μια κρυφή ελπίδα να πεθάνουν πριν απολέσουν εντελώς και αυτή την λίγη αξιοπρέπεια που πίστευαν ότι είχαν ίσως κάποτε».
Μα ναι «κάθε χαμένο κορμί μπορεί να γράφει ό,τι θέλει και οι άλλοι να είναι υποχρεωμένοι να τον ανέχονται» ακόμη και όταν είναι Απρίλιος του 1970! Εποχή που «εφηύρε» κυριολεκτικά τη σκιά και την αισθάνθηκε ο καθένας πίσω κι εντός του.
Και ο ήρωας στο καινούργιο μυθιστόρημα του Κωνσταντίνου Δ. Τζαμιώτη την ένοιωσε πια διπλά και τριπλά. Το χρονικό πλαίσιο, εξάλλου, την επιτρέπει για να μην πούμε, την επιβάλλει!
Παρ’ ότι ο συγγραφέας επιλέγει για ήρωά του έναν τύπο καθαρά… αντιηρωικό, αριβίστα, ματαιόδοξο επαρκώς και διψασμένο κυριολεκτικά για παντός είδους αναρρίχηση!
Ο Ισίδωρος Γεωργίου, νέος, μορφωμένος, με σπουδές ανθρωπολογίας εδώ και στο εξωτερικό, εμφανίσιμος και άμετρα φιλόδοξος, με ισχυρές γνωριμίες και πολιτικά αμοράλ εντελώς, που εργάζεται ως δάσκαλος ατόμων με προβλήματα ακοής, επιλέγεται «ξαφνικά» να εργαστεί στη νεοσύστατη κρατική τηλεόραση ως παρουσιαστής του πρώτου δελτίου στην νοηματική γλώσσα. Και εν μια νυκτί, γίνεται, κυριολεκτικά σούπερ σταρ: εξώφυλλα, προσκλήσεις, το μεγάλο αφεντικό Γεώργιος Κοντόσταυλος του ανοίγει τα σαλόνια του και η κόρη του Μαρία- Ελένη το πορτάκι της καρδιάς της. Βέβαια εκείνος απολύτως προσηλωμένος, εκεί, δεν χάνει το στόχο του! Ο μόνος του… ηρωισμός, ο θιγμένος του εγωισμός, σε ό,τι τον αγνοεί προσωπικά, αισθάνεται να τον προσβάλει! Η επανάστασή του σχεδόν… ιδιοφυής, αφού δεν τον ρωτούν για την κατασκευή τους, αλλάζει κατά την εκφώνησή του, τις ειδήσεις!
Για κανένα μήνα το κάνει, μέχρι να… εκτονωθεί! Αλλά στο μεταξύ έχει προλάβει να το αντιληφθεί αυτό η… σκιά του! Το… βαθύ κράτος αλλά και οι επαναστάτες της άλλης όχθης, όμως εκείνος την ησυχία του επιθυμεί και την προκοπή του, η κοινωνική και η οικονομική άνοδός του τον κόφτει, όλα τ’ άλλα αποτελούν για κείνον σχεδόν σκιώδη πραγματικότητα, δεν υπάρχουν. Όμως η Ιστορία δεν ρωτά την μικρή ιστορία μας «αν παίζουμε», κατά συνέπεια οι… σκιές δεν ρωτούν και τον Ισίδωρο Γεωργίου αν θέλει!
Το αποτέλεσμα ένα που θα μπορούσε να είναι και ηρωικό τέλος, για κάποιον που ουδόλως το επιθυμούσε κι ένα πορτάκι ανοιχτό, ακόμα και για τους διώχτες του! Διότι ο τυχοδιωκτισμός – όσο κι αν στην παρούσα φάση τούς είναι επιζήμιος- ποιος, ξέρει, ζωή είναι αυτή, άνθρωποι είμαστε, μπορεί και να τους χρειαστεί παρακάτω!
Εξαιρετικά σκιαγραφημένος ο κεντρικός ήρωας και η ατμόσφαιρα της εποχής, και ιδιοφυές το συγγραφικό εύρημα με «τα επινοημένα εθνολογικά στοιχεία». Σε κάθε περίπτωση που ο ήρωάς μας στριμώχνεται, επικαλείται την ζωή και τις συνήθειες των Ινδιάνων, των Σάμουα, των Ιτζέμ, των Σάκου, των Μάγια…. Εγκιβωτίζοντας μικρές αλληγορικές ιστορίες στην ιστορία του, αποδεικνύοντας ότι έχουν διάρκεια, είναι, δηλαδή, διαχρονικά τα ανθρώπινα πάθη και λάθη!
Στο μεταξύ, η νοηματική γλώσσα για χρόνο ελάχιστο γίνεται μια άλλη, η μόνη αληθινή σωματική, επαναστατική γλώσσα. Μήπως η γλώσσα του σώματος, κάπως έτσι δεν είναι;
Αστεία περιστατικά εκεί όπου ο προιστάμενός του Σαμολαδάς, του ζητά επιτακτικά να περιγράψει… ηρωικά (και δίχως τους μορφασμούς που τον χαρακτηρίζουν) τον δικτάτορα! «Έτσι είναι αν έτσι νομίζετε», όμως, εκείνη την εποχή, αυτή την επταετία. Όπου η σκιά εισχωρούσε παντού, κι εντός σου!
Ένα ατμοσφαιρικό, υπαρξιακό θρίλερ. Ένα πολιτικό μυθιστόρημα με απολιτίκ ήρωα! Χαρακτηριστικό το απόσπασμα: «Ο Ισίδωρος Γεωργίου… φτάνει να εξοργιστεί με τον εαυτό του. Για πρώτη φορά βλέπει πόσο αφελής υπήρξε. Δεν του έλειπε τίποτα και όμως, αντί να κοιτάξει την δουλειά του, αντί να παραμείνει ουδέτερος, όπως κάνουν ακόμη και όσοι διαθέτουν λιγότερες επιλογές από τον ίδιο, παρασύρθηκε από μια ανόητη ιδέα, τυφλώθηκε από ματαιοδοξία και τώρα κινδυνεύει». Αλλ’ έτσι είναι η σκιά, σαν την ματαιοδοξία, παντού τρυπώνει!
ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ-
ΕΡΓΑ ΤΟΥ:
Ο Κωνσταντίνος Δ. Τζαμιώτης γεννήθηκε στην Λάρισα το 1970.
Δούλεψε ως αρθρογράφος σε εφημερίδες και περιοδικά.
Προηγούμενα βιβλία του:
«Παραβολή» (2006),
«Ο βαθμός δυσκολίας» (2004),
«Βαθύ πηγάδι» (2003) και
«Η συνάντηση» (2002).
Διηγήματά του δημοσιεύτηκαν σε περιοδικά και ανθολογίες.
Το πρώτο του θεατρικό έργο «Ουδέτερη ζώνη» απέσπασε Κρατικό Βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου θεατρικού συγγραφέα (2004).
Το έργο του «Μια εξαιρετικά απλή δουλειά» παρουσιάστηκε στο πλαίσιο του φεστιβάλ «Θεατρικό Αναλόγιο 2007».
Με το ίδιο έργο εκπροσώπησε την Ελλάδα στην Ευρωπαική Ανθολογία Θεάτρου του ινστιτούτου Salvatore Quasimodo of Budapest, που κυκλοφόρησε τον Νοέμβριο του 2007.
19/1/09
12/1/09
Ο μισός μου εαυτός νικημένος, ζητούσε από τον άλλο μισό τη ρεβάνς
«Το να θέλει κανείς να παίξει σκάκι εναντίον του εαυτού του αποτελεί παραδοξότητα ίδια με το να θέλει να πηδήξει τον ίδιο του τον ίσκιο».
«ΣΚΑΚΙΣΤΙΚΗ ΝΟΥΒΕΛΑ» του Στέφαν Τσβάιχ, Μετάφραση: Μαρία Αγγελίδου, Εκδ. «Άγρα», σελ. 128, τιμή: 9 ευρώ.
«Μη ξεχνάτε ότι ήμουν ένας άνθρωπος που έπρεπε να ξεσπάσει κάπου, οπουδήποτε, τη συσσωρευμένη από καιρό οργή του. Μιας λοιπόν και δεν είχα τίποτα άλλο, παρά μονάχα αυτό το ανόητο παιχνίδι ενάντια στον ίδιο τον εαυτό μου, η λύσσα μου όλη, η μανία μου για εκδίκηση, διοχετεύθηκε σ’ αυτό. Κάτι μέσα μου ήθελε να βρει το δίκιο του. Αλλά δεν είχα τίποτα άλλο έξω από το άλλο μισό του εαυτού μου, για να εξεγερθώ εναντίον του».
Η «Σκακιστική νουβέλα» του Στέφαν Τσβάιχ είναι αναμφίβολα κάτι πολύ περισσότερο από το, ούτως ή άλλως, μεταθανάτιο αριστούργημά του (δημοσιεύτηκε στη Στοκχόλμη το 1943, μεταθανάτια έκδοση, αφού ο συγγραφέας αυτοκτόνησε τον προηγούμενο χρόνο μαζί με τη δεύτερη γυναίκα του στη Βραζιλία, όπου βρέθηκε αυτοεξόριστος). Θα μπορούσε κανείς να την χαρακτηρίσει και ως το χρονικό μιας προαναγγελθείσας αυτοκτονίας.
Η μόλις 120 σελίδων αλληγορική συγγραφική παρτίδα που διαδραματίζεται επάνω σε ένα πλοίο και κατά τη διάρκεια ενός ταξιδιού κατορθώνει και περικλείει μέσα από την προσωπικότητα (και την ιστορία) των δύο σκακιστών μονομάχων, όλη την κοινωνικοπολιτική κατάσταση και τα αδιέξοδα αυτής της σκοτεινής εποχής.
Διότι στο πλοίο, από τη Νέα Υόρκη στο Ρίο και το Μπουένος Άιρες, μαζί με αρκετούς ευρωπαίους επιβάτες οι οποίοι φεύγουν μακριά από τη βία και τη σύγχυση του ναζισμού επιζητώντας καταφύγιο αυτοεξόριστοι στην Αργεντινή ή τη Βραζιλία, ταξιδεύει και ο Μίρκο Τσέντοβιτς, ο σκοτεινός, άξεστος παγκόσμιος πρωταθλητής. Θα τον αντιμετωπίσουν, κατ’ αρχάς, σε μια παρτίδα χωρίς διέξοδο, όλοι οι σκακιστές του πλοίου. Στην τελευταία παρτίδα τους σχεδόν τον νικούν, υπό την καθοδήγηση του δρ Μπ. Ενός ευαίσθητου διανοούμενου δικηγόρου που επέζησε της τρέλας και του εγκλεισμού χάρη σε ένα σκακιστικό βιβλίο. Παίζοντας φανταστικές παρτίδες πάλι και πάλι με τον αντίπαλο εαυτό:
«Αμέσως μόλις το λευκό μου Εγώ έκανε κάποια κίνηση, το μαύρο του απαντούσε με πυρετώδη βιάση. Δεν προλάβαινα να τελειώσω μια παρτίδα, και αυτοστιγμή ξεκινούσα την επόμενη, μιας και πάντα ο μισός μου εαυτός βρισκόταν νικημένος και ζητούσε από τον άλλο μισό τη ρεβάνς».
Κατανοώντας ταυτοχρόνως και όλο το σχιζοφρενικό του εγχειρήματος:
«Είναι ένα παιχνίδι καθαρά εγκεφαλικό: δυο διάνοιες, που αντιμετωπίζουν η μία την άλλη. Καταλαβαίνετε επομένως πόσο παράλογο είναι να θέλει κανείς να παίξει εναντίον του εαυτού του».
Αναγνωρίζοντας πως: «Το να θέλει κανείς να παίξει σκάκι εναντίον του εαυτού του αποτελεί παραδοξότητα ίδια με το να θέλει να πηδήξει τον ίδιο του τον ίσκιο».
Παρ’ όλ’ αυτά όμως:
«Οι φρικτές συνθήκες κάτω από τις οποίες ζούσα, με ανάγκασαν να επιχειρήσω αυτή τη διάσπαση του Εγώ μου σε Μαύρο και Άσπρο, για να μη συνθλιβώ κάτω από το τρομακτικό Τίποτα, που μ’ έζωνε ασφυκτικά».
Η σωτηρία γι’ αυτόν ήρθε με την με την μορφή ενός βιβλίου, κι ο συγγραφέας θα κάνει αυτές τις περιγραφές, αριστοτεχνικά:
«Τα γόνατά μου άρχισαν να τρέμουν: ένα ΒΙΒΛΙΟ! Τέσσερις μήνες είχα να πιάσω βιβλίο στα χέρια μου και στην ιδέα και μόνο πως θα μπορούσα να δω λέξεις αραδιασμένες τη μια μετά την άλλη, γραμμές ολόκληρες, σελίδες, φύλλα, στην ιδέα και μόνο ότι θα μπορούσα να διαβάσω νέες, αλλιώτικες σκέψεις, σκέψεις άλλων ανθρώπων, να τις παρακολουθήσω νοερά και να ξεχαστώ, ένιωσα μεθυσμένος και ταυτόχρονα ναρκωμένος».
«Μια ηδονή που χρονοτριβούσε επίτηδες και γαργαλούσε ευχάριστα να νεύρα μου: βυθίστηκα λοιπόν στην ονειροπόληση και προσπαθούσα να φανταστώ τι είδους βιβλίο ήταν αυτό που είχα κλέψει, τι είδους βιβλίο θα προτιμούσα εγώ. Προπάντων έπρεπε να είναι πυκνοτυπωμένο, να έχει πολλά πολλά γράμματα, πολλές πολλές λεπτές σελίδες, για να κρατήσει περισσότερο η ανάγνωση. Κι έπειτα ευχόμουν να δω μπροστά μου ένα έργο που θα απαιτούσε μεγάλη διανοητική προσπάθεια από μέρους μου. Όχι κάτι ελαφρύ κι εύκολο, αλλά κάτι που θα μπορούσε κανείς να το αποστηθίσει, ποίηση, ας πούμε, και το προτιμότερο θα ήταν- τι τολμηρό όνειρο!- Γκαίτε ή Όμηρος».
Αλλά και η παραφορά θα προκύψει απ’ το ίδιο βιβλίο. Διότι ο αντίπαλος εαυτός είναι, εν τέλει, ο πλέον επικίνδυνος εαυτός. Κι ο ναζισμός, μια μορφή αντίπαλου εαυτού για τον βιεννέζο συγγραφέα ενδεχομένως να ήταν. Ο οποίος και τον συνέτριψε, τελικά.
Ένα λιτό, καλομετρημένο (ούτε σιωπή δεν περισσεύει), σαν καλομελετημένη παρτίδα σκακιού, μικρό αριστούργημα. Ψυχογράφημα ταυτοχρόνως και βαθύτερη πολιτική και κοινωνική αλληγορία. Παιγνιώδες σαν θρίλερ, σκοτεινό και αντιφατικό σαν ανθρώπινη ψυχή. Προφητικό, για τον ίδιο το συγγραφέα του. Εφόσον, όταν γράφουμε, εντέλει υπογράφουμε με τον πιο βαθύ μας, σοφό, παντογνώστη, προφήτη εαυτό. Τελειώνοντάς το αδημονούσα να μάθω σκάκι! Επειγόντως!
ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ-
ΕΡΓΑ ΤΟΥ:
Ο Στέφαν Τσβάιχ γεννήθηκε στη Βιέννη το 1881 και αυτοκτόνησε στη Βραζιλία στις 23 Φεβρουαρίου 1942.
Στη ζωή του ασχολήθηκε με πολύ διαφορετικά λογοτεχνικά είδη: ποίηση, θέατρο, μεταφράσεις, μυθιστορηματικές βιογραφίες, λογοτεχνικές κριτικές.
Όμως οι νουβέλες τον κατέστησαν παγκοσμίως γνωστό:
«Η σύγχυση των αισθημάτων»,
«Αμόκ», «Εικοσιτέσσερις ώρες από τη ζωή μιας γυναίκας» κ.α.
Οι νουβέλες του Τσβάιχ παρουσιάζονται ως μια σειρά πίνακες που αναπαριστούν την εκλέπτυνση και την ευαισθησία του κλειστού κόσμου που ήταν η βιεννέζικη κοινωνία των αρχών του 20ου αιώνα.
Αν και οι γνωστότερες νουβέλες του γράφτηκαν μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο πόλεμο, στη δεκαετία του ’20, σημαδεύουν το δέσιμο του συγγραφέα με τον κόσμο του χθες, μια ευαισθησία τέλους αιώνα, ένα αισθητικό κλίμα βιεννέζικου ιμπρεσιονισμού, και δείχνουν το ενδιαφέρον του για μια ψυχολογία του βάθους.
Εκτός από την κοινωνιολογική τους μαρτυρία, γοητεύουν με την ένταση που περιέχουν και που υποφώσκει κάτω από τη φαινομενικά επίπεδη αφήγηση.
Τα αφηγήματα αυτά συνδυάζουν τον μοντερνισμό των ψυχολογικών ανακαλύψεων του Φρόυντ με τη ζωντάνια του μυθιστορήματος δράσης.
«ΣΚΑΚΙΣΤΙΚΗ ΝΟΥΒΕΛΑ» του Στέφαν Τσβάιχ, Μετάφραση: Μαρία Αγγελίδου, Εκδ. «Άγρα», σελ. 128, τιμή: 9 ευρώ.
«Μη ξεχνάτε ότι ήμουν ένας άνθρωπος που έπρεπε να ξεσπάσει κάπου, οπουδήποτε, τη συσσωρευμένη από καιρό οργή του. Μιας λοιπόν και δεν είχα τίποτα άλλο, παρά μονάχα αυτό το ανόητο παιχνίδι ενάντια στον ίδιο τον εαυτό μου, η λύσσα μου όλη, η μανία μου για εκδίκηση, διοχετεύθηκε σ’ αυτό. Κάτι μέσα μου ήθελε να βρει το δίκιο του. Αλλά δεν είχα τίποτα άλλο έξω από το άλλο μισό του εαυτού μου, για να εξεγερθώ εναντίον του».
Η «Σκακιστική νουβέλα» του Στέφαν Τσβάιχ είναι αναμφίβολα κάτι πολύ περισσότερο από το, ούτως ή άλλως, μεταθανάτιο αριστούργημά του (δημοσιεύτηκε στη Στοκχόλμη το 1943, μεταθανάτια έκδοση, αφού ο συγγραφέας αυτοκτόνησε τον προηγούμενο χρόνο μαζί με τη δεύτερη γυναίκα του στη Βραζιλία, όπου βρέθηκε αυτοεξόριστος). Θα μπορούσε κανείς να την χαρακτηρίσει και ως το χρονικό μιας προαναγγελθείσας αυτοκτονίας.
Η μόλις 120 σελίδων αλληγορική συγγραφική παρτίδα που διαδραματίζεται επάνω σε ένα πλοίο και κατά τη διάρκεια ενός ταξιδιού κατορθώνει και περικλείει μέσα από την προσωπικότητα (και την ιστορία) των δύο σκακιστών μονομάχων, όλη την κοινωνικοπολιτική κατάσταση και τα αδιέξοδα αυτής της σκοτεινής εποχής.
Διότι στο πλοίο, από τη Νέα Υόρκη στο Ρίο και το Μπουένος Άιρες, μαζί με αρκετούς ευρωπαίους επιβάτες οι οποίοι φεύγουν μακριά από τη βία και τη σύγχυση του ναζισμού επιζητώντας καταφύγιο αυτοεξόριστοι στην Αργεντινή ή τη Βραζιλία, ταξιδεύει και ο Μίρκο Τσέντοβιτς, ο σκοτεινός, άξεστος παγκόσμιος πρωταθλητής. Θα τον αντιμετωπίσουν, κατ’ αρχάς, σε μια παρτίδα χωρίς διέξοδο, όλοι οι σκακιστές του πλοίου. Στην τελευταία παρτίδα τους σχεδόν τον νικούν, υπό την καθοδήγηση του δρ Μπ. Ενός ευαίσθητου διανοούμενου δικηγόρου που επέζησε της τρέλας και του εγκλεισμού χάρη σε ένα σκακιστικό βιβλίο. Παίζοντας φανταστικές παρτίδες πάλι και πάλι με τον αντίπαλο εαυτό:
«Αμέσως μόλις το λευκό μου Εγώ έκανε κάποια κίνηση, το μαύρο του απαντούσε με πυρετώδη βιάση. Δεν προλάβαινα να τελειώσω μια παρτίδα, και αυτοστιγμή ξεκινούσα την επόμενη, μιας και πάντα ο μισός μου εαυτός βρισκόταν νικημένος και ζητούσε από τον άλλο μισό τη ρεβάνς».
Κατανοώντας ταυτοχρόνως και όλο το σχιζοφρενικό του εγχειρήματος:
«Είναι ένα παιχνίδι καθαρά εγκεφαλικό: δυο διάνοιες, που αντιμετωπίζουν η μία την άλλη. Καταλαβαίνετε επομένως πόσο παράλογο είναι να θέλει κανείς να παίξει εναντίον του εαυτού του».
Αναγνωρίζοντας πως: «Το να θέλει κανείς να παίξει σκάκι εναντίον του εαυτού του αποτελεί παραδοξότητα ίδια με το να θέλει να πηδήξει τον ίδιο του τον ίσκιο».
Παρ’ όλ’ αυτά όμως:
«Οι φρικτές συνθήκες κάτω από τις οποίες ζούσα, με ανάγκασαν να επιχειρήσω αυτή τη διάσπαση του Εγώ μου σε Μαύρο και Άσπρο, για να μη συνθλιβώ κάτω από το τρομακτικό Τίποτα, που μ’ έζωνε ασφυκτικά».
Η σωτηρία γι’ αυτόν ήρθε με την με την μορφή ενός βιβλίου, κι ο συγγραφέας θα κάνει αυτές τις περιγραφές, αριστοτεχνικά:
«Τα γόνατά μου άρχισαν να τρέμουν: ένα ΒΙΒΛΙΟ! Τέσσερις μήνες είχα να πιάσω βιβλίο στα χέρια μου και στην ιδέα και μόνο πως θα μπορούσα να δω λέξεις αραδιασμένες τη μια μετά την άλλη, γραμμές ολόκληρες, σελίδες, φύλλα, στην ιδέα και μόνο ότι θα μπορούσα να διαβάσω νέες, αλλιώτικες σκέψεις, σκέψεις άλλων ανθρώπων, να τις παρακολουθήσω νοερά και να ξεχαστώ, ένιωσα μεθυσμένος και ταυτόχρονα ναρκωμένος».
«Μια ηδονή που χρονοτριβούσε επίτηδες και γαργαλούσε ευχάριστα να νεύρα μου: βυθίστηκα λοιπόν στην ονειροπόληση και προσπαθούσα να φανταστώ τι είδους βιβλίο ήταν αυτό που είχα κλέψει, τι είδους βιβλίο θα προτιμούσα εγώ. Προπάντων έπρεπε να είναι πυκνοτυπωμένο, να έχει πολλά πολλά γράμματα, πολλές πολλές λεπτές σελίδες, για να κρατήσει περισσότερο η ανάγνωση. Κι έπειτα ευχόμουν να δω μπροστά μου ένα έργο που θα απαιτούσε μεγάλη διανοητική προσπάθεια από μέρους μου. Όχι κάτι ελαφρύ κι εύκολο, αλλά κάτι που θα μπορούσε κανείς να το αποστηθίσει, ποίηση, ας πούμε, και το προτιμότερο θα ήταν- τι τολμηρό όνειρο!- Γκαίτε ή Όμηρος».
Αλλά και η παραφορά θα προκύψει απ’ το ίδιο βιβλίο. Διότι ο αντίπαλος εαυτός είναι, εν τέλει, ο πλέον επικίνδυνος εαυτός. Κι ο ναζισμός, μια μορφή αντίπαλου εαυτού για τον βιεννέζο συγγραφέα ενδεχομένως να ήταν. Ο οποίος και τον συνέτριψε, τελικά.
Ένα λιτό, καλομετρημένο (ούτε σιωπή δεν περισσεύει), σαν καλομελετημένη παρτίδα σκακιού, μικρό αριστούργημα. Ψυχογράφημα ταυτοχρόνως και βαθύτερη πολιτική και κοινωνική αλληγορία. Παιγνιώδες σαν θρίλερ, σκοτεινό και αντιφατικό σαν ανθρώπινη ψυχή. Προφητικό, για τον ίδιο το συγγραφέα του. Εφόσον, όταν γράφουμε, εντέλει υπογράφουμε με τον πιο βαθύ μας, σοφό, παντογνώστη, προφήτη εαυτό. Τελειώνοντάς το αδημονούσα να μάθω σκάκι! Επειγόντως!
ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ-
ΕΡΓΑ ΤΟΥ:
Ο Στέφαν Τσβάιχ γεννήθηκε στη Βιέννη το 1881 και αυτοκτόνησε στη Βραζιλία στις 23 Φεβρουαρίου 1942.
Στη ζωή του ασχολήθηκε με πολύ διαφορετικά λογοτεχνικά είδη: ποίηση, θέατρο, μεταφράσεις, μυθιστορηματικές βιογραφίες, λογοτεχνικές κριτικές.
Όμως οι νουβέλες τον κατέστησαν παγκοσμίως γνωστό:
«Η σύγχυση των αισθημάτων»,
«Αμόκ», «Εικοσιτέσσερις ώρες από τη ζωή μιας γυναίκας» κ.α.
Οι νουβέλες του Τσβάιχ παρουσιάζονται ως μια σειρά πίνακες που αναπαριστούν την εκλέπτυνση και την ευαισθησία του κλειστού κόσμου που ήταν η βιεννέζικη κοινωνία των αρχών του 20ου αιώνα.
Αν και οι γνωστότερες νουβέλες του γράφτηκαν μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο πόλεμο, στη δεκαετία του ’20, σημαδεύουν το δέσιμο του συγγραφέα με τον κόσμο του χθες, μια ευαισθησία τέλους αιώνα, ένα αισθητικό κλίμα βιεννέζικου ιμπρεσιονισμού, και δείχνουν το ενδιαφέρον του για μια ψυχολογία του βάθους.
Εκτός από την κοινωνιολογική τους μαρτυρία, γοητεύουν με την ένταση που περιέχουν και που υποφώσκει κάτω από τη φαινομενικά επίπεδη αφήγηση.
Τα αφηγήματα αυτά συνδυάζουν τον μοντερνισμό των ψυχολογικών ανακαλύψεων του Φρόυντ με τη ζωντάνια του μυθιστορήματος δράσης.
7/1/09
Ούτε νίκη, ούτε ήττα. Η δύναμη και ταυτόχρονα, ο βράχος, εγώ.
«Κατατρομαγμένος, περικυκλωμένος, ξεπερασμένος απ’ το πλήθος, δεν μπορώ τότε τίποτ’ άλλο να κάνω παρά να χτυπάω, να τρυπάω, να λεπταίνω και να κάνω να τινάζονται χοντρά θραύσματα ύλης, παρακαλώντας ταυτόχρονα την ύλη αυτή να μου αντισταθεί όσο περισσότερο γίνεται. Γιατί δεν επιθυμώ ούτε νίκη ούτε ήττα… Γίνομαι ταυτόχρονα και η δύναμη και ο βράχος. Γίνομαι το σημείο κρούσης και το χλευαστικό κενό. Βρίζω, αλλά τουλάχιστον, όσο χτυπάω εξαφανίζομαι».
«ΤΟ ΓΕΛΙΟ ΤΟΥ ΔΡΑΚΟΥ» του Πιέρ Πεζύ, Μετάφραση: Κατερίνα Δασκαλάκη, Εκδ. «Ποταμός», σελ. 268, τιμή: 16 ευρώ.
«Η παιδική ηλικία είναι πάρα πολύ οικείο αίνιγμα. Νομίζει κανείς ότι θα βρίσκεται εκεί για καιρό, ότι τίποτα δεν πιέζει, αίφνης όμως η απουσία της γίνεται ένα μαύρο κενό, η σπαρακτική έλλειψη ενός οργάνου που αποκόπηκε ζωντανό».
Η παιδική ηλικία μοιάζει για τον Πιέρ Πεζύ πάντοτε να τον αφορά. Σπαρακτικότατα όσον αφορά τη «Μοναχούλα» (ένας φιλειρηνικός βιβλιοπώλης, τεράστιος ως αγαθός γίγας, τραυματίζει ανεπανόρθωτα ένα μοναχικό παιδί), ψυχαναλυτικά, στο «Γέλιο του δράκου». Όπου παιδιά, μεγαλώνουν, ερωτεύονται, πολεμούν, συμβιβάζονται, δημιουργούν, επιδένουν πληγές κι επιλύουν πανάρχαια αινίγματα, αλλά και παιδιά πεθαίνουν από χέρι γονιού, εχθρού…. κατά τύχη, από τρέλα.
«Τι ήταν αυτό που ήλπιζα; Τι ήταν αυτό που ακόμη περίμενα; Έχω το συναίσθημα ότι πέρασα δίπλα στο ουσιώδες. Πάρα πολύ αργά! Αναρωτιέμαι καμιά φορά μήπως ατένισα όλα τα πράγματα μέσα απ’ τους σκούρους και συμβιβαστικούς φακούς τού «πάρα πολύ αργά», ενόσω μπορεί να υπήρχε ακόμα καιρός».
Αλλά και ο απολογισμός. Όταν «πού πια καιρός». Και για τον απελπισμένο βιβλιοπώλη της «Μοναχούλας» αλλά και για τον κεντρικό ήρωα- αφηγητή στο «Γέλιο του δράκου». Ένα υπαρξιακό, ερωτικό μυθιστόρημα που τα έχει όλα: πόλεμο και στοχασμό γύρω από το κακό, τη θαυματοποιό και λυτρωτική τέχνη και το αίνιγμα της δημιουργίας, τη ζωή που δεν ζήσαμε, τους έρωτες που δεν τολμήσαμε ή τους κόψαμε με αίμα, το άδικο στο οποίο αθέλητα –αλλά πόσο αθέλητα- υπηρετήσαμε, την ευτυχία που ονειρευτήκαμε αλλά ουδέποτε κατακτήσαμε…
Και ξεκινά μαγικά, σαν μαύρο παραμύθι, αυτό του κακού δράκου, όπως και κλείνει.
Στο ενδιάμεσο, φυσικά, η ζωή. Ο δεκαεξάχρονος Πωλ που φιλοξενείται το 1963 από έναν γερμανό φίλο του στο Κελστάιν, το πυκνό δάσος και η μαύρη λίμνη που θα του σημαδέψει τη ζωή. Η Κλάρα Λαφονταίν που θα αγαπήσει, το «μυστικό» της λίμνης με τον Μόριτς που τρελάθηκε και σκότωσε τα δυο του παιδιά. Ο γυρισμός, που ομοίως πικρός κι αβάσταχτος θα ‘ναι. Η δολοφονία του πατέρα του σε ένα παριζιάνικο παγκάκι, η ζωή του με τη μητέρα και ο τοκογλύφος πλούσιος ελεήμων ως προς αυτούς θείος, ο παράξενος γλύπτης που τον μυεί στην ευτυχία της δημιουργίας, η ζωή με την πέτρα, η ζωή με τα Golem, η ζωή με «το γέλιο του δράκου», η ζωή με τα φαντάσματα, η ζωή με τα γλυπτά…
Και στο πρώτο μέρος του βιβλίου, η ζωή να εναλλάσσεται με το αίτιο και το αιτιατό: Ο πατέρας της Κλάρας στην Ουκρανία το 1941 κατά τη διάρκεια της Γερμανικής εισβολή στη Ρωσία όπου υπηρετούσε ως γιατρός, ο συγχωριανός του ο Μόριτς και η γενοκτονία των Εβραίων, και ιδιαίτερα μικρών παιδιών. Οι προσωπικοί εφιάλτες που δεν τελειώνουν ποτέ, αρέσκεται ο Πεζύ στους ντοστογεφσκικά ενοχικούς ήρωες. Ο Πεζύ είναι ολοφάνερο, ως συγγραφέας, αγαπά πολύ τα βιβλία και τα παιδιά.
Ένα μυθιστόρημα που είναι ταυτόχρονα: πυξίδα ζωής, στοχασμός επάνω στη δημιουργία, πόλεμος και ειρήνη, συνείδηση, δημιουργία.
Με ατμόσφαιρα, σπαρταριστούς και σκοτεινούς, αινιγματικούς χαρακτήρες, μονολόγους υπαινικτικούς, υπαρξιακούς γρίφους και ζωές που διασταυρώνονται πάλι και πάλι, με το παρελθόν πανταχού παρόν, με την τέχνη το μόνο, τελικά, που να μας απομένει. Με την Κλάρα πάντοτε να επιστρέφει, σαν το ανέφικτο της ευτυχίας, ξανά και ξανά. Και κάπως έτσι: «Όταν γυναίκα και παιδιά έχουν φύγει, ανοίγω το μυστικό κουτί που εδώ και καιρό μού έχει δώσει μια Πανδώρα με μαύρα μαλλιά- εξομολογείται ο Πωλ. Βγαίνουν από εκεί η έγνοια, η αβεβαιότητα, η ανησυχία, η δυσφορία, η αμφιβολία, η αηδία, η τύψη, η δυσπιστία, η σκληρότητα, ένα σωρό βρομιές με δυο λόγια, που χώνονται και στην ελαχιστότατη χαραμάδα, εγκαθίστανται ανάμεσα στα σαγόνια των αγαλμάτων και φωλιάζουν στις κόχες των ματιών τους»… Και τότε:
«Κατατρομαγμένος, περικυκλωμένος, ξεπερασμένος απ’ το πλήθος, δεν μπορώ τότε τίποτ’ άλλο να κάνω παρά να χτυπάω, να τρυπάω, να λεπταίνω και να κάνω να τινάζονται χοντρά θραύσματα ύλης, παρακαλώντας ταυτόχρονα την ύλη αυτή να μου αντισταθεί όσο περισσότερο γίνεται. Γιατί δεν επιθυμώ ούτε νίκη ούτε ήττα… Γίνομαι ταυτόχρονα και η δύναμη και ο βράχος. Γίνομαι το σημείο κρούσης και το χλευαστικό κενό. Βρίζω, αλλά τουλάχιστον, όσο χτυπάω εξαφανίζομαι».
Διότι η δημιουργία, εντέλει, είναι Ζωή.
ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ-
ΠΟΙΟΣ ΕΙΝΑΙ:
Ο Πιέρ Πεζύ προκάλεσε το εκδοτικό γεγονός της Γαλλίας το 2002 όταν κυκλοφόρησε «Η Μοναχούλα». Το βιβλίο απέσπασε αμέσως ενθουσιώδεις κριτικές, γνώρισε μεγάλη εκδοτική επιτυχία, βραβεύτηκε με τη διάκριση Inter, μεταφράστηκε σε είκοσι γλώσσες (στα ελληνικά εκδόθηκε από τον Ποταμό) και μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο από τον Ζαν- Πιέρ Ντενί.
Με το βραβείο Μυθιστορήματος FNAC 2005 τιμήθηκε «Το γέλιο του δράκου» με το οποίο πλέον ο Πιερ Πεζύ συγκαταλέγεται στους μεγάλους γάλλους συγγραφείς του 21ου αιώνα.
Ο Πεζύ γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Λυών, μέσα στο οικογενειακό βιβλιοπωλείο. Σπούδασε Φιλοσοφία στη Σορβόννη και συμμετείχε με πάθος στην εξέγερση του Μάη του 68. Καθηγητής στο λύκειο Σταντάλ στη Γκρενόμπλ και διευθυντής προγράμματος στο διεθνές Κολλέγιο Φιλοσοφίας θεωρείται αυθεντία στον γερμανικό ρομαντισμό.Εκτός από τα αμιγώς λογοτεχνικά του έργα έχει γράψει επίσης δοκίμια, μονογραφίες και τη βιογραφία του Ε.Τ.Α.Χόφμαν.
«ΤΟ ΓΕΛΙΟ ΤΟΥ ΔΡΑΚΟΥ» του Πιέρ Πεζύ, Μετάφραση: Κατερίνα Δασκαλάκη, Εκδ. «Ποταμός», σελ. 268, τιμή: 16 ευρώ.
«Η παιδική ηλικία είναι πάρα πολύ οικείο αίνιγμα. Νομίζει κανείς ότι θα βρίσκεται εκεί για καιρό, ότι τίποτα δεν πιέζει, αίφνης όμως η απουσία της γίνεται ένα μαύρο κενό, η σπαρακτική έλλειψη ενός οργάνου που αποκόπηκε ζωντανό».
Η παιδική ηλικία μοιάζει για τον Πιέρ Πεζύ πάντοτε να τον αφορά. Σπαρακτικότατα όσον αφορά τη «Μοναχούλα» (ένας φιλειρηνικός βιβλιοπώλης, τεράστιος ως αγαθός γίγας, τραυματίζει ανεπανόρθωτα ένα μοναχικό παιδί), ψυχαναλυτικά, στο «Γέλιο του δράκου». Όπου παιδιά, μεγαλώνουν, ερωτεύονται, πολεμούν, συμβιβάζονται, δημιουργούν, επιδένουν πληγές κι επιλύουν πανάρχαια αινίγματα, αλλά και παιδιά πεθαίνουν από χέρι γονιού, εχθρού…. κατά τύχη, από τρέλα.
«Τι ήταν αυτό που ήλπιζα; Τι ήταν αυτό που ακόμη περίμενα; Έχω το συναίσθημα ότι πέρασα δίπλα στο ουσιώδες. Πάρα πολύ αργά! Αναρωτιέμαι καμιά φορά μήπως ατένισα όλα τα πράγματα μέσα απ’ τους σκούρους και συμβιβαστικούς φακούς τού «πάρα πολύ αργά», ενόσω μπορεί να υπήρχε ακόμα καιρός».
Αλλά και ο απολογισμός. Όταν «πού πια καιρός». Και για τον απελπισμένο βιβλιοπώλη της «Μοναχούλας» αλλά και για τον κεντρικό ήρωα- αφηγητή στο «Γέλιο του δράκου». Ένα υπαρξιακό, ερωτικό μυθιστόρημα που τα έχει όλα: πόλεμο και στοχασμό γύρω από το κακό, τη θαυματοποιό και λυτρωτική τέχνη και το αίνιγμα της δημιουργίας, τη ζωή που δεν ζήσαμε, τους έρωτες που δεν τολμήσαμε ή τους κόψαμε με αίμα, το άδικο στο οποίο αθέλητα –αλλά πόσο αθέλητα- υπηρετήσαμε, την ευτυχία που ονειρευτήκαμε αλλά ουδέποτε κατακτήσαμε…
Και ξεκινά μαγικά, σαν μαύρο παραμύθι, αυτό του κακού δράκου, όπως και κλείνει.
Στο ενδιάμεσο, φυσικά, η ζωή. Ο δεκαεξάχρονος Πωλ που φιλοξενείται το 1963 από έναν γερμανό φίλο του στο Κελστάιν, το πυκνό δάσος και η μαύρη λίμνη που θα του σημαδέψει τη ζωή. Η Κλάρα Λαφονταίν που θα αγαπήσει, το «μυστικό» της λίμνης με τον Μόριτς που τρελάθηκε και σκότωσε τα δυο του παιδιά. Ο γυρισμός, που ομοίως πικρός κι αβάσταχτος θα ‘ναι. Η δολοφονία του πατέρα του σε ένα παριζιάνικο παγκάκι, η ζωή του με τη μητέρα και ο τοκογλύφος πλούσιος ελεήμων ως προς αυτούς θείος, ο παράξενος γλύπτης που τον μυεί στην ευτυχία της δημιουργίας, η ζωή με την πέτρα, η ζωή με τα Golem, η ζωή με «το γέλιο του δράκου», η ζωή με τα φαντάσματα, η ζωή με τα γλυπτά…
Και στο πρώτο μέρος του βιβλίου, η ζωή να εναλλάσσεται με το αίτιο και το αιτιατό: Ο πατέρας της Κλάρας στην Ουκρανία το 1941 κατά τη διάρκεια της Γερμανικής εισβολή στη Ρωσία όπου υπηρετούσε ως γιατρός, ο συγχωριανός του ο Μόριτς και η γενοκτονία των Εβραίων, και ιδιαίτερα μικρών παιδιών. Οι προσωπικοί εφιάλτες που δεν τελειώνουν ποτέ, αρέσκεται ο Πεζύ στους ντοστογεφσκικά ενοχικούς ήρωες. Ο Πεζύ είναι ολοφάνερο, ως συγγραφέας, αγαπά πολύ τα βιβλία και τα παιδιά.
Ένα μυθιστόρημα που είναι ταυτόχρονα: πυξίδα ζωής, στοχασμός επάνω στη δημιουργία, πόλεμος και ειρήνη, συνείδηση, δημιουργία.
Με ατμόσφαιρα, σπαρταριστούς και σκοτεινούς, αινιγματικούς χαρακτήρες, μονολόγους υπαινικτικούς, υπαρξιακούς γρίφους και ζωές που διασταυρώνονται πάλι και πάλι, με το παρελθόν πανταχού παρόν, με την τέχνη το μόνο, τελικά, που να μας απομένει. Με την Κλάρα πάντοτε να επιστρέφει, σαν το ανέφικτο της ευτυχίας, ξανά και ξανά. Και κάπως έτσι: «Όταν γυναίκα και παιδιά έχουν φύγει, ανοίγω το μυστικό κουτί που εδώ και καιρό μού έχει δώσει μια Πανδώρα με μαύρα μαλλιά- εξομολογείται ο Πωλ. Βγαίνουν από εκεί η έγνοια, η αβεβαιότητα, η ανησυχία, η δυσφορία, η αμφιβολία, η αηδία, η τύψη, η δυσπιστία, η σκληρότητα, ένα σωρό βρομιές με δυο λόγια, που χώνονται και στην ελαχιστότατη χαραμάδα, εγκαθίστανται ανάμεσα στα σαγόνια των αγαλμάτων και φωλιάζουν στις κόχες των ματιών τους»… Και τότε:
«Κατατρομαγμένος, περικυκλωμένος, ξεπερασμένος απ’ το πλήθος, δεν μπορώ τότε τίποτ’ άλλο να κάνω παρά να χτυπάω, να τρυπάω, να λεπταίνω και να κάνω να τινάζονται χοντρά θραύσματα ύλης, παρακαλώντας ταυτόχρονα την ύλη αυτή να μου αντισταθεί όσο περισσότερο γίνεται. Γιατί δεν επιθυμώ ούτε νίκη ούτε ήττα… Γίνομαι ταυτόχρονα και η δύναμη και ο βράχος. Γίνομαι το σημείο κρούσης και το χλευαστικό κενό. Βρίζω, αλλά τουλάχιστον, όσο χτυπάω εξαφανίζομαι».
Διότι η δημιουργία, εντέλει, είναι Ζωή.
ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ-
ΠΟΙΟΣ ΕΙΝΑΙ:
Ο Πιέρ Πεζύ προκάλεσε το εκδοτικό γεγονός της Γαλλίας το 2002 όταν κυκλοφόρησε «Η Μοναχούλα». Το βιβλίο απέσπασε αμέσως ενθουσιώδεις κριτικές, γνώρισε μεγάλη εκδοτική επιτυχία, βραβεύτηκε με τη διάκριση Inter, μεταφράστηκε σε είκοσι γλώσσες (στα ελληνικά εκδόθηκε από τον Ποταμό) και μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο από τον Ζαν- Πιέρ Ντενί.
Με το βραβείο Μυθιστορήματος FNAC 2005 τιμήθηκε «Το γέλιο του δράκου» με το οποίο πλέον ο Πιερ Πεζύ συγκαταλέγεται στους μεγάλους γάλλους συγγραφείς του 21ου αιώνα.
Ο Πεζύ γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Λυών, μέσα στο οικογενειακό βιβλιοπωλείο. Σπούδασε Φιλοσοφία στη Σορβόννη και συμμετείχε με πάθος στην εξέγερση του Μάη του 68. Καθηγητής στο λύκειο Σταντάλ στη Γκρενόμπλ και διευθυντής προγράμματος στο διεθνές Κολλέγιο Φιλοσοφίας θεωρείται αυθεντία στον γερμανικό ρομαντισμό.Εκτός από τα αμιγώς λογοτεχνικά του έργα έχει γράψει επίσης δοκίμια, μονογραφίες και τη βιογραφία του Ε.Τ.Α.Χόφμαν.
31/12/08
Ούτε ουράνιος,ούτε γήινος. Και ουράνιος και γήινος.Ούτε θνητός, ούτε αθάνατος. Και θνητός και αθάνατος.
| "Δεν σου έδωσα ούτε πρόσωπο, ούτε τόπο που να είναι δικός σου, ούτε κανένα ιδιαίτερο χάρισμα, ω Αδάμ, έτσι ώστε το πρόσωπό σου, τον τόπο και τα χαρίσματά σου να τα θελήσεις να τα κερδίσεις και να τα κατακτήσεις ο ίδιος. Η Φύση κλείνει άλλα είδη μέσα σε νόμους που εγώ θέσπισα. Αλλά εσύ, που κανένα όριο δεν περιορίζει, με την διαιτησία σου, στα χέρια της οποίας σε εμπιστεύθηκα, ορίζεις μόνος τον εαυτό σου. Σε τοποθέτησα στο κέντρο του κόσμου, για να μπορείς καλύτερα να θωρείς όσα περιέχει ο κόσμος. Δεν σε έκανα ούτε ουράνιο ούτε γήινο ούτε θνητό ούτε αθάνατο, ώστε εσύ, μόνος, ελεύθερος, σαν ένας καλός ζωγράφος ή ένας άξιος γλύπτης, να τελειώσεις μόνος σου τη δική σου μορφή". Πίκο ντε λα Μιραντόλα, μότο στην "Άβυσσο" της Μαργκερίτ Γιουρσενάρ. Καλό κι Ευλογημένο, Δικό σας 2009, ναι; |
22/12/08
Θα είμαι όλοι ή κανείς…
ΚΡΥΩΝΩ ΚΑΠΩΣ, ΦΟΒΑΜΑΙ ΛΙΓΟ…
αλλά παρ’ όλα αυτά, αφού σηκώθηκα από τον καναπέ, ελπίζω πολύ!
Παίκτης και πιόνι, στην ίδια σκακιέρα.
Θα είμαι όλοι ή κανένας’ θα είμαι ο άλλος.
Οι άνθρωποι μπορούν κι αυτοί να υποσχεθούν, γιατί μες στην υπόσχεση υπάρχει κάτι της αθανασίας.
Αυτά σκέφτομαι κι αυτή η φασαρία, αντί να με φοβίζει, τελικά, με παρηγορεί.
«Τα μόνα πράγματα που αντέχουνε στον χρόνο είναι εκείνα που δεν υπήρξαν ποτέ», ισχυρίζεται στις «Αιωνιότητες» ο μεγάλος μου αγαπημένος, αλλ’ όμως σκέφτομαι αντέχουν στον χρόνο, όσα δεν πουλήθηκαν και δεν αγοράστηκαν ποτέ: ο ουρανός, η θάλασσα, το φεγγάρι, ο ήλιος, το χώμα, το βουνό, η γη, ο έρωτας, η γέννηση, η παιδικότητα, το ποίημα, η επίγνωση, η ελπίδα, η μοναξιά, η ζωή.
«Δεν υπάρχουν παράδεισοι άλλοι από τους χαμένους παραδείσους», επιμένει στους «Κατόχους του χτες». Αλλά ελπίζω ότι η Εδέμ είναι κάπου κρυμμένη. Ό,τι υπήρξε δεν γίνεται παρά να υπάρχει (το λέει και η Φυσική, «Θεωρία των χορδών»).
Δεν είναι θαύμα μέσα στη μόλυνση ένα λουλούδι; Ο ήλιος που ανατέλλει και δύει, όμοια κι απαράλλαχτα σαν χθες;
Το χτες είναι τώρα κι αυτή η φορά μπορεί να είναι η τελευταία φορά. Η λέξη Πάντα, μπορεί να είναι απαγορευμένη στους ανθρώπους, αλλά έχει κάτι απ’ τους ημίθεους το δικό μας εφήμερο και διαθέτει έναν ηρωισμό… να χτίζεις στην άμμο σα να ‘ναι στην πέτρα. Να ζεις το θαύμα στα νέα παιδιά. Στο αεί μεταβαλλόμενο τώρα, διαρκές θαύμα, με κανόνες άγνωστους και όρους, για μας που παραμεγαλώσαμε πια.
«Το θαύμα έχει το δικαίωμα να επιβάλει τους όρους του».
Το μόνο που μπορούμε να κάνουμε εμείς είναι να είμαστε σε θέση να το δούμε επειδή, για να το δεις, πρέπει να το μπορείς.
Ευκαιρία τώρα που αλλάζει πλευρό ο χρόνος και ο καινούργιος έφτασε ολόφρεσκος, ανοιχτός στο ενδεχόμενο και αθώος σαν το μωρό, να γίνουμε ο παλιός, παιδικός, ανοιχτός εαυτός μας, να γίνουμε ο άλλος. Διαφορετικά, αντίλαλος, λήθη, τίποτα, κανείς.
Καλό 2009 για όλους, λοιπόν. Φέτος που έφτασα πια τα πενήντα και δεν μπορώ να ξεχωρίσω ποιος απ’ τους δυο μας υπογράφει αυτό εδώ.
ΥΓ: «Ποιος απ’ τους δυο μας γράφει αυτό το ποίημα, έχοντας έναν πολλαπλό εαυτό, μα ένα και μοναδικό σκοτάδι; Και, τελικά, τι σημασία έχει τ’ όνομά μου, όταν η μοίρα μας δεν ξεχωρίζει πουθενά;» (Μπόρχες «Το ποίημα των δώρων»).
αλλά παρ’ όλα αυτά, αφού σηκώθηκα από τον καναπέ, ελπίζω πολύ!
Παίκτης και πιόνι, στην ίδια σκακιέρα.
Θα είμαι όλοι ή κανένας’ θα είμαι ο άλλος.
Οι άνθρωποι μπορούν κι αυτοί να υποσχεθούν, γιατί μες στην υπόσχεση υπάρχει κάτι της αθανασίας.
Αυτά σκέφτομαι κι αυτή η φασαρία, αντί να με φοβίζει, τελικά, με παρηγορεί.
«Τα μόνα πράγματα που αντέχουνε στον χρόνο είναι εκείνα που δεν υπήρξαν ποτέ», ισχυρίζεται στις «Αιωνιότητες» ο μεγάλος μου αγαπημένος, αλλ’ όμως σκέφτομαι αντέχουν στον χρόνο, όσα δεν πουλήθηκαν και δεν αγοράστηκαν ποτέ: ο ουρανός, η θάλασσα, το φεγγάρι, ο ήλιος, το χώμα, το βουνό, η γη, ο έρωτας, η γέννηση, η παιδικότητα, το ποίημα, η επίγνωση, η ελπίδα, η μοναξιά, η ζωή.
«Δεν υπάρχουν παράδεισοι άλλοι από τους χαμένους παραδείσους», επιμένει στους «Κατόχους του χτες». Αλλά ελπίζω ότι η Εδέμ είναι κάπου κρυμμένη. Ό,τι υπήρξε δεν γίνεται παρά να υπάρχει (το λέει και η Φυσική, «Θεωρία των χορδών»).
Δεν είναι θαύμα μέσα στη μόλυνση ένα λουλούδι; Ο ήλιος που ανατέλλει και δύει, όμοια κι απαράλλαχτα σαν χθες;
Το χτες είναι τώρα κι αυτή η φορά μπορεί να είναι η τελευταία φορά. Η λέξη Πάντα, μπορεί να είναι απαγορευμένη στους ανθρώπους, αλλά έχει κάτι απ’ τους ημίθεους το δικό μας εφήμερο και διαθέτει έναν ηρωισμό… να χτίζεις στην άμμο σα να ‘ναι στην πέτρα. Να ζεις το θαύμα στα νέα παιδιά. Στο αεί μεταβαλλόμενο τώρα, διαρκές θαύμα, με κανόνες άγνωστους και όρους, για μας που παραμεγαλώσαμε πια.
«Το θαύμα έχει το δικαίωμα να επιβάλει τους όρους του».
Το μόνο που μπορούμε να κάνουμε εμείς είναι να είμαστε σε θέση να το δούμε επειδή, για να το δεις, πρέπει να το μπορείς.
Ευκαιρία τώρα που αλλάζει πλευρό ο χρόνος και ο καινούργιος έφτασε ολόφρεσκος, ανοιχτός στο ενδεχόμενο και αθώος σαν το μωρό, να γίνουμε ο παλιός, παιδικός, ανοιχτός εαυτός μας, να γίνουμε ο άλλος. Διαφορετικά, αντίλαλος, λήθη, τίποτα, κανείς.
Καλό 2009 για όλους, λοιπόν. Φέτος που έφτασα πια τα πενήντα και δεν μπορώ να ξεχωρίσω ποιος απ’ τους δυο μας υπογράφει αυτό εδώ.
ΥΓ: «Ποιος απ’ τους δυο μας γράφει αυτό το ποίημα, έχοντας έναν πολλαπλό εαυτό, μα ένα και μοναδικό σκοτάδι; Και, τελικά, τι σημασία έχει τ’ όνομά μου, όταν η μοίρα μας δεν ξεχωρίζει πουθενά;» (Μπόρχες «Το ποίημα των δώρων»).
18/12/08
Το νόημα της ζωής
«TRUE LOVE» του Άρη Μαραγκόπουλου, Εκδ. «Τόπος», σελ. 192, τιμή: 13 ευρώ.
Με εκτενές απόσπασμα από το βιβλίο του Ένγκελς «Η καταγωγή της Οικογένειας, της Ατομικής Ιδιοκτησίας, και του Κράτους, κεφ.ΙΙ, 1884» ως μότο, βεβαίως καθόλου τυχαία, ο Άρης Μαραγκόπουλος επιχειρεί και το κατορθώνει εξόχως να δώσει έναν καθρέφτη στο καινούργιο στάτους των σχέσεων. «True Love» ο ηθελημένα εξαπατητικός τίτλος σε μια εποχή που ούτε καν… true life υπάρχει!
Για να βγάλει άκρη, χρησιμοποιεί όλα τα μέσα. Και βεβαίως ο στόχος, παρ’ ότι σε πρώτο επίπεδο είναι το ζευγάρι και οι σχέσεις τους, τα δυο φύλλα και οι υφιστάμενες διαταραχές λόγω… κοινωνικοπολιτικού πλαισίου, είναι και παραμένει το ίδιο το άτομο, το πλαίσιο, οι δομές που αλλάζουν και σε μια εποχή απόλυτης ρευστότητας, δεν… κατασταλάζουν!
Ακριβώς όπως και ο Μίμης, ο κεντρικός ήρωας.
Το ζητούμενο εξάλλου είναι να τεθεί το ερώτημα, η απάντηση είναι, μπορεί και να είναι διαφορετική για τον καθένα.
Βεβαίως όλα αρχίζουν και τελειώνουν με το «Νόημα», «το νόημα της ζωής» βασικό ζητούμενο με ποικίλες απαντήσεις ή μη για τον καθένα.
Στις σελίδες του βιβλίου, οι ήρωες, άνθρωποι της διπλανής πόρτας: ο συγγραφέας Μίμης και η φίλη του Σοφία, η διαφημίστρια Κική και η γραφίστας Ντίνα, ο φίλος του Μίμη Στέλιος, η κομμώτρια «άγγελος» Ντέζη, ο αστυνόμος Πορφύρης, η καθημερινότητα, το διαδίκτυο, το μυθιστόρημα που επιχειρεί να γράψει ο Μίμης και οι ιστοσελίδες. Η υπαρξιακή μας μοναξιά και το ερωτικό αδιέξοδο παρ’ ότι παραμένει το ζητούμενο, ή μήπως όχι? Κι ενδεχομένως κι αυτό στην ως μαγική εικόνα, καλειδοσκοπική εποχή μας αλλάζει?
Η σημειολογία του έρωτα που ξεκινά από ένα κόκκινο λονδρέζικο παλτό και επεκτείνεται φυσικά στα βιβλία: Διότι, όπως είμαστε ό,τι γράφουμε, εννοείται ότι είμαστε και ό,τι διαβάζουμε!
Το παιχνίδι στο διαδίκτυο που για τον ένα είναι συντροφικότητα και για τον άλλον, παγίδα. Το ερωτικό παιχνίδι που δεν είναι άλλο παρά το αρχετυπικό παιχνίδι με τα κάτοπτρα, παρ’ όλες τις εγγενείς διαφορές τελικά και για τα δύο φύλλα: «Αυτό το άλλο που ζητάς μόνο εσύ η ίδια μπορείς να το δώσεις στον εαυτό σου: Κοιτάξου σ’ έναν καθρέφτη και θα το έχεις. Κατά κανόνα είναι κάτι δικό σου, κάτι που προφανώς ήδη έχεις κρυμμένο βαθιά στο θησαυροφυλάκιο της φιλάργυρης ψυχής σου και γι’ αυτό σου είναι αδύνατον να το αποχωριστείς στη συμβίωσή σου με τον άλλον».
Αλλά παρ’ ότι εκείνος ήδη το ξέρει γι’ αυτήν, δεν παύει ο ίδιος να το αναζητά, όπως κι εκείνη. Σε λάθος γυναίκες, με λάθος τρόπο, παγιδευμένος από την ίδια του την εικόνα. Συγκλονιστικό το εύρημα της παγίδευσης από τα ίδια του τα κείμενα στα οποία αρνείται ο ίδιος να αναγνωρίσει το copy paste! Ο Στέλιος το βλέπει, ο Μίμης, αρνείται!
Επίσης, έξοχο εύρημα και η εγκιβωτισμένη ιστορία στην ιστορία. Ο συγγραφέας που επιτέλους ξαναγράφει, «χρησιμοποιώντας» τον άγγελο- Νταίζη ως πρόσχημα και «σκοτώνοντας» στο χαρτί ό,τι πια είναι μόνον ανάγκη του, τον βαραίνει! Πόση παρανόηση και μοναξιά μπορείς να καταπιείς πια για μια «Καληνύχτα»?
Ως αποτέλεσμα και παρ’ ότι φαινομενικά επιδίωξε το αντίθετο, ο Άρης Μαραγκόπουλος υπογράφει ένα ακόμα πολιτικό, πολυπεπίπεδο και σύνθετο, «δύσκολο» βιβλίο. Ένα τολμηρό, δοκιμιακό μυθιστόρημα όπου το ζητούμενο, εκτός από τις σχέσεις των δύο φύλλων, είναι η εποχή και Νόημα που αλλάξει? ή δεν αλλάζει μορφή μέσα στις καινούργιες συνθήκες.
Χρησιμοποιώντας όλη την τεράστια θεωρητική σκευή του, από φιλοσοφία, ψυχολογία, πολιτική, οικονομία, λογοτεχνία έως τις «Επικίνδυνες σχέσεις» του Λακλό, ο Μαραγκόπουλος υπογράφει ευφυώς, με ό,τι τόσο πολύ μας πονά, μια μαύρη κωμωδία. Διότι τ’ αγκάθια μόνο γελώντας και αυτοσαρκαζόμενος τολμάς να τ’ αγγίζεις ή να τα βγάλεις!
Η ιστορία μέχρι τη μέση της φαντάζει ως και… σεξιστική («Ντίνα, Μίνα, Λίνα, Ζήνα, Χήνα», «Στατιστική της πουτανιάς»), επιχειρώντας να μας αποκαλύψει «όλα όσα λένε οι άντρες μεταξύ τους». Αλλά και όσα τους πονούν και «δεν τα λένε ούτε και μεταξύ τους», διότι στην συνέχεια ο ίδιος ο ήρωας αυτοαναιρείται, τολμά και μας αποκαλύπτεται σχεδόν δίχως δέρμα: παραπαίει, αμφιβάλει, ελπίζει, ονειρεύεται, παγιδεύεται, ερωτεύεται, την πατά, οργίζεται, φοβάται τη μοναξιά και γραπώνεται από μια γυναίκα, μια άσπρη σελίδα.
Το φινάλε, διπλά ανατρεπτικό και φυσικά ανοιχτό: υπάρχει κάτι σ’ αυτή τη ζωή που να κλείνει?
Το μαρτύριο των σχέσεων που είναι κοινό, θα μπορούσε να χωρέσει και σε μια παράγραφο: «… αλλά, ρε γαμώτο, πώς να του εξηγήσω τα σκοτάδια μου… λέγονται εύκολα τέτοια πράγματα; Ούτε στον εαυτό μου καλά- καλά δεν τολμώ να το πω. Και τι να πω. Ότι ζω μαζί με κάποιον απατεώνα μόνο και μόνο για να μπορώ τη νύχτα, όταν του γυρίζω την πλάτη στο κρεβάτι, ν’ ακούω την καθησυχαστική λέξη «καληνύχτα» (μου πήρε τρία χρόνια μέχρι να τη μάθω να το λέει…) Κι όμως, αυτή είναι η μόνη ανάγκη που με κρατάει ακόμα μαζί της…! Ο αταβιστικός φόβος της μοναξιάς.
Στον καθένα κάτι λείπει σ’ αυτή τη ζωή. Κι αυτό που του λείπει καταντάει το φρικτό του μαρτύριο, άμα το αναλύει ξανά και ξανά, άμα του παραδίνει σημασία».
Αλλά τον Άρη Μαραγκόπουλο, παρ’ ότι ασχολείται με το δέντρο, το δάσος είναι εκείνο που εξακολουθεί και σ’ αυτό το βιβλίο να τον βασανίζει και να τον αφορά.
ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ-
ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ:
Ο Άρης Μαραγκόπουλος έχει εκδώσει περισσότερα από δέκα βιβλία πεζογραφίας και κριτικής, και ισάριθμες μεταφράσεις (από τα γαλλικά και τα αγγλικά).
Γράφει κριτική βιβλίου και ιδεών στον Τύπο και στα σχετικά με τη λογοτεχνία περιοδικά.
Πρώην διευθυντής στα «Ελληνικά Γράμματα», είναι από τα ιδρυτικά στελέχη των εκδόσεων «Τόπος», όπου διευθύνει το τμήμα λογοτεχνίας.
Μερικά από τα πιο γνωστά του βιβλία:
«Ulysses, Οδηγός Ανάγνωσης» (χρηστική ανάγνωση του Οδυσσέα του Τζέιμς Τζόις, εκδ. «Κέδρος», 2001),
«Οι Ωραίες Ημέρες του Βενιαμίν Σανιδόπουλου» (μυθιστορία, εκδ. «Κέδρος», 1998),
«Τα δεδομένα της Ζωής μας» (επιστολική νουβέλα, εκδ. «Ελληνικά Γράμματα», 2002),
«Αγάπη, Κήποι, Αχαριστία» (μυθιστορία, εκδ. «Κέδρος», 2002),
«Ρωσία, 100 Χρόνια» (Λεύκωμα, εκδ. Ριζάρειο Ίδρυμα, Ίδρυμα Σταύρου Νιάρχου, 2002),
«Διαφθορείς, Εραστές, Παραβάτες» (δοκίμια για τη νεοελληνική πεζογραφία», Εκδ. «Ελληνικά Γράμματα», 2005),
Τελευταίο του βιβλίο «Η μανία με την Άνοιξη» (μυθιστόρημα, εκδ. «Ελληνικά Γράμματα», Νοέμβριος 2006).
Κείμενά του έχουν μεταφραστεί στα σερβικά (το μυθιστόρημα «Αγάπη, Κήποι, Αχαριστία»), τουρκικά (το μυθιστόρημα «Μανία με την άνοιξη»), αγγλικά (η νουβέλα «Νοσταλγικό Κλωνάρι»), γαλλικά κλπ.
ΥΓ. Κάτι με γαργαλούσε να βάλω τίτλο «Ντίνα, Μίνα, Λίνα, Ζήνα, Χήνα», γέλασα απίστευτα όταν το διάβασα και όποτε το διαβάζω αυτό αλλά δεν… Το νόημα της ζωής, ήτο ο τίτλος.
Με εκτενές απόσπασμα από το βιβλίο του Ένγκελς «Η καταγωγή της Οικογένειας, της Ατομικής Ιδιοκτησίας, και του Κράτους, κεφ.ΙΙ, 1884» ως μότο, βεβαίως καθόλου τυχαία, ο Άρης Μαραγκόπουλος επιχειρεί και το κατορθώνει εξόχως να δώσει έναν καθρέφτη στο καινούργιο στάτους των σχέσεων. «True Love» ο ηθελημένα εξαπατητικός τίτλος σε μια εποχή που ούτε καν… true life υπάρχει!
Για να βγάλει άκρη, χρησιμοποιεί όλα τα μέσα. Και βεβαίως ο στόχος, παρ’ ότι σε πρώτο επίπεδο είναι το ζευγάρι και οι σχέσεις τους, τα δυο φύλλα και οι υφιστάμενες διαταραχές λόγω… κοινωνικοπολιτικού πλαισίου, είναι και παραμένει το ίδιο το άτομο, το πλαίσιο, οι δομές που αλλάζουν και σε μια εποχή απόλυτης ρευστότητας, δεν… κατασταλάζουν!
Ακριβώς όπως και ο Μίμης, ο κεντρικός ήρωας.
Το ζητούμενο εξάλλου είναι να τεθεί το ερώτημα, η απάντηση είναι, μπορεί και να είναι διαφορετική για τον καθένα.
Βεβαίως όλα αρχίζουν και τελειώνουν με το «Νόημα», «το νόημα της ζωής» βασικό ζητούμενο με ποικίλες απαντήσεις ή μη για τον καθένα.
Στις σελίδες του βιβλίου, οι ήρωες, άνθρωποι της διπλανής πόρτας: ο συγγραφέας Μίμης και η φίλη του Σοφία, η διαφημίστρια Κική και η γραφίστας Ντίνα, ο φίλος του Μίμη Στέλιος, η κομμώτρια «άγγελος» Ντέζη, ο αστυνόμος Πορφύρης, η καθημερινότητα, το διαδίκτυο, το μυθιστόρημα που επιχειρεί να γράψει ο Μίμης και οι ιστοσελίδες. Η υπαρξιακή μας μοναξιά και το ερωτικό αδιέξοδο παρ’ ότι παραμένει το ζητούμενο, ή μήπως όχι? Κι ενδεχομένως κι αυτό στην ως μαγική εικόνα, καλειδοσκοπική εποχή μας αλλάζει?
Η σημειολογία του έρωτα που ξεκινά από ένα κόκκινο λονδρέζικο παλτό και επεκτείνεται φυσικά στα βιβλία: Διότι, όπως είμαστε ό,τι γράφουμε, εννοείται ότι είμαστε και ό,τι διαβάζουμε!
Το παιχνίδι στο διαδίκτυο που για τον ένα είναι συντροφικότητα και για τον άλλον, παγίδα. Το ερωτικό παιχνίδι που δεν είναι άλλο παρά το αρχετυπικό παιχνίδι με τα κάτοπτρα, παρ’ όλες τις εγγενείς διαφορές τελικά και για τα δύο φύλλα: «Αυτό το άλλο που ζητάς μόνο εσύ η ίδια μπορείς να το δώσεις στον εαυτό σου: Κοιτάξου σ’ έναν καθρέφτη και θα το έχεις. Κατά κανόνα είναι κάτι δικό σου, κάτι που προφανώς ήδη έχεις κρυμμένο βαθιά στο θησαυροφυλάκιο της φιλάργυρης ψυχής σου και γι’ αυτό σου είναι αδύνατον να το αποχωριστείς στη συμβίωσή σου με τον άλλον».
Αλλά παρ’ ότι εκείνος ήδη το ξέρει γι’ αυτήν, δεν παύει ο ίδιος να το αναζητά, όπως κι εκείνη. Σε λάθος γυναίκες, με λάθος τρόπο, παγιδευμένος από την ίδια του την εικόνα. Συγκλονιστικό το εύρημα της παγίδευσης από τα ίδια του τα κείμενα στα οποία αρνείται ο ίδιος να αναγνωρίσει το copy paste! Ο Στέλιος το βλέπει, ο Μίμης, αρνείται!
Επίσης, έξοχο εύρημα και η εγκιβωτισμένη ιστορία στην ιστορία. Ο συγγραφέας που επιτέλους ξαναγράφει, «χρησιμοποιώντας» τον άγγελο- Νταίζη ως πρόσχημα και «σκοτώνοντας» στο χαρτί ό,τι πια είναι μόνον ανάγκη του, τον βαραίνει! Πόση παρανόηση και μοναξιά μπορείς να καταπιείς πια για μια «Καληνύχτα»?
Ως αποτέλεσμα και παρ’ ότι φαινομενικά επιδίωξε το αντίθετο, ο Άρης Μαραγκόπουλος υπογράφει ένα ακόμα πολιτικό, πολυπεπίπεδο και σύνθετο, «δύσκολο» βιβλίο. Ένα τολμηρό, δοκιμιακό μυθιστόρημα όπου το ζητούμενο, εκτός από τις σχέσεις των δύο φύλλων, είναι η εποχή και Νόημα που αλλάξει? ή δεν αλλάζει μορφή μέσα στις καινούργιες συνθήκες.
Χρησιμοποιώντας όλη την τεράστια θεωρητική σκευή του, από φιλοσοφία, ψυχολογία, πολιτική, οικονομία, λογοτεχνία έως τις «Επικίνδυνες σχέσεις» του Λακλό, ο Μαραγκόπουλος υπογράφει ευφυώς, με ό,τι τόσο πολύ μας πονά, μια μαύρη κωμωδία. Διότι τ’ αγκάθια μόνο γελώντας και αυτοσαρκαζόμενος τολμάς να τ’ αγγίζεις ή να τα βγάλεις!
Η ιστορία μέχρι τη μέση της φαντάζει ως και… σεξιστική («Ντίνα, Μίνα, Λίνα, Ζήνα, Χήνα», «Στατιστική της πουτανιάς»), επιχειρώντας να μας αποκαλύψει «όλα όσα λένε οι άντρες μεταξύ τους». Αλλά και όσα τους πονούν και «δεν τα λένε ούτε και μεταξύ τους», διότι στην συνέχεια ο ίδιος ο ήρωας αυτοαναιρείται, τολμά και μας αποκαλύπτεται σχεδόν δίχως δέρμα: παραπαίει, αμφιβάλει, ελπίζει, ονειρεύεται, παγιδεύεται, ερωτεύεται, την πατά, οργίζεται, φοβάται τη μοναξιά και γραπώνεται από μια γυναίκα, μια άσπρη σελίδα.
Το φινάλε, διπλά ανατρεπτικό και φυσικά ανοιχτό: υπάρχει κάτι σ’ αυτή τη ζωή που να κλείνει?
Το μαρτύριο των σχέσεων που είναι κοινό, θα μπορούσε να χωρέσει και σε μια παράγραφο: «… αλλά, ρε γαμώτο, πώς να του εξηγήσω τα σκοτάδια μου… λέγονται εύκολα τέτοια πράγματα; Ούτε στον εαυτό μου καλά- καλά δεν τολμώ να το πω. Και τι να πω. Ότι ζω μαζί με κάποιον απατεώνα μόνο και μόνο για να μπορώ τη νύχτα, όταν του γυρίζω την πλάτη στο κρεβάτι, ν’ ακούω την καθησυχαστική λέξη «καληνύχτα» (μου πήρε τρία χρόνια μέχρι να τη μάθω να το λέει…) Κι όμως, αυτή είναι η μόνη ανάγκη που με κρατάει ακόμα μαζί της…! Ο αταβιστικός φόβος της μοναξιάς.
Στον καθένα κάτι λείπει σ’ αυτή τη ζωή. Κι αυτό που του λείπει καταντάει το φρικτό του μαρτύριο, άμα το αναλύει ξανά και ξανά, άμα του παραδίνει σημασία».
Αλλά τον Άρη Μαραγκόπουλο, παρ’ ότι ασχολείται με το δέντρο, το δάσος είναι εκείνο που εξακολουθεί και σ’ αυτό το βιβλίο να τον βασανίζει και να τον αφορά.
ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ-
ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ:
Ο Άρης Μαραγκόπουλος έχει εκδώσει περισσότερα από δέκα βιβλία πεζογραφίας και κριτικής, και ισάριθμες μεταφράσεις (από τα γαλλικά και τα αγγλικά).
Γράφει κριτική βιβλίου και ιδεών στον Τύπο και στα σχετικά με τη λογοτεχνία περιοδικά.
Πρώην διευθυντής στα «Ελληνικά Γράμματα», είναι από τα ιδρυτικά στελέχη των εκδόσεων «Τόπος», όπου διευθύνει το τμήμα λογοτεχνίας.
Μερικά από τα πιο γνωστά του βιβλία:
«Ulysses, Οδηγός Ανάγνωσης» (χρηστική ανάγνωση του Οδυσσέα του Τζέιμς Τζόις, εκδ. «Κέδρος», 2001),
«Οι Ωραίες Ημέρες του Βενιαμίν Σανιδόπουλου» (μυθιστορία, εκδ. «Κέδρος», 1998),
«Τα δεδομένα της Ζωής μας» (επιστολική νουβέλα, εκδ. «Ελληνικά Γράμματα», 2002),
«Αγάπη, Κήποι, Αχαριστία» (μυθιστορία, εκδ. «Κέδρος», 2002),
«Ρωσία, 100 Χρόνια» (Λεύκωμα, εκδ. Ριζάρειο Ίδρυμα, Ίδρυμα Σταύρου Νιάρχου, 2002),
«Διαφθορείς, Εραστές, Παραβάτες» (δοκίμια για τη νεοελληνική πεζογραφία», Εκδ. «Ελληνικά Γράμματα», 2005),
Τελευταίο του βιβλίο «Η μανία με την Άνοιξη» (μυθιστόρημα, εκδ. «Ελληνικά Γράμματα», Νοέμβριος 2006).
Κείμενά του έχουν μεταφραστεί στα σερβικά (το μυθιστόρημα «Αγάπη, Κήποι, Αχαριστία»), τουρκικά (το μυθιστόρημα «Μανία με την άνοιξη»), αγγλικά (η νουβέλα «Νοσταλγικό Κλωνάρι»), γαλλικά κλπ.
ΥΓ. Κάτι με γαργαλούσε να βάλω τίτλο «Ντίνα, Μίνα, Λίνα, Ζήνα, Χήνα», γέλασα απίστευτα όταν το διάβασα και όποτε το διαβάζω αυτό αλλά δεν… Το νόημα της ζωής, ήτο ο τίτλος.
15/12/08
Αναζητώντας τον χαμένο παράδεισο
Της Ιουστίνης που ξαναγύρισε στα χιόνια
«ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΑΒΑΝΑΣ» της Ιουστίνης Φραγκούλη- Αργύρη, Εκδ. «Ηλέκτρα», σελ΄. 135, τιμή: 13 ευρώ.
Το «Ημερολόγιο Αβάνας» με τον υπότιτλο «Η Κούβα στο λυκόφως του Κάστρο» της συγγραφέως και δημοσιογράφου Ιουστίνης Φραγκούλη – Αργύρη, ξεκινά ως αυστηρά προσωπική υπόθεση. Εξάλλου κάθε ταξίδι, κάθε βιβλίο, κάθε επαφή μας με μια χώρα, με ένα έργο τέχνης κατά βάση είναι ή γίνεται «υπόθεση καθαρά προσωπική». Με ό,τι έχουμε ή είμαστε ταξιδεύουμε, γράφουμε, αντιλαμβανόμαστε, διαβάζουμε. Και η Αβάνα για την Ιουστίνη μοιάζει να είναι, τουλάχιστον στην επιστροφή της, χρέος και στοίχημα ζωής. Στην Αβάνα κατέφευγαν τα καλοκαίρια με την αδελφή της Κωνσταντίνα, τόπος αναψυχής εύκολος εφόσον η συγγραφέας μένει μονίμως στο Κεμπέκ.
Πρωτογνώρισε την δική της πόλη και το νησί ως τουρίστρια το 1997 και μέχρι το 2004 δεν την εγκατέλειψε ποτέ. Εκεί την βρήκε και η πικρή είδηση. Με το θαυματουργό μπλε σκορπιό ως πανάκεια να υπόσχεται την ώρα που το αμετάκλητο τηλεφωνικά έφτανε ήδη: η Κωνσταντίνα την ώρα που έκανε τα πάντα γι’ αυτή, έφυγε για τους ουρανούς.
Κατά συνέπεια το αγαπημένο νησί, η πόλη της ξεγνοιασιάς, έγινε για την Ιουστίνη ο γόρδιος δεσμός της, η πληγή που έπρεπε κάποια στιγμή να επουλωθεί. Και η αφορμή της δόθηκε. Το 2007 με τη μορφή ενός Κινηματογραφικού Φεστιβάλ. Κι επέστρεψε: σε ό,τι έζησε, στα καλοκαίρια που τώρα μπορούν να γίνουν μονάχα κείμενο ή ανάμνηση, στα κτίρια που καταρρέουν, στην αγαπημένη αρχιτεκτονική που αντιστέκεται, στην Επανάσταση που έχει μείνει η σκιά της, στον Κάστρο που αργοπεθαίνει, στον Τσε που απομακρύνεται μαζί με τα νιάτα μας, στους οικείους κι αγνώστους κατοίκους εκεί.
Η επιστροφή της Ιουστίνης στην Κούβα είναι ταυτόχρονα και η υπέρβαση. Κατά συνέπεια, κρατώντας ημερολόγιο όλα τα ξαναζεί. Όσα υπήρξαν και γι’ αυτό και εις το διηνεκές θα υπάρξουν, όσα αργοσβήνουν και όσα θα στέκουν αιώνια εκεί.
Αναζητώντας, λοιπόν, τον χαμένο της χρόνο και τον χαμένο παράδεισο, «φυλακίζει» διασώζοντας τα πάντα μέσ’ στο χαρτί: τα καλοκαίρια με την Κωνσταντίνα, την πόλη που λικνίζεται και αργοπεθαίνει χορεύοντας σάλσα, την γοητευτική αρχιτεκτονική, τον λαό που υπομένει ρυθμικά κι ερωτικά τη φτώχεια του, την Επανάσταση που απόμεινε κτήρια, τους επικίνδυνους μαγευτικούς δρόμους, τα ρυθμικά μπαρ… Αλλά και τους έλληνες της Κούβας, τον πρέσβη μας, τον κάπταιν Τάκη, τη Χριστίνα που λατρεύει αυτή την άναρχη ζωή, τον γερμανό πρέσβη που αγαπά τους αρχαίους και τη χώρα μας, την οικογένεια Παναγιωτίδη, τους καλλιτέχνες του δρόμου, τους εραστές και τις αγαπημένες που περιμένουν τον ταξιδιώτη – εραστή της μιας βραδιάς.
Το αποτέλεσμα, ένα πολυεπίπεδο ταξιδιωτικό βιβλίο. Προσωπική μαρτυρία και ταξίδι αυτογνωσίας συγχρόνως, ένας ιδιόρρυθμος και πρωτότυπος τουριστικός οδηγός: η Αβάνα τη μέρα, η Αβάνα τη νύχτα, η Αβάνα της Επανάστασης, η Αβάνα της φτώχειας και της πορνείας, η Αβάνα του μοχίτο και του ρυθμού, η Αβάνα της μεγαλοπρεπούς αρχιτεκτονικής που αργοσβήνει, η Αβάνα της ξεγνοιασιάς, η Αβάνα της Κωνσταντίνας και της μελαγχολίας, η Αβάνα που ως Ιθάκη σημαίνει για την Ιουστίνη, τελικά, τόσα πολλά.
Ένα ταξίδι εσωτερικό κι εξωτερικό, ευαίσθητο και οξυδερκές στα πολλαπλά πρόσωπα της αυτής πόλης που αλλάζει μέσα στον χρόνο, όπως κι εμείς. Με ατμόσφαιρα και χιούμορ, με νοσταλγία και κριτικό μάτι, με αποκρυπτογραφικές και αφηγηματικές δυνατότητες, με ανοιχτή, εν τέλει, ψυχή. Και με τις πεταλούδες πανταχού παρούσες να της υπενθυμίζουν ότι οι αγαπημένοι μας δεν γίνεται να χάνονται. Γι’ αυτό και απεγνωσμένα τους αναζητά: στα μυστικά, στα σοκάκια και στ’ άδηλα μιας πόλης που υπήρξε και είναι γι’ αυτήν, σημείο αναφοράς.
ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ-
ΕΡΓΑ ΤΗΣ:
Η Ιουστίνη Φραγκούλη- Αργύρη γεννήθηκε στη Λευκάδα, όπου τελείωσε τη δημοτική και μέση εκπαίδευση. Απόφοιτος του Πολιτικού Τμήματος της Νομικής Αθηνών, δημοσιογραφεί από το 1983 σε ημερήσιες εφημερίδες και περιοδικά της Ελλάδας.
Είναι μέλος της ΕΣΗΕΑ και έχει εργαστεί κατά διαστήματα σε ραδιοφωνικούς σταθμούς καθώς και στην Ελληνική Τηλεόραση.
Από το 1989 ζει και εργάζεται στο Μόντρεαλ του Καναδά ως ανταποκρίτρια του Αθηναικού Πρακτορείου Ειδήσεων και της κυριακάτικης Ελευθεροτυπίας (για το περιοδικό Έψιλον).
Είναι συνεργάτρια των λογοτεχνικών περιοδικών «Διαβάζω» και «Δέκατα». Απασχολείται ταυτόχρονα στο τοπικό ραδιόφωνο και στα διάφορα ομογενειακά μέσα του Καναδά και της Αμερικής.
Παράλληλα με τη δημοσιογραφική και συγγραφική της δραστηριότητα, είναι γραμματέας του διοικητικού συμβουλίου του «Ιδρύματος Αρχιεπίσκοπος Σπυρίδων για την Ελληνική Παιδεία και τον Πολιτισμό» με έδρα τη Νέα Υόρκη. Πρόσφατα έγινε μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων του Κεμπέκ. Είναι παντρεμένη με τον επιχειρηματία Θεόδωρο Αργύρη κι έχει ένα γιο, τον Αλέξανδρο.
Συγγραφικό της έργο: Το πρώτο της βιβλίο «Η Μοναξιά ενός Ασυμβίβαστου» (εκδ. «Εξάντας», 2000), αποτελεί την επίσημη βιογραφία του πρώην Αρχιεπίσκοπου Αμερικής Σπυρίδωνος (The Lonely Path of Integrity, Exandas Publishers, 2002).
Ακολουθούν: το μυθιστόρημα με τίτλο «Πετάει, πετάει το σύννεφο» (εκδ. «Ψυχογιός», 2003),
«Στις αγορές του κόσμου: Επώνυμες ευκαιρίες και μικρές αναλώσιμες ιστορίες» (εκδ. «Ελληνικά Γράμματα», 2004),
«Παρακαταθήκη- The Legacy» (εκδ. «Ελληνικά Γράμματα», 2005), μια δίγλωσση έκδοση με επιλεγμένους λόγους του πρώην Αρχιεπίσκοπου Αμερικής Σπυρίδωνος,
και το μυθιστόρημα «Ψηλά Τακούνια για Πάντα» (εκδ. «Ελληνικά Γράμματα», 2006).
«ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΑΒΑΝΑΣ» της Ιουστίνης Φραγκούλη- Αργύρη, Εκδ. «Ηλέκτρα», σελ΄. 135, τιμή: 13 ευρώ.
Το «Ημερολόγιο Αβάνας» με τον υπότιτλο «Η Κούβα στο λυκόφως του Κάστρο» της συγγραφέως και δημοσιογράφου Ιουστίνης Φραγκούλη – Αργύρη, ξεκινά ως αυστηρά προσωπική υπόθεση. Εξάλλου κάθε ταξίδι, κάθε βιβλίο, κάθε επαφή μας με μια χώρα, με ένα έργο τέχνης κατά βάση είναι ή γίνεται «υπόθεση καθαρά προσωπική». Με ό,τι έχουμε ή είμαστε ταξιδεύουμε, γράφουμε, αντιλαμβανόμαστε, διαβάζουμε. Και η Αβάνα για την Ιουστίνη μοιάζει να είναι, τουλάχιστον στην επιστροφή της, χρέος και στοίχημα ζωής. Στην Αβάνα κατέφευγαν τα καλοκαίρια με την αδελφή της Κωνσταντίνα, τόπος αναψυχής εύκολος εφόσον η συγγραφέας μένει μονίμως στο Κεμπέκ.
Πρωτογνώρισε την δική της πόλη και το νησί ως τουρίστρια το 1997 και μέχρι το 2004 δεν την εγκατέλειψε ποτέ. Εκεί την βρήκε και η πικρή είδηση. Με το θαυματουργό μπλε σκορπιό ως πανάκεια να υπόσχεται την ώρα που το αμετάκλητο τηλεφωνικά έφτανε ήδη: η Κωνσταντίνα την ώρα που έκανε τα πάντα γι’ αυτή, έφυγε για τους ουρανούς.
Κατά συνέπεια το αγαπημένο νησί, η πόλη της ξεγνοιασιάς, έγινε για την Ιουστίνη ο γόρδιος δεσμός της, η πληγή που έπρεπε κάποια στιγμή να επουλωθεί. Και η αφορμή της δόθηκε. Το 2007 με τη μορφή ενός Κινηματογραφικού Φεστιβάλ. Κι επέστρεψε: σε ό,τι έζησε, στα καλοκαίρια που τώρα μπορούν να γίνουν μονάχα κείμενο ή ανάμνηση, στα κτίρια που καταρρέουν, στην αγαπημένη αρχιτεκτονική που αντιστέκεται, στην Επανάσταση που έχει μείνει η σκιά της, στον Κάστρο που αργοπεθαίνει, στον Τσε που απομακρύνεται μαζί με τα νιάτα μας, στους οικείους κι αγνώστους κατοίκους εκεί.
Η επιστροφή της Ιουστίνης στην Κούβα είναι ταυτόχρονα και η υπέρβαση. Κατά συνέπεια, κρατώντας ημερολόγιο όλα τα ξαναζεί. Όσα υπήρξαν και γι’ αυτό και εις το διηνεκές θα υπάρξουν, όσα αργοσβήνουν και όσα θα στέκουν αιώνια εκεί.
Αναζητώντας, λοιπόν, τον χαμένο της χρόνο και τον χαμένο παράδεισο, «φυλακίζει» διασώζοντας τα πάντα μέσ’ στο χαρτί: τα καλοκαίρια με την Κωνσταντίνα, την πόλη που λικνίζεται και αργοπεθαίνει χορεύοντας σάλσα, την γοητευτική αρχιτεκτονική, τον λαό που υπομένει ρυθμικά κι ερωτικά τη φτώχεια του, την Επανάσταση που απόμεινε κτήρια, τους επικίνδυνους μαγευτικούς δρόμους, τα ρυθμικά μπαρ… Αλλά και τους έλληνες της Κούβας, τον πρέσβη μας, τον κάπταιν Τάκη, τη Χριστίνα που λατρεύει αυτή την άναρχη ζωή, τον γερμανό πρέσβη που αγαπά τους αρχαίους και τη χώρα μας, την οικογένεια Παναγιωτίδη, τους καλλιτέχνες του δρόμου, τους εραστές και τις αγαπημένες που περιμένουν τον ταξιδιώτη – εραστή της μιας βραδιάς.
Το αποτέλεσμα, ένα πολυεπίπεδο ταξιδιωτικό βιβλίο. Προσωπική μαρτυρία και ταξίδι αυτογνωσίας συγχρόνως, ένας ιδιόρρυθμος και πρωτότυπος τουριστικός οδηγός: η Αβάνα τη μέρα, η Αβάνα τη νύχτα, η Αβάνα της Επανάστασης, η Αβάνα της φτώχειας και της πορνείας, η Αβάνα του μοχίτο και του ρυθμού, η Αβάνα της μεγαλοπρεπούς αρχιτεκτονικής που αργοσβήνει, η Αβάνα της ξεγνοιασιάς, η Αβάνα της Κωνσταντίνας και της μελαγχολίας, η Αβάνα που ως Ιθάκη σημαίνει για την Ιουστίνη, τελικά, τόσα πολλά.
Ένα ταξίδι εσωτερικό κι εξωτερικό, ευαίσθητο και οξυδερκές στα πολλαπλά πρόσωπα της αυτής πόλης που αλλάζει μέσα στον χρόνο, όπως κι εμείς. Με ατμόσφαιρα και χιούμορ, με νοσταλγία και κριτικό μάτι, με αποκρυπτογραφικές και αφηγηματικές δυνατότητες, με ανοιχτή, εν τέλει, ψυχή. Και με τις πεταλούδες πανταχού παρούσες να της υπενθυμίζουν ότι οι αγαπημένοι μας δεν γίνεται να χάνονται. Γι’ αυτό και απεγνωσμένα τους αναζητά: στα μυστικά, στα σοκάκια και στ’ άδηλα μιας πόλης που υπήρξε και είναι γι’ αυτήν, σημείο αναφοράς.
ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ-
ΕΡΓΑ ΤΗΣ:
Η Ιουστίνη Φραγκούλη- Αργύρη γεννήθηκε στη Λευκάδα, όπου τελείωσε τη δημοτική και μέση εκπαίδευση. Απόφοιτος του Πολιτικού Τμήματος της Νομικής Αθηνών, δημοσιογραφεί από το 1983 σε ημερήσιες εφημερίδες και περιοδικά της Ελλάδας.
Είναι μέλος της ΕΣΗΕΑ και έχει εργαστεί κατά διαστήματα σε ραδιοφωνικούς σταθμούς καθώς και στην Ελληνική Τηλεόραση.
Από το 1989 ζει και εργάζεται στο Μόντρεαλ του Καναδά ως ανταποκρίτρια του Αθηναικού Πρακτορείου Ειδήσεων και της κυριακάτικης Ελευθεροτυπίας (για το περιοδικό Έψιλον).
Είναι συνεργάτρια των λογοτεχνικών περιοδικών «Διαβάζω» και «Δέκατα». Απασχολείται ταυτόχρονα στο τοπικό ραδιόφωνο και στα διάφορα ομογενειακά μέσα του Καναδά και της Αμερικής.
Παράλληλα με τη δημοσιογραφική και συγγραφική της δραστηριότητα, είναι γραμματέας του διοικητικού συμβουλίου του «Ιδρύματος Αρχιεπίσκοπος Σπυρίδων για την Ελληνική Παιδεία και τον Πολιτισμό» με έδρα τη Νέα Υόρκη. Πρόσφατα έγινε μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων του Κεμπέκ. Είναι παντρεμένη με τον επιχειρηματία Θεόδωρο Αργύρη κι έχει ένα γιο, τον Αλέξανδρο.
Συγγραφικό της έργο: Το πρώτο της βιβλίο «Η Μοναξιά ενός Ασυμβίβαστου» (εκδ. «Εξάντας», 2000), αποτελεί την επίσημη βιογραφία του πρώην Αρχιεπίσκοπου Αμερικής Σπυρίδωνος (The Lonely Path of Integrity, Exandas Publishers, 2002).
Ακολουθούν: το μυθιστόρημα με τίτλο «Πετάει, πετάει το σύννεφο» (εκδ. «Ψυχογιός», 2003),
«Στις αγορές του κόσμου: Επώνυμες ευκαιρίες και μικρές αναλώσιμες ιστορίες» (εκδ. «Ελληνικά Γράμματα», 2004),
«Παρακαταθήκη- The Legacy» (εκδ. «Ελληνικά Γράμματα», 2005), μια δίγλωσση έκδοση με επιλεγμένους λόγους του πρώην Αρχιεπίσκοπου Αμερικής Σπυρίδωνος,
και το μυθιστόρημα «Ψηλά Τακούνια για Πάντα» (εκδ. «Ελληνικά Γράμματα», 2006).
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)