Έτσι λεγόταν το παλαιοβιβλιοπωλείο του βιβλιοπώλη Βολλάρ Ετιέν: Το Ρήμα είναι. Κι αυτός, ολομόναχος μια ζωή κι ανοικονόμητος, κατάπινε λέξεις. Αποστηθίζοντας χωρία ατέλειωτα, καταβροχθίζοντας Γκαίτε, Νίτσε, Μπρετόν, Μπατάιγ, Μπέκετ, Πεσσόα, Μπόρχες, Ναταλί Σαρρώτ και Ευαγγελιστή Ιωάννη.
Στη «Μοναχούλα» του Πιέρ Πεζύ (Εκδ. «Ποταμός») όπου βλέπουμε την ιαματική δύναμη των τυπωμένων σελίδων. Γαζούλα θεραπευτική, πρώτα απ’ όλα για τον ίδιο τον Βολλάρ Ετιέν, σ’ αυτά κατέφευγε και άντεχε τα πάντα: «Τι να είχε ζήσει άραγε αυτό το επιβλητικό αγόρι και τι λησμονούσε, τι προσπαθούσε να λησμονήσει διαβάζοντας αδιάκοπα; Ποιο αιματηρό μυστήριο κάτω απ’ τις σελίδες;»
Ποτέ δεν θα το λύσουμε επακριβώς το μυστήριο, αλλά έτσι θα τον βλέπουμε μπουκωμένο πάντοτε με τις λυτρωτικές σελίδες.
Ακόμα κι εκείνο το απόγευμα της σύγκρουσης, εκείνο εκεί το απόγευμα που του έκοψε τη σελίδα της δικής του ζωής στα δυο. Το απόγευμα που αθέλητα έσπασε εκείνο το παιδί με το κόκκινο παλτό, το απόγευμα που έπεσε επάνω του η «μοναχούλα», σαστισμένη. Επειδή «Όλα μπορούν να συμβούν, και το χειρότερο επομένως. Γιατί κι αυτό, επίσης, περιφέρεται μέσα στο πλήθος των πιθανοτήτων. Η ύαινα του χειρότερου χοροπηδάει στην τύχη μέσα στην κοινοτοπία».
Με τα βιβλία θα την γιατρέψει. Γυρίζοντας την πίσω ξανά απ’ εκείνο το ακατανόητο κώμα. Εξοντωμένος δίπλα της, απαγγέλλοντάς της ξανά και ξανά, διαβάζοντας απ’ το αόρατο τυπωμένο χαρτί, πάλι και πάλι: «Θα διηγείσαι στο όνομα εκείνου που σε δημιούργησε από μια σταγόνα αίμα! Θα διηγείσαι στο όνομα εκείνου που σε δημιούργησε από ένα πτύελο! Θα διηγείσαι στο όνομα εκείνου που σε δημιούργησε από ένα λεκέ μελάνι! Θα διαβάζεις και θα διηγείσαι». Άλλον τρόπο, άλλον δρόμο, άλλο ξόρκι, δεν γνωρίζει ο Βολλάρ. Ο Βολλάρ που, με το που βλέπει ένα άσπρο ή χρωματιστό εξώφυλλο, είναι ικανός ν’ αναγνωρίσει, στη στιγμή, μια έκδοση και την πιθανή της ημερομηνία. Ο Βολλάρ μπορεί ν’ αναγνωρίσει οποιοδήποτε βιβλίο, ενώ ο ξεκάθαρος ψίθυρος αρχίζει να αναβλύζει, να απλώνεται, να διογκώνεται, μέχρι που τον κάνει, καμιά φορά, να κινεί σιωπηλά τα χείλη.
Απαγγέλλοντας θα βουτήξει αναζητώντας κάτι, οτιδήποτε, κάποια στιγμή στο κενό. Απαγγέλλοντας θα επιβιώσει και όταν η «μοναχούλα» φύγει, απαγγέλλοντας κι εκείνος θα φύγει. Επιχειρώντας «το τελευταίο του βήμα στο βουερό βάραθρο όλων των πραγμάτων που έχουν γραφτεί, όλων εκείνων που προσφέρονται στην ανάγνωση. Το πρώτο του βήμα στη λήθη των βιβλίων». Διότι εκτός από τα βιβλία, άλλη ζωή και άλλη αιωνιότητα, ο βιβλιοπώλης Βολλάρ δεν γνωρίζει!
ΥΓ1. Για τον τίτλο και μόνο θα άντεχα την επώδυνη αρχή. Τα πάντα θα άντεχα! (εξάλλου μετά ήταν και ένα φορτηγό, μια αποθήκη, ένα ολόκληρο βιβλιοπωλείο, μια ζωή, όλο το ανοικονόμητο σώμα του Βολλάρ, βιβλία. Τον λάτρεψα εκείνον τον Βολλάρ που ήξερε να πονά, να έχει ενοχές, να γεμίζει λέξεις και έτσι με όοοολες αυτές τις λέξεις, στο τέλος να φεύγει. Αλλά Βολλάρ τη σήμερον ημέρα… αστεία λέμε!) ως και ο τρόπος που διαβάζουμε είναι φο (ή μήπως φω επί τω θεαματικότερον;)
ΥΓ2:
Εκδηλώσεις > Αφιέρωμα
Αφιέρωμα στον συγγραφέα Δημήτρη Μαμαλούκα
Παρουσίαση του πεζογραφικού έργου του συγγραφέα Δημήτρη Μαμαλούκα. Εκτός από τον συγγραφέα, θα μιλήσουν οι κ.κ. Δημήτριος Χ. Σκλαβενίτης, φιλόλογος, Πρόεδρος Εταιρείας Λευκαδικών Μελετών, Ελένη Γκίκα, συγγραφέας-δημοσιογράφος, Νίνα Κουλετάκη, εκπαιδευτικός-μπλόγκερ. Αποσπάσματα από τα βιβλία θα διαβάσει η ηθοποιός Ελένη Παργινού.
Ημ/νία & Ώρα Δευτέρα, 24 Νοεμβρίου 2008, 18.30
Χώρος Πνευματικό Κέντρο Δήμου Αθηναίων
Περιοχή Αθήνα
Διεύθυνση Ακαδημίας 50
Τηλέφωνο 210 3621601
Οργάνωση ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΕΥΚΑΔΙΚΩΝ ΜΕΛΕΤΩΝ
Συμπληρωματικές πληροφορίες Στην αίθουσα «Αντώνης Τρίτσης»
ΥΓ3:
Δευτέρα 24 Νοεμβρίου, 7.00 μ.μ.
104 ΚΕΝΤΡΟ ΛΟΓΟΥ ΚΑΙ ΤΕΧΝΗΣ
Θεμιστοκλέους 104, Αθήνα
Τηλ.: 210-3826185
Το 104 ΚΕΝΤΡΟ ΛΟΓΟΥ ΚΑΙ ΤΕΧΝΗΣ σας προσκαλεί στην παρουσίαση του νέου βιβλίου του ΓΙΑΝΝΗ ΚΟΥΒΑΡΑ ΣΤΗΝ ΑΝΘΙΣΜΕΝΗ ΜΑΤΑΙΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ – ΠΕΡΙΔΙΑΒΑΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΤΑΣΟΥ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗ.
Για το βιβλίο θα μιλήσουν οι ΕΛΕΝΗ ΓΚΙΚΑ, ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΜΠΟΥΚΑΛΑΣ και ΘΑΝΑΣΗΣ Θ. ΝΙΑΡΧΟΣ. Κείμενα θα διαβάσει η ηθοποιός ΝΕΚΤΑΡΙΑ ΓΙΑΝΝΟΥΔΑΚΗ.
ΥΓ4: Να μη βρεθεί ποτέ άνθρωπος στη θέση μου!
Βέβαια υπάρχει και χειρότερη θέση: ανάμεσα σε δύο γυναίκες ή δύο άντρες!
ΥΓ5: Σ’ εκείνον που θα με βοηθήσει να διακτινιστώ, θα χρωστώ στο εξής αιώνια ευγνωμοσύνη! (και τα βιβλία των επόμενων χρόνων!) (Και τη βιβλιοθήκη μου) (όταν και εφόσον πεθάνω!)
Μίστερ Lexima, μήπως έχεις ποοοολύ καιρό να με πας βόλτα μ’ αυτή την υπέροχη μηχανή; Μήπως… λέω!
21/11/08
17/11/08
Είμαστε άνθρωποι του ενός μόνο ερωτήματος
«Η ΈΠΑΥΛΗ ΤΩΝ ΑΝΔΡΩΝ» του Ντενί Γκετζ, Μετάφραση: Γιώργος Παρλαλόγλου, Πρόλογος: Τεύκρος Α. Μιχαηλίδης, Εκδ. «Ψυχογιός», σελ. 371, τιμή: 14.31 ευρώ.
«Πόσο συχνά τα πολλά υποσχόμενα άτομα ηττώνται από μια ελάχιστη δυσκολία κατά την άσκηση των καθηκόντων τους! Με σπασμένο ηθικό, αποχαυνώνονται και, ακόμη και στην καλύτερη περίπτωση, δε θα είναι στη συνέχεια παρά «κατεστραμμένες ιδιοφυίες».
Σαν κεντρική ιδέα μιας ζωής, κι όμως δεν είναι παρά μια πατρική σημείωση- προφητεία και πρόβλεψη σε ένα κομμάτι χαρτί. Και ω του θαύματος: «Το σύμπαν περιορίστηκε τότε σ’ εκείνο το χαρτί μπροστά στα μάτια του, σ’ εκείνο το γράμμα που του είχε στείλει ο πατέρας του, για τα δέκατα έκτα γενέθλιά του, στο οικοτροφείο όπου διέμενε. Όλη του η ζωή ήταν συνοψισμένη σε κείνη τη σελίδα, όλα όσα του είχαν συμβεί ήταν γραμμένα εκεί με απελπιστική οξυδέρκεια’ σε σημείο να αναρωτιέται μήπως η ζωή του συνίστατο απλώς και μόνο στην πραγματοποίηση όσων ήταν γραμμένα εκεί, να αναρωτιέται ποια ελευθερία είχε στη διάθεσή του για να φτιάξει τη ζωή του».
Και φυσικά ο Χανς Σίνγκερ, ένας εκ των δυο κεντρικών ηρώων, ίσως και ο σημαντικότερος, μια φιγούρα που ο συγγραφέας εμπνεύστηκε από τον Γερμανό μαθηματικό Γκέοργκ Κάντορ, τον πατέρα της «Θεωρίας των συνόλων», δεν είναι τυχαίος.
Ο Ντενί Γκετζ, ο συγγραφέας που έφερε τα Μαθηματικά στην καθημερινότητα και εισήγαγε την ποίηση και την μαγεία τους με τρόπο καταλυτικό στην ανθρώπινη μοίρα, για ακόμα μια φορά, μιλώντας για τις ζωές μας, και πάλι για τα μαθηματικά μας μιλά. Επί τω προκειμένω, για το άλεφ και το άπειρο (όπου άλεφ, ο πρώτος άπειρος αριθμός).
Τόπος, η Γερμανία το 1917. Κι όλα διαδραματίζονται στο δωμάτιο 14 της Έπαυλης των ανδρών. Έξω μαίνεται ο πόλεμος, η απόλυτη φτώχεια και η σύγχυση, η πείνα.
Το μυθιστόρημα αρχίζει με την μεταφορά του Χανς Σίγκερ, μαθηματικής ιδιοφυίας, στην ψυχιατρική κλινική του πανεπιστημίου της Λούφσταντ. Τον συνοδεύει ο πιστός αμαξάς του ΄Ερνεστ με τη Ναζαρέτ. Το έχει κάνει, εξάλλου, πολλές φορές στο παρελθόν. Αυτή τη φορά η κρίση ήρθε στο προαύλιο του πανεπιστημίου μπροστά ακριβώς από το… άγαλμά του: Ο Χανς Σίνγκερ είχε φτάσει στο σεμινάριο και είχε καθίσει στη συνηθισμένη του θέση. Δεν είχε ακούσει λέξη από την παρέμβαση ενός συναδέλφου του, αφιερωμένη ωστόσο στο αγαπημένο του θέμα τη «φύση του συνεχούς»- χάρη στο οποίο είχε κερδίσει την αναγνώριση της διεθνούς μαθηματικής κοινότητας. Είχε αναμείνει ήσυχα το τέλος, της συνεδρίας, είχε σηκωθεί, είχε βαδίσει στους διαδρόμους του πανεπιστημίου, είχε προσπεράσει το άγαλμά του χωρίς να του δώσει την παραμικρή προσοχή. Εξάλλου ήδη γνώριζε καλά πως «ένας καθηγητής που χάνει τα λογικά του, όπως λένε, είναι σαν έναν κολυμβητή που πνίγεται’ ένα πουλί που του κόβουν τα φτερά’ έναν αμαξά που του παίρνουν το άλογό του. Είναι σαν τίποτα!»
Και όμως ο καθηγητής Χανς Σίνγκερ θα ξαναγίνει κάτι, θα ξαναγίνει ο καθηγητής των Μαθηματικών, όταν στο δωμάτιο 14 της Έπαυλης των ανδρών, θα «αναγκαστεί» στην αρχή, να συγκατοικήσει με τον Ματτίας Ντιτούρ, νεαρό Γάλλο στρατιώτη, μηχανοδηγό, αναρχικό και «επιζώντα παρά τη θέλησή του».
Οι δυο εντελώς διαφορετικοί άνδρες θα λειτουργήσουν ο ένας για τον άλλον σαν γαζούλα, τελικά, θεραπευτική, θα γίνουνε φίλοι. Ο Χανς Σίνγκερ θα θελήσει επιτέλους να ξαναμιλήσει και να διδάξει και ο Ματτίας Ντιτούρ να ζήσει και να γίνει ο ιδανικός μαθητής του.
Κι έτσι μέσα στους τέσσερις τοίχους ενός δωματίου όπου το προστατευτικό κιγκλίδωμα του παραθύρου αποτρέπει και προστατεύει τους αυτοκτονικούς, ο Ματτίας κι ο αναγνώστης θα γνωρίσει τη άρρητη σχέση των Μαθηματικών, της Θεωρίας των συνόλων και του Απείρου, με τη ζωή μας. Επειδή, χωρίς να το ξέρει, ακόμα και ο καθαριστής το άπειρο σχεδιάζει με τη σφουγγαρίστρα στο πάτωμα.
Στα βήματα των πλατωνικών διαλόγων, το μυθιστόρημα εξελίσσεται αριστοτεχνικά θίγοντας ζητήματα που άπτονται της ζωής και της ανθρώπινης φύσης: άπειρο και αιωνιότητα, πεπερασμένο και θάνατος, επιτυχία και αποτυχία, έρωτας και απώλεια, φιλία και θυσία, χρόνος και έλλειψη η οποία ουσιαστικά οδηγεί και στη δημιουργία.
Θα γίνει ο ένας για τον άλλον «ο φίλος που δεν είχα ποτέ», επαναλαμβάνοντας το παράδοξο της μάχης, να σώζει σωζόμενος!
Με τρόπο ποιητικό κι ατμοσφαιρικό, θα διδάξει ο ένας τον άλλον. Ο Χανς θα διδάξει τον Ματτίας τη ζωή μέσα από τα μαθηματικά και ο Ματτίας στον Χανς το ταξίδι και τη διαδρομή μέσα από τις ατμομηχανές.
Το φινάλε, λυτρωτικό, σχεδόν σωτηριολογικό, θεολογικό: «Κανείς δε θα μας διώξει από τον παράδεισο που δημιούργησε ο Κάντορ για μας» όπως εύστοχα διατύπωσε ο Ντάβιντ Χίλμπερτ. Και ας μην ξεχνάμε ότι ο Χανς Σίνγκερ είναι ο Γκέοργκ Κάντορ.
Ατμόσφαιρα, μαγεία, η ποίηση των αριθμών και η απόλαυση των διαλόγων, χαρακτήρες τεράστιοι με όλη τη γκάμα των χρωμάτων της ανθρώπινης ψυχής, ερωτήματα υπαρξιακά, καθοριστικά με ξέφωτα σκέψης που θα διώξουν τα σκοτάδια.
«Είμαστε άνθρωποι του ενός μόνο ερωτήματος», θα πει κάποια στιγμή ο Χανς και επιτρέψατέ μου κάπως έτσι και να κάνω φινάλε:
«Οι περισσότεροι μαθηματικοί προσπάθησαν μετά από μένα, χωρίς να πετύχουν τίποτε περισσότερο. Δεν ήταν, όμως, πραγματικά δικό τους το πρόβλημα. Εμένα, ήταν το πρόβλημά μου! Είμαστε άνθρωποι του ενός μόνο ερωτήματος. Ό,τι μετρούσε για μένα, όλα όσα είχαν νόημα για μένα περιέχονταν σ’ εκείνο το ερώτημα. Είχα ταυτιστεί μαζί του. Αφορούσε στα μαθηματικά αντικείμενα που είχα δημιουργήσει εγώ ο ίδιος. Και ήμουν ανίκανος να διατυπώσω βασικά πράγματα γι’ αυτά».
Όπως και να ‘χει, είχαν αξιωθεί κι οι δυο να δουν «μόνο ένα ψίχουλο του κόσμου».
Κατατοπιστικός και γοητευτικός ο πρόλογος του Τεύκρου Α. Μιχαηλίδη.
ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ-
ΠΟΙΟΣ ΕΙΝΑΙ:
Ο Ντενί Γκετζ είναι συγγραφέας, μαθηματικός, καθηγητής ιστορίας και επιστημονολογίας στο Πανεπιστήμιο Paris VIII, ερευνητής, καθώς και σεναριογράφος στον κινηματογράφο.
Έχει γράψει πολλά μυθιστορήματα με θέμα τα μαθηματικά, και είναι ιδιαίτερα γνωστός για την τεράστια επιτυχία που σημείωσε σε πολλές χώρες του κόσμου με το μυθιστόρημά του «Το Θεώρημα του παπαγάλου».
Ως σεναριογράφος έχει τιμηθεί με το βραβείο Καλύτερου Σεναρίου 1987 για την ταινία «Η τελευταία Παρασκευή του Σεπτέμβρη».
Από τις Εκδόσεις «Ψυχογιός» κυκλοφορούν επίσης με μεγάλη επιτυχία τα μυθιστορήματά του
«Τα αστέρια της Βερενίκης» και
«Μηδέν».
«Πόσο συχνά τα πολλά υποσχόμενα άτομα ηττώνται από μια ελάχιστη δυσκολία κατά την άσκηση των καθηκόντων τους! Με σπασμένο ηθικό, αποχαυνώνονται και, ακόμη και στην καλύτερη περίπτωση, δε θα είναι στη συνέχεια παρά «κατεστραμμένες ιδιοφυίες».
Σαν κεντρική ιδέα μιας ζωής, κι όμως δεν είναι παρά μια πατρική σημείωση- προφητεία και πρόβλεψη σε ένα κομμάτι χαρτί. Και ω του θαύματος: «Το σύμπαν περιορίστηκε τότε σ’ εκείνο το χαρτί μπροστά στα μάτια του, σ’ εκείνο το γράμμα που του είχε στείλει ο πατέρας του, για τα δέκατα έκτα γενέθλιά του, στο οικοτροφείο όπου διέμενε. Όλη του η ζωή ήταν συνοψισμένη σε κείνη τη σελίδα, όλα όσα του είχαν συμβεί ήταν γραμμένα εκεί με απελπιστική οξυδέρκεια’ σε σημείο να αναρωτιέται μήπως η ζωή του συνίστατο απλώς και μόνο στην πραγματοποίηση όσων ήταν γραμμένα εκεί, να αναρωτιέται ποια ελευθερία είχε στη διάθεσή του για να φτιάξει τη ζωή του».
Και φυσικά ο Χανς Σίνγκερ, ένας εκ των δυο κεντρικών ηρώων, ίσως και ο σημαντικότερος, μια φιγούρα που ο συγγραφέας εμπνεύστηκε από τον Γερμανό μαθηματικό Γκέοργκ Κάντορ, τον πατέρα της «Θεωρίας των συνόλων», δεν είναι τυχαίος.
Ο Ντενί Γκετζ, ο συγγραφέας που έφερε τα Μαθηματικά στην καθημερινότητα και εισήγαγε την ποίηση και την μαγεία τους με τρόπο καταλυτικό στην ανθρώπινη μοίρα, για ακόμα μια φορά, μιλώντας για τις ζωές μας, και πάλι για τα μαθηματικά μας μιλά. Επί τω προκειμένω, για το άλεφ και το άπειρο (όπου άλεφ, ο πρώτος άπειρος αριθμός).
Τόπος, η Γερμανία το 1917. Κι όλα διαδραματίζονται στο δωμάτιο 14 της Έπαυλης των ανδρών. Έξω μαίνεται ο πόλεμος, η απόλυτη φτώχεια και η σύγχυση, η πείνα.
Το μυθιστόρημα αρχίζει με την μεταφορά του Χανς Σίγκερ, μαθηματικής ιδιοφυίας, στην ψυχιατρική κλινική του πανεπιστημίου της Λούφσταντ. Τον συνοδεύει ο πιστός αμαξάς του ΄Ερνεστ με τη Ναζαρέτ. Το έχει κάνει, εξάλλου, πολλές φορές στο παρελθόν. Αυτή τη φορά η κρίση ήρθε στο προαύλιο του πανεπιστημίου μπροστά ακριβώς από το… άγαλμά του: Ο Χανς Σίνγκερ είχε φτάσει στο σεμινάριο και είχε καθίσει στη συνηθισμένη του θέση. Δεν είχε ακούσει λέξη από την παρέμβαση ενός συναδέλφου του, αφιερωμένη ωστόσο στο αγαπημένο του θέμα τη «φύση του συνεχούς»- χάρη στο οποίο είχε κερδίσει την αναγνώριση της διεθνούς μαθηματικής κοινότητας. Είχε αναμείνει ήσυχα το τέλος, της συνεδρίας, είχε σηκωθεί, είχε βαδίσει στους διαδρόμους του πανεπιστημίου, είχε προσπεράσει το άγαλμά του χωρίς να του δώσει την παραμικρή προσοχή. Εξάλλου ήδη γνώριζε καλά πως «ένας καθηγητής που χάνει τα λογικά του, όπως λένε, είναι σαν έναν κολυμβητή που πνίγεται’ ένα πουλί που του κόβουν τα φτερά’ έναν αμαξά που του παίρνουν το άλογό του. Είναι σαν τίποτα!»
Και όμως ο καθηγητής Χανς Σίνγκερ θα ξαναγίνει κάτι, θα ξαναγίνει ο καθηγητής των Μαθηματικών, όταν στο δωμάτιο 14 της Έπαυλης των ανδρών, θα «αναγκαστεί» στην αρχή, να συγκατοικήσει με τον Ματτίας Ντιτούρ, νεαρό Γάλλο στρατιώτη, μηχανοδηγό, αναρχικό και «επιζώντα παρά τη θέλησή του».
Οι δυο εντελώς διαφορετικοί άνδρες θα λειτουργήσουν ο ένας για τον άλλον σαν γαζούλα, τελικά, θεραπευτική, θα γίνουνε φίλοι. Ο Χανς Σίνγκερ θα θελήσει επιτέλους να ξαναμιλήσει και να διδάξει και ο Ματτίας Ντιτούρ να ζήσει και να γίνει ο ιδανικός μαθητής του.
Κι έτσι μέσα στους τέσσερις τοίχους ενός δωματίου όπου το προστατευτικό κιγκλίδωμα του παραθύρου αποτρέπει και προστατεύει τους αυτοκτονικούς, ο Ματτίας κι ο αναγνώστης θα γνωρίσει τη άρρητη σχέση των Μαθηματικών, της Θεωρίας των συνόλων και του Απείρου, με τη ζωή μας. Επειδή, χωρίς να το ξέρει, ακόμα και ο καθαριστής το άπειρο σχεδιάζει με τη σφουγγαρίστρα στο πάτωμα.
Στα βήματα των πλατωνικών διαλόγων, το μυθιστόρημα εξελίσσεται αριστοτεχνικά θίγοντας ζητήματα που άπτονται της ζωής και της ανθρώπινης φύσης: άπειρο και αιωνιότητα, πεπερασμένο και θάνατος, επιτυχία και αποτυχία, έρωτας και απώλεια, φιλία και θυσία, χρόνος και έλλειψη η οποία ουσιαστικά οδηγεί και στη δημιουργία.
Θα γίνει ο ένας για τον άλλον «ο φίλος που δεν είχα ποτέ», επαναλαμβάνοντας το παράδοξο της μάχης, να σώζει σωζόμενος!
Με τρόπο ποιητικό κι ατμοσφαιρικό, θα διδάξει ο ένας τον άλλον. Ο Χανς θα διδάξει τον Ματτίας τη ζωή μέσα από τα μαθηματικά και ο Ματτίας στον Χανς το ταξίδι και τη διαδρομή μέσα από τις ατμομηχανές.
Το φινάλε, λυτρωτικό, σχεδόν σωτηριολογικό, θεολογικό: «Κανείς δε θα μας διώξει από τον παράδεισο που δημιούργησε ο Κάντορ για μας» όπως εύστοχα διατύπωσε ο Ντάβιντ Χίλμπερτ. Και ας μην ξεχνάμε ότι ο Χανς Σίνγκερ είναι ο Γκέοργκ Κάντορ.
Ατμόσφαιρα, μαγεία, η ποίηση των αριθμών και η απόλαυση των διαλόγων, χαρακτήρες τεράστιοι με όλη τη γκάμα των χρωμάτων της ανθρώπινης ψυχής, ερωτήματα υπαρξιακά, καθοριστικά με ξέφωτα σκέψης που θα διώξουν τα σκοτάδια.
«Είμαστε άνθρωποι του ενός μόνο ερωτήματος», θα πει κάποια στιγμή ο Χανς και επιτρέψατέ μου κάπως έτσι και να κάνω φινάλε:
«Οι περισσότεροι μαθηματικοί προσπάθησαν μετά από μένα, χωρίς να πετύχουν τίποτε περισσότερο. Δεν ήταν, όμως, πραγματικά δικό τους το πρόβλημα. Εμένα, ήταν το πρόβλημά μου! Είμαστε άνθρωποι του ενός μόνο ερωτήματος. Ό,τι μετρούσε για μένα, όλα όσα είχαν νόημα για μένα περιέχονταν σ’ εκείνο το ερώτημα. Είχα ταυτιστεί μαζί του. Αφορούσε στα μαθηματικά αντικείμενα που είχα δημιουργήσει εγώ ο ίδιος. Και ήμουν ανίκανος να διατυπώσω βασικά πράγματα γι’ αυτά».
Όπως και να ‘χει, είχαν αξιωθεί κι οι δυο να δουν «μόνο ένα ψίχουλο του κόσμου».
Κατατοπιστικός και γοητευτικός ο πρόλογος του Τεύκρου Α. Μιχαηλίδη.
ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ-
ΠΟΙΟΣ ΕΙΝΑΙ:
Ο Ντενί Γκετζ είναι συγγραφέας, μαθηματικός, καθηγητής ιστορίας και επιστημονολογίας στο Πανεπιστήμιο Paris VIII, ερευνητής, καθώς και σεναριογράφος στον κινηματογράφο.
Έχει γράψει πολλά μυθιστορήματα με θέμα τα μαθηματικά, και είναι ιδιαίτερα γνωστός για την τεράστια επιτυχία που σημείωσε σε πολλές χώρες του κόσμου με το μυθιστόρημά του «Το Θεώρημα του παπαγάλου».
Ως σεναριογράφος έχει τιμηθεί με το βραβείο Καλύτερου Σεναρίου 1987 για την ταινία «Η τελευταία Παρασκευή του Σεπτέμβρη».
Από τις Εκδόσεις «Ψυχογιός» κυκλοφορούν επίσης με μεγάλη επιτυχία τα μυθιστορήματά του
«Τα αστέρια της Βερενίκης» και
«Μηδέν».
11/11/08
Η ζωή όμως έμεινε/ κι είχε μια γεύση, μια γεύση...
| ΠΡΟΜΗΝΥΟΝΤΑΙ ΚΙ ΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΕΣ ΜΕΡΕΣ Στ' όνειρό μου απόψε τον καλούσα με τ' όνομά του τού μιλούσα στον ενικό με μιαν οικειότητα που ποτέ δεν μου είχε επιτρέψει ως τότε. Αχ εσύ, του έλεγα και την ποιητική άδεια τού ζητούσα ν' αποσυρθεί ο νους μου απ' τα εγκόσμια κάλλη του συνομιλητή μου ν' αδειάσει το κεφάλι μου από εικόνες που περιέχουν αφές φωνές όλο γεύσεις από χείλια πατικωμένα με νύχτα. Να 'μαι στη σκέψη αγνή, αγνή παραμιλούσα να μη θέλω τίποτα έξω από σένα. Προμηνύονται κι ευτυχισμένες μέρες σκέφτηκα μες στη λογική του ύπνου τώρα που ερωτεύτηκα τον θάνατο. ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΑΓΓΕΛΑΚΗ- ΡΟΥΚ από τη συλλογή "Ωραία έρημος η σάρκα" ΥΓ. "Τι 'ναι αυτά; Τι 'ναι αυτά;" ακούγεται μέσα μου να τσιρίζει ένα πουλί στιγγό "Δεν είν' αυτό που ψάχνεις, δεν είν' αυτό". |
10/11/08
Το μακρόν όνειρο προ του βραχέος χρόνου/ τί κάνει οξύνεται ή περισπάται;
ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ Φυσικά και ονειρεύομαι. Ζει κανείς μόνο μ' ένα ξερό μισθό; Πόσο συχνά; Κάθε που εγκαταλείπουν συχνότατα όλοι. Επηρεάζουν τους απόντες τα όνειρά σας; Βέβαια. Το ξανασκέφτονται καλά, και μετανοιώνουν οριστικά τους όλοι. Είναι ελευθέρα η είσοδος; Όχι εντελώς. Ζητάω την άδεια του ονείρου πριν ελπίσω. Μού την δίνει εν γένει μαζί με κάποιες οδηγίες αυστηρές. Να πιστέψω δίχως ν' αγγίξω να μην μιλήσω διόλου στον καπνό γιατί είναι υπνοβάτης και θα πέσει μόνο δια του βλέμματος ν' αφήσω το αίτημά μου στην κρεμάστρα ό,τι μου δοθεί να το δεχτώ κι ας μην έχει καμιά ομοιότητα μ' αυτό που ζωγραφίζει η έκκλησή μου- θα την επανέβρει μόλις ξαναχαθεί. Ένα μόνο δεν μου δίνει το όνειρο. Το όριο. Ώς πού να κινδυνέψω. Γιατί τότε πια δεν θα ήταν όνειρο. Θα 'ταν γεράματα. ΚΙΚΗ ΔΗΜΟΥΛΑ για ν' αρχίσει η βδομάδα... |
6/11/08
Αγάπα με για να μπορέσω να μ’ αγαπήσω
«Ίσως το νόημα της ζωής για μια γυναίκα να συνίσταται μονάχα στο να ανακαλυφθεί κατ’ αυτό τον τρόπο, ιδωμένη έτσι ώστε να νιώθει να ακτινοβολεί από φως».
«ΆΒΥΣΣΟΣ» της Κάρμεν Λαφορέτ, Πρόλογος: Μάριο Βάργκας Γιόσα, Μετάφραση: Χριστίνα Θεοδωροπούλου, Εκδ. «Πατάκη», σελ. 338, τιμή: 18 ευρώ.
«Μου φαινόταν πως ήταν ανώφελο να τρέχουμε, όταν διαρκώς περνάμε απ’ τον ίδιο κλειστό δρόμο της προσωπικότητάς μας. Ορισμένοι γεννιούνται για να ζουν, άλλοι για να δουλεύουν, άλλοι για να κοιτάζουν τη ζωή. Εγώ είχα ένα μικρό και ποταπό ρόλο θεατή. Αδύνατον ν’ απαλλαγώ. Μια τρομερή κατάθλιψη ήταν για μένα το μοναδικό αληθινό πράγμα εκείνες τις στιγμές».
Με μότο το ποίημα του Ισπανού ποιητή και νομπελίστα Χουάν Ραμόν Χιμένεθ «Τίποτε», εξάλλου «Νάδα», δηλαδή «Τίποτε» στα ισπανικά υπήρξε και ο τίτλος του, μια εικοσάχρονη κοπελίτσα με ταλέντο απίστευτο, ανακαλύπτει το παν!
Ήταν η πρώτη νύχτα που ταξίδευε μόνη, μα δεν ήταν τρομαγμένη. Εν αντιθέσει εύρισκε «μια συναρπαστική περιπέτεια εκείνη την ολοκληρωτική ελευθερία μες στο σκοτάδι». Η Αντρέα ήταν εξάλλου μόνο δεκαοχτώ χρονών. Ερχόταν στην Βαρκελώνη από επαρχία για να σπουδάσει φιλολογία, άφηνε πίσω της – ή τουλάχιστον έτσι νόμιζε, εμφύλιο, ασθένεια και θάνατο της μητέρας- και έφτανε στη γιαγιά της και σε «πλούσιους» συγγενείς: για να γνωρίσει τη γνώση, τη μεγάλη πόλη και την ελευθερία. Αλλά την περίμενε η κόλαση με τη μορφή της απόλυτης μιζέρας και κακομοιριάς. Οι άλλοτε πλούσιοι συγγενείς βίωναν πια – στριμωγμένοι ο ένας δίπλα στον άλλον- την τέλεια παρακμή: οι μισότρελοι, έγκλειστοι της οδού Αριμπάου, πουλούσαν έπιπλα και έτρωγαν ο ένας τις σάρκες του άλλου για να συντηρηθούν. Ο θείος Χουάν με την ερωτευμένη με τον αδελφό του Ρομάν, σύζυγο Γκλόρια και το ταλαίπωρό τους μωρό, καυγάδιζαν έως τελικής πτώσης. Η θεία Αγκούστας, αυταρχική, πανταχού παρούσα ως το άγρυπνο μάτι Θεού. Η σχεδόν τυφλή και πάντοτε άγρυπνη γιαγιά που απορροφούσε ηρωικά και στωικά όλους τους κραδασμούς. Και ο αινιγματικός θείος Ραμόν, μουσικός χαρισματικός απ’ ότι θα μάθει μετά, ένα τεράστιο ταλέντο που κάηκε, χαρτοπαίκτης, μέθυσος πια, αλλά ακόμα επικίνδυνα σαγηνευτικός.
Και μέσα σ’ όλα αυτά, το λαβυρινθώδες άλλοτε πλούσιο σπίτι, ως ζωντανός οργανισμός να σαπίζει και να καταρρέει, να στάζει παντού υγρασία, μούχλα, σκουριά.
Μοναδική αχτίδα φωτός, η χειραφετημένη πλούσια φίλη της Ένα που η Αντρέα ζηλεύει αλλά και θαυμάζει. Οι βόλτες με το αμάξι του φίλου της, οι γλυκές στο σπίτι της οικογενειακές στιγμές. Αλλά σύντομα, ως άλλος πύργος από τραπουλόχαρτα, θα κινδυνέψουν να σωριαστούν κι αυτές οι ελάχιστες ευτυχισμένες μέρες. Όταν η Ένα θα διαλύσει τα πάντα, ερωτευμένη με τον θείο Ραμόν: την φιλία τους, τις κυριακάτικες βόλτες τους, την οικογενειακή της γαλήνη.
Βυθισμένη στο παρακμιακό οικογενειακό σκότος, κι ενώ η ηρωίδα αισθάνεται ότι βουλιάζει, το παρελθόν θα παρέμβει καταλυτικό, σαρωτικό, καθοριστικό: Η θεία Αγκούστιας θα εγκαταλείψει το σπίτι και την επιτήρηση, το ζεύγος Χουάν- Γκλόρια θα αγγίξει τα άκρα, ο θείος Ρομάν σαν άμμος κινούμενη θα κοντέψει να απορροφήσει τα πάντα προτού σκοτωθεί. Η μαμά της Ένα, ήταν ο καταλύτης, η μόνη κάτοχος για την ώρα ενός φοβερού μυστικού. Και ο έρωτας, μέσα σε όλα αυτά, με τον παραμορφωτικό του φακό:
«Ίσως το νόημα της ζωής για μια γυναίκα να συνίσταται μονάχα στο να ανακαλυφθεί κατ’ αυτό τον τρόπο, ιδωμένη έτσι ώστε να νιώθει να ακτινοβολεί από φως». Συνήθως έτσι δεν γίνεται; «Αγάπα με για ν’ αγαπήσω εαυτόν»;
Χαρακτήρες με βάθος, διλήμματα κι αντιφάσεις που ζωντανεύουν μέσα από τις σελίδες με σάρκα και οστά.
Ατμόσφαιρα που μυρίζει μούχλα, ομίχλη και υγρασία. Συναισθήματα σχεδόν διαβρωτικά. Η εικοσάχρονη Κάρμεν Λαφορέ σκιαγραφεί με απίστευτη κρυστάλλινη καθαρότητα κι οξυδέρκεια μια εποχή, μια πόλη, μια οικογένεια, μια ιστορία, τη νεανική ψυχή. Που ονειρεύεται, αγωνίζεται, λαχταρά να ερωτευτεί και μπορεί ανά πάσα στιγμή να παγιδευτεί και να κατακερματιστεί.
Η φυγή προς την ελευθερία θα χαρίσει λύτρωση και στην ηρωίδα και στην ιστορία. Ο Μάριο Βάργκας Γιόσα, παραλληλίζοντάς την με τα «Ανεμοδραμένα ύψη» θα γράψει διθυράμβους στον πρόλογό του για την αδιέξοδη «Άββυσο» αυτή. Μιλώντας για «εξονυχιστική ψυχική αυτοψία», «αξιοθαύμαστη μαεστρία», χαρακτηρίζοντας το νεανικό αυτό μυθιστόρημα «όμορφο μα και φοβερό» που «μετά από τόσα χρόνια» (το 1944 γράφτηκε) «παραμένει ζωντανό». Ας μην ξεχνάμε, εξάλλου, ότι και ο Αρθούρος Ρεμπώ μόλις στα 17 του χρόνια έγραψε το «Μεθυσμένο του καράβι». Όσο για την Κάρμεν Λαφορέ, μετά την «Άβυσσο» δεν μπόρεσε να γράψει τίποτε εφάμιλλο, ομοίως «φοβερό», τόσο σημαντικό.
ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ-
ΕΡΓΑ ΤΗΣ:
Η Κάρμεν Λαφορέτ γεννήθηκε στη Βαρκελώνη το 1921 και πέθανε στη Μαδρίτη το 2004.
Πέρασε τα παιδικά της χρόνια στα Κανάρια νησιά, καθώς ο πατέρας της εργαζόταν ως αρχιτέκτονας αλλά και καθηγητής στο Escuela Industrial του Λας Πάλμας.
Το 1939 επιστρέφει στη Βαρκελώνη, όπου σπουδάζει για τρία χρόνια στη Φιλοσοφική Σχολή.
Στη συνέχεια μετακομίζει στη Μαδρίτη, όπου παντρεύεται και εγκαθίσταται μόνιμα.
Η έκδοση του «Νάδα» στα 1944 αναδεικνύει την Κάρμεν Λαφορέτ ως τη μεγάλη αποκάλυψη της μεταπολεμικής ισπανικής λογοτεχνίας και, στη συνέχει, ως εμβληματική μορφή για τις επόμενες γενιές.
Το «Νάδα» απέσπασε επίσης το Βραβείο Nadal.
Το 1955 η Λαφορέτ πήρε το Εθνικό Βραβείο Λογοτεχνίας της Ισπανίας για το μυθιστόρημά της «La mujer nueva».
Το 2004, τη χρονιά του θανάτου της, κυκλοφόρησε το μυθιστόρημά της «Al doblar la esquina».
ΥΓ. Εξαιρετική η αναφορά του Librofilo (κλασικά… εικονογραφημένα) με τον τίτλο «Ανεμοδαρμένα ύψη αλλά ισπανικά» (ήτο η αιτία που με έκανε να το αναζητήσω). Μου το θύμισε ο… Χίθκλιφ ξανά, και ιδού και η δική μου αμήχανη απόπειρα. Ε ναι, τα… «Ανεμοδαρμένα ύψη» δι’ εμέ, λειτουργούν ως… κλειδί. Να μην ακούσω ανεμοδαρμένο, μέσα!
«ΆΒΥΣΣΟΣ» της Κάρμεν Λαφορέτ, Πρόλογος: Μάριο Βάργκας Γιόσα, Μετάφραση: Χριστίνα Θεοδωροπούλου, Εκδ. «Πατάκη», σελ. 338, τιμή: 18 ευρώ.
«Μου φαινόταν πως ήταν ανώφελο να τρέχουμε, όταν διαρκώς περνάμε απ’ τον ίδιο κλειστό δρόμο της προσωπικότητάς μας. Ορισμένοι γεννιούνται για να ζουν, άλλοι για να δουλεύουν, άλλοι για να κοιτάζουν τη ζωή. Εγώ είχα ένα μικρό και ποταπό ρόλο θεατή. Αδύνατον ν’ απαλλαγώ. Μια τρομερή κατάθλιψη ήταν για μένα το μοναδικό αληθινό πράγμα εκείνες τις στιγμές».
Με μότο το ποίημα του Ισπανού ποιητή και νομπελίστα Χουάν Ραμόν Χιμένεθ «Τίποτε», εξάλλου «Νάδα», δηλαδή «Τίποτε» στα ισπανικά υπήρξε και ο τίτλος του, μια εικοσάχρονη κοπελίτσα με ταλέντο απίστευτο, ανακαλύπτει το παν!
Ήταν η πρώτη νύχτα που ταξίδευε μόνη, μα δεν ήταν τρομαγμένη. Εν αντιθέσει εύρισκε «μια συναρπαστική περιπέτεια εκείνη την ολοκληρωτική ελευθερία μες στο σκοτάδι». Η Αντρέα ήταν εξάλλου μόνο δεκαοχτώ χρονών. Ερχόταν στην Βαρκελώνη από επαρχία για να σπουδάσει φιλολογία, άφηνε πίσω της – ή τουλάχιστον έτσι νόμιζε, εμφύλιο, ασθένεια και θάνατο της μητέρας- και έφτανε στη γιαγιά της και σε «πλούσιους» συγγενείς: για να γνωρίσει τη γνώση, τη μεγάλη πόλη και την ελευθερία. Αλλά την περίμενε η κόλαση με τη μορφή της απόλυτης μιζέρας και κακομοιριάς. Οι άλλοτε πλούσιοι συγγενείς βίωναν πια – στριμωγμένοι ο ένας δίπλα στον άλλον- την τέλεια παρακμή: οι μισότρελοι, έγκλειστοι της οδού Αριμπάου, πουλούσαν έπιπλα και έτρωγαν ο ένας τις σάρκες του άλλου για να συντηρηθούν. Ο θείος Χουάν με την ερωτευμένη με τον αδελφό του Ρομάν, σύζυγο Γκλόρια και το ταλαίπωρό τους μωρό, καυγάδιζαν έως τελικής πτώσης. Η θεία Αγκούστας, αυταρχική, πανταχού παρούσα ως το άγρυπνο μάτι Θεού. Η σχεδόν τυφλή και πάντοτε άγρυπνη γιαγιά που απορροφούσε ηρωικά και στωικά όλους τους κραδασμούς. Και ο αινιγματικός θείος Ραμόν, μουσικός χαρισματικός απ’ ότι θα μάθει μετά, ένα τεράστιο ταλέντο που κάηκε, χαρτοπαίκτης, μέθυσος πια, αλλά ακόμα επικίνδυνα σαγηνευτικός.
Και μέσα σ’ όλα αυτά, το λαβυρινθώδες άλλοτε πλούσιο σπίτι, ως ζωντανός οργανισμός να σαπίζει και να καταρρέει, να στάζει παντού υγρασία, μούχλα, σκουριά.
Μοναδική αχτίδα φωτός, η χειραφετημένη πλούσια φίλη της Ένα που η Αντρέα ζηλεύει αλλά και θαυμάζει. Οι βόλτες με το αμάξι του φίλου της, οι γλυκές στο σπίτι της οικογενειακές στιγμές. Αλλά σύντομα, ως άλλος πύργος από τραπουλόχαρτα, θα κινδυνέψουν να σωριαστούν κι αυτές οι ελάχιστες ευτυχισμένες μέρες. Όταν η Ένα θα διαλύσει τα πάντα, ερωτευμένη με τον θείο Ραμόν: την φιλία τους, τις κυριακάτικες βόλτες τους, την οικογενειακή της γαλήνη.
Βυθισμένη στο παρακμιακό οικογενειακό σκότος, κι ενώ η ηρωίδα αισθάνεται ότι βουλιάζει, το παρελθόν θα παρέμβει καταλυτικό, σαρωτικό, καθοριστικό: Η θεία Αγκούστιας θα εγκαταλείψει το σπίτι και την επιτήρηση, το ζεύγος Χουάν- Γκλόρια θα αγγίξει τα άκρα, ο θείος Ρομάν σαν άμμος κινούμενη θα κοντέψει να απορροφήσει τα πάντα προτού σκοτωθεί. Η μαμά της Ένα, ήταν ο καταλύτης, η μόνη κάτοχος για την ώρα ενός φοβερού μυστικού. Και ο έρωτας, μέσα σε όλα αυτά, με τον παραμορφωτικό του φακό:
«Ίσως το νόημα της ζωής για μια γυναίκα να συνίσταται μονάχα στο να ανακαλυφθεί κατ’ αυτό τον τρόπο, ιδωμένη έτσι ώστε να νιώθει να ακτινοβολεί από φως». Συνήθως έτσι δεν γίνεται; «Αγάπα με για ν’ αγαπήσω εαυτόν»;
Χαρακτήρες με βάθος, διλήμματα κι αντιφάσεις που ζωντανεύουν μέσα από τις σελίδες με σάρκα και οστά.
Ατμόσφαιρα που μυρίζει μούχλα, ομίχλη και υγρασία. Συναισθήματα σχεδόν διαβρωτικά. Η εικοσάχρονη Κάρμεν Λαφορέ σκιαγραφεί με απίστευτη κρυστάλλινη καθαρότητα κι οξυδέρκεια μια εποχή, μια πόλη, μια οικογένεια, μια ιστορία, τη νεανική ψυχή. Που ονειρεύεται, αγωνίζεται, λαχταρά να ερωτευτεί και μπορεί ανά πάσα στιγμή να παγιδευτεί και να κατακερματιστεί.
Η φυγή προς την ελευθερία θα χαρίσει λύτρωση και στην ηρωίδα και στην ιστορία. Ο Μάριο Βάργκας Γιόσα, παραλληλίζοντάς την με τα «Ανεμοδραμένα ύψη» θα γράψει διθυράμβους στον πρόλογό του για την αδιέξοδη «Άββυσο» αυτή. Μιλώντας για «εξονυχιστική ψυχική αυτοψία», «αξιοθαύμαστη μαεστρία», χαρακτηρίζοντας το νεανικό αυτό μυθιστόρημα «όμορφο μα και φοβερό» που «μετά από τόσα χρόνια» (το 1944 γράφτηκε) «παραμένει ζωντανό». Ας μην ξεχνάμε, εξάλλου, ότι και ο Αρθούρος Ρεμπώ μόλις στα 17 του χρόνια έγραψε το «Μεθυσμένο του καράβι». Όσο για την Κάρμεν Λαφορέ, μετά την «Άβυσσο» δεν μπόρεσε να γράψει τίποτε εφάμιλλο, ομοίως «φοβερό», τόσο σημαντικό.
ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ-
ΕΡΓΑ ΤΗΣ:
Η Κάρμεν Λαφορέτ γεννήθηκε στη Βαρκελώνη το 1921 και πέθανε στη Μαδρίτη το 2004.
Πέρασε τα παιδικά της χρόνια στα Κανάρια νησιά, καθώς ο πατέρας της εργαζόταν ως αρχιτέκτονας αλλά και καθηγητής στο Escuela Industrial του Λας Πάλμας.
Το 1939 επιστρέφει στη Βαρκελώνη, όπου σπουδάζει για τρία χρόνια στη Φιλοσοφική Σχολή.
Στη συνέχεια μετακομίζει στη Μαδρίτη, όπου παντρεύεται και εγκαθίσταται μόνιμα.
Η έκδοση του «Νάδα» στα 1944 αναδεικνύει την Κάρμεν Λαφορέτ ως τη μεγάλη αποκάλυψη της μεταπολεμικής ισπανικής λογοτεχνίας και, στη συνέχει, ως εμβληματική μορφή για τις επόμενες γενιές.
Το «Νάδα» απέσπασε επίσης το Βραβείο Nadal.
Το 1955 η Λαφορέτ πήρε το Εθνικό Βραβείο Λογοτεχνίας της Ισπανίας για το μυθιστόρημά της «La mujer nueva».
Το 2004, τη χρονιά του θανάτου της, κυκλοφόρησε το μυθιστόρημά της «Al doblar la esquina».
ΥΓ. Εξαιρετική η αναφορά του Librofilo (κλασικά… εικονογραφημένα) με τον τίτλο «Ανεμοδαρμένα ύψη αλλά ισπανικά» (ήτο η αιτία που με έκανε να το αναζητήσω). Μου το θύμισε ο… Χίθκλιφ ξανά, και ιδού και η δική μου αμήχανη απόπειρα. Ε ναι, τα… «Ανεμοδαρμένα ύψη» δι’ εμέ, λειτουργούν ως… κλειδί. Να μην ακούσω ανεμοδαρμένο, μέσα!
4/11/08
Δε νομίζω να φωτογραφηθήκαμε ποτέ μαζί
ΑΠΗΓΟΡΕΥΜΕΝΟ ΕΡΩΤΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ
Δε νομίζω να φωτογραφηθήκαμε ποτέ μαζί
Μόνο τώρα θυμάμαι
Μια μέρα βγαίνοντας από το σινεμά
είδαμε το σχήμα μας στον καθρέφτη
ενός εμπορικού καταστήματος- πουλούσε έπιπλα φορμάικας
τραπέζια, φτηνά κάδρα νομίζω, και σύ κούμπωσες βιαστικά
το πουκάμισο γύρω στο λαιμό σου σα να πήγες σε χαμάμ
οδός Ζήνωνος, οδός Επίκουρου, και αγαπήθηκες με πάθος
στο χαμάμ και βγαίνοντας στο δρόμο το απόγευμα από το χαμάμ
πρόσεχες τα βήματα, τα βλέμματα, τις αιωρήσεις των χεριών σου.
Έπρεπε να το ‘χαμε σκεφτεί
πριν μπει ο χειμώνας μια κυριακάτικη φωτογραφία μαζί,
όπως σ’ εκείνες τις εκδρομές με το μηχανάκι
στο Μαραθώνα, στα Βίλια, στη Λούτσα
να χορεύεις με δίσκους στα τζουκ μπόξ μάμπο το Τεκίλα
ή άλλοτε ζειμπέκικο και μελαγχολία σάμπας και να μεθάς.
Έπρεπε να το ‘χαμε σκεφτεί
πριν μπει ο χειμώνας μια κυριακάτικη φωτογραφία μαζί,
μετά θα μπορούσες να φύγεις για το Νείλο ή τ’ Αλγέρι
με τους ποδηλατιστές του ήλιου.
Τώρα πια τ’ απογεύματα δεν έχω όνομα
Αν βγω στο δρόμο, έχω συμφωνήσει ν’ ακούω στα ονόματα
Αλέξανδρος, Αλέξιος, Αλέξης, Βασίλειος, Γεράσιμιος,
Γρηγόρης, Ραχήλ, Δημήτριος, Γιάννης, Λεωνίδας,
Νίκος, Μιχάλης, Μάρθα, Κωνσταντίνος, Μανώλης.
ΥΓ. Από «Τα ποιήματα 1973-2008» του Γιώργου Χρονά που κυκλοφόρησαν πρόσφατα από τις Εκδόσεις «Οδός Πανός» τις δικές του και τα διάβασε εύθραυστος και ευάλωτος μέσα στο μαύρο του καλό ρούχο Σάββατο βράδυ στο Μπιλιέτο, συγκινημένος. Πάντοτε κλαίει όταν διαβάζει ποιήματά του. Κι αυτό το Σάββατο έκανε τα πάντα για να μη του συμβεί εμφανώς. Όμως εγώ δεν είχα καμία υποχρέωση και συγκινήθηκα πολύ. Ιδιαίτερα με τούτο το ποίημα. Αλλά και με την «Ωδή στον οξυγονοκολλητή από τη Βηρυτό», από τις «Λάμπες» του και από «Τα μαύρα τακούνια».
Από τ’ «Αδέσποτα» του τέλους, γεύση μικρή. Και πικρή. Θεική:
«Έτσι μας θέλουν οι Μούσες
μόνους με άστοχες κινήσεις
βλέψεις νεκρές
επιθυμίες, βροχές
ομίχλες που δεν μας καλύπτουν
Με καμπαρντίνες παλιές
παλτά που μυρίζουν ναφθαλίνη
Με περασμένες μουσικές» (Οι Μούσες)
Δε νομίζω να φωτογραφηθήκαμε ποτέ μαζί
Μόνο τώρα θυμάμαι
Μια μέρα βγαίνοντας από το σινεμά
είδαμε το σχήμα μας στον καθρέφτη
ενός εμπορικού καταστήματος- πουλούσε έπιπλα φορμάικας
τραπέζια, φτηνά κάδρα νομίζω, και σύ κούμπωσες βιαστικά
το πουκάμισο γύρω στο λαιμό σου σα να πήγες σε χαμάμ
οδός Ζήνωνος, οδός Επίκουρου, και αγαπήθηκες με πάθος
στο χαμάμ και βγαίνοντας στο δρόμο το απόγευμα από το χαμάμ
πρόσεχες τα βήματα, τα βλέμματα, τις αιωρήσεις των χεριών σου.
Έπρεπε να το ‘χαμε σκεφτεί
πριν μπει ο χειμώνας μια κυριακάτικη φωτογραφία μαζί,
όπως σ’ εκείνες τις εκδρομές με το μηχανάκι
στο Μαραθώνα, στα Βίλια, στη Λούτσα
να χορεύεις με δίσκους στα τζουκ μπόξ μάμπο το Τεκίλα
ή άλλοτε ζειμπέκικο και μελαγχολία σάμπας και να μεθάς.
Έπρεπε να το ‘χαμε σκεφτεί
πριν μπει ο χειμώνας μια κυριακάτικη φωτογραφία μαζί,
μετά θα μπορούσες να φύγεις για το Νείλο ή τ’ Αλγέρι
με τους ποδηλατιστές του ήλιου.
Τώρα πια τ’ απογεύματα δεν έχω όνομα
Αν βγω στο δρόμο, έχω συμφωνήσει ν’ ακούω στα ονόματα
Αλέξανδρος, Αλέξιος, Αλέξης, Βασίλειος, Γεράσιμιος,
Γρηγόρης, Ραχήλ, Δημήτριος, Γιάννης, Λεωνίδας,
Νίκος, Μιχάλης, Μάρθα, Κωνσταντίνος, Μανώλης.
ΥΓ. Από «Τα ποιήματα 1973-2008» του Γιώργου Χρονά που κυκλοφόρησαν πρόσφατα από τις Εκδόσεις «Οδός Πανός» τις δικές του και τα διάβασε εύθραυστος και ευάλωτος μέσα στο μαύρο του καλό ρούχο Σάββατο βράδυ στο Μπιλιέτο, συγκινημένος. Πάντοτε κλαίει όταν διαβάζει ποιήματά του. Κι αυτό το Σάββατο έκανε τα πάντα για να μη του συμβεί εμφανώς. Όμως εγώ δεν είχα καμία υποχρέωση και συγκινήθηκα πολύ. Ιδιαίτερα με τούτο το ποίημα. Αλλά και με την «Ωδή στον οξυγονοκολλητή από τη Βηρυτό», από τις «Λάμπες» του και από «Τα μαύρα τακούνια».
Από τ’ «Αδέσποτα» του τέλους, γεύση μικρή. Και πικρή. Θεική:
«Έτσι μας θέλουν οι Μούσες
μόνους με άστοχες κινήσεις
βλέψεις νεκρές
επιθυμίες, βροχές
ομίχλες που δεν μας καλύπτουν
Με καμπαρντίνες παλιές
παλτά που μυρίζουν ναφθαλίνη
Με περασμένες μουσικές» (Οι Μούσες)
1/11/08
Η ενοχή κρατάει όσο κρατούν οι τύψεις
"Προστάτευσέ με απ' το να είμαι αυτό που ήδη υπήρξα, αυτό που ήδη υπήρξα ανεπανόρθωτα" (Religio Medici, 1643) "Γιατί, όταν ξεχνάς, συγχωρείς" "Θα κοιτάξω κι εγώ να ξεχάσω" "Η ενοχή κρατάει όσο κρατούν οι τύψεις" (Θρύλος) ΥΓ. "Κρυώνω κάπως, φοβάμαι λίγο..." (Καρτέσιος) Και όλα, Χ.Λ.Μπ. |
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)