16/6/09

Το φύλλο που έπεσε μπροστά μου/ το σήκωσα και το ξανάδωσα στο δέντρο

Για το βιβλίο της Αδαμαντίνης Κουμιώτου “Σαν τη βροχή στο χώμα”

“Αλλά εκεί με πρόσμενε αυτός που δε με γνώριζε
εκείνος που δε μ' άφηνε να μπω στον εαυτό μου”.
(Νάνος Βαλαωρίτης)

“Σαν το κυπαρίσσι, που χρόνια ονειρεύεται να γίνει κατάρτι σε πλοίο”,
“Ο Αντρέας, σοβαρός, ένας κανονικός Καθηγητής Πανεπιστημίου, ατσαλάκωτος μέσα κι έξω.... που ήταν εύκολο και “να παρασυρθεί κανείς, να το πιστέψει αυτό το ατσαλάκωτο”,
στο καινούργιο μυθιστόρημα της Αδαμαντίνης Κουμιώτου, αισθάνεται εξόριστος από τον Παράδεισο, ρισκάρει στα μέτρα του επιτρεπτού και του ανεπίτρεπτου, μια πρόγευσή του.

Την Αδαμαντίνη, πρώτα την διάβασα και μετά την γνώρισα. Την γνώρισα, μάλιστα, από ένα βιβλίο της αρκετά σιβυλλικό και συμβολικό, “Μετά τη σιωπή”. Κι εκεί η ατσαλάκωτη ηρωίδα της, που τόσο μου έμοιαζε, από τα αρχαία έτη υπήρξα το πιο καλοσιδερωμένο παιδάκι, ήρθε αντιμέτωπη με εκείνο που, πάντοτε υπήρχε καταχωνιασμένο μέσα της. Επειδή, όπως λέει κι ο ποιητής (άλλος αγαπημένος στίχος) “λάμπει μέσα μου εκείνο που αγνοώ, μα ωστόσο λάμπει”.

Έτσι ακριβώς έλαμπε με την έλλεψή του και στη ζωή του Γνωστού “ατσαλάκωτου” κυρίου Καθηγητή στην καινούργια της ιστορία. Εξάλλου, όπως έχει ήδη προείπει η συγγραφέας και “Στης αγάπης θάλασσα”,

“ο κόσμος μονάχα όταν τον μοιράζεσαι, υπάρχει”.

Ολα σε σχέση, σ' αυτή τη ζωή, και ως Καθηγήτρια η ίδια με εξαιρετικές σχέσεις φαντάζομαι και με τους μαθητές, φαίνεται να το ξέρει:

“Κάθομαι μερικές φορές και σκέφτομαι: να μπορούσα, λέει, να ξαναγυρίσω στο παρελθόν, να τακτοποιήσω μερικά πράγματα, ν' αποτελειώσω κάποια άλλα”... Είχε βάλει ήδη το σημαδάκι της σ' αυτήν την εξαίσια ψυχαναλυτικά συγγραφική εμμονή από το πρώτο της κιόλας βιβλίο.
Και τώρα επιστρέφει με έναν έρωτα σχεδόν αρχετυπικό. Γνωρίζοντας καλά πως μόνο αν χάσεις, έχεις ελπίδα να βρεις την ψυχή σου. Εάν την χάσεις στην άβυσσο ενός έρωτα που θα έρθει απρόσμενα και θα σε βάλει σε κίνδυνο. Θα απαιτήσει από σένα, τον εαυτό σου και τις σταθερές σου. Το έδαφος που πατάς. Τη γαλήνη.

“Γηράσκω αεί αναθεωρών”, ο ήρωάς της. Θα αναγκαστεί να σπάσει τα όρια. Εξάλλου, παρά τα Συνέδρια, τις Δημοσιεύσεις και τις επιτυχίες, πίσω, μια ρημαγμένη ζωή. Το βιβλίο μας εισάγει στον θάνατο προτού μας προσφέρει το ερωτικό ελιξίριο.
Ο νεκρός φίλος του καθόλου τυχαία το ότι είναι από το ίδιο νησί που κατάγεται ο έρωτας, η Ευρυάλη. Η Ευρυάλη που αριστεύει και μαγεμένη τον αναζητά στα έδρανα για να τον ακούσει, μια ζωή για να τον ακολουθήσει.
Η Ευρυάλη που θα τον βγάλει από τη μοναξιά του και θα τον βάλει για πρώτη φορά στον πειρασμό της αφής:

“Η αφή, ο σπινθήρας της αφής, μονάχα η αφή. Η αφή, η πιο ταπεινή απ' όλες, αυτή λυτρώνει”.

Η Ευρυάλη που θα του αποκαλύψει τα όριά του, θα του διδάξει τον κόσμο μέσα από νέες σταθερές, θα του γυρίσει κακό και καλό ανάποδα σαν το πουλόβερ:

“Το βράδυ όταν περνάς απαρατήρητη
γεμίζεις τα δάχτυλά μου με μελάνι
τις αναμνήσεις με εκατό σελίδες
όλες ανάρμοστες”
(Στέφανος Ροζάνης)

Εξάλλου, δεν έχει και τίποτα να χάσει. Παρά τις επιτυχίες, παραμένει με μια συναισθηματικά, άδεια και ρημαγμένη ζωή:

“Η ζωή είναι ένα παιχνίδι επικίνδυνο, ιδιαίτερα όταν το παίζεις με τους άλλους”. Κι απόψε αυτό “το σούρουπο είχε τη θλίψη αιώνων”. Τώρα το ποτάμι δεν δεν γυρνούσε πίσω. Ηταν πολύ αργά πλέον. Τι ν' άλλαζε, από πού ξεκινώντας, τι προλάβαινε; Αν μετακινούσε “μια πέτρα, γκρεμίζονταν το σπίτι”, αν άρθρωνε, όπως ένιωθε, έστω και “μια λέξη, έπεφτε ο ουρανός”. Η ζυγαριά της ζωής του ήταν πια τσακισμένη”.

“Ευχαριστώ”, μονολογούσε πολλές φορές, “αλλά μη μ΄ αγαπάτε, σας παρακαλώ. Σφάξτε με, καλύτερα!” Και να πεις πως δεν τον συμβούλευε η μητέρα του, από μικρό; “Προσοχή να μη σε κάνουν γεφύρι”.

Προσοχή, να μη σε κάνουν γεφύρι!
Κι επιτρέψατέ μου σ' αυτό το σημείο να πω στην Αδαμαντίνη ένα μεγάλο ευχαριστώ, επειδή επιτέλους κατάλαβα τί ήταν εκείνο, τι είναι εκείνο που με μαγεύει μέσ' τα βιβλία της, αυτό ακριβώς “το ατσαλάκωτο” και ενδεχομένως και το ότι μπορεί να έχω ήδη γίνει ”γυναίκα- γεφύρι”.

Η οξυδέρκειά της στο θαυμαστό και στη λεπτομέρεια, πάνω απ' όλα με μαγεύει. Η υποδόρια τρυφερά ποιητική της γλώσσα και μια επί της ουσίας επαναστατική ηθική. Η επισήμανση της λεπτομέρειάς της και η ανάδειξή της σε σημείο κομβικό:

“Η θάλασσα κι η κοινωνία χωνεύουν τα πάντα. Ωστόσο μπορείς να πνιγείς εύκολα από έναν λόγο ή από μια κουταλιά νερό”.

Η ντοστογιεφσκική μοναξιά του ήρωά της:

“Όταν απλώνεις το χέρι κι οι άλλοι κρατάνε το δικό τους στην τσέπη, όταν εκλιπαρείς για μια τους λέξη κι ακούς την ηχώ, την τρομαγμένη ηχώ της δικιάς σου φωνής, κάποιος τότε ξαναστρώνει το μοναχικό σου κρεβάτι με τα κρύα σεντόνια της μοναξιάς”.

Και η αυτοδιάθεση μέχρι αυτοθυσίας της ηρωίδας της, σαν τη Μικρή Γοργόνα του Άντερσεν:

“Η μάγισσα λέει στη Μικρή Γοργόνα:
“Η ουρά σου θα χωρίσει στα δυο και θα μικρύνει
και θα γίνει αυτό που οι άνθρωποι λένε όμορφα πόδια,
αλλά θα πονέσει σαν να περνάει από μέσα σου ένα κοφτερό σπαθί. Κάθε βήμα που θα κάνεις θα είναι σαν να περπατάς πάνω σε ένα μαχαίρι τόσο κοφτερό, που θα κάνει το αίμα σου να τρέχει”. Όταν η Μικρή Γοργόνα στέκεται τελικά μπροστά στον αγαπημένο της πρίγκιπα, τα καινούργια της πόδια, που τα είχε ανταλλάξει με την υπέροχη φωνή της, αιμορραγούν. Ο πρίγκιπας δεν το προσέχει κι εκείνη δεν παραπονιέται”.
Χανς Κρίστιαν Άντερσεν)

Ο ήρωάς της, όσο κρατά αυτός ο απίστευτα θεικός, αλλόκοτος έρωτας, τον βιώνει διπλά, όπως ξέρει κι όπως δεν ξέρει. Αναζητώντας την αρχικά στο χαρτί, αλλά παρόλα αυτά:

“Η ίδια η ζωή, στα πάνω και στα κάτω, τον αχρηστεύει, τον φιμώνει τον λόγο. Μόνο να κάθεσαι να την κοιτάς μπορείς. Μόνο να την κοιτάς, όχι να την περιγράφεις”.

Θα βιώσει την κόλαση του ανεπίτρεπτου και του επιτρεπτού,
“Όχι! Δεν θα μου πάρετε την αστραπή απ' τα χείλια!”
(Πολ Βαλερί)
θα γίνει ο ερευνητής και το πείραμα, συγχρόνως. Εξάλλου έτσι έχει μάθει, αυτό γνωρίζει, να είναι σκληρός πρώτα με τη δική του ψυχή, με τα δικά του επιθυμώ, λαχταρώ, επιτρέπεται, θέλω:
“Η ψυχή του γινόταν αυστηρός κριτής των ίδιων των αναγκών της. Σαν να ντρεπόταν που τολμούσε ξανά να νιώθει πως υπάρχει ακόμα καιρός. Καιρός για τί ακριβώς; Αυτό ντρεπόταν πολύ, ντρεπόταν στ' αλήθεια να το προσδιορίσει”.

Αλλ' είναι και η έρημος που μια ζωή κουβαλά, όντας έρημος τελικά ο ίδιος:

“Έπειτα, δεν ήταν ο χρόνος που τον βάραινε και τον έθλιβε' ήταν που δεν είχε με ποιόν να μοιραστεί το πέρασμά του, ήταν που δεν είχε τρόπο ουσιαστικά να τον γεμίσει με άυλα, πολύτιμα παραγεμίσματα, πλην αυτών της επιστήμης του”.

Παρ΄ότι διδάσκοντας θα λέει και θα ξαναλέει στους μαθητές:
“Σας παροτρύνω λοιπόν ν' ακολουθήσετε τα όνειρά σας και σας βεβαιώνω πως όλοι μας “έχουμε πινέλα και χρώματα να ζωγραφίσουμε τον Παράδεισο και να πούμε μέσα”.
Στη δική του ζωή, έχει μείνει ο σοφός καθηγητής, μεταξεταστέος.

Η συγγραφέας γνωρίζει καλά κι από ατμόσφαιρα, κι από χαρακτήρες, κι από αντιφάσεις ψυχής, αλλά πάνω απ' όλα γνωρίζει καλά Ποίηση και στήνει μια απίστευτη ιστορία. Σε κάθε της βιβλίο ανοιγοκλείνει κεφάλαια με στίχους ποιητών αλλά σ' αυτό στρώνει ένα θεικά ποιητικό μωσαικό σε όλη την ιστορία.
Πατώντας σε ό,τι άξιζε, σώθηκε, αγάπησε, δίνοντας σε μια ερωτική σχέση σχεδόν υπαρξιακή (κανένας από τους δυο μετά απ' αυτή την Συνάντηση δεν θα παραμείνει ο ίδιος), μια διάσταση αρχετυπική.
Γι' αυτό είναι ο έρωτας, για να γνωρίσει ο καθένας τη ψυχή του.
Και παίζει. Με τον Παράδεισο και την με Κόλαση, με τον Βιτκενστάιν και με τον Μπόρχες, με τον Ελύτη, τον Κάλβο και με τον Σολωμό, με τον Βαλαωρίτη και με τον Δημουλά με...

“Το παρελθόν μιας αυταπάτης! Ο Κάλβος και ο Σολωμός έζησαν είκοσι χρόνια στην ίδια πόλη, χωρίς ποτέ να συναντηθούν. Ο ίδιος έζησε σ' όλη του τη ζωή με τη λαχτάρα και την προσμονή της ευτυχίας και άφιξη δεν του ανακοινώθηκε ποτέ... Στα γράμματα τα πέτυχε όλα. Στη ζωή πού ήταν το λάθος”.

Οροθετώντας αλλού και αλλιώς τώρα πια την ήττα.

Ο ήρωάς της, αναζητώντας στην Ευρυάλη τον Έρωτα και τον Χαμένο Καιρό, ανακαλύπτει τελικά και ξαναγράφει το μισοσβησμένο, χαμένο πρόσωπό του:

“Το κενό του χρόνου, ήταν για να νιώσουμε την ικανοποίηση της εύρεσης, της συνάντησης και στη συνέχεια την απογοήτευση της απώλειας της πρόσκαιρης κτήσης. Ισως συναντάμε τον μίτο και τον χάνουμε σε μια πράξη πίστης, σε μια αρμονία, σ' ένα όνειρο ή πολύ απλά, στην απέριττη ευτυχία” (Μπόρχες).

Θα χτυπηθεί ανελέητα, αμείλικτος με τον ίδιο του τον εαυτό και θα βασανιστεί:

“Πόσο σου ταιριάζει Ιουλιέτα ο στίχος του Σαίξπηρ, μα αλίμονο, κανείς καθρέφτης δεν θα με δείξει Ρωμαίο”.

Απίστευτα γενναίος και γενναιόδωρος, απ' τη ζωή του άλλωστε πια πέρασε η αγάπη:

“Από αύριο θα σαι η επίσημη ξένη των απόκρυφων σελίδων μου. Δεν ξέρω αν θα σε ξαναδώ ούτε στον απάνω ούτε στον κάτω κόσμο. Έμπλεος από σένα πώς κι από πού να σε φωνάξω; Χύνεται μέσα μου η φωνή μου και δεν μ' ακούς και δεν μ' ακούω' και σε ζητώ και δε σε βρίσκω γιατί είσαι όπου είμαι κι είμαι όπου είσαι και κανείς μας δεν είναι όπου είναι. Απροσδιόριστοι στον κόσμο”.

Ευγνώμων στον Κόσμο, τελικά, επιτέλους ευγνώμων και στη Ζωή.

“Το φύλλο που έπεσε μπροστά μου
το σήκωσα και το ξανάδωσα στο δέντρο”.
(Βύρων Λεοντάρης)

Διότι, όπως θα πει:

Όμως “εμείς ζήσαμε το θαύμα. Κι ο απόηχος των θαυμάτων ποτέ δεν εκλείπει. Στην ευχή μου, δηλαδή στην αγάπη μου”.

Θα πράξει, όπως πρέπει. Αναγνωρίζοντας πως στη ζωή του έφτασε κάπως αργά. Θα φέρει με ευγνωμοσύνη σχεδόν κι αυτά τα ανεπούλωτα τραύματα:

“Λοιπόν θα ξαναπάρω
σκυφτός και σκοτεινός την καρδιά μου
για να την κουβαλήσω
σαν το σκυλί που κουβαλάει στην τρύπα του
το πόδι του που του 'κοψε το τραίνο”.
(Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι)

Παρηγορητικός άλλοτε,

“Δεν φοβάμαι τίποτα πια, μη φοβάσαι το παραμικρό. Ό,τι κι αν γίνει, ο δικός μας “ο ουρανός θα το γυρίζει γρήγορα στο γαλάζιο”.

Αστείος, όσο ποτέ (επιτέλους γελά, εκείνη του μαθαίνει και να γελά):

“Θα κάνω παν το δυνατόν δια να σε αποκτήσω και οποιαδήποτε δουλειά να 'ρθω να σε ζητήσω. Μη με ποτίζεις στεναγμοί προ της κλειστής σου θύρας και μου πετάς γι' ανταμοιβή ογκώδεις ποτιστήρας”.

Στη ζωή τους τα πάντα πια αποκτούν συμβολική σημασία:

“Κιμωλία ψάχνετε? Έχω εγώ να σας δώσω!”

Ακρωτηριασμένος, ανεπανόρθωτα:

“Με πέτρινους στίχους χτύπησα το χαρτί
Τινάχτηκε μια θάλασσα μαλλιών
Ψηλά
Άναψαν κυπαρίσσια
Και πώς να γράψω απόψε
Τα χέρια μου έγιναν κλαδιά”.
(Βαγγέλης Δημητριάδης)

δεν πρόκειται ποτέ μα ποτέ να είναι ο ίδιος.

Μια από τις σπάνια σπαρακτικές ερωτικές ιστορίες, που είναι και δοκίμιο αυτογνωσίας για όσους υπήρξαν μόνον πολύ καλοί μαθητές. Για την τσαλακωμένη μας καρδιά που κάποτε γίνεται κλειδί για να περάσει κανείς στον όντως εαυτό, στα ουράνια.

Και σίγουρα, το πιο καλό της βιβλίο. Αυτό το παιχνίδι με την ποίηση και με τις λεπτές αποχρώσεις της ψυχής, έγινε σχεδόν ένα αρχετυπικό ερωτικό παιχνίδι. Με την σπουδαιότητα που αποδίδουν στο παιχνίδι τους τα παιδιά. Και με τις “μοιραίες διαστάσεις” που επιβάλει σχεδόν, ο Θείος Έρως.
Επιτρέψατέ μου να κλείσω καρκινικά, με τους στίχους εκείνους που αποτελούν και το κλειδί της ιστορίας. Κάθε ερωτικής ιστορίας:

“Αλλά εκεί με πρόσμενε αυτός που δεν με γνώριζε,
εκείνος που δε μ' άφηνε να μπω στον εαυτό μου”.

Διότι μονάχα μέσα απ' τον άλλον, μπορώ να είμαι ο ίδιος!

Αδαμαντίνη, γι' αυτό το υπέροχο ταξίδι, στον έρωτα της γλώσσας και της ανθρώπινης ψυχής πάνω απ' όλα, σ' ευχαριστώ.
Σ' ευχαριστώ επίσης για την εμπιστοσύνη και για τη φιλία.

ΥΓ. Αυτά και πολλά άλλα ειπώθηκαν χθες, σε μια κατάμεστη αίθουσα από αγάπη' φοιτήτριές της και φοιτητές της, συμπατριώτες της, φίλοι, συνάδελφοι και συγγενείς. Και η Αδαμαντίνη τόσο οικεία, τόσο ζεστή, τόσο ευγνώμων στους πάντες...
Ξεκινώντας, το πρώτο που είπα είναι ότι δεν υπάρχουν “τυχαία” σ' αυτή τη ζωή. Και πριν φύγω ως το βράδυ ήρθε η ζωή να το επιβεβαιώσει.
Με πλησιάζει μια κοπέλα να την πω? Κυρία? δεν γίνεται να κατατάξω τους ανθρώπους, διότι δεν αισθάνομαι και τον χρόνο που περνά.
“Δεν θα με θυμάστε...” μου λέει.
“Κι όμως, κάτι, κάτι...” (μου θυμίζει πράγματι, δεν την παρηγορώ).
“Είχαμε κάνει κάποτε ένα ταξίδι στο Λεονίδιο, μαζί με τον Μανόλη τον Γλέζο”.
“Α τί μου θυμίσατε! Κι έχω από τότε και μια φωτογραφία εκπληκτική. Από μιαν άγνωστη μέσα στο πούλμαν! Κανένας δεν με έχει δει τόσο πολύ, τόσο βαθιά, όσο αυτή, την βάζω σε αφίσες, σ' αυτιά βιβλίου....”
“Εγώ! Εγώ είμαι αυτή! Εγώ σας είχα στείλει τότε εκείνη τη φωτογραφία! Μου έκανε εντύπωση το βλέμμα σας, σκέφτηκα να μια γυναίκα που θα μπορούσε να σκοτώσει ή να θυσιαστεί. Γι' αυτό σας πλησίασα, έχετε ακόμα το ίδιο βλέμμα”.
Την λένε Άσπα, δουλεύει σε κτηματομεσιτικό γραφείο και δεν φωτογραφίζει πια.