16/1/08

Χειρόγραφο σχέσης: Φοβούμαι μη διαψευστώ!

ΣΠΥΡΟΣ Γ. ΚΑΡΥΔΑΚΗΣ
Τον γνωρίσαμε το 1997 με το μυθιστόρημά του «Ένας με μαχαίρι». Αμέσως τον προσέξαμε. Και για το ιδιαίτερο βιογραφικό του, αλλά και για την τόλμη του, την γλώσσα του, εκείνη την περίεργη αιμομικτική σχέση, τον έρωτα και τη γνώση που πίσω τους παραφυλάει ο σπαραγμός.
Το 2000 κυκλοφορούσε «Η νύχτα των ονομάτων»: Ένας απρόσιτος εκδότης εφημερίδας καλούσε μια νεαρή δημοσιογράφο και της ανέθετε μια ιδιόρρυθμη, εμπιστευτική αποστολή. Κάπου στα βουνά σε ένα μυστικό στρατόπεδο, μια μυστική συμμορία παράξενων νεαρών, απογοητευμένων από τον πολιτισμό, ασκούνταν στις θεωρούμενες ως αντρικές τέχνες: οπλογνωσία κι οπλοχρησία, πίστη, αφοσίωση σε ιδανικά, φιλία, αλληλοβοήθεια, εντιμότητα, ομαδική ζωή, κοινότητα αγαθών, γενναιότητα, αυτοθυσία. Πιστεύοντας πως η ζωή του άντρα καταξιώνεται μέσα από τον πόλεμο. Ένα βιβλίο που αξίζει να διαβαστεί έστω και μόνο για το τέλος.
Μάθαμε πια να περιμένουμε την επόμενή του δουλειά. Έτσι όταν κυκλοφόρησε η νουβέλα «Άσε με σε δέρνω κάπου κάπου», ο Σπύρος Καρυδάκης δεν μας απογοήτευσε.
Πρωτοτυπία και τόλμη, φρέσκος αέρας έμπνευσης και γραφής και ένας γελωτοποιός που θα μας μείνει αλησμόνητος.

«ΑΣΕ ΜΕ ΝΑ ΣΕ ΔΕΡΝΩ ΚΑΠΟΥ ΚΑΠΟΥ» του Σπύρου Γ. Καρυδάκη, Εκδ. «Καστανιώτη», σελ. 157, 12 ευρώ.
«Η αγγελία έλεγε: «Κυρία ζητάει γελωτοποιό. Μισθός ικανοποιητικός». Δεν είχα λεφτά ούτε για κωλόχαρτο. Πήγα λοιπόν, Βίλα γαμάτη με τεράστιο κήπο κι ένα σκυθρωπό κηπουρό. Μου άνοιξε μια Φιλιππινέζα.
- Ήρθα για την αγγελία.
- Από δω.
Γραφείο. Μια ωραία γυναίκα, ψηλή, με πολύ τουπέ. Στην ηλικία μου περίπου. «Να τα μας!» σκέφτηκα. Εκείνη με κοίταζε από πάνω ως κάτω με αποδοκιμασία.
- Μα εσείς δεν είστε νάνος, στραβοκάνης και καμπούρης, έκανε απογοητευμένη. Εσείς είσαστε όμορφος, δυστυχώς».
Έτσι άρχισαν όλα. Από την αγγελία. Μια αγγελία περίεργη, σχεδόν σιβυλλική που κάνει ολόκληρη τη νουβέλα να υπαινίσσεται χίλια δυο, σχεδόν συμβολική, αλληγορική.
Διότι τον προσλαμβάνει τον ήρωα ως γελωτοποιό η κυρία, και ας μην είναι ούτε «νάνος», ούτε «στραβοκάνης», ούτε «καμπούρης».
Αλλά ένας νέος, όμορφος, ιδιαίτερης ευφυίας άντρας που θα οδηγήσει την παρέα της και τη σχέση τους έως τον σαδομαζοχισμό.
Ένα διαλεκτικό παιχνίδι αυτοκαταστροφής θα ξεκινήσει πρωτίστως στη βίλα και στα κλαμπ των βορείων προαστίων, με σοφιστικούς διαλόγους που αποτελούν το φόρτε του συγγραφέα και κάνουν το έργο σχεδόν θεατρικό.
Ο φόβος των δυο ηρώων απέναντι στον έρωτα και την αγάπη, κοινός. Αλλ’ οι αντιδράσεις τους στο φινάλε, εκ διαμέτρου αντίθετες. Εκείνος παραδίδεται άνευ όρων: Ο Γιάννης μετατρέπει τον εαυτό του, τα χαρίσματά του, τα πάθη του, τα ελαττώματα, τις μιζέριες κι εν τέλει το σώμα του σε άθυρμα για να τη διασκεδάζει. Στο τέλος σκίζει τη σάρκα του και κόβεται για το χατίρι της κομμάτια. Εκείνη, η Δωροθέα, «αντέχει» μέχρι το τέλος και όταν εν τέλει αποφασίζει να παραδοθεί είναι ήδη αργά.
Το τι έγινε σ’ αυτή την ιστορία θα το γνωρίσουμε από τον ουκρανό κηπουρό στον οποίο ο Γιάννης έχει προλάβει να παραδώσει το «χειρόγραφο της σχέσης τους» το οποίο εκείνος μετά την μεγάλη ανατροπή της ιστορίας, θα ολοκληρώσει και θα δημοσιεύσει.
Στο μεταξύ, ο αναγνώστης έχει προλάβει να χαρεί μια άνευ όρων και ορίων διαλεκτική μονομαχία όπου συγκρούονται, τάξεις, φύλλα, σχέσεις αιώνων και η αλήθεια με το ψέμα του καθενός.
Κουβέντες όπως: «Η αγάπη είναι πιο διαβρωτική από το μίσος ή την ειρωνεία ή τη νοσταλγία για τη φρίκη των παιδικών μας χρόνων». «Ο μεγαλύτερος εγωισμός είναι το να επιδιώκεις πάση θυσία το καλό των άλλων ανθρώπων». «Το χρήμα είναι το μόνο κριτήριο κάθε αλήθειας. Είναι η μόνη φαινομενικότητα με την οποία ξεπουλάς τη δημοκρατία, γαμάς καλά, φιλοσοφείς ακοπίαστα κι εξαγοράζεις τον θεό». «Έπαθε εξάρτηση, όπως αυτή που παθαίνουμε από την κόκα, την πρέζα, το χρήμα, τον έρωτα και τ’ άλλα σκληρά ναρκωτικά». Και «Το χιούμορ ήταν πάντα το μέγιστο όπλο των φύσει αποτυχημένων αφενός και αφετέρου των πολύ αυτόνομων», παρότι σοκάρουν, διαθέτουν κάτι από την υποσυνείδητη γνώση ή επίγνωσή μας.
Ενδεχομένως κι αυτός ο τρόμος αγάπης, «Ο πανικός ενώπιον του αληθινού έρωτος. Φοβούμαι μη διαψευστώ», ακόμα κι αυτός, κάτι να μας θυμίζει.
Ένα βιβλίο που μπορεί να μας σοκάρει, να μας προβληματίσει, αλλά επ’ ουδενί θα περάσει απαρατήρητο. Με έκδηλες όλες τις αρετές του Καρυδάκη: πρωτοτυπία στη σύλληψη, ικανότητα κι οξυδέρκεια στους διαλόγους, τόλμη στη σκέψη και στο σχεδιασμό της ιστορίας, αυτοσαρκασμό μέχρι τελικής πτώσης, ανατροπή των πάντων μπας και βρούμε καμία σταθερή ή αλήθεια.
Το αποτέλεσμα, σίγουρα, μια νέα πρόταση και μια φρέσκια λογοτεχνική φωνή.

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ:
Γεννήθηκε στη Ζάκυνθο το 1961.
Εργάστηκε ως αγρότης, εργάτης, ναυτικός, ψήστης, επιμελητής ύλης σε περιοδικό, ανθοπώλης, βιβλιουπάλληλος κ.α.
Έχει γράψει:
«Ο ένας με το μαχαίρι», μυθιστόρημα, Εκδ. «Καστανιώτη», 1997.
«Η νύχτα των ονομάτων», μυθιστόρημα, Εκδ. «Καστανιώτη», 2000.
Το «Άσε με να σε δέρνω κάπου κάπου» κυκλοφόρησε επίσης από τον «Καστανιώτη» τον Απρίλιο του 2003.
«Να δούμε ποιος θα φαγωθεί», Εκδ. «Καστανιώτη», 2005

ΥΓ1. Σ’ όσους φοβούνται την αγάπη, όλοι οι ήρωες του Σπύρου Καρυδάκη την φοβούνται, και σ’ όσους αρέσκονται σε παιχνίδια παιδικά και πολεμικά: «Η νύχτα των ονομάτων» είναι βασισμένη σε ένα ινδιάνικο παιχνίδι, το «Άσε με να σε δέρνω κάπου κάπου» γύρευε πού! Το «Να δούμε ποιος θα φαγωθεί» μήπως κάτι σας θυμίζει?
ΥΓ2: Αυτοί τον χαβά τους, κι εγώ το δικό μου! Σταθερά! Ετη και έτη εν ειρήνη και εν... βιβλίω!