4/3/11

Οι βασικές εμμονές μας παραμένουν οι ίδιες. Χωρίς βαριά σκιά δεν υπάρχει ούτε διάθεση, ούτε και έργο


“Θέλω να γίνομαι άνθρωπος του ελέους"

"Οι περισσότεροι δεν ζούμε στη δική μας ζώνη επιθυμιών”

Συνέντευξη στην Δέσποινα Σαββοπούλου στο περιοδικό “Επίκαιρα” (3/3/2011)


Με την ωριμότητά της στο απόγειο, η Ελένη Γκίκα κατέθεσε το δωδέκατο μυθιστόρημά της, που έχει τίτλο “Αιώνια επιστροφή”. Μέσα από την ερωτική ιστορία της φοβισμένης γυναίκας με τον καθηγητή, όπου η εποχή του Interner κάνει σαφή την παρουσία της, η συγγραφέας προσφέρει στον αναγνώστη της ένα πόνημα που διακρίνεται για το βάθος των συναισθημάτων που προκαλεί. Οι ήρωες των βιβλίων που αγαπά η συγγραφέας τη συντροφεύουν σε κάθε της λογοτεχνικό βήμα και κάνουν ακόμα πιο ενδιαφέρουσα την πλοκή.

Ορμώμενη από τον τίτλο του βιβλίου σας να ρωτήσω αν πιστεύετε πως ό,τι αξίζει και αγαπήσαμε πολύ βρίσκει κάποια στιγμή τρόπο και επιστρέφει;

O,τι αγαπήσαμε, κυρία Σαββοπούλου, αποτελεί κομμάτι μας, είμαστε ό,τι ζήσαμε, έτσι ή αλλιώς υπάρχει και ενεργεί μέσα μας, αλλά και για αδιευκρίνιστους λόγους στη ζωή μου έχω δει και επιστροφές με μικρά καθημερινά θαύματα. Είναι σα να στριφογυρίζουμε μια ζωή, γύρω από τον ίδιο πυρήνα. Και το βρίσκω υπέροχο!

Στο βιβλίο σας συνυπάρχουν ήρωες και στοιχεία από διαφορετικά βιβλία. Τι θέλατε να πετύχετε με αυτό;

Η κεντρική ηρωίδα μου είναι εκδότρια. Οι συγγραφείς και οι χάρτινοι ήρωες την έχουν... μεγαλώσει, είναι κάτι σαν συγγενείς της. Μέσα απ' εκείνους αγαπά, συνομιλεί, αναγνωρίζει, καταφεύγει στα όμοια. Αυτή η συνομιλία κατά κάποιον τρόπο με των άλλων τα κείμενα, αποτελεί για τα τελευταία βιβλία μου μια άτυπη τριλογία. Ξεκίνησε με τον “Υγρό Χρόνο” από τα χειρόγραφα που βρέθηκαν στον πνιγμένο, συνεχίστηκε στο “Πλήθος είμαι” όπου έκαναν το “εγώ”, “εμείς” για την ηρωίδα και έφτασε στο φινάλε και στην κορύφωσή του στην “Αιώνια Επιστροφή”. Η Όλγα και η Μαρίλια επικοινωνούν μέσα απ' εκείνα τα κείμενα, εκστομίζουν το ανείπωτο, επιτυγχάνουν ένα πιο βαθύ τρόπο συνομιλίας.

Πόσο σας απασχολεί ο αναγνώστης όταν γράφετε και με την «Αιώνια επιστροφή» τι θέλατε να του προσφέρετε;

Ντρέπομαι αλλά την ώρα που γράφω είμαι ολομόναχη με τα φαντάσματά μου. Ε κι όταν όλο αυτό τελειώσει, ελπίζω να καταφέρω να κάνω το σκοτάδι, φως. Στην “Αιώνια Επιστροφή” τουλάχιστον αυτό επιδίωξα. Να ξεκινήσω με τους “Δαιμονισμένους” και να τελειώσω με τα “Πατερικά κείμενα”. Η Όλγα είναι όχι τόσο του δικαίου, όσο του... ελέους.

Πιστεύετε ότι σήμερα οι άνθρωποι καταφέρνουν συχνά να ζουν τις ζωές τους στις δικές τους ζώνες επιθυμιών;

Δυστυχώς όχι, οι περισσότεροι από μας ζούμε τη ζωή ενός άλλου. Σαν υπνοβάτες πορευόμαστε και τερματίζουμε γι' αυτό και μας πανικοβάλει το... τέρμα. Αλλά για να ζήσεις στη δική σου ζώνη των επιθυμιών θα πρέπει πρώτα να γνωρίζεις και τις δικές σου επιθυμίες. Ξέρετε πόσο δύσκολο είναι;

Πρόκειται για το δωδέκατο μυθιστόρημα σας και το 26ο βιβλίο σας. Πως έχει εξελιχθεί η γραφή σας σ αυτή τη διαδρομή;

Οι βασικές εμμονές, ας λέμε, παραμένουν οι ίδιες. Χωρίς βαριά σκιά, δεν υπάρχει ούτε διάθεση, ούτε έργο στην τελική. Αυτό που σίγουρα έχει αλλάξει είναι η αποδοχή και το φωτεινό... σκότος. Έχω γίνει πιο αισιόδοξη και ελπίζω όσο περνά ο καιρός να γίνομαι και, όσο σαφέστερη κι απλούστερη γίνεται. Το δικό μας αίνιγμα λύνουμε γράφοντας. Κι όσο άλυτο κι αν παραμένει, όλο και πλησιάζουμε στον πυρήνα του.

Η ζωή των ηρώων των βιβλίων σας τελειώνει στην τελευταία σελίδα του κάθε βιβλίου σας ή εξακολουθεί να σας απασχολεί και μετά το τέλος της ιστορίας και την έκδοση της;

Δεν είναι καινούργιο αυτό που θα πω, αλλά σίγουρα θα πρέπει να υπάρχει κάπου ο κόσμος των ηρώων. Εξάλλου αυτονομούνται κάποια στιγμή, γίνονται πιο ζωντανοί και από τον γείτονά μας. Αφήστε που πολλοί απ' αυτούς, επιστρέφουν κιόλας, σε βιβλία επόμενα ακόμα κι όταν δεν θέλουμε. Διεκδικούν τη ζωή τους, την διαδρομή τους, τα λάθη τους και τα πάθη τους. Εμείς, το μόνο που μπορούμε φιλότιμα να κάνουμε είναι να τους ακολουθούμε.

Ποια είναι η γνώμη σας για τη σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία;

Η καλύτερη! Χωρίς να αγνοώ το περιοριστικό της γλώσσας, οι συγγραφείς μας δεν έχουν τίποτε να ζηλέψουν από κανένα! Οι αντιξοότητες και οι κάθε λογής κρίσεις, μόνον όφελος αποτελούν για την τέχνη. Κι από τέτοια, δόξα τω Θεώ, πάντοτε διαθέταμε. Μαζί με όλα αυτά και εξαιρετικούς συγγραφείς και ποιητές. Που όσο στενεύουν τα περιθώρια θα γίνονται όλο και ουσιαστικότεροι και καλύτεροι. Για τη λογοτεχνία μας δεν έχω μεμψιμοιρήσει ποτέ μου! Και αντιμετωπίζω με καχυποψία όσους το κάνουν. Το μόνο ίσως... μεμπτό είναι ότι συνήθως δεν διαβάζει ο ένας τον άλλον!

Ποιοι είναι οι ακρογωνιαίοι λίθοι για σας της λογοτεχνίας, ελληνικής και παγκόσμιας;

Οι τραγικοί μας και σίγουρα οι μεγάλοι μας ποιητές. Με προσωπική αδυναμία στον Αισχύλο και στον Σεφέρη. Παπαδιαμάντης και Βιζυηνός με αδυναμία στον Βιζυηνό και στο πάνθεον των προσωπικών μου αγίων, Ντοστογιέφσκι, Μπόρχες, Προυστ, Κάφκα, Γιουρσενάρ και Βιρτζίνια Γουλφ. Τους διαβάζω και τους ξαναδιαβάζω και τους ξαναδιαβάζω. Μεγαλώνοντας επιστρέφω σε ό,τι αγάπησα όλο και πιο συχνά. Αλλά και στα Πατερικά Κείμενα, άργησα να τα ανακαλύψω, με κάνουν άλλον άνθρωπο, με αναπαύουν. Το έλεος που σας έλεγα; Μεγαλώνοντας θέλω να γίνομαι περισσότερο άνθρωπος του ελέους και όχι του... δικαίου. Υπάρχει μια περίεργη νομοτέλεια στο σύμπαν ξέρετε, και μια δικαιοσύνη όχι και τόσο... χοντροκομμένη και σαφής. Μεγάλοι συγγραφείς παραμένουν όσοι όλο αυτό ενδεχομένως να το ψυχανεμίστηκαν. Γι' αυτό και το έργο τους διατρέχει την συνείδησή μας και τον χρόνο.

ΥΓ2. Ευχαριστώ την κυρία Δέσποινα Σαββοπούλου για την γενναιόδωρη συνέντευξή της και για τις εξαιρετικές ερωτήσεις της.


ΥΓ2. Σήμερα του Αγίου Γερασίμου, Μάκη, Πολύχρονος μάτια μου, πάντα Χαρούμενος κι Ευτυχισμένος, Χρόνια Μαζί και Παντοτινά μέσα στη ζεστασιά της φιλίας μας.


ΥΓ3. Είμαι και... οπαδός του Χάους, αυτό νομίζω το έχω ξαναπεί? Έχει μια θεική νομοτέλεια, που όποιος τον ψυχανεμιστεί, νοιώθει ευτυχής. Καλό κι Ευλογημένο τριήμερο για όλους μας.




2/3/11

Τα Πάντα και Τίποτα

“Η Λογοτεχνία, όπως και κάθε μορφή τέχνης, ισοδυναμεί με ομολογία ότι η ζωή δεν αρκεί”, ομολογούσε ο ποιητής που επινόησε τους 72 ετερώνυμους και ο οποίος μια ζωή άντεξε ισχυριζόμενος “να μην είσαι τίποτα, για να μπορείς να είσαι τα πάντα”. Ο “άνθρωπος πίσω από τις μάσκες”, πασίγνωστος πια, Πορτογάλος ποιητής και στοχαστής Φερνάντο Πεσσόα, καθόλου τυχαία, ξαφνικά αγαπήθηκε πολύ.

Σε εποχές εξάλλου αναδιαπραγμάτευσης, σε ιστορικές στιγμές όπου η ζωή- φαίνεται-να- αλλάζει-πλευρό, η τέχνη και το παρελθόν, αποτελούν μεγάλη δεξαμενή ενέργειας. Πεσσόα, λοιπόν, ή μάλλον Και Πεσσόα και... ξερό ψωμί:

“Όσο περισσότερο μεγαλώνω, τόσο λιγότερο είμαι. Όσο πιο πολύ με βρίσκω, τόσο περισσότερο χάνομαι. Όσο περισσότερο δοκιμάζομαι, τόσο περισσότερο συνειδητοποιώ ότι είμαι λουλούδι και πουλί, και αστέρι και σύμπαν. Όσο περισσότερο καθορίζω τον εαυτό μου, τόσο λιγότερα όρια έχω. Ξεπερνώ τα πάντα. Κατά βάθος είμαι ίδιος με το Θεό”, έγραφε, ο άνθρωπος που επινόησε, τελικά, τον εαυτό του, κατά συνέπεια φώτισε με εντελώς διαφορετικό τρόπο τα πάντα. Αυτά, ελπίζοντας τελικά με την τέχνη-κατά-Πεσσόα, να μας παρηγορώ.

Στο κάτω- κάτω το θαύμα της Τέχνης και της Ζωής είναι εδώ. Καθώς και το μεγάλο λογοτεχνικό παρελθόν.


Δημοσιεύθηκε στο Έθνος της Κυριακής.

1/3/11

Για τον Θεό τα πάντα είναι Τώρα...

“ΠΟΕ, ΜΙΑ ΣΥΝΤΟΜΗ ΖΩΗ” του Peter Ackroyd. Μετάφραση: Μαρία Φακίνου. Εκδ. “Πατάκη”, σελ. 255, € 17


“Πιστεύω πως όντως ο Θεός μού χάρισε μια σπίθα ταλέντου”, είπε μερικές εβδομάδες πριν τον θάνατό του, “όμως την έσβησε μέσα στη δυστυχία”.

Γεννήθηκε μια παγωμένη μέρα, στις 19 Ιανουαρίου 1809, στο δωμάτιο που νοίκιαζε η οικογένεια σε ένα σπίτι στη Βοστόνη. Οι γονείς του, περιπλανώμενοι ηθοποιοί που έχασε όταν ήταν ακόμα πιτσιρίκι. Τη μητέρα του, όταν ήταν μόλις δύο χρονών από φυματίωση, ενώ ο πατέρας του, έτσι αλλόκοτα και μυθιστορηματικά απλώς “χάθηκε”.

“Ο κόσμος θα είναι το θέατρό μου” έγραψε κάποτε, “Πρέπει είτε να τον κατακτήσω ή να πεθάνω”. Ο Έντγκαρ Άλαν Πόε “το ορφανό” μια ζωή, κυριολεκτικά “πεντάρφανο”, έπραξε και τα δύο. Με το θεατρικό ή μελοδραματικό του ύφος, με εκείνο το εκρηκτικά σπάνιο ταλέντο του, και τον κατέκτησε και πέθανε. Αινιγματικά και μυθιστορηματικά όπως και έζησε. Σε ηλικία μόλις σαράντα ετών.

Στο βιβλίο που υπογράφει ο Peter Ackroyd “Πόε μια σύντομη ζωή”, η βραχύβια, επίπονη ζωή του και το μακρόπνοο διαχρονικό έργο του ξεδιπλώνονται παράλληλα και ανάγλυφα, κι ο βιογράφος του, χωρίς να επιχειρεί να τον αγιογραφήσει, κατορθώνει να αναδείξει αυτό που όντως υπήρξε: ένας απόλυτα βασανισμένος και καταραμένος άγιος.

“Δεν θα μπορούσα να αγαπήσω παρά μόνο εκεί όπου ο Θάνατος/ Ενώνει την ανάσα του με αυτήν της Ομορφιάς”. Έγραφε εκείνος που, ούτως ή άλλως “Όλη του τη ζωή τού άρεσε να περιπλανιέται μέσα σε κοιμητήρια. Στη φαντασία του ο θάνατος και η ομορφιά ήταν αξεδιάλυτα και αέναα συνδεδεμένα. Το “όχι πια” ήταν η αγαπημένη του φράση. Τα μυστικά δωμάτια και οι μουχλιασμένες επαύλεις, μες στα οποία ζούσαν οι ήρωές του, ερμηνεύονται ως αυτά του μυαλού ή του μνήματος”.

Αρχίζοντας όπως αρμόζει, από την λύση της εξίσωσης, δηλαδή τον αλλόκοτα μυστηριώδη του θάνατο, ο βιογράφος ξεφυλλίζει κατόπιν εξ αρχής, το ποιητικά μαύρο βιβλίο της ζωής του. Ξεκινώντας από “το-ορφανό-που-υιοθετήθηκε” από την Φράνσις και τον Τζον Άλλαν που του χάρισαν το επίθετο Άλλαν στο μετέπεια όνομα, τον εξαιρετικό μαθητή που μετοίκησε από την Αμερική στην Αγγλία με την καινούργια του οικογένεια, στον πλάνητα που έζησε μια ζωή στην ένδεια, είτε καταταγόμενος στο στρατό είτε δημοσιογραφώντας και ξεπουλώντας τα αθάνατα αριστουργήματά του αντί ενός πινακίου φακής. Εξάλλου, χαρακτήρας δύστροπος, “ο άνθρωπος που δεν χαμογελούσε ποτέ” όπως τον χαρακτήρισαν, είχε ένα μοναδικό ταλέντο, αφ' ενός να ερωτεύεται... ετοιμοθάνατες (την πρώτη εξαδέλφη του Βιρτζίνια την οποία και παντρεύτηκε για να την χάσει σε ηλικία εισοσιδύο χρονών από την ίδια ασθένεια και στην ίδια ηλικία που έχασε τη μητέρα του, αλλά και τις μετέπειτα αγαπημένες του) λες και οι ετοιμοθάνατες γυναίκες να εξουσίαζαν τη ζωή του.

Ο Peter Ackroyd, “πατώντας” ταυτοχρόνως σε βίο και έργο, εξάλλου ο ιδιοφυής Πόε και έτσι πορεύθηκε, ξεφλουδίζει ταυτόχρονα ποτό και ουράνια παρεξηγημένη ποίηση, τα ψυχοσωματικά του προβλήματα και τον εξαίσιο σαρκασμό του, το πάθος του για αναγνώριση και τον παράδοξο εγκλεισμό στις ιστορίες του που σχεδόν οι πάντες μέσα στον χρόνο μιμήθηκαν, την διορατικότητα αυτής καθ' εαυτής της γραφής του: ό,τι έγραφε, γινόταν κατά κάποιον τρόπο, πραγματικότητα. Την αιώνια ορφάνια κι εξορία του: πουθενά δεν ένοιωθε σαν στο σπίτι του. Αλλά και τις συνθήκες ζωής κάτω από τις οποίες γράφτηκαν άπαντα τα πεζά και τα ποιητικά του: “Ο μαύρος γάτος” και η “Μαρτυριάρα καρδιά”, η “Ελεονόρα” και η “Λιγεία”, “Ο άνθρωπος του πλήθους” και “Οι δολοφονίες της οδού Μοργκ”, το “Χειρόγραφο σε μπουκάλι” και το αριστουργηματικό του “Το κοράκι”. Συχνά επαναλαμβανόμενος μέσα από τον φίνες ερεβώδεις εμμονές του (πόσες συγγραφικές εμμονές εξάλλου διαθέτει ο γεννημένος συγγραφέας που αποτελούν, εντέλει το στυλ και την ατμόσφαιρα;)

Μέσα στην απίστευτη προσωπική καταχνιά ο Πόε άνοιξε τον δρόμο για το Φανταστικό και την Επιστημονική Φαντασία, για το Αστυνομικό Μυθιστόρημα, αφήνοντας συνάμα και μια ποίηση καθαρή σαν μαύρο κρύσταλλο.

Φυσικά, θα έπρεπε να πεθάνει για να βρει τους αναγνώστες και την όντως ποιητική ζωή του: η φήμη του συνέχιζε να μεγαλώνει μετά θάνατον στην Γαλλία και στην Αγγλία και οι μετέπειτα εποχές τον κατανόησαν καλύτερα από τον εποχή του. Ο Μαλλαρμέ και ο Μποντλέρ μετέφρασαν “Το Κοράκι” του, ο Τέννυσον τον περιέγραψε ως “την πιο πρωτότυπη μεγαλοφυία που έχει γεννήσει η Αμερική, ο Ρεμύ ντε Γκουρμόν δήλωνε ότι ανήκει περισσότερο στη γαλλική παρά στην αμερικανική λογοτεχνία και ο Πωλ Βαλερύ ότι υπήρξε “ο μοναδικός άμεμπτος ποιητής. Δεν κάνει ποτέ λάθος”. Ο Νίτσε και ο Κάφκα τον σέβονταν, βλέποντας στη θλιβερή σταδιοδρομία του και το δικό τους ψυχικό μαρτύριο. Κι ο Ντοστογιέφσκι, ο Κόνραντ, ο Μπόρχες και ο Τζέιμς Τζόις τον θαύμαζαν, αναγνωρίζοντας σ' εκείνον “τους σπόρους της σύγχρονης λογοτεχνίας”. Όσο για τη δουλειά του, ακόμα αντιγράφεται και αποκωδικοποιείται: ο αρνητής παντός νοήματος που εντούτοις έγραφε: “για τον Θεό τα πάντα είναι τώρα” και στο παράδοξό του περιέκλειε “όλη την απαγορευμένη σοφία”, ανιχνεύοντας σ' ένα περίκλειστο κόσμο ονείρων, την έννοια του σωσία, την οξύτητα των αισθήσεων και το “εφήμερον”.

Μια απολαυστική βιογραφία που επιτρέπει στον αινιγματικό Πόε να διατηρεί τη μαγεία του και σε συνδυασμό με τον αφιερωματικό τόμο “Έντγκαρ Άλαν Πόε 21 ιστορίες και “Το κοράκι” που κυκλοφόρησε σε εξαιρετική ανθολόγηση- σχολιασμό- μετάφραση της Κατερίνας Σχινά απ' το Μεταίχμιο, αποτελούν μια διεισδυτική ματιά σε έναν συγγραφέα- ποιητή τεράστιο. Αναγνωρίζοντας ότι “όπως σε κάθε θέμα που αφορά τον Πόε, οι ιστορίες ήταν ένα κουβάρι δύσκολο να το ξετυλίξει κανείς”.



ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ:


Ο Peter Ackroyd έχει γράψει βραβευμένες βιογραφίες κορυφαίων ποιητών και πεζογράφων, όπως του Έζρα Πάουντ, του Τ.Σ.Έλιοτ, του Τσαρλς Ντίκενς, του Γουίλλιαμ Μπλέικ και του Τζέφρυ Τσόσερ, καθώς και μελέτες που αφορούν στο έργο και τη δράση σημαντικών προσωπικοτήτων, όπως του Τόμας Μορ, του Γουίλλιαμ Τέρνερ και του Ισαάκ Νεύτρωνα.

Πρόσφατα εξέδωσε και μια βιογραφία του Σαίξπηρ, η οποία απέσπασε διθυραμβικές κριτικές. Εκτός από σπουδαίος βιογράφος, είναι και αξιόλογος μυθιστοριογράφος και παρουσιαστής τηλεοπτικών εκπομπών.

Έχει διακριθεί με τον τιμητικό τίτλο CBE από τη βρετανική κυβέρνηση για τις υπηρεσίες που έχει προσφέρει στην αγγλόφωνη λογοτεχνία. Έχει επίσης συγγράψει μια συναρπαστική “βιογραφία” του Λονδίνου και μια μελέτη για τον Τάμεση.

Ζει στο Λονδίνο.


ΥΓ. Καλό μήνα με Πόε, γιατί όχι? Μαζί του πέρασα ένα μαγικά ερεβώδες Σαββατοκύριακο διαβάζοντας “Πόε μια σύντομη ζωή” του Peter Ackroyd (Εκδ. “Πατάκη”) και “Έντγκαρ Άλαν Πόε: 21 ιστορίες και “Το κοράκι” σε μετάφραση- ανθολόγηση- σημειώσεις της Κατερίνας Σχινά (Εκδ. “Μεταίχμιο”), αλλά περισσότερο γι' αυτό, προσεχώς). Και πάλι Καλό Μάρτη!

25/2/11

Με τα σημάδια μας προχωράμε



“ΤΟ ΔΙΚΙΟ ΕΙΝΑΙ ΖΟΡΙΚΟ ΠΟΛΥ” της Μάρως Δούκα. Εκδ. “Πατάκη”, σελ.576, € 21.50


“Πήγαινα με τη φράση: η ζωή είναι φάρσα. Υπήρχαν όμως και φορές που με συνέπαιρνε η διάθεσή μου να είμαι χρήσιμη. Σε ποιούς χρήσιμη και πώς; Αυτό δεν το ΄ξερα. Κι ούτε, βέβαια, τολμούσα τότε να πω ότι θα 'θελα να είμαι χρήσιμη στην κοινωνία. Και πώς μπορεί κανείς να είναι χρήσιμος; Με το να είναι ο εαυτούλης του; Αυτό; Στρατιές μαχητικών εαυτούληδων που πάνε κι έρχονται και συνωστίζονται με τη φιλοδοξία να είναι χρήσιμοι στην κοινωνία;”

Με αφηγήτρια την Βιργινία, κόρη της Ελεονόρας που γνωρίσαμε απ' τους “Αθώους και φταίχτες” και τον υπέργηρο και έχοντάς τα ελαφρώς χαμένα παππού, αλλά πανταχού παρόντα με τα ημερολόγιά του, η Μάρω Δούκα αναζητά αυτή τη φορά το “ιστορικό δίκιο” συνεχίζοντας αριστοτεχνικά το παιχνίδι της ενοχής και της αθωότητας όσον αφορά τα μελανά και ομιχλώδη σημεία της ιστορίας.

Φωτίζοντας την ζωή και την συλλογιστική της φοιτήτριας που εγκαταλείπει προσωρινά τις σπουδές της για να αναζητήσει τις ρίζες της και τον εαυτό της, η συγγραφέας συνθέτει ψιλοβελονιά την γερμανική κατοχή στα Χανιά και την αινιγματική καθυστέρηση των στρατευμάτων κατοχής, ένα ολόκληρο χρόνο μετά την ήττα.

“Και παρέες είχα και φίλους και γνωστούς, είχα όμως και τη δική μου τη ζωή, τη μυστική, την απαραβίαστη. Τη μοναξιά μου δηλαδή την υπέρλαμπρη”, οροθετεί το παρόν της η νεαρή Βιργινία Παγώνη, γνωρίζοντας ήδη ότι τα πράγματα ποτέ δεν είναι άσπρο- μαύρο μονάχα:

“Και ποτέ, το λέει η νονά μου, η φρίκη και η μαυρίλα δεν είναι μόνο φρίκη και μαυρίλα. Εκεί ανάμεσά τους, κότα που κακαρίζει, ακόμη και με την ανάμνησή της, η χαρά κρατάει το ίσο”...

Και χωρίς να γκρεμίζει εκεί όπου δεν έχει ακόμα χτίσει ψυχανεμίζεται: “Όρθια στο παράθυρο, μου φαινόταν ότι καθρεπτίζονταν αχνά στα τζάμια τα πόστερ που δεν μου έλεγαν τίποτα πια. Κι όμως μου ήταν δύσκολο να τ' αποχωριστώ, εφόσον, μιας και δεν είχα άλλα να κολλήσω, θα μ' ενοχλούσαν τα σημάδια τους στον τοίχο. Κι ήταν νωρίς για μένα τότε να γνωρίζω ότι έτσι ή αλλιώς με τα σημάδια μας προχωράμε. Ότι αυτά κυρίως μας δίνουν εκείνο το κάτι που χρειαζόμαστε για να λέμε ότι ζήσαμε ή ότι ζούμε. Εκείνο το κάτι που μπορεί να είναι κι ένα τίποτα. Και όμως σ' αυτό το τίποτα ίσως και να εναποθέτουμε τη ζωή μας. Βιβλία και βιβλία με λίστες αγωνιστών, με φωτογραφίες εκτελεσμένων. Τόσοι και τόσοι επονίτες, τόσο και τόσοι εφεδροελασίτες και ελασίτες και εαμίτες, ονομαστικά. Ύστερα η φράση: και άλλοι ή και πολλοί άλλοι. Οι άγνωστοι. Κι αυτοί για μένα, οι μη ελεηθέντες, είναι το άλας. Να είσαι εκεί και να είσαι ανώνυμα. Χωρίς υστεροφημία και χωρίς φωτογραφία”...

Με πρωτοπρόσωπη αφήγηση και τριτοπρόσωπες τις ημερολογιακές σημειώσει, η Μάρω Δούκα επιτυγχάνει ένα συγγραφικό άθλο στις 576 σελίδες του πυκνογραμμένου βιβλίου: να διασώσει όσο πιο δίκαια και κρυστάλλινα γίνεται ανθρώπους και γεγονότα, βήμα το βήμα και ώρα με την ώρα εκείνα τα σκοτεινά αμφισβητούμενα χρόνια. Ελεώντας με το να τους κατονομάσει και εκείνους τους “ξεχασμένους” και τους “ανώνυμους”, τους ιστορικά “μη ελεηθέντες”.

Τα βασικά ερωτηματικά: “πώς και γιατί οι Γερμανοί “αποκλείστηκαν στα Χανιά ως τον Ιούνιο του 1945 και πώς και με ποιους όρους γράφεται η ιστορία, αντιμετωπίζονται με κρυστάλλινη ειλικρίνεια, δικαιοσύνη και σοβαρότητα, και ζητούν απαντήσεις μέσα από τα μάτια μιας φοιτήτριας που επείγεται για να ζήσει και να επιζήσει, επιτέλους, να καταλάβει.

Με αριστουργηματικό πρόλογο όπου μέσα από μια ταινία εντελώς “ολόισια” η Δούκα σκιαγραφεί όλο το δράμα του εμφυλίου και των Καζαντζακικών “αδελφοφάδων”. Την αναζήτηση της αλήθειας και το έλεος που είναι ό,τι μας απόμεινε, την αγωνία και τη μοναξιά και την ανασφάλεια των νέων και της εποχής μας. Η μισαλλοδοξία, η παραχάραξη, οι ιδεοληψίες και οι αποσιωπήσεις, όλα επί τάπητος. Με τον πιο ρεαλιστικά καθαρό αφηγηματικό τρόπο. Ο παππούς, ο πατέρας, η Ελεωνόρα και ο Πανάρης που γνωρίσαμε από τους “Αθώους και φταίχτες” συμπορεύονται με τον Βενιζέλο και με τον Γύπαρη, τον Μανιό, τον Βαγγέλη και τον Στέφανο, τους αφανείς ήρωες και νεκρούς μιας εποχής που θέλοντας και μη, κρίνουμε, βλέποντας εκ των υστέρων.

Ο παππούς γράφει γιατί αρχίζει να ξεχνά. Και η Βιργινία (ξανα)γράφει για να μπορέσει να πάει παραπέρα. Όσο για μας, αναγνωρίζοντας ότι “το δίκιο είναι ζόρικο πολύ” θα πρέπει να μάθουμε, να θυμηθούμε, για να μπορέσουμε σε μια επίσης “οριακή εποχή”, να πάμε παραπέρα. “Θολά νερά, λασπωμένα!” σύμφωνοι! Αλλά “υπάρχουν όμως και οι παραπόταμοι, υπογραμμίζει με ποιητική διάθεση, τα γάργαρα ρυάκια, τα ρέματα, οι χείμαρροι. Υπάρχει και η άλλη κοίτη, η υπόγεια. Η μνήμη που μας διδάσκει και η ανάμνηση που μας συντηρεί”. Και επειδή “τα φαντάσματα”, “προδότες και προδομένοι, εκτελεστές και εκτελεσμένοι” δεν γίνεται να χορεύουν “όλοι αγκαλιασμένοι πεντοζάλη”.


ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ:


Η Μάρω Δούκα γεννήθηκε το 1847 στα Χανιά. Από το 1966 ζει στην Αθήνα. Έχει τελειώσει το Ιστορικό και Αρχαιολογικό Τμήμα της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Έχει τιμηθεί με το Βραβείο “Νίκος Καζαντζάκης” του Δήμου Ηρακλείου για το μυθιστόρημα “Η αρχαία σκουριά”, με το Β' Κρατικό Βραβείο για το μυθιστόρημα “Η πλωτή πόλη” και με το Βραβείο Πεζογραφίας Κώστα Ουράνη της Ακαδημίας Αθηνών για το μυθιστόρημα “Αθώοι και φταίχτες”. Για το ίδιο μυθιστόρημα τιμήθηκε επίσης με το Βραβείο Balkanika.

Διηγήματα και μυθιστορήματά της έχουν μεταφραστεί σε πολλές ευρωπαικές γλώσσες.

Έγραψε:

“Η πηγάδα, κάτι άνθρωποι”,

“Που 'ναι τα φτερά;”

“Καρέ φιξ”,
“Η αρχαία σκουριά”,

“Η πλωτή πόλη”,

“Οι λεύκες ασάλευτες”,

“Εις τον πάτο της εικόνας”,

“Ο πεζογράφος και το πιθάρι του”,

“Ένας σκούφος από πορφύρα”,

“Ουράνια μηχανική”,

“Αθώοι και φταίχτες”,

“Τα μαύρα λουστρίνια”.


Δημοσιεύθηκε στο Έθνος της Κυριακής



21/2/11

Τα ασαφή όρια

“ΓΟΤΘΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ από Βικτοριανές Συγγραφείς”. Ανθολόγηση ιστοριών- Εισαγωγή: Μαρία Γιακανίκη. Μετάφραση: Νίκος Σταμπάκης, Μαρία Γιακανίκη, Ράνια Ιωάννου, Μιχάλης Παπαντωνόπουλος, Ευαγγελία Κουλιζάκη. Εκδ. “Ars Nocturna”, σελ. 445, € 25



“Η μελαγχολία του Λονδίνου- συχνά φαντάζομαι πως οι ψυχές των απολεσθέντων είναι αναγκασμένες να περιπλανούνται στους δρόμους αιώνια”.

“Αυτό που χρειάζονται οι φεμινίστριες, είναι ένα καλό μαστίγωμα”. Ανάμεσα στον στίχο του Γέητς και την φράση της Βασίλισσας Βικτόρια μοιάζει να αιωρείται – πατώντας ωστόσο γερά και γοητευτικά- μια ολόκληρη λογοτεχνική παράδοση, μια εποχή. Εκείνη που έχει συνενώσει το σκοτάδι με τη σαγήνη, την γυναικεία ευαισθησία με την απαρχή του φεμινισμού. Η βικτοριανή εποχή που γεννά τελικά, και την “αδελφή του Σαίξπηρ”, συννεφιασμένη και ομιχλώδης όπως ο αγγλοσαξονικός κόσμος που εκπροσωπεί.

Απ' την μια αυστηροί ηθικοί κώδικες και αποικιοκρατία (μη ξεχνάμε ότι αναφερόμαστε στην χρονική περίοδο του 19ου με τις απαρχές του εικοστού αιώνα), πουριτανισμός και σεμνοτυφία και από την άλλη, άνθηση της πορνογραφίας, άκρατη τεχνολογική εξέλιξη και πίστη στο υπερφυσικό, επιτρέπουν σε μια γενιά γυναικών που ανήκουν στα μεσαία ή ανώτερα στρώματα να αναπτύξουν ένα είδος λογοτεχνίας που γεννά τον ρομαντισμό. Πόε, αδελφές Μπροντέ, Στόουκερ, Λε Φανού, Στήβενσον, Κόλλινς, Χώθορν, Τζώρτζ Μακ Ντόναλντ, Όσκαρ Ουάιλντ, Ουίλκι Κόλλινς αλλά και Δάφνη ντυ Μωριέ, Άτζελα Κάρτερ, Τζόις Κάρολ Όουτς, επέδειξαν ότι η γοητεία της βικτοριανής περιόδου παραμένει, τελικά, διαχρονική.

Οι ιστορίες της ανθολογίας παρ' ότι είναι αρκετά διαφορετικές ωστόσο διαθέτουν και στοιχεία κοινά. Όπως η ατμόσφαιρα μυστηρίου, οι φιγούρες- φαντάσματα, τα ελαστικά όρια του επάνω και του κάτω κόσμου και η επικοινωνία των ζώντων με τους νεκρούς, οι χαρακτηριστικές γυναικείες φιγούρες, τα παιδιά και οι γκουβερνάντες, ο υπόγειος κι άδηλος φόβος, τα μελαγχολικά τοπία και ο κόσμος του υποσυνειδήτου ανά πάσα στιγμή παρών. Οι ενοχές και οι επιθυμίες, η αλήθεια και η ψευδαίσθηση, η πραγματικότητα και το όνειρο, τα ασαφή όρια θύτη και θύματος, η βία, ο θάνατος και η μοναξιά, συνθέτουν έναν κόσμο ζόφου και μαύρου παραμυθιού που εξακολουθεί αναγνωστικά να μαγεύει.

Το πρώτο διήγημα της Ελίζαμπεθ Γκάσκελ “Ιστορία της Γριάς Παραμάνας” αποτελεί την χαρακτηριστική περίπτωση περιπλανώμενων οπτασιών (μητέρα, παιδί) που δεν μπορούν ν' αναπαυθούν.

Η Αμέλια Έντουαρντς στον “Άνθρωπο με τη μύτη” παίζει με την ιδέα του υπνωτισμού και τον φόβο της αποπλάνησης.

“Ο Ίσκιος στη γωνία” της Μαίρη Ελίζαμπεθ Μπράντον , αναφέρεται στη θυσία ενός αθώου και ασκεί κοινωνική κριτική.

Στην “Απελευθέρωση” η Μαίρη Κολμόντλευ στοιχειώνει έναν βλάσφημο και ανήθικο αριστοκράτη.

Η Βέρνον Λη στη “Φωνή Διαβολική” χρησιμοποιεί ως κεντρική φιγούρα τον συνθέτη και τραγουδιστή Ζαφφιρίνο, ο οποίος δολοφονεί του θαυμαστές του με μια θεσπέσια φωνή.

“Ο Στοιχειωμένος Οργανίστας του Χέρλυ Μπέρλυ” της Ρόζα Μαλχόλλαντ, με έμφαση στο γκροτέσκο, αναφέρεται στην περίπτωση ενός στοιχειωμένου μουσικού οργάνου.

Το “Εκ Νεκρών” της Ήντιθ Νέσμπιτ είναι μια ιστορία σκοτεινού ρομαντισμού με το κλασικό θέμα της επιστροφής μιας νεκρής νύφης. “Η Κουνιστή Πολυθρόνα” της Σάρλοτ Γκίλμαν, αποτελεί μια ιστορία κατάθλιψης και ψυχικής διαταραχής με κεντρική ηρωίδα μια γυναίκα βαμπίρ.

“Στο Φάντασμα του Προπονητή” της Λέτις Γκάλμπρειθ, έχουμε και πάλι το κλασικό μοτίβο επιστροφής εκ νεκρών.

Η Σάρλοτ Ρίντελ στην “Προειδοποίηση της Μπάνση” αφυπνίζει την συνείδηση του κεντρικού ήρωα με το νεκροζώντανο παρελθόν. Και η Λουίζα Μπάλντουιν στην “Περίπτωση του κου Νάιτζελ” με τα φαντάσματα των προγόνων συμβολίζει την αναπόφευκτη μοίρα των πάντων.

“Το Παράθυρο της Βιβλιοθήκης” της Μάργκαρετ Όλιφαντ λειτουργεί ως παραβολή για τις αναζητήσεις της ψυχής, τη μοναξιά και την ονειροπόληση. Ενώ η Μαίρη Λουίζα Μόλσγουορθ στον “Άνθρωπο που Έβηχε” χρησιμοποιεί την εξωτερική πραγματικότητα και ένα ταξίδι με τρένο για να αφηγηθεί τα πιο ανθρώπινα παράδοξα. Η Γερτρούδη Άθερτιον στον “Τόπο της Δραsκελιάς”, αφηγείται μιαν εξαφάνιση σε έναν τόπο που αποτελεί κατά κάποιον τρόπο την αγγλοσαξονική εκδοχή της Πύλης του Άδη.

“Το Κουδούνι της Καμαριέρας της Κυρίας” της Ήντιθ Ουόρτον είναι μια κλασική ιστορία φαντασμάτων.

“Η Λουέλλα Μίλλερ” της Μαίρη Ελίζαμπεθ Ουίλκινς Φρήμαν εξιστορεί την ιδιόμορφη περίπτωση μιας γυναίκας, φαινομενικά αδύναμης που επιδρά βαμπιρικά και εξασθενίζει κι εξαφανίζει τους πάντες γύρω της. Ενώ η Σάρλοτ Μπροντέ με το διήγημα “Ο Ναπολέων και η Οπτασία” που κλείνει την ανθολογία, δεκαεπτάχρονη τότε, αποπειράται να σατιρίσει μέσω του Ναπολέοντα όλα τα γοτθικά κλισέ του ρομαντισμού.

Ατμόσφαιρα, υπερφυσικό, παραμυθία, υποσυνείδητο και η γυναικεία ψυχοσύνθεση στο μικροσκόπιο, συνθέτουν τελικά ένα είδος πάντα γοητευτικό και διαχρονικό. Το παρελθόν που στοιχειώνει, ο έρωτας που ξεπερνά τον θάνατο, το παράδοξο και τα μυστικά, εξάλλου, αποτελούν την σκοτεινή αποθήκη του καθενός.




ΠΟΙΟΙ ΕΙΝΑΙ:

Ελίζαμπεθ Γκάσκελ (1810- 1865) “Η ιστορία της Γριάς παραμάνας”

Αμέλια Έντουαρντς (1831-1892) “Η Άμαξα Φάντασμα”

Ρόντα Μπράουτον (1840- 1920) “Ο άνδρας με τη Μύτη”

Μαίρη Ελίζαμπεθ Μπράντον (1837- 1915) “Ο ίσκιος στη Γωνία”

Μαίρη Κολμόντλευ (1859- 1925) “Απελευθέρωση”

Βέρνον Λη (1856- 1935) “Φωνή Διαβολική”

Ρόζα Μαλχόλλαντ (1841- 1921) “Ο στοιχειωμένος Οργανίστας του Χέρλυ Μπέρλυ”

Ήντιθ Νέσμπιτ (1858- 1924) “Εκ Νεκρών”

Σάρλοτ Πέρκινς Γκίλμαν (1860- 1935) “Η Κουνιστή Πολυθρόνα”

Λέτις Γκάλμπρειθ “Το Φάντασμα του Προπονητή”

Σάρλοτ Ρίντελ (1832- 1906) “Η Προειδοποίηση του Χέρτφορντ Ο' Ντόννελ”

Λουίζα Μπάλντουιν (1845- 1925) “Η περίπτωση του κου Νάιτζελ Όττερμπερν”

Μάργκαρετ Όλιφαντ (1828-1897) “Το Παράθυρο της Βιβλιοθήκης”

Μαίρη Λουίζα Μόλσγουορθ (1839- 1921) “Ο άνδρας με τον βήχα”

Γερτρούδη Άθερτον (1857- 1948) “Ο Τόπος της Δρασκελιάς”

Ήντιθ Ουόρντον (1862- 1937) “Το κουδούνι της καμαριέρας της κυρίας”

Μαίρη Ελίζαμπεθ Ουίλκινς Φρήμαν (1852- 1930) “Λουέλλα Μίλλερ”

Σάρλοτ Μπροντέ (1816- 1855) “Ο Ναπολέων κι η Οπτασία”


Δημοσιεύθηκε στο Έθνος της Κυριακής

16/2/11

Κι όμως, η γη γυρίζει!


“SOLAR” του Ίαν ΜακΓιούαν. Μετάφραση: Κατερίνα Σχινά. Εκδ. “Πατάκη”, σελ. 424, € 19.71


“Η εγκατάλειψη της ζωής του στο μακρινό Μπελσάιζ Παρκ και ο ερχομός του σ' αυτή την άψυχη ερημιά τον είχε φέρει αντιμέτωπο με την ηλιθιότητα της ύπαρξής του: με την Πατρίς, με τον Τάρπιν, με το Κέντρο, με όλες τις ψευτοδουλειές που έκανε για να κρύψει την ανεπάρκειά του. Τι ήταν η ζωή χωρίς τις υψηλότερες φιλοδοξίες; Η απάντηση βρισκόταν μπροστά του: άλλη μια νύχτα αναξιόλογης αυπνίας”.

Ο Ίαν ΜακΓιούαν, συγγραφέας που αναπτύσσει τις ιστορίες του κάθετα, αναγνωρίζοντας το παν στο ασήμαντο και αναζητώντας τους αρμούς της ύπαρξης στο ελάχιστο, στο καινούργιο του μυθιστόρημα “Solar” αντιστρέφει τους όρους.

Ο ήρωάς του, ο πενηντάχρονος Μάικλ Μπίαρντ, φυσικός τιμημένος με Νόμπελ, ξεκινά από την υπερθέρμανση του πλανήτη και το μέγιστον, για να αποκαλύψει την αβάσταχτη ελαφρότητα της ύπαρξης, το γελοίο της ανθρώπινης ματαιοδοξίας.

Ξεκινώντας από το κομβικό σημείο μιας μεσήλικης κρίσης, αισθάνεται πια στον πέμπτο γάμο του, να χάνει τα πάντα: η νεαρή σύζυγός του τον απατά αντί να την απατά (ως συνηθίζει), μέσα του έχει στερέψει κάθε έμπνευση και περιφέρεται πουλώντας το ένδοξο παρελθόν, χωρίς ιδιαίτερο κέφι, εξαργυρώνοντας φήμη, χρησιμοποιώντας το ελάχιστο εναπομείναν κουράγιο:

“Ένα ήταν σίγουρο: είχαν περάσει δυο δεκαετίες από την τελευταία φορά που είχε καθίσει μέσα στη σιωπή και τη μοναξιά επί ατέλειωτες ώρες, με χαρτί και μολύβι στο χέρι, για να σκεφτεί, να διατυπώσει μια πρωτότυπη υπόθεση, να παίξει μαζί της, να την κυνηγήσει, να τη βασανίσει ώσπου να ζωντανέψει... Του έλειπε η θέληση, το υλικό, ο σπινθήρας. Δεν είχε πια καινούριες ιδέες”.

Αναζητώντας καινούργιες μορφές ενέργειας, για να δικαιολογεί περισσότερο παρουσία, θα έρθει αντιμέτωπος με τον εφιάλτη της υπερθέρμανσης, τον εραστή της γυναίκας του και τον φλεγόμενο μεταπτυχιακό φοιτητή υφιστάμενό του. Συντονιζόμενος ταυτόχρονα στην κινδυνολογία του τέλους των πάντων. Για κείνον στα περιττά κιλά του, την επιστημονική του απάθεια και το συζυγικό κέρατο, μάνα εξ ουρανού έρχονται, παγετώνες και ξηρασίες, πλημμύρες, μείωση φυσικών πόρων, η καταστροφή του πλανήτη και φυσικά οι... τυφώνες.

“Υπήρχε ένας βιβλικός τόνος σ' αυτές τις προειδοποιήσεις, που θύμιζε πανούκλα, έλκη, αναζέουσες φλυκτίδες και κατακλυσμούς από βατράχια' ένας τόνος που ανακαλούσε τη βαθιά και επίμονη τάση του ανθρώπου, επικυρωμένη μέσα στους αιώνες, να πιστεύει ότι ζει τις τελευταίες μέρες της γης, ότι ο δικός του θάνατος είναι αναπόφευκτα συνδεδεμένος με το τέλος του κόσμου- γιατί μόνο έτσι ο θάνατός του αποκτούσε κάποιο νόημα, ή τουλάχιστον φαινόταν λιγότερο παράλογος”.

Αντιδρώντας σαν κάθε εγωιστής μωροφιλόδοξος, αρπάζεται από κάθε τυχούσα ευκαιρία: φορτώνει ελαφρά την καρδία έναν φόνο στον εραστή της γυναίκας του, κλέβει τα σχέδια του φιλόδοξου φοιτητή του, προσπαθεί να αρχίσει καινούργια ζωή πατώντας πάνω και εκμεταλλευόμενος συγκυρίες.

Χωρίς τύψεις συνείδησης, λέγοντας – σαν κάθε καλός ψεύτης- τα μεγαλύτερα ψέματα στον εαυτό του τον ίδιο. Οι ελπίδες, εν μέσω γενικότερου χαλασμού, αρκετές:

“Όχι μόνο επρόκειτο να χάσει βάρος και να γίνει λεπτός και δυνατός, αλλά ήταν αποφασισμένος να ξεκινήσει μια ζωή απαλλαγμένη από καθετί περιττό στο απλό διαμέρισμα που δεν είχε βρει ακόμα. Ένας παράγοντας που απλούστευε τα πράγματα ήταν το αναπόφευκτο ξεθώριασμα του έρωτα ή έστω της ιδεοληψίας για τη γυναίκα του”.

Το αποτέλεσμα, μια απίστευτα κωμικοτραγική μαύρη κωμωδία. Με το φάντασμα της υπερθέρμανσης να συμπαρασύρει εκτός του πλανήτη και την φύση, ηθική, καθημερινότητα και αξίες.

Άνθρωποι που αδυνατούν να οργανώσουν την προσωπική τους ζωή, ξαφνικά πασχίζουν να σώσουν τον κόσμο!

Ο Ιαν ΜακΓιούαν, παρά το σαρκαστικό, ειρωνικά χιουμοριστικό ύφος του, μπήγει ως συνήθως το μαχαιράκι ως εκεί που δεν παίρνει. Στη μανία για εξουσία και λάμψη, στον χρεωκοπημένο θεσμό του γάμου, στην ελαστική ανθρώπινη συνείδηση, στην απίστευτη γελοιότητα του επιστήμονος- σωτήρα. Κομβικό σημείο, το περίφημο ταξίδι των ειδημόνων στο Βόρειο Πόλο. Όπου μπερδεύουν το σύμπαν, τα πόδια τους, το πουλί τους και τα ρούχα τους, αλλά ο στόχος παραμένει υψηλός, η γη δεν γυρίζει δίχως εκείνους!

Οι διαπιστώσεις και οι εξελίξεις κωμικοτραγικές και ραγδαίες:

“Η γη μπορούσε να ζήσει και χωρίς την Πατρίς και τον Μάικλ Μπίαρντ. Κι αν ξεφορτωνόταν όλο το ανθρώπινο είδος, η βιόσφαιρα θα συνέχιζε απτόητη και σε δέκα εκατομμύρια χρόνια θα έβριθε από παράξενες νέες μορφές ζωής, καμία από τις οποίες δεν θα διέθετε την ευφυία των πιθηκοειδών. Και τότε ποιος θα βρισκόταν να λυπηθεί που κανένας δεν θα θυμόταν πια τον Σαίξπηρ, τον Μπαχ, τον Αινστάιν ή τον Συγκερασμό Μπίαρντ- Αινστάιν;”

Μυθιστόρημα που συνδυάζει την ψυχικά απύθμενη ανθρώπινη άβυσσο με το ψευδαισθησιακό του έρωτα και την επιστήμη. Το θερμόμετρο πλανήτη και ηρώων στο κόκκινο, κατά συνέπεια στα όρια και η μέγιστη μικρότητα, η ανασφάλεια, η αναλγησία και το υπαρξιακό χάος. Μια μαύρη κωμωδία με τον Ιαν ΜακΓιούαν στα μεγάλα του κέφια και σε μετάφραση από την Κατερίνα Σχινά που διασώζει σιωπές και ημιτόνια. Το φινάλε δε, ιδιοφυές! Μετά την χρηματιστηριακή φούσκα του εκπεσσόντος Φυσικού, ο λόγος που εκφωνήθηκε προς τιμήν του όταν μεσουρανώντας η επιστημονική κοινότητα τον τιμούσε με Νόμπελ. Ε ναι, η γη γυρίζει και δίχως εμάς!



ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ:

Ο Ίαν Μακ Γιούαν γεννήθηκε το 1948, σπούδασε στα πανεπιστήμια Sussex και East Anglia και δημοσίευσε την πρώτη του συλλογή διηγημάτων, με τίτλο "Fist Love, Last Rites", το 1975, αποσπώντας μάλιστα το βραβείο Somerset Maughman, και τη δεύτερη με τίτλο "Between the Sheets", το 1977. Το 1987 κέρδισε το Whitbread Award (και το Prix Femina Etranger, έξι χρόνια μετά), για το μυθιστόρημά του "Child in Time".

Έχει γράψει τα μυθιστορήματα:

“Ο τσιμεντόκηπος” (Γράμματα, 1982),

“Ξένοι στη Βενετία” (Σέλας, 1991),

“The Child in Time”,

“The Innocent”,

“Μαύρα σκυλιά” (Σέλας, 1994),

“The Daydreamer”,

“Έμμονη Αγάπη” (Νεφέλη, 1999),

“Άμστερνταμ” (Νεφέλη, 1999),

“Εξιλέωση” (Νεφέλη, 2006),

“Στην ακτή” (Πατάκη, 2007).

Το 1998 κέρδισε το Βραβείο Μπούκερ για το “Άμστερνταμ”.

Το “Solar” κυκλοφόρησε στα αγγλικά τον Μάρτιο του 2010 και προσφάτως από τις εκδόσεις “Πατάκη”.

14/2/11

“Η ζωή φέρνει τόσες ανατροπές, που ακόμα και οι πιο αθώες επιθυμίες σου μπορεί να σου φανούν έγκλημα”.


“Η ΤΥΦΛΗ ΑΚΤΗ” του Κάρλος Μαρία Ντομίνγκες. Μετάφραση: Λένα Φραγκοπούλου. Εκδ. “Πατάκη”, σελ. 234, € 12.32


“Από τη μια πλευρά ο δρόμος οδηγούσε στον ουρανό, από την άλλη βυθιζόταν στη γη και δεν υπήρχε σπίτι σε ακτίνα πολλών χιλιομέτρων... Ρουφούσε τον αέρα σαν ψάρι πεσμένο στο δρόμο. Βρισκόταν μακριά από τον Θεό και υπερβολικά μακριά από το σπίτι της για να κλάψει, κι έτσι άνοιγε το στόμα και κοιτούσε το κομμάτι του ουρανού που της αναλογούσε χωρίς να έχει το κουράγιο να κουνήσει το κεφάλι”.

Σε μιαν έρημη ακτή, στο παντέρημο Ντάλλας, και σε μια καλύβα στη μέση του πουθενά και μας θυμίζει “Το Χάρτινο Σπίτι” του, ο Κάρλος Μαρία Ντομίνγκες, τοποθετεί στο καινούργιο του μυθιστόρημα “Η τυφλή ακτή” σχεδόν όλη την αργεντίνικη ιστορία.

Μια γυναίκα που την λένε Σεσίλια αλλά την φωνάζουν Καμπότζη από μια τυχαία περιφορά της σφαίρας της γης και ένας άντρας που τον λένε Αρτούρο και περιπλανιέται για χρόνια σερνάμενος και έρποντας κρατώντας σαν ακριβό φυλακτό μια γυναικεία μπιζουτιέρα, συναντούνται μακριά από την πατρίδα τους την Αργεντινή, σε μιαν ερημιά κάπου στο Μοντεβιδέο της Ουραγουάης.

Εκείνη, κουβαλά την βαριά κληρονομιά της πολιτικοποιημένης και πολύπαθης οικογένειάς της. Με μιαν επώδυνη, όμως, ανεμελιά την οποία ο συγγραφέας σκιαγραφεί ατμοσφαιρικά και ποιητικά, ανάλαφρα σχεδόν ίσως γιατί μονάχα έτσι αντέχεται το τόσο βάρος:

“Αλλά τι να κάνουμε. Η Καμπότζη έλεγε τι να κάνουμε κάθε φορά που δεν έβρισκε παρηγοριά. Οι φίλες της τη φώναζαν Τι-να-κάνουμε”.

“Κατάφερε να κάνει μεταβολή, να πάψει να τρέμει και να ανοίξει την εξώπορτα. Ό,τι κι αν είχε αγαπήσει εκείνη τη στιγμή το έχανε για πάντα' μπροστά της απλωνόταν η νύχτα... Ήταν διεφθαρμένη αυτή; Και δεν ήταν εκείνος όταν υπάκουε στο Κομουνιστικό Κόμμα; Είχαν άραγε πάψει να θαυμάζουν, είχαν πάψει να αγαπούν ο ένας τον άλλο; Τι να κάνουμε. Απομακρύνθηκε με αυτή την κουβέντα στα χείλη”.

Εκείνος, μέσα από σπαράγματα, αναζητά στο πλήθος και παντού, τη ζωή του και μιαν άλλη, την δική του Σεσίλια:

“Γιατί το πλήθος είναι, εκτός των άλλων, ένα κινούμενο μυστικό”. Και επειδή “Η ευτυχία είναι απάνθρωπη” Και “Η ζωή φέρνει τόσες ανατροπές, που ακόμα και οι πιο αθώες επιθυμίες σου μπορεί να σου φανούν έγκλημα”.

Ο Ντομίνγκες σε ένα ολιγοσέλιδο μυθιστόρημα, κατορθώνει τα ακατόρθωτα: “Κάθε κομμάτι πραγματικότητας ήταν ολόκληρη η πραγματικότητα”, γράφει κι αυτό επιτυγχάνει και στην δική του αλλόκοτη, κατακερματισμένη και σπαρακτική ιστορία.

Μέσα από την φτωχή, σχεδόν έρημη καθημερινότητα του Αρτούρο, ιστορία μέσα στην ιστορία και μυθιστόρημα μέσα στο μυθιστόρημα, εκτυλίσσεται και το δράμα μιας άλλης οικογένειας. Ένας άντρας, εγκαταλείποντας τα πάντα στην Αργεντινή φυλακίζει την γυναίκα του και τις δυο κόρες τους, σε ένα αγροτόσπιτο και πίσω απ' τον φράκτη. Αφορμή, η ερωτική περιπέτεια της γυναίκας του με ένα νέο αγόρι. Αιτία, ενδεχομένως η δική του δράση και η ζωή και η ανάγκη του να κρυφτεί ο ίδιος κρύβοντας, εν τέλει κι εκείνες.

Αναμνήσεις, παλινδρομήσεις, παρελθόν που τέμνεται έτσι ώστε να γίνεται, τελικά, κατά κάποιον τρόπο και το-κοινό-παρελθόν, η Καμπότζη – Σεσίλια βαδίζει στ' αχνάρια της επαναστάτριας συνονόματης θείας. Και ο Αρτούρο προσπαθώντας να σώσει την Ρόζι πίσω απ' τον φράκτη, την αφήνει με τα ίδια ερωτηματικά και χάνεται στην ακτή με τους αμμόλοφους, σε ένα χειροποίητο μυθιστόρημα που επαναλαμβάνει και την προσωπική του ιστορία. “Δεν ήξερε από τι ήθελε να σωθεί, από την θάλασσα ή από τον εαυτό της ή από τον πανικό που προκαλούν τα απλά και ανεξήγητα συμβάντα”. Ένα απόσπασμα – που αποτελεί το κλειδί και το κοινό αίσθημα έστω και με τον ασυνείδητο τρόπο του καθενός ξεχωριστά των ηρώων.

Μια ιστορία αυτογνωσίας και μοναξιάς, επανάστασης και έρωτας, εξορίας και αυτοεξορίας. Με μια αφήγηση γεμάτη σπαράγματα μνήμης, χρόνου, ζωής, ιστορίας. Ο αγώνας των θυμάτων της δικτατορίας στην Αργεντινή μέσα από την απόλυτη μυθιστορηματική σαγήνη. Ένα μωσαικό ζωών που αποτελούν την Ζωή. Πικρή κι αλλόκοτη. Η ιστορική μνήμη μέσα από την προσωπική και οικογενειακή μνήμη.


ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ-

ΠΟΙΟΣ ΕΙΝΑΙ:

Ο Κάρλος Μαρία Ντομίνγκες γεννήθηκε στο Μπουένος Άιρες το 1955. Από το 1989 ζει στο Μοντεβιδέο της Ουραγουάης.

Ξεκίνησε ως δημοσιογράφος στο περιοδικό Crisis.

Είναι ένας από τους μεγαλύτερους σύγχρονους πεζογράφους και τα βιβλία του έχουν κερδίσει βραβεία και εντυπωσιακή παγκόσμια αναγνώριση.

Με ποιητική γλώσσα περιγράφει χαρακτήρες σε επισφαλείς καταστάσεις όπως είναι τα δικτατορικά καθεστώτα και οι συνέπειές τους στις ζωές των ανθρώπων.

Το μυθιστόρημά του “Το χάρτινο σπίτι” (Εκδ. “Πατάκη”, 2006) έχει μεταφραστεί σε περισσότερες από 20 γλώσσες και αποτελεί φαινόμενο λογοτεχνικού μπεστ σέλλερ.

Από τον “Πατάκη” κυκλοφόρησε πρόσφατα και το μυθιστόρημά του “Η τυφλή ακτή”.


Δημοσιεύθηκε στο Έθνος της Κυριακής.

Οδηγώντας σήμερα στον αγροτικό δρόμο είχαν ανθίσει όλα τα δέντρα... Περίεργα ανακουφιστική πρώιμη άνοιξη...