28/8/09

Ο υπομονετικός, αινιγματικός λαβύρινθος των γραμμών μας

"Ένας άνθρωπος", γράφει ο Μπόρχες στον Επίλογο του "Ποιητή", "βάζει σκοπό της ζωής του να ζωγραφίσει τον κόσμο. Χρόνια ολόκληρα γεμίζει μια επιφάνεια με εικόνες από επαρχίες, βασίλεια, άστρα, άλογα κι ανθρώπους. Λίγο πριν πεθάνει, ανακαλύπτει ότι αυτός ο υπομονετικός λαβύρινθος των γραμμών σχηματίζει την εικόνα του προσώπου του".

ΥΓ. Καμιά φορά σκέπτομαι το πόσα του χρωστώ. Στον Μπόρχες και στον Αχιλλέα Κυριακίδη.
Αλλά το αφιερώνω στον συμφοιτητή και αείποτε φίλο μου Μάκη Αρμένη που επιμένει να μου υπενθυμίζει τον "χάρτινο Σεπτέμβρη της καρδιάς μου".
Μάκη μου καλέ, μόνο χάρτινη ίσως και να μπορώ, μονάχα χάρτινη μπορώ να αντέχω ή να καταλάβω, ξέρω κι εγώ? Εξάλλου κάτι γίνεται και με την... πυκτικότητα του αίματός μου (έτσι κι αρχίζει να τρέχει, δεν το σταματώ).
Όπως μπορεί ο καθένας, ναι? Και με ό,τι του λέει η καρδιά του.
Αντε να βγαίνει αυτός ο Αύγουστος ο αποκαλυπτικός και σκληρός. Κι ας μπει ένας Σεπτέμβρης χάρτινος, τί να κάνουμε? Αυτό ξέρω!
Οχι, δεν συμμαζεύτηκα ακόμα, σκπόρπια είμαι και υποτίθεται σε "διακοπές". Αλήθεια, εσείς ξέρετε κανένα που να διακόπτει ποτέ από τη ζωή του?

10/8/09

Εγκατέλειψε τον κόσμο του, δεν κατάφερε να μπει στο δικό της. Βρέθηκε στο κενό

“η ζωή είναι θλιβερή εκτός από τη σπάνιες στιγμές που σκάει μύτη αγάπη”

“ΕΝΑ ΕΡΩΤΙΚΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ” του Ιβάν Κλίμα, Μετάφραση από τα τσέχικα: Σόνια Στάμου- Ντορνιάκοβα. Εκδ. “Καστανιώτη”, σελ. 240, € 18

“Έκανε μια εξαίρεση και αισθάνθηκε την ηδονή της χαλάρωσης, μισόκλεισε τα μάτια του, με αποτέλεσμα όλα να λιώσουν στα χρώματα του ουράνιου τόξου, μπορούσε να υποκύψει στη φαντασίωση πως τα πράγματα γύρω του, όλη η ζωή έχει μια τάξη, μια κατεύθυνση που ίσως και αυτός να καταλάβαινε, και συνειδητοποιούσε με σιγουριά πως το μοναδικό νόημα των πάντων είναι η ζωή και η διάρκειά της. Ξανά- όπως κάποτε όταν ήταν παιδί- του φάνηκε απίστευτο, δεν μπορούσε να φανταστεί, ότι ο ίδιος κάποτε δεν θα υπάρχει, πως το σώμα του, οι για την ώρα τέλειες λειτουργικές αισθήσεις του και το ακριβές και λογικά σκεπτόμενο μυαλό του, πρόκειται να χαθούν. Τότε τί νόημα θα είχε η θάλασσα, ο ουρανός και ο αέρας από πάνω του, τί νόημα θα είχε η διάρκεια του αέρα αν ο ίδιος δεν θα τον ανέπνεε;”
Το νόημα είναι για τον Ιβάν Κλίμα το άλφα και το ωμέγα στις ιστορίες του. Κι ας επικαλείται ως πρόσχημα, τον έρωτα άλλοτε και κάποιες άλλες φορές στην εποχή.
Στην “Απόκρυφη οικειότητα” ήταν ο εφημέριος Ντανιέλ Βέντρα που έχανε την πίστη του μέσα από έναν έρωτα για μια όμορφη άγνωστη, όπου την κέρδιζε, τελικά, αυτή.
Στο “Ούτε άγιοι, ούτε άγγελοι” ήτανε το κενό, η απουσία νοήματος, στη νέα εποχή. Το συλλογικό όραμα πέθανε κι ο άνθρωπος μόνος προσπαθεί από ερωτικούς, επιστημονικούς, ψευδαισθησιακούς και χημικούς παραδείσους με πάθος, εμμονικά, να κρατηθεί. Η παγωμένη Κριστίνα, ζεσταίνεται στην αγάπη του Γιαν και αγωνίζεται να δώσει πνοή ύπαρξης στην βυθισμένη στα ναρκωτικά και την απόγνωση, κόρη της Γιάννα.
Το “Ένα ερωτικό καλοκαίρι” που κυκλοφόρησε πρόσφατα, αφορά και κρατά για μια ζωή.
Περισσότερο... ποιοτικός προσδιορισμός όσον αφορά το ερωτικό του θέματος (πως λέμε “η ερωτική άνοιξη της κυρίας Στόουν”;) και λιγότερο εποχικός (ε εντάξει, υπάρχει και ένα ταξίδι), προκαλεί ρωγμές ανεπανόρθωτες στη ζωή του Δαβίδ. Παρ' ότι ήταν κατά τέτοιον τρόπο “καλοχτισμένη” η ζωή του παντρεμένου τσέχου επιστήμονα ώστε όλα να δείχνουν ότι τα σχέδια φτάνουν μέχρι που να τελειώσει αυτή αλλά και η άλλη και η άλλη ζωή. Το ερευνητικό του έργο, εξάλλου, ακριβώς αυτό: η... αιωνιότητα! Το ερευνητικό του έργο στηριγμένο στο ελιξήριο για την αθανασία, θα τον έκανε διάσημο, τον κρατούσε ήδη για χρόνια καθησυχασμένο και βολεμένο στην ίδια τροχιά. Η καθημερινότητά του, επικουρική ως προς αυτό: η αθόρυβη εκπαιδευτικός σύζυγός του, τα δυο αθόρυβα παιδιά του και το σπίτι που σκόπευαν με τις οικονομίες να αποκτήσουν για να ησυχάσουν ως τα προς το ζην.
Η κηδεία της σπιτονοικοκυράς του, θα τον βάλει σε μεγάλους μπελάδες. Διότι σ' αυτή θα γνωρίσει την νεαρή φοιτήτρια Ίβα που θα φέρει τα επάνω κάτω στην τακτοποιημένη του ζωή. Αισθησιακή, αφιερωμένη σαν πεταλούδα στο εφήμερο, θα του αλλάξει τις νύχτες πρώτα (θα ξαγρυπνά για το μεταμεσονύχτιο τηλεφώνημά της), τις ημέρες κατόπιν (θα τρέχει διαρκώς να τη βρει), τα ίδια τα σχέδιά του, την ίδια του τη ζωή.
Ο παθιασμένος έρωτας θα τον οδηγήσει ακριβώς στο εφήμερο, για να διαπιστώσει ξαφνικά με διαύγεια πως η επιστημονική του πορεία προιόν της έως τώρα ζωής είναι αναπόφευκτο να πέσει στο κενό. “Όποιος μια φορά πάρει ανθρώπινες διαστάσεις, αυτός είναι προορισμένος και να πεθάνει”. Και πως μονάχα στη διάσταση του ανθρώπινου χρόνου μπορεί να υπάρξει η ανθρώπινη ζωή.
Η καθημερινότητά του θα δοκιμαστεί μαζί με το προιόν της επιστημονικής του έρευνας και οι προσπάθειές του “να ανήκει εδώ ή εκεί” θα σταθούν για τον Δαβίδ ανεπαρκείς: “Αυτός έφταιγε. Φοβόταν πάρα πολύ πως θα τη χάσει. Την έχασε όμως ακριβώς επειδή έχασε τον εαυτό του. Δεν είναι κανένας. Μόνο ένας υποψήφιος που περιμένει την εύνοιά της. Ένας μεταξύ πολλών”.
Βιώνοντας την αγωνία του-εραστή- υπό-εγκατάλειψη, θα την ακολουθήσει σε ένα προθεσμιακό καλοκαιρινό ταξίδι μετ' επιστροφής. Θα επέστρεφε, ούτως ή άλλως, για να φύγει για επιστημονική έρευνα στο Λονδίνο με την οικογένεια. Δεν γίνεται να το αποφύγει, διαρκώς το αισθάνεται αυτό: “Παρόλο που το πήρε απόφαση και έφυγε μαζί της, δεν γλίτωσε ούτε στιγμή από τις τύψεις και το αίσθημα πως δεν ανήκει εδώ. Εγκατέλειψε τον κόσμο του, δεν κατάφερε να μπει στο δικό της. Βρέθηκε στο κενό”.
Εκείνο που δεν μπορούσε να αισθανθεί με τίποτα ήταν οι αντιδράσεις του άλλου, εφόσον σε μια σχέση κατά τον Γιουνγκ, μεταβάλλονται και οι δυο. Και ο Δαβίδ – ο οποίος πια βασανίζεται δίχως επιστημονικό πυρήνα και στόχο και τον κυνηγούν ως Ερινύες τα συζυγικά κατσαρολικά αλλά και η Ίβα, η οποία μάλλον δεν έχει μάθει να ζει με ημίμετρα και το μόνο της νόημα ζωής πλέον είναι αυτός. 'Ενας έρωτας για τον οποίο θα μπορούσαν κι οι δυο να θυσιάσουν τα πάντα. Αλλά αυτός είχε ήδη για το ελιξίριο της αθανασίας χαραμίσει σχεδόν μια ζωή.
Ένας παθιασμένος, αταίριαστος έρωτας (αλλά και ποιος παθιασμένος έρωτας είναι ταιριαστός;) που κουβαλά όλο το βάρος της ύπαρξης στο ερωτικό, βασανιστικό του καλοκαίρι. Και δυο τραγικοί ήρωες της αέναης ανθρώπινης τραγωδίας. Κουβαλώντας την ελπίδα του αιώνιου, στη φθαρτή τους ανοικονόμητη ζωή.
Και αρκεί μια στιγμή για την Μέγιστη και ολέθρια διαπίστωση: “Είναι δυνατόν μόνο μια στιγμή να αποφασίσει για τη μοίρα μου; Ή ανέκαθεν είχα μέσα μου την ανάγκη να δραπετεύσω από την προκαθορισμένη μοίρα της ζωής μου, τη λαχτάρα να καταστρέψω την ησυχία μου, να ζήσω το κάτι άλλο, παρόλο που αυτό θα μπορούσε να με καταστρέψει;”
Αλλά συνήθως εκείνος που δραπετεύει είναι ο πλέον αθώος και ο αθώος σ' αυτή την ιστορία ήταν αυτή.
Και εδώ “η ζωή, θλιβερή εκτός από τη σπάνιες στιγμές που σκάει μύτη αγάπη” αλλά η αγάπη αυτή είναι... καλοκαιρινή, δηλαδή περαστική, παροδική. Μετά απ' εκείνην, το κενό που εμπεριέχουμε και εφόσον το ανύπαρκτο ελιξήριο της αθανασίας πάψει να αποτελεί το ζωτικό μας ψεύδος, κινδυνεύουμε, τελικά, να μας καταπιεί.

ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ-
ΕΡΓΑ ΤΟΥ:
Πεζογράφος, δραματουργός, δημοσιογράφος, σεναριογράφος και δημιουργός ραδιοφωνικών έργων, ο Ιβάν Κλίμα, γεννήθηκε στην Πράγα το 1931.
Σε μικρή ηλικία έζησε τρία χρόνια στο στρατόπεδο συγκεντρώσεως στο Τέρεζιν της Τσεχίας. Αποφοίτησε από το Πανεπιστήμιο του Καρόλου, από τη φιλοσοφική σχολή, με ειδίκευση στην τσέχικη γλώσσα και στην επιστήμη της λογοτεχνίας.
Κατά την περίοδο 1969- 1970 έδινε διαλέξεις ως φιλοξενούμενος καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Μίσιγκαν των ΗΠΑ.
Μετά την επιστροφή στην πατρίδα του, απαγορεύτηκαν όλα τα βιβλία του που πλέον κυκλοφορούσαν παράνομα στη χώρα του ή στο εξωτερικό από γνωστούς εκδοτικούς οίκους.
Μέχρι την αλλαγή του καθεστώτος ο Κλίμα εργαζόταν σε διάφορες χειρωνακτικές εργασίες, αλλά η βασική του ασχολία είχε παραμείνει η συγγραφή μυθιστορημάτων, θεατρικών έργων, σεναρίων κλπ.
Το 2002 ο Πρόεδρος της Τσέχικης Δημοκρατίας τον τίμησε με το Μετάλλιο του 1ου βαθμού για το σύνολο του καλλιτεχνικού έργου του.
Ζει και εργάζεται στην Πράγα.

4/8/09

Ο τελευταίος της αυλής

“ΣΚΟΤΕΙΝΟΣ ΤΟΠΟΣ” της Τζίλιαν Φλιν. Μετάφραση: Γωγώ Αρβανίτη. Εκδ. “Μεταίχμιο”, σελ. 475, € 20

“Χωρίς κανένα λόγο, κράτησα την ανάσα μου καθώς περνούσα την πινακίδα που με καλωσόριζε στο Γουίντ Γκαπ, έτσι όπως κάνουν τα μικρά παιδιά όταν περνάνε έξω από νεκροταφείο. Είχα οχτώ χρόνια να έρθω, αλλά το σκηνικό μου γύρισε τ' άντερα”...
“Σ' όλους τους φανοστάτες του δρόμου υπήρχε το πρόσωπο ενός κοριτσιού σε μια φωτοτυπία όλο κόκκο... “Αγνοείται”.
Η αμερικανίδα τηλεκριτικός Τζίλιαν Φλιν με το πρώτο της κιόλας μυθιστόρημα “Αιχμηρά αντικείμενα” έκανε τους πάντες να μιλούν για το φρέσκο ανατριχιαστικό ύφος της. “Είχα περίπου τριάντα χρόνια να διαβάσω τόσο ανατριχιαστικό ψυχολογικό θρίλερ”, δήλωνε ο Στίβεν Κινγκ. Η αστυνομική συντάκτης Καμίλ Πρίκερ, επιστρέφει ύστερα από χρόνια στην πατρίδα της και με αφορμή την εξαφάνιση (και τον θάνατο απ' ό,τι θα αποδειχτεί) ενός κοριτσιού, θ' αναγκαστεί να ξεθάψει τους οικείους νεκρούς, θα ζωντανέψει την νεκρή παιδική της ηλικία. Πριν από λίγο καιρό και ένα άλλο χαρισματικό και ζόρικο κοριτσάκι είχε στραγγαλιστεί κατά τον ίδιο ακριβώς τρόπο, και το τρόπαιο του δολοφόνου ήταν κι αυτή τη φορά τα... δόντια της. Η αδελφή της Μάριον, που σημάδεψε με τον θάνατό της, το κορμί και τη ζωή της Καμίλ Πρίκερ (χαρακωνόταν! Με ψυχαναγκαστικό τρόπο χάραζε λέξεις για να τις ξορκίσει ή για να τις κάνει να υπάρξουν σε όλο της το κορμί), όμως, όλα έδειχναν ότι είχε πεθάνει με φυσικό τρόπο.
Η αγία οικογένεια και η αγία Μητέρα στο μικροσκόπιο, καθώς και οι αντιφατικές οικογενειακές σχέσεις. Με απύθμενο ψυχαναλυτικό βάθος η Φλιν αγγίζει τη σχέση Μάνας και Κόρης, σκιαγραφώντας τον σαδιστή και μαζοχιστή εαυτό, και την αβάσταχτη σκληρότητα των παιδιών, καθώς επίσης και των παιδικών μας χρόνων.
Στο “Σκοτεινό Τόπο” που κυκλοφόρησε πρόσφατα, επίσης, από τις εκδόσεις “Μεταίχμιο” στα ελληνικά, το δεύτερο αστυνομικό μυθιστόρημά της, η οικογένεια και οι εγκληματικές της παράμετροι θα βρεθούν και πάλι στο συγγραφικό μικροσκόπιο.
Η Λίμπι Ντέι, η μικρούλα που επέζησε ενός απίστευτου μακελιού, όπου ο δεκαπεντάχρονος αδελφός της σκοτώνει τη μητέρα τους και τις δυο αδελφές του, τώρα πια που μεγάλωσε και έχοντας ανάγκη από χρήματα, αποφασίζει να πουλήσει την οικογενειακή τους ιστορία. Θα χρειαστεί να διανύσει αντίστροφα την ίδια διαδρομή. Και ενώ ο ανυποψίαστος αναγνώστης θεωρεί απριόρι ότι όλα έχουν ειπωθεί και ο δολοφόνος βρίσκεται ήδη τιμωρημένος στη φυλακή, η αντίστροφη πορεία θα φέρει τα επάνω- κάτω.
“Τι έγινε εκείνη τη νύχτα, Μπεν; Το έχω ανάγκη, πρέπει να μάθω!” Εκλιπαρεί κάποια στιγμή τον αδελφό της στη φυλακή, παίζοντας ήδη μια χαμένη παρτίδα:
“Λίμπι, δεν πρόκειται να το κερδίσεις αυτό το παιχνίδι. Αν σου πω είμαι αθώος, σημαίνει ότι εσύ είσαι ένοχη, μου κατέστρεψες τη ζωή. Αν σου πω είμαι ένοχος... δεν νομίζω ότι αυτό θα σε κάνει να αισθανθείς καλύτερα, ή όχι;” Η Λίμπι, παρότι τότε μικρό παιδί, ήταν εκείνη που τον είχε καταδώσει.
Και η Λίμπι- κόρη, όπως και η ενοχική Καμίλ είναι πεπεισμένες στις δυο ιστορίες ότι είναι οι φορείς του κακού. Κομματιάζουν τον εαυτό τους για να μην κομματιάσουν. Και οι δυο θα χρειαστεί με τρόπο επώδυνο να ξεθάψουν το παρελθόν και να θυμηθούν, να δικάσουν αντίστροφα τη μητέρα- Θεό και να την αθωώσουν ή να την καταδικάσουν.
Η ζοφώδης ατμόσφαιρα της Φλιν ολοζώντανη και πειστική, κινείται πολυεπίπεδα οδηγώντας σε απύθμενα υποσυνείδητα βάθη. Χαρακτήρες πολύπλοκοι, με μυστικά και βαρύ, σκοτεινό παρελθόν, ανακατεύουν αμέτρητες φορές τα χαρτιά στην ίδια παρτίδα. Η συγγραφική ευστροφία και τα ευρήματα τα καθοριστικά, χαρίζουν στην αστυνομική λογοτεχνία δυο ιδιόρρυθμες, απρόσμενες, αλλόκοτες, σαν σκοτεινά παραμύθια του Άντερσεν, ιστορίες. Η κακιά μάγισσα που τιμωρεί τα ζωηρά κοριτσάκια στη μια, και ο σατανιστής έφηβος που βάφει τα χέρια με αίμα στην άλλη.
Αλλά πέρα από την σαγηνευτική αφήγηση και την απρόσμενη πλοκή, αυτό που “σπάει κόκαλα” όπως ο Στήβεν Κινγκ θα πει, είναι και στη μία περίπτωση και στην άλλη, η αυτοκαταστροφική και ενοχική, στα όρια του μαζοχισμού σχεδόν, κεντρική ηρωίδα.
Το αόρατο θύμα, εν τέλει, εφόσον τα μεγάλα εγκλήματα δεν προυποθέτουν ντε και καλά αίμα και πτώμα.
“Ο σκοτεινός Τόπος” δεν είναι άλλος από την σκοτεινή δική μας ψυχή, και το φιλμάκι των παιδικών μας χρόνων που έχει αποσβέσει η αυτοσυντήρηση, ο νόμος της εντροπίας κι ο χρόνος. Και “Τα αιχμηρά αντικείμενα”, δοντάκια, μητρικά νυχάκια, μαχαίρια και βελούδα σατέν που εξακολουθούν και ως μνήμη να γδέρνουν.
Η γυναίκα- ανοιχτό βιβλίο και η άλλη που πρέπει να ξεδοντιάζει και να πονά, διότι αλλιώς αισθάνεται αόρατη, πολύ απλά “δεν υπάρχει”. Η άλλη όψη ακριβώς του ιδίου νομίσματος. Η βία που υφιστάμεθα και γεννά βία, στον άλλον, ή ενίοτε στον ίδιο μας τον εαυτό, αναλόγως της ιδιοσυγκρασίας.
Η μητρική αυταπάρνηση και η Μητέρα- τιμωρός.
Το δίχως άλλο, δυο μεγάλα βιβλία σαν αρχαία τραγωδία. Όπου η κατάδυση στην κόλαση είναι μονόδρομος για τη λύτρωση πια.


ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ-
ΕΡΓΑ ΤΗΣ:
Η Τζίλιαν Φλιν είναι τηλεκριτικός στο αμερικάνικο περιοδικό Entertainment Weekly και ζει στο Σικάγο.
Το πρώτο της βιβλίο “Αιχμηρά αντικείμενα” (εκδ. “Μεταίχμιο”), δημιούργησε τεράστια αίσθηση διεθνώς,
αγαπήθηκε από εκατομμύρια αναγνώστες,
ενώ χάρισε στη συγγραφέα του τα βραβεία CWA lan Fleming Steel Dagger CWA New Blood Fiction Fagger.

ΥΓ1: Εχθές αποχαιρέτησα και τον τελευταίο της αυλής. Το σκεπτόμουν μεσάνυχτα Κυριακής. Κοιτώντας τη σιδερένια αυλόπορτα πώς την έκανε ξύλινη.... ντεραυλή το φεγγάρι. Το γκαράζ του αγροτικού που όταν θόλωναν τα μάτια μου απ' τα δάκρυα, γινόταν το πουρλάκι, πατητήρι. Τα σιδερένια κάγκελα, ο ασπρισμένος ξυλόφουρνος του παππού, αλήθεια το σπίτι της γιαγιάς το γκρέμισαν? Τί να 'χει απομείνει εκεί σ' αυτό το σκοτεινό “από πίσω”? Μου μύρισε ματζουράνα και λεβάντα αλλά ήταν που μας είχε λιβανίσει η σπλαχνική βουλγάρα που φρόντιζε τον θειό μου στα τελευταία. Κι αυτό που είδα για τους ιβίσκους της γιαγιάς, ήταν μια πλαστική σακούλα που την έπαιζε το αεράκι που είχε απομείνει.
Κανείς δεν μιλούσε. Κι όμως, το ήξερα, ζώντες και τεθνεώντες, είμαστε όλοι εκεί! Μήνες την ονειρεύεται τη γιαγιά η μαμά, “να δεις θα έρθει η μάνα, να πάρει τον θείο τον Χρίστο!”
Κι έδινε πίσω από την πλάτη μου κρυφά ραντεβού- εντολή: “Δευτέρα στις έξι το απόγευμα θα με πας, ε? Κι άστηνα να φωνάζει, αυτή πονάει το πιο πολύ!”
Έξι τ' απόγευμα της Δευτέρας τον σήκωσαν, μύριζε ο τόπος αγιόκλημα, γιασεμί, όσο είχε απομείνει.
Κι εγώ, σα να μεγάλωσα ξαφνικά. Αφού θα κλείσει για μένα πια για πάντα αυτή η αυλή, τώρα που έφυγε απ' αυτήν κι ο τελευταίος!
Η αυλή των θαυμάτων. Εκείνη που ευθύνεται για τη σχιζοφρένεια και για τις αντιφάσεις μου. Ο ολόφωτος, καλειδοσκοπικός, σκοτεινός μου Τόπος. Εκεί όπου μου επιτρέπονταν – για όσο υπάρχει, υπήρχε, θα υπάρχει?- τα πάντα ή σχεδόν: αποστειρωμένοι οι πάντες μεσ' στη βελούδινη σάλα της μαμάς, σαν κούκλα ψεύτικη κι εγώ, ξυπόλυτη και βρόμικη εκεί, μέσα στο χώμα, έτοιμη για του κόσμου τις αλάνες. Ένα δρόμο πιο πάνω, τα γύφτικα, τσαντίρια κανονικά. Και όλοι φίλοι μου. Μαζί κι ο Γιώργος, η Χρυσούλα, ο Πε... στη δεξαμενή, “κλέφτες κι αστυνόμοι”. Στους κλέφτες πάντοτε, με τόνα πόδι στο παιχνίδι και τ' άλλο στα φαντάσματα, σαν το αερικό, στα γκρεμισμένα.
Σ' αυτή την αυλή, όλα ήταν αλήθεια, πριγκίπισσες και μάγισσες, η λάμια του Πάτημα κι οι αδικοσκοτωμένοι. Η θειά Κουλιώ έπαιζε για το χατίρι μας Καραγκιόζη με την κουρτίνα της κουζίνας για μπερντέ, εμείς φορούσαμε τα υφαντά της γιαγιάς και είμαστε ινδιάνοι. Αν διάβασα σαν μανιακή, τα παραμύθια τα δικά της αναζητούσα, κι αν έγραψα, ήταν και πάλι “να τα βρω”, επειδή δεν τα βρήκα σε βιβλίο.
Εχθές, αποχαιρέτησα και τον τελευταίο της αυλής. Να έρχεστε, ακούτε? Κι ας μεγάλωσα, είπα σε όλους. Δίχως εσάς, δεν θα 'μαι αυτή. Και άλλωστε συνήθισα, στη βελουδένια σάλα της η μισή και η άλλη, λασπωμένη και γδαρμένη, μονίμως διχασμένη, στην αλάνα. Μισή εδώ κι άλλη μισή με τους ψιθύρους σας. Ολόκληρη μόνο μ' εσάς. Σ' αυτή εδώ την αυλή όπου όλα ήταν, είναι, θα είναι δυνατά, και θα την καταπιώ, σαν σιροπάκι toplexil, ώστε να γίνετε όλοι κι όλα, σάρκα και αίμα.
Γιαγιάκα μου... Πάντα εδώ. Κι ας ήμουν έντεκα χρονώ. Πώς πίστεψα ποτέ πώς θα μ' αφήσεις!

ΥΓ2: Και για την Κραταιά Σιωπή, τ' αυτιά μου φταίνε.
Άσχετο.

29/7/09

Φαίνομαι ευτυχισμένη?

"Το μόνο πράγμα που είναι χειρότερο από το να είναι κανείς τυφλός είναι να έχει όραση μα όχι όραμα” (Ε.Κ)


Η φτώχεια τού να νιώθει κανείς ανεπιθύμητος” (Μ.Τ)


Η μόδα είναι στον ουρανό” (Κ.Σ)



Φαίνομαι ευτυχισμένη; Θα έπρεπε- γιατί ήμουν ένα παιδί που κανένας δεν το ήθελε. Ένα κορίτσι μόνο του με ένα όνειρο- που ξύπνησε ένα πρωί και είδε ότι το όνειρό του βγήκε αληθινό.

Είμαι η Μέριλυν Μονρόε. Διαβάστε την ιστορία μου”.

Μέριλυν Μονρόε.

'Ηταν μόλις 36 ετών. Ήταν ό,τι πιο όμορφο, ό,τι πιο αισθησιακό ζούσε στα όνειρα κάθε άντρα. Και όμως ήταν νεκρή μέσα στο διαμέρισμά της. Μεγάλη δόση βαρβιτουρικών, είπαν οι ιατροδικαστές. Απόπειρα, ίσως; Ατυχία; Ό,τι και να ήταν, η Νόρμα Μπέηκερ πλέον είχε φύγει και όλα μαρτυρούσαν ότι η ζωή της μπορεί να ήταν λαμπερή, αλλά για την ίδια έκρυβε μόνο θλίψη....

Πιστεύουμε, μερικές φορές, ότι φτώχεια είναι μονάχα το να πεινάς, να είσαι γυμνός και άστεγος. Η φτώχεια τού να νιώθει κανείς ανεπιθύμητος, χωρίς αγάπη και χωρίς φροντίδα είναι η μεγαλύτερη φτώχεια. Ας ξεκινήσουμε μέσα από το ίδιο μας το σπιτικό, για να εξαλείψουμε αυτού του είδους τη φτώχεια”

Μητέρα Τερέζα


Η ειρήνη βρίσκεται μόνο στην άκρη μιας λόγχης”

Ιωάννα της Λωραίνης (Γαλλίδα Στρατηγός)

(“Μέσα σε όλα τα παράδοξα της ιστορίας της, η Ιωάννα ήταν ίσως ο μόνος στρατιωτικός ηγέτης που δεν είχε ποτέ σκοτώσει άνθρωπο' στη μάχη ορμούσε μπροστά με το λάβαρο στο ένα χέρι και το σπαθί στο άλλο, αλλά ποτέ δεν χτυπούσε με την κόψη. Αν και ανελέητη στη στρατηγική της, έκλαιγε ύστερα από κάθε μάχη για την απώλεια τόσων ζωών. Λέγεται επίσης πως, βλέποντας ένα στρατιώτη της να χτυπά θανάσιμα έναν Άγγλο αιχμάλωτο, άφησε το άλογό της, πήρε τον ετοιμοθάνατο άντρα στην αγκαλιά της, τον παρηγόρησε και άκουσε την εξομολόγησή του. Είναι παράδοξο, αλλά το ιδανικό της ιπποσύνης φαίνεται να βρήκε καλύτερη έκφραση στη δεκαεπτάχρονη βοσκό από ό,τι σε αυτούς που γεννήθηκαν ιππότες. Σύμφωνα με τους συμπολεμιστές της, η δύναμή της ήταν στη στρατηγική: ήξερε πού να τοποθετηθεί, πώς να αποφύγει τα χειρότερα χτυπήματα, πώς να ψυχολογήσει τις κινήσεις του αντιπάλου. Πολλές φορές προειδοποιούσε ακριβώς πού θα έπεφταν οι μπάλες των κανονιών ή μια πληθώρα από βέλη. Η ικανότητά της αυτή έμοιαζε να έχει έρθει από το πουθενά, αλλά είτε ήταν θεόσταλτη είτε απλώς αποτέλεσμα ενός ιδιαίτερα κοφτερού μυαλού, κανείς Γάλλος στρατιωτικός δεν υπήρξε καλύτερος σε θέματα τακτικής από την Ιωάννα της Λωραίνης”).


Κερδίστε τη μάχη ή αφανιστείτε”

Βασίλισσα Μπούντικα (Βρεταννίδα Κέλτισσα, Φύλαρχος και Επαναστάτρια).


Ήταν εκείνη που αγαπούσε περισσότερο από τους Αποστόλους”

Για τη Μαρία Μαγδαληνή (Απόκρυφο Ευαγγέλιο του Φιλίππου)


Το μόνο που χρειάζεσαι είναι η θέληση να αγαπήσεις”

Τερέζα της Αβίλα (Ισπανίδα Θεολόγος).


Αν δεν έχω ποίηση, μπορώ τουλάχιστον να έχω ποιητική επιστήμη”

Άντα Λάβλεης (Αγγλίδα Εφευρέτρια και Μαθηματικός)


Οφείλουμε να ελευθερώσουμε το μισό ανθρώπινο πληθυσμό, τις γυναίκες, έτσι ώστε αυτές με τη σειρά τους να μπορέσουν να ελευθερώσουν τον υπόλοιπο μισό”

Έμελιν Πάνκχερστ (Αγγλίδα Σουφραζέτα)


Η ζωή δεν είναι εύκολη για κανέναν από εμάς. Αλλά και τι μ' αυτό; Πρέπει να έχουμε επιμονή και πάνω απ' όλα εμπιστοσύνη στους εαυτούς μας. Πρέπει να πιστεύουμε ότι έχουμε κάποιο χάρισμα και ότι αυτό πρέπει να διατηρηθεί μ' οποιοδήποτε κόστος”

Μαρία Κιουρί (Πολωνή Επιστήμονας)


Τα παιδιά είναι οι πνευματικοί “χτίστες” της ανθρωπότητας και τα εμπόδια στην ελεύθερη ανάπτυξή τους γίνονται πέτρες στους τοίχους πίσω από τους οποίους έχει φυλακιστεί η ψυχή του σημερινού ανθρώπου”

Μαρία Μοντεσσόρι (Ιταλίδα Εκπαιδευτικός) (δική της έμπνευση το “μάθημα της σιωπής”)


Η ελευθερία είναι πάντα η ελευθερία αυτού που σκέφτεται διαφορετικά”

Ρόζα Λούξεμπουργκ (Πολωνή Οικονομολόγος και ναι, η Κόκκινη Ρόζα)


Μόδα δεν είναι κάτι το οποίο υπάρχει μόνο σε φορέματα. Η μόδα είναι στον ουρανό, στους δρόμους, η μόδα έχει να κάνει με τις ιδέες, με τον τρόπο που ζούμε, με ό,τι συμβαίνει γύρω μας”

Κοκό Σανέλ (Γαλλίδα Σχεδιάστρια)


Μια φορά κι έναν καιρό ήταν μια όμορφη κοπέλα...”

Σταχτοπούτα (αιγύπτια ηρωίδα παραμυθιού).


Μια γυναίκα πρέπει να έχει χρήματα και δωμάτιο δικά της, αν είναι να γράψει λογοτεχνία”.

Βιρτζίνια Γουλφ

Για τους Κινέζους, η φράση “μακάρι να ζήσεις σε ενδιαφέροντες καιρούς” αποτελεί κατάρα. Η Βιρτζίνια Γουλφ υπήρξε θύμα της: γεννημένη στα τέλη της Βικτωριανής εποχής, ανήκε στη γενιά που εισήγαγε το μοντερνισμό έχοντας πρώτα αντιπαλέψει ένα καλά εδραιωμένο κατεστημένο. Κορυφαία λογοτέχνις, κατάφερε να αποδώσει όπως λίγοι την ανθρώπινη κατάσταση ζώντας η ίδια ανάμεσα σε δυο κόσμους: την μποέμ πραγματικότητα του “Κύκλου Μπλούσμπερυ” και τον δικό της εσωτερικό, σκοτεινό κόσμο. Το αποτέλεσμα είναι μια από τις δυνατότερες φωνές της λογοτεχνίας και της κοινωνίας”.

Αυτό, όμως, καθόλου δεν την εμπόδισε από του να γεμίσει τις τσέπες της πέτρες, και να χαθεί στα νερά του ποταμού.

Το σώμα της βρέθηκε ύστερα από τρεις εβδομάδες.


Ξεκινώντας να γράφω γι' αυτό το υπέροχο βιβλίο που, μόλις απόψε έφτασε στα χέρια μου: “50 ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΠΟΥ ΑΛΛΑΞΑΝ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ” της Δήμητρας Νικολαίδου και της Γεωργίας Παναγιωτίδου (Εκδ. “Αρχέτυπο”),

η Βιρτζίνια Γουλφ πρώτα μου ήρθε στο νου.

Κι αυτό το απίθανο “Ένα δικό σου δωμάτιο” που μού είχε αλλάξει τα φώτα στα νιάτα μου. “Αν η γυναίκα είχε ένα δικό της δωμάτιο, τότε θα είχε γεννηθεί και η αδελφή του Σαίξπηρ”.

Ξεφυλλίζοντας όμως αυτό το βιβλίο συνειδητοποιούσα ότι “η αδελφή του Σαίξπηρ” γεννήθηκε ακριβώς επειδή δεν είχε δικό της δωμάτιο! (και τώρα που αποκτήσαμε δηλαδή? Τι καταλάβαμε? Γίναμε καλύτερες συγγραφείς???)

Και οι γυναίκες που άλλαξαν τον κόσμο, τον άλλαξαν ακριβώς διότι έπρεπε να αλλάξουν τη δική τους ζωή!

Δεν χωρούσαν σ' αυτή, πώς να το πω? Δεν βολεύονταν!

Μόνο αυτό μπορεί να μας κάνει να θέλουμε, ή να μπορούμε, ν' αλλάξουμε τον κόσμο, αφού προηγουμένως αλλάξουμε τη δική μας ζωή.

Γι' αυτό το λόγο, επιτρέψατέ μου και να τελειώσω με ένα κραυγαλέο παράδειγμα.


Το μόνο πράγμα που είναι χειρότερο από το να είναι κανείς τυφλός είναι να έχει όραση μα όχι όραμα”.

Έλεν Κέλερ

Στους δεκαεννέα μήνες της ζωής της μια απρόσμενη οστρακιά αφαίρεσε από την Έλεν Κέλερ, δύο από τις σημαντικότερες αισθήσεις κάθε ανθρώπου, την όραση αλλά και την ακοή. Οι γονείς της άργησαν να καταλάβουν το αποτέλεσμα αυτής της ασθένειας στο μωρό ακόμα παιδί τους. Η μητέρα της μια μέρα συνειδητοποίησε έντρομη ότι το παιδί δεν αντιδρούσε στον ήχο του κουδουνίσματος ούτε στις κινήσεις των χεριών της. Η παιδική της ηλικία ήταν ένα μαρτύριο για την οικογένεια, καθώς η μικρή Έλεν μέσα στην απέλπιδα προσπάθειά της να εκφραστεί είχε μετατραπεί σε ένα μικρό τύραννο. Ούρλιαζε ασταμάτητα, έσπαγε ό,τι έβρισκε μπροστά της, έτρωγε με τα χέρια και ήταν επιθετική στους άλλους ανθρώπους. Οι συγγενείς της οικογένειάς της την αποκαλούσαν τέρας και τη φοβόντουσαν...

Ο ερχομός της Ανν Σάλιβαν θα της ανοίξει ένα παράθυρο επικοινωνίας στον κόσμο. Οι λέξεις πλέον θα αποκτήσουν για την Έλεν μορφή, άρωμα, γεύση κι αφή. Και συλλαμβάνοντας όλο το μυστήριο της γλώσσας, έμαθε μέθοδο Tadoma, Μπράιγ, τέσσερις διαφορετικές γλώσσες, σπούδασε, έγραψε, υπήρξε ακτιβίστρια και ασχολήθηκε και με την πολιτική (γνωστή και για τις σοσιαλιστικές θέσεις της)....

Το φαινόμενο Κέλερ θα αποτελεί για πάντα το πιο φωτεινό παράδειγμα ανθρώπου που κατάφερε το ακατόρθωτο με την ανεξάντλητη δύναμη της θέλησής του”.


ΥΓ1: Εντάξει, είναι και άλλες πολλές (Κλεοπάτρα, Σαπφώ, Υπατία, Ισαβέλλα της Γαλλίας, Αυτοκράτειρα Θεοδώρα, Ελισάβετ της Αγγλίας, Αικατερίνη η Μεγάλη, Μαίρη Σέλλευ, Άννα Φρανκ, Μάργκαρετ Θάτσερ, Αλεξάντρα Κολλαντάι, Φρίντα Κάλο...

ε ναι, ήθελα την Μέριλυν Μονρόε, τη Μητέρα Τερέζα, την Κόκκινη Ρόζα, την Βιρτζίνια Γουλφ, την Έλεν Κέλερ, την Ιωάννα της Λωραίνης, τη Σταχτοπούτα και την Κοκό Σανέλ! (Γιατρέ μου, ξέρω, καίτοι γνωρίζετε την περίπτωσή μου, εσείς με αγαπάτε γι' αυτήν ακριβώς!)


ΥΓ2: (αντιγράφω):

Αν δεν υπήρχε η Σανέλ, σήμερα δεν θα γνωρίζαμε:

Τα παντελόνια καμπάνες

Το μαύρισμα από τον ήλιο

Το μικρό μαύρο φόρεμα

Το άρωμα Νο 5 (το καλοκαίρι, αυτό φορώ) (όχι το χειμώνα άλλο)

Το ταγιέρ Chanel

Τις δίχρωμες γόβες (απίστευτες)

Τα παπούτσια μπαλαρίνες (τώρα, τέτοια φορώ)

Τις καπιτονέ τσάντες με την αλυσίδα

Τα μικρά καπέλα (είπατε τίποτα?)

Τα total look της μονοχρωμίας

Το etnhic ντύσιμο

Τη γυναικεία πυτζάμα

Τα κοσμήματα με τις ψεύτικες πέτρες

Τα γυναικεία πουλόβερ

Τα γυναικεία παντελόνια

Τα γυναικεία κοστούμια

Τις γυναικείες γραβάτες

Τις καμπαρντίνες (μέεεεγα πάθος!)

Τα strapless φουστάνια

Τις πλισέ φούστες (που λάτρευα όταν ήμουν 47 κιλά) (δε με πιστεύετε ε? Ε, δεν σας αδικώ...)

Τις πλεχτές ζακέτες

Τη ζώνη- αλυσίδα


Και τί θα φορούσαμε τώρα εμείς????


27/7/09

Σαν έγκυος από ένα σκοτεινό Θεό


Τί σας έκανε να χαθείτε, τη στιγμή που εδώ παιζόταν όλο σας το παρελθόν; Και μια δική σας κίνηση αρκούσε για να κάμει το μέλλον σας να ξαναρχίσει”.

Θυμάμαι”, ψέλλισα. “Μα, θαρρώ, αν δε χαθεί κανείς, πώς θα ξανάβρει ένα κάτι απ' αυτό που υπήρξε;”

Στιχομυθία από το μόλις δισέλιδο “Ορφανοτροφείο” του, που όμως περικλύει όλη την ποιητική τέχνη. Την ύπαρξή της και την αγωνία της, τη διαδικασία και την αθέατη αλλά τόσο υπαρκτή πλευρά της.

Μια εντυπωσιακά ποιητική και ψυχαναλυτική συλλογή αφηγημάτων από τον βραβευμένο ποιητή και ψυχίατρο Μανόλη Πρατικάκη μόλις κυκλοφόρησε κομίζοντας νέα ήθη και άλλες αισθητικές στον πεζό λόγο.

Στις μόλις εκατό σελίδες του βιβλίου, δέκα ποιητικά, αλληγορικά, παραβολικά, ψυχαναλυτικά αφηγήματα. Με κεντρικό τους άξονα, τα φωτεινά σκοτάδια της ψυχής μας. Ανεξερεύνητες περιοχές που αγγίζει μονάχα η προσευχή, η ψυχανάλυση και η ποίηση. Ερωτηματικά ζωής που ούτε καν διατυπώνονται, πόσο μάλλον και να απαντηθούν. Παρεκκλίσεις της ανθρώπινης ψυχής και “θεικές νόσοι”, παραθυράκια στο άδηλο και στο αθέατο, στα όποια πρόσβαση έχουν μόνον ο ποιητής, ο ιατρός κι ο πάσχων. Στο πρώτο της συλλογής, “Η αμνησία της Θείας Πρόνοιας” είναι η άνοια. Αυτή η αμεριμνησία του απόλυτου χαμού της Μνήμης. Παιχνίδι με το προσωνύμι της ασθενούς, ως “Θεία Πρόνοια”, ειρωνική μπηχτή και για την άλλη, που ίσως μας λησμονεί από... παθογένεια.

Στο δεύτερο αφήγημα “Η αύρα” είναι ενδεχομένως αυτό που αποκαλούμε “θεία νόσος”. Η επιληψία ως πρόβα τζενεράλε θανάτου, οι “δαιμονισμένοι” εν ζωή, άγιοι.

Το πηγάδι- κάτοπτρο” ένα ποιητικό διήγημα, είναι όλη μας η ζωή σε παντομίμα.

Η αόρατη μεμβράνη” είναι ακριβώς αυτό το σχεδόν αόρατο όριο, “μια πλήρης χάλαση του συνειρμού” που “πάει να πει ψύχωση”. Η απόδραση του πνεύματος από το ίδιο του το κέλυφος.

Η “Μικρή παραλλαγή σ' ένα κείμενο του Βάλτερ Μπένγιαμιν πάνω στον πίνακα του Κλεέ Angelus novus” αποδεικνύει και υποδεικνύει την ενότητα: στις τέχνες, στη ζωή, στον χρόνο.

Στο “Ορφανοτροφείο” η εσαεί ορφάνια μας.

Η γυναίκα της θάλασσας”, η πανταχού παρούσα μάνα, η φιγούρα της μητέρας που όλο έρχεται, από το πουθενά, απ' τη θάλασσα, απ' τα πάντα. Διότι “Είναι η ίδια, βλέπεις, σκάλα που την ανεβαίνεις και που την κατεβαίνεις. Ο ίδιος δρόμος ο πάνω και ο κάτω. Μια αδιόρατη εναλλαγή' ίσως κάτι ανεπαίσθητο, μια που ο καιρός αναπληρώνει της φύσης τις αδιάκοπες αποδημίες”.

Μια μορφή ποιητικής αυτοκτονίας” και του Τραιανού η αναχώρηση. Το “καπάκι της νύχτας” που ενδεχομένως ν' ανοίγει κι αντίστροφα. Τα “επικίνδυνα παιχνίδια” με το απρόσμενο κι απρόβλεπτο τέλος.

Το αφήγημα “Τελευταίος σταθμός ή Τα χειρόγραφα του χειρουργείου” αφορά τις τελευταίες μέρες του ποιητή Τάσου Λειβαδίτη. Εκείνο το “ανεύρυσμα της κοιλιακής αορτής” που ψηλαφούσε χρόνια ως βόμβα ή ως άστρο. “Σαν έγκυος από ένα σκοτεινό Θεό”.

Και “Το Σοφάκι” όπως μας λέει ο ίδιος ο ποιητής “ένα μικρό φωτεινό παράθυρο στη μεγάλη νύχτα των ανθρώπων”.

Όπως και όλα, εξάλλου, και τα δέκα αφηγήματα, αυτού του εξαίσια ποιητικού τόμου. Με μουσικότητα που παρασύρει, με τοξίνη που σε σημαδεύει και σε ταρακουνά, με ποιητικό έλεος που σε καταπραύνει, με ψυχαναλυτική οξυδέρκεια που σου καθιστά τα αόρατα, ορατά, με ατμοσφαιρικότητα που από αποδέκτη σε κάνει συνένοχο και συμμέτοχο. Με παραβολικότητα που σε καθιστά συνδημιουργό. Με ήρωες μισούς ανθρώπους μισούς θεάνθρωπους, νεράιδες, ξωτικά κι ημίθεους. Με ασθένειες που σε βγάζουν κατ' ευθείαν προς το θείο φως. Μια χορογραφία στις αγεωγράφητες σκοτεινιές της ανθρώπινης φύσης. Δέκα αφηγήματα- μίτος του λαβυρίνθου που αποτελεί ο καθένας: Αριάδνη μαζί, Θησέας, και Μινώταυρος.

Μόνη θεραπευτική διέξοδος, ενδεχόμενα, η Τέχνη.



ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ-

ΕΡΓΑ ΤΟΥ:

Ο Μανόλης Πρατικάκης κατάγεται από το Μύρτος, χωριό του Λιβυκού πελάγους, όπου και μεγάλωσε.

Σπούδασε Ιατρική και πήρε την ειδικότητα του νευρολόγου- ψυχιάτρου.

Είναι διδάκτωρ του Πανεπιστημίου Αθηνών και διευθύνει την ψυχιατρική κλινική του νοσοκομείου του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού.

Πρωτοεμφανίστηκε στα γράμματα γύρω στο 1970. Έχει γράψει δεκαέξι ποιητικές συλλογές (οι περισσότερες συνθετικά έργα), καθώς επίσης δοκίμια, πεζά, σενάρια και τραγούδια.

Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί στις κυριότερες ευρωπαικές γλώσσες. Περιλαμβάνεται σε πολλές ξένες ανθολογίες και κυκλοφορούν έξι αυτόνομα βιβλία του στα αγγλικά, γαλλικά και ισπανικά.

Ο συνθέτης Γιάννης Μαρκόπουλος δημιούργησε συμφωνικό έργο του που ανέβηκε στο Μέγαρο Μουσικής, καθώς και ένα cd με τίτλο “Αθέατος Συρμός” με κύριο κορμό το βιβλίο του “Λιβιδώ”.

Επίσης η συνθέτρια Χαρά Παλαιολόγου δημιούργησε έναν κύκλο δώδεκα τραγουδιών, που παρουσιάστηκαν στα Χανιά και στον Ιανό, ενώ ο συνθέτης Κώστας Στεφάνου συνέθεσε ένα μεγάλο κονσέρτο της φύσης, βασισμένο στα “φυσικά του” ποιήματα.

Είναι ιδρυτικό μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων.

Εκπροσώπησε την Ελλάδα για το Ευρωπαικό Αριστείο Λογοτεχνίας 1999 με το έργο του “Η κοίμηση και η ανάσταση των σωμάτων του Δομήνικου”.

Το 2003 τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο για το έργο του “Το νερό”. Από τις εκδόσεις “Καστανιώτη” κυκλοφορούν τρία έργα του: “Η μαγεία της μη διεκδίκησης”, “Το αόρατο πλήθος” και “Αφηγήματα ενός ψυχιάτρου”.



24/7/09

Κανένα οίκτο, αγάπη μου. Κανένα. Μ' ακούς; Σκλάβα. Ελεύθερη. Επιτέλους.


" Βλέπεις; Έχεις δίκιο. Και η μίνια μάε το ίδιο. Έχω γίνει άγρια αλλά είμαι επίσης η Φλόρενς. Ολόκληρη. Που δεν την συγχωρούν. Που δεν συγχωρεί. Κανένα οίκο, αγάπη μου. Κανένα. Μ' ακούς; Σκλάβα. Ελεύθερη. Επιτέλους".

"Δεν ήταν θαύμα σταλμένο απ' το Θεό. Ήταν έλεος. Δοσμένο από έναν άνθρωπο. Έμεινα γονατισμένη. Μέσα στη σκόνη όπου στέκεται η καρδιά μου κάθε νύχτα και κάθε μέρα, ώσπου να καταλάβεις τι είναι αυτό που ξέρω και λαχταράω να σου πω: το να σου έχει δοθεί εξουσία πάνω σ' έναν άλλο είναι σκληρό' το να επιβάλεις με τη βία την εξουσία σ' έναν άλλο είναι λάθος' το να παραχωρείς την εξουσία του εαυτού σου σ' έναν άλλο είναι συμφορά".

Από το "Έλεος" της Τόνι Μόρρισον.

Και υστερόγραφο, δεν έχει.

13/7/09

Δεν σκέφτηκε ποτέ να αγαπά λιγότερο....

ΤΟ ΑΣΤΕΙΟ

“Μπορεί κανείς να κρατήσει στην αντίληψή του όλους τους ανθρώπους του παρελθόντος και του παρόντος; Αναρωτιόταν επιπλέον μήπως το να το κάνεις αυτό ήταν, κατά κάποιο απίθανο ενδεχόμενο, ο σκοπός- για ποιον τελικό λόγο δεν είχε ιδέα. Όχι ότι η ζωή χρειαζόταν σκοπό. Αλλά έπιανε τον εαυτό της να αρχίζει να κλίνει προς το να εξετάσει τελικά το ενδεχόμενο να υπάρχει. Σκοπός. Οποιοσδήποτε σκοπός”.
Θα μπορούσα και να είχα φωνάξει “εύρηκα” ως άλλος Αρχιμήδης. Ξεκίνησα να διαβάζω τους “Maytrees” της Annie Dillard ως μυθιστόρημα ερωτικό, μια ιστορία πάθους και προδοσίας. Αυτό ακριβώς πίστευα διαβάζοντας το μισό, ένας που αγάπησε μία και ζούσαν ευτυχισμένοι μεσ' στους αμμόλοφους σε κάποια καλύβα. Ο Μέιτρι που έφυγε μετά με την φίλη της τη Ντίρι. Κι η Λου που έμεινε σαν καλαμιά, δέντρο, πάπια σοφή “για άλματα μόνο”, να θεραπεύει.
Ως τη σελίδα 240, είχε για τα καλά περάσει ο καιρός. Η ελεήμων Λού είχε αναλάβει να “θεραπεύσει” και τον σπασμένο Μέιτρι και την Ντίρι. Κι ο χρόνος είχε βαλθεί να τα κάνει όλα “κουκκίδα άμμου”, σημαδάκι ασήμαντο μέσ' στην αιωνιότητα, σχεδόν λησμονιά. Έως αυτό τον χειμώνα που αποκαλύφθηκε στον αναγνώστη τί γύρευε επιτέλους παρατηρώντας την θάλασσα, τους αμμόλοφους και τον ουρανό, και διαβάζοντας το ένα μετά το άλλο βιβλίο, η Λου. Το Νόημα!
Ενδεχομένως αυτό που συνειδητά ή υποσυνείδητα γυρεύει γράφοντας ή διαβάζοντας κάθε συγγραφέας, κάθε άνθρωπος, σπουδάζοντας, κτίζοντας, θησαυρίζοντας, αγαπώντας, κάνοντας τέχνη ή γεννώντας παιδιά. Ενδεχομένως ένα νόημα άλλο!
“Έσκαβε προς κάθε κατεύθυνση. Το γενναιότερο εγχείρημα θα ήταν να το δοκιμάσει, να κρατήσει όλη την ανθρώπινη συνειδητότητα, παρελθούσα ή παρούσα, στην αντίληψή της... Η παραδοχή ότι μπορεί να υπάρχει ένας σκοπός- απλώς το να το δεχθεί σαν μια απίθανη περίπτωση- μπορεί να οδηγούσε σε μπλέξιμο. Και το μπροστινό και το πίσω τείχος του χρόνου άνοιγαν. Ως βάλτος για να κυλιστείς μέσα, οι δουλειές του νοικοκυριού δεν έπιαναν μια μπροστά του”.
Τα αγκάθια της καθημερινότητας δεν πιάνουν μια μπροστά του! Φτάνει να υποψιαστούμε πως κάπου – μπορεί- υπάρχει- μπορεί να υπάρχει- ένας σκοπός!
“Τα βιβλία πρέπει να ξέρουν κάτι”.
Το σκέφτηκε η Λου η σοφή και στωική, που έκανε απόσβεση στα πάντα, εκτός από το έλεος και την αγάπη. Που είπε, επίσης, “ότι είναι όλα ένα μεγάλο αστείο”. “Κι ότι μπορείς να πεθάνεις από τα γέλια”. Αφού “θα πεθάνεις έτσι ή αλλιώς”.

ΥΓ1. “Oi Maytrees” της Annie Dillard (Ίνδικτος).
Ένα ακόμα βιβλίο που χρωστώ στον καλό μου φίλο Librofilo, “καλά, εσύ θα ξετρελαθείς”! Έτσι απόλυτα, απόλυτος πάντα, αυτός ξέρει! Ε και ξετρελάθηκα! Υπόψιν, δεν ξετρελαίνομαι κι εύκολα! Ακολουθεί κειμενάκι για το βιβλίο. Και καλή μας εβδομάδα, ναι?

ΥΓ2: Αχ πόσο θάθελα μεγαλώνοντας και μεγαλώνοντας και μεγαλώνοντας, σαν την Λου να γίνω!


Αφού θα πεθάνουμε που θα πεθάνουμε, ε ας πεθάνουμε λοιπόν στα γέλια!


OI MAYTREES” της Annie Dillard. Μετάφραση: Γιώργος Μπαρουξής. Εκδ. “Ίνδικτος”, σελ. 275, € 17.40

“Ίσως έχει διαπιστωθεί ότι δεν υπάρχει κανονική διαδρομή για να βγει κανείς από την αγάπη όπως υπάρχει για να μπει”. “Αν και γνώριζε πόσο έντονα θα της έλειπε οποιοδήποτε μπορεί να εξαφανιζόταν, δεν σκέφτηκε ποτέ να αγαπά λιγότερο”... Η Λού. Μια γυναίκα νεράιδα, ξωτικό, στο μυθιστόρημα της Annie Dillard “Oi Maytrees”.
Ο Τόμπι Μέιτρι την είδε για πρώτη φορά επάνω σε ένα ποδήλατο, στο μεταπολεμικό Προβινστάουν της Μασαχουσέτης. Αμέσως την ερωτεύτηκε, μαγνητισμένος απ' τη γαλήνη της. Για δεκατέσσερα χρόνια, ζούνε μαζί στους αμμόλοφους. Εκείνος γράφει ποιήματα, αυτή ζωγραφίζει, γεννά έναν γιο, τον Πίτι. Τους βοηθά η μποέμ φίλη της Ντίρι. Μέχρι που ο Τόμπι Μέιτρι θα ερωτευθεί και θα φύγει με την Ντίρι.
Θα ζήσουν άλλη ζωή, κτίζοντας σπίτια, συσσωρεύοντας αντικείμενα, πλούτη και μεταξωτές ρόμπες.
Η Λου, θα μείνει και τα συνεχίσει ακριβώς τα ίδια: βόλτες στους αμμόλοφους, τα καλοκαίρια της στην καλύβα. Τον πρώτο καιρό, θα πονά. Ήσυχα, θεωρώντας “τα δράματα, εσωτερικά και εξωτερικά, τουλάχιστον κακογουστιά”, σιγά- σιγά θα αρχίζει και να ξαναζωγραφίζει.
Μια ιστορία έρωτα και προδοσίας, θα μπορούσε κανείς να σκεφθεί, εάν η συγγραφέας δεν του έστηνε στην συνέχεια μια μικρή παγίδα. Σαν τις παγίδες που μας στήνει η ίδια ζωή, όταν αντικρίζουμε το τραύμα μας, ή τη ρωγμή, σε βάθος χρόνου. Τί είναι μια ιστορία απιστίας μπρος την αιωνιότητα, για μια γυναίκα – ξωτικό όπως η ηρωίδα στην ιστορία; Μέσα σε ένα μήνα η Λου είχε ήδη καταλάβει ότι “αν δεχόταν πως δεν είναι η ίδια το κέντρο του κόσμου, δεν υπήρχε αδικία ή προδοσία... Γιατί να προσβληθεί προσωπικά επειδή δυο άτομα ερωτεύτηκαν; Τί σημασία θα είχαν όλα αυτά μετά από διακόσια χρόνια;”
Και στο μυθιστόρημα, όντως, τα χρόνια περνούν και η Ντίρι πολύ βαριά αρρωσταίνει. Αλλά κι ο Μέιτρι, πηγαίνοντας την στο γιατρό, πέφτει και κατασπάζεται, χτυπά τόσο πολύ που έχει απόλυτη ανάγκη κι αυτός, όπως κι η Ντίρι, από φροντίδα.
Το τελευταίο που θα σκεφτόταν ένας άνθρωπος “λογικός” και “δυτικός” σε μια τέτοια περίπτωση θα ήταν η Λου! Κι όμως ήταν η Λου εκείνη που ανέλαβε την φροντίδα. Και δεν αισθανόμαστε καθόλου σαν τον κακό του σινεμά που βγαίνοντας αποκαλύπτει σε εκείνους που μπαίνουν τον δολοφόνο. Διότι σ' αυτή την ιστορία το πρωτεύον είναι η φύση, οι χαρακτήρες, η γλώσσα, το νόημα, η διαπίστωση, η αναζήτηση, ο θάνατος, η πικρή ή γλυκόπικρη σοφία.
Η ιστορία, λίγο έως πολύ, μέσα στη ζωή και τη λογοτεχνία, η ίδια: ένας αγάπησε μια και μετά την πρόδωσε και αγάπησε μιαν άλλη.
Το σπάνιο είναι η αγάπη των δυο να μη καταλαγιάζει ποτέ. Το σπανιότερο να νικά η αγάπη, το έλεος, η φιλία.
Το ακόμα σπανιότερο, αυτό που επιτυγχάνει η συγγραφέας: μια σπλαχνική αρχετυπική σύζευξη ζωής, ωραίους έρωτες κι ωραίους θανάτους. Το μωρό του Πίτι να μπουσουλά στο ρημαγμένο κορμί της ετοιμοθάνατης Ντίρι. Τα αστέρια να λάμπουν στον καλοκαιρινό ουρανό πάνω από το νεκροκρέβατο του Μέιτρι. Την ευλογία να ανακαλύπτεις εγκαίρως τα περιττά και περνοδιαβαίνοντας τους αμμόλοφους να συλλαμβάνεις “το νόημα”: “Μπορεί κανείς να κρατήσει στην αντίληψή του όλους τους ανθρώπους του παρελθόντος και του παρόντος; Αναρωτιόταν επιπλέον μήπως το να το κάνεις αυτό ήταν, κατά κάποιο απίθανο ενδεχόμενο, ο σκοπός- για ποιον τελικό λόγο δεν είχε ιδέα. Όχι ότι η ζωή χρειαζόταν σκοπό. Αλλά έπιανε τον εαυτό της να αρχίζει να κλίνει προς το να εξετάσει τελικά το ενδεχόμενο να υπάρχει. Σκοπός. Οποιοσδήποτε σκοπός. Τα βιβλία πρέπει να ξέρουν κάτι”.
Ενδεχομένως και γι' αυτό από πάντα ο Μέιτρι και η Λου να διάβαζαν σαν μανιακοί. Όπως διαβάζουν και πριν απ' το τέλος. Μαστορεύουν ράφια και μπαλώνουν τις τρύπες στην καλύβα, διαβάζουν βιβλία ο ένας στον άλλον και ατενίζουν τ' αστέρια στον ουρανό και τον ωκεανό, περπατούν χωρίς σκέψεις βαρύγδουπες στους αμμόλοφους μέχρι το τέλος.
Ο επίλογος, θα γραφτεί “φυσικά”, με στοργή, έξω στην ανοιχτή φύση, κάτω απ' τα αστέρια. Διότι παρά τα “υπέρτατα ερωτήματα” και τα “υπαρξιακά μυστικά”, μοιάζει η Λου να έχει αποδεχθεί ότι “οι πάπιες δεν μπορούν να πετάξουν, απλώς κάνουν τεράστια άλματα”. Και πως, όλα μπορεί και να είναι όπως πολύ νεαρή είχε υποπτευθεί, όταν του ζητούσε να υποκριθούν τους γέρους. “Ότι είναι όλα ένα μεγάλο αστείο”. Και “ότι μπορείς να πεθάνεις από τα γέλια”. Αφού “θα πεθάνεις έτσι ή αλλιώς”.
Ζωές ανθρώπων στους αμμόλοφους, λοιπόν, σαν παγανιστική τελετή, χορευτική τελετουργία. Με τη φύση πανταχού παρούσα να θεραπεύει, να καθορίζει αποκαλυπτική, να κάνει το νόημα τόσο απτό κι απλό, σε ένα βαθύτατα υπαρξιακό, ποιητικό, ατμοσφαιρικό, μυθιστόρημα.
Με αξιολάτρευτους ήρωες. Είτε για την τεράστια και ελεήμονα Λου μιλάμε, είτε για τον Μέιτρι που αναζητά στη ζωή ό,τι στο ποίημα: τον αιώνιο έρωτα που ξαναβρίσκει στα άστρα και στην αγάπη.
Ας μην ξεχνάμε άλλωστε ότι “η αγάπη που διαρκεί είναι μια πράξη θέλησης”. Και πώς όλα, και τα πιο δύσκολα “είναι μέρος της ζωής”, όπως κάποτε εκείνο το ναυάγιο που ανήμπορος παρακολούθησε παιδί ο Μέιτρι. Μπορεί όλα να κρύβονταν σε εκείνο το παλιό βιβλίο των Μάγια:
“Τα πρώτα όντα απηύθυναν ευχαριστίες στους θεούς:
Αληθινά τώρα, διπλές ευχαριστίες, τριπλές ευχαριστείες
που σχημαστήκαμε. Μας δόθηκαν
τα στόματά μας, τα πρόσωπά μας.
Μιλάμε, ακούμε, αναρωτιόμαστε,
κινούμαστε... κάτω από τον ουρανό”.
Μπορώ να βλέπω το πρόσωπό Σου κάτω από τον ουρανό, “το πρόσωπό σου που κρατώ μες στην ψυχή μου”, λίγο είναι; Μια ερωτική ιστορία με θείο έρωτα ζωής και για την ζωή την ίδια, σχεδόν θεολογικής σημασίας.

ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ-
ΕΡΓΑ ΤΗΣ:
Η Annie Dillard έχει γράψει έντεκα βιβλία, ανάμεσά τους και τα απομνημονεύματα των γονιών της, “ An American Childhood”, το έπος των πιονιέρων των βορειοδυτικών πολιτειών “The Living”.
Και το μη μυθιστορηματικό αφηγηματικό έργο “Pilgrim at Tinker Creek”.
Κοινωνική αλλά συνάμα αναχωρήτρια, είναι μέλος της Αμερικανικής Ακαδημίας Τεχνών και Γραμμάτων.