“Ο αληθινός Θεός δεν είναι αυτός που ξοδεύεται, αυτός που εξευτελίζεται με πρόχειρες φανερώσεις κατά το θέλημα του ανθρώπου αλλά είναι αυτός που κρύβεται στις ταπεινές γωνιές και στις μυστικές στροφές της πορείας αυτής της ζωής”,
“ΕΚΕΙ ΠΟΥ ΔΕΝ ΦΑΙΝΕΤΑΙ Ο ΘΕΟΣ” του Νικολάου, Μητροπολίτου Μεσογαίας και Λαυρεωτικής. Εκδ. “Εκτυπωτική ΑΕ”, σελ. 262, € 12
“Η στιγμή του θανάτου είναι η κατ’ εξοχήν στιγμή που ορίζεται η ανθρώπινη αξία και κατανοείται η εγγύτητα του Θεού στον άνθρωπο. Για τον λόγο αυτόν και αντιμετωπίζεται με δέος, σεβασμό, αίσθηση μυστηρίου και ταπείνωση”, έγραφε μεταξύ άλλων στο βιβλίο του “Αλλήλων Μέλη”, επικαλούμενος τους υπέρλογους λόγους του γέροντος Παισίου “Αυτό που λέει η καρδιά μου είναι να πάρω το μαχαίρι, να την κόψω κομματάκια, να την μοιράσω στον κόσμο, και ύστερα να πεθάνω”.
Επειδή “Η αγάπη δεν είναι καθήκον, αλλά παροξυσμός’ δεν είναι προσφορά, αλλά αυτοπροσφορά’ δεν είναι φυσική συμπόνοια, αλλά πνευματική μετοχή’ δεν είναι ξόδεμα, αλλά επένδυση’ δεν είναι πράξη, αλλά μεταμόρφωση του είναι μας’ δεν είναι μείωση της περιουσίας, αλλά μοίρασμα’ δεν είναι κτήση, αλλά κένωση’ δεν είναι τήρηση του θεικού νόμου, αλλά υπέρβαση κάθε νόμου. Είναι οδός «καθ’ υπερβολήν»>.
Διότι “Η αγάπη δεν αποσκοπεί στο να «κερδίσουμε» τον Θεό, αλλά στο να κοινωνούμε με τον Θεό. Αγαπάμε, γιατί δεν μπορούμε να μην αγαπάμε”.
Ο Νικόλαος, Μητροπολίτης Μεσογαίας και Λαυρεωτικής, τον οποίο ως συγγραφέα γνωρίσαμε με το βιβλίο του “Άγιον Όρος, το υψηλότερο σημείο της γης”, όπου μας αποκάλυπτε ένα άγνωστο, ταπεινό και γεμάτο από τη θεική Παρουσία που όμως αγαπά να κρύβεται, Όρος, στο καινούργιο βιβλίο του υποδεικνύει με διακριτικότητα και ανθρώπινο πόνο για τα βάσανα του σύγχρονου ανθρώπου το πανταχού παρόν πρόσωπο του Θεού. Και ιδιαίτερα τις στιγμές αυτές που δεν φαίνεται!
Ξεκινώντας από ένα ήδη βεβαιωθέν και ιστορικό θαύμα, εκείνο της Βηθεσδά, ανατέμνει την ορθόδοξη θεολογική σημειολογία για τον χρόνο και τον τρόπο της θεικής φανέρωσης, διότι περί αυτού πρόκειται, “ο Θεός δεν είναι απών που έρχεται, αλλά είναι παρών που κρύβεται”. Γιαυτό και “πρέπει να υπάρξει μια συνεργασία της στιγμής του Θεού για την ψυχής μας και της καθαρότητος των οφθαλμών μας, για να αναγνωρίσουμε τον εμφανιζόμενο Θεό”.
Αναγνωρίζοντας ότι υπάρχει ένα κυνηγητό διαρκές του ανθρώπου με τον Θεό, διότι “ο αληθινός Θεός δεν είναι αυτός που ξοδεύεται, αυτός που εξευτελίζεται με πρόχειρες φανερώσεις κατά το θέλημα του ανθρώπου αλλά είναι αυτός που κρύβεται στις ταπεινές γωνιές και στις μυστικές στροφές της πορείας αυτής της ζωής”, αναφέρεται απλά και με σαφήνεια σε περιστατικά της θεικής παρουσίας, εκεί όπου για τα ανθρώπινα δεν υπάρχει πλέον επιστροφή. Αληθινά περιστατικά από την εποχή που ήταν στο νοσοκομείο της Βοστώνης για τα καρκινοπαθή παιδιά, αποκαλύπτει στον αναγνώστη το αληθινό νόημα του θαύματος που δεν είναι απλώς να ζήσουμε αυτή την ήδη και σίγουρα πεπερασμένη ζωή. Διότι με κάποιον τρόπο κάποια στιγμή θα πεθάνουμε, αυτό είναι βέβαιον, αλλά να μπορέσουμε να κατανοήσουμε το μυστήριο του πόνου κατά το οποίο ο Θεός όσο ποτέ άλλοτε είναι παρών: “Η παρουσία του Θεού είναι απόλυτη και τέλεια στις δοκιμασίες και τους πειρασμούς μας, όταν η αίσθηση της εγκατάλειψής Του είναι εντονότερη. Είναι αδύνατον να απουσιάζει ο θεός από τη σωτηρία μας!”, γράφει και αναφέρεται στην μικρή Όλγα και στον Βαλάντη, σε γονείς τεράστιους που μέσα από τον πόνο τους του έδωσαν τα μεγαλύτερα μαθήματα ζωής. Στις σελίδες του με “Το μεγάλο θαύμα που δεν αντέχουμε” και εκείνα τα “ευλογημένα γιατί”, ο πατήρ Νικόλαος απλός και φωτεινός όπως πάντα μας οδηγεί “απαλά, απαλά” “Εκ του θανάτου εις την Ζωήν”. Σε ένα σωτηριολογικό και αναστάσιμο βιβλίο με τον ανθρώπινο πόνο να μας εγγυάται το θεικό μας πρόσωπο, εκείνο το “καθ' ομοίωση”, το “μείζον” και το “περισσόν” της αγάπης. Μια επί της ουσίας “Σταυροαναστάσιμη έξοδος” όπου όλα είναι Θεός και αιώνια ζωή. Αλλά και καθημερινότητα, κι αλήθεια, η ζωή που ζούμε εμείς.
Υπενθυμίζοντάς μας διαρκώς με άκρως ρεαλιστικούς τρόπους ότι “η φανέρωση του Θεού στη ζωή μας είναι μυστική και πνευματική”. “Απόλυτη και τέλεια” στους πειρασμούς μας και στις δοκιμασίες και ότι “Τελικά, κόσμος δεν είναι αυτός που φαίνεται αλλά ένας άλλος που υπάρχει και που πρέπει εμείς να τον διακρίνουμε”.
Και με το βιβλίο αυτό μπορεί να το διακρίνει ο καθείς. Το θαύμα, διαρκές. Η καθαρή ματιά και καρδιά μας, για να το αξιωθεί είναι αρκετή.
ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ-
ΕΡΓΑ ΤΟΥ:
Μητροπολίτης Μεσογαίας και Λαυρεωτικής.
Η ερευνητική και επιστημονική ενασχόλησή του με τον φυσικό κόσμο (Φυσική, Αστροφυσική) και τον άνθρωπο (Βιοιατρική Τεχνολογία, Βιοηθική), στα Πανεπιστήμια Θεσσαλονίκης, Harvard και MIT και σε νοσοκομεία της Μασαχουσέτης, και η προσωπική του αναζήτηση τον οδήγησαν στην <επιστήμη των επιστημών>, την θεολογία, την οποία σπούδασε μεν στην Ορθόδοξη Θεολογική Σχολή του Τιμίου Σταυρού, στην Βοστώνη, “αναγνώρισε δε στα πρόσωπα των αγνώστων ασκητών, στην ζωή των απλών μοναχών και στις κρυφές γωνιές του αγιονύμου Ορους”.
Ο πόθος της βαθύτερης γνώσης της θεολογικής αλήθειας έγινε ανάγκη εγκαταβιώσεως στο πνευματικό πανεπιστήμιο και θεραπευτήριο του Αγίου Ορους, όπου παρέμεινε για δυόμισυ χρόνια στο ιερό κοινόβιο του Αγίου Παύλου.
Η επαφή του με την χάρη της αθωνικής ερήμου ανανεώνεται μέχρι σήμερα με την ευκαιριακή κάθοδό του στο… υψηλότερο σημείο της γης γι’ αυτόν, το Σιμωνοπετρίτικο κάθισμα του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου>.
Εχει γράψει, μεταξύ άλλων:
“Αγιον Ορος, το υψηλότερο μέρος της γης” (Εκδ. “Καστανιώτη”,
“Ελεύθεροι από το γονιδίωμα” (Κέντρο Βιοιατρικής Ηθικής και Δεοντολογίας),
“Αλλήλων Μέλη” Οι μεταμοσχεύσεις στο φως της Ορθόδοξης Θεολογίας και ζωής (Κέντρο Βιοιατρικής Ηθικής και Δεοντολογίας),
“Ανθρωπος μεθόριος” (Εκδ. “Εν πλω”)
Υστερόγραφο που προτάσσεται, όμως:
ΝΟΝΟΥΛΑ ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ!
“Αλλ' όμως θα σε λέω νονούλα! Νονίκα; Νονούλα και νονίκα ναι;” Σάββατο του Λαζάρου κι η λαμπάδα της Αντιγόνης, υπερπαραγωγή: τριπλές γοργόνες σε ροζ φόντο, μαγική σφαίρα με νεράιδα. Παπούτσια, όλα σε χρώμα ασημί, σαν τ' ασημένια γοβάκια της σταχτοπούτας. Φορεματάκι “ροζ και μοβ”, η Νεφέλη έχει άποψη, αν και τεσσάρων χρονών, ξέρει να επιλέγει.
Καρδούλα μοβ ροζ κι αυτή, στέκα ασημένια και ροζ καρδιά βραχιόλι. Ζακέτα λευκή μπολερό, αλλά η δική μου καρδιά σε άλικο χρώμα.
Φοράμε κι οι δυο την καρδιά.
Κρατάμε με χαρά την λαμπάδα.
Ήταν, όταν την γνώρισα έντεκα μηνών, έπαιζε μουσική έκανε ακροβατικά, με ψάρωσε με το σοβαρό βλέμμα. Δεν ήξερα και πως αγκαλιάζεις ένα τόσο μικρό παιδί, άπλωσε τα χεράκια και μ' αγκάλιασε πρώτη. Αγαπηθήκαμε με τη μία.
Τώρα ποια επέλεξε ποια... Μάλλον εκείνη εμένα.
Η σχέση μας, σπάνια, με έκανε άλλη.
Πονά τ' αυτάκι της και μου πονά η ψυχή, με έχω πιάσει να προσεύχομαι ό,τι πικρό σε μένα η ζωή να το δίνει. Να γίνει ευτυχισμένη και τυχερή.
Τα ραντεβού μας, παντού, συχνά στο ίδιο όνειρο.
Η ιδέα, δική της. Πέτυχε και το επιχειρούμε συχνά.
Τα παραμύθια, μισά- μισά. Η κόκκινη κλωστή στο δικό της χέρι. Η παρέα μας, έξω απ' τον χρόνο. Σε σύμπαν παράλληλο, χρόνο αιώνιο.
Την πρώτη λαμπάδα- λες και τον γνώριζε τον καημό μου- την έφερε αυτή. Μωρό ακόμη. “Ήθελε να σου φέρει λαμπάδα”, η μαμά της Ντανιέλα. Η Νεφέλη τότε δεκαπέντε μηνών.
Καθιερώθηκε έκτοτε. Κάθε Πάσχα την λαμπαδίτσα να μου την φέρνει η Νεφέλη. Και την δική της να την αγοράζουμε σε αυτοσχέδια γιορτή, που κρατά σχεδόν μια ολόκληρη μέρα. Μια μέρα κάθε τέτοια εποχή να εξαφανίζει έναν παμπάλαιο πόνο.
Την δική μου λαμπάδα, τ' άσπρα παπούτσια και το τσουρέκι που αντί της νονάς μου τα έφερνε κρυφά ο πατέρας. Αλλά τον είδα κι ούτε τα παπούτσια ήθελα, ούτε και το μοβ στεφάνι της λαμπάδας.
Τη νονά μου ήθελα και τώρα να ένα παιδί που με φωνάζει νονίκα, νονούλα!
Η διαπίστωση ότι αυτό ήταν που ήθελα πάντα.
Με αναστάσιμη καρδιά και αγάπη αιώνια.
Το βράδυ οι Δερβίσηδες στο Μέγαρο με τέσσερις επαναφορές, ολοκλήρωσαν την υπόσχεση του κύκλου που αρχίζει και ξαναρχίζει, επιστρέφοντας επανορθωτικά σε κάθε αρχαία πληγή- προσμονή, διότι όλα είναι εδώ κι η φύση πάντοτε ξανανθίζει....
Καλή Ανάσταση, ναι?
1/4/10
29/3/10
Μόνο εκεί που ξεκίνησες μπορείς να τερματίσεις...
Μην ξεχνάς πάντως πως δεν είναι παρά ένας καθρέφτης
“ΣΟΛΑΡΙΣ” του Stanislaw Lem. Μετάφραση: Γιώργος Τσακνιάς. Εκδ. “Ποταμός”, σελ. 319, € 17
“Μην ξεχνάς πάντως πως δεν είναι παρά ένας καθρέφτης που αντανακλά μέρος του μυαλού σου. Είναι όμορφη επειδή έτσι είναι οι αναμνήσεις σου. Εσύ δίνεις τη συνταγή. Μόνο εκεί που ξεκίνησες μπορείς να τερματίσεις, μην το ξεχνάς αυτό”...
Θεοσοφικό, φιλοσοφικό, βαθύτατα υπαρξιακό, οπωσδήποτε αλληγορικό κι ας προσποιείται την επιστημονική φαντασία, ο Σολάρις – πλανήτης είναι σα να υπήρξε! Τον ενεπνεύσθη ο Στανισλάβ Λεμ (γεννήθηκε το 1921 και πέθανε το 2006 στην Πολωνία), το έγραψε το 1961 (ακολούθησαν “Κυβερνιάδα”, “Η φωνή του Κυρίου”), του έδωσε εικόνα και υπόσταση ο Αντρέι Ταρκόφσκι το 1972 στο σινεμά.
Αλλά από το 1970 ως βιβλίο ήδη σάρωνε τα βραβεία: διεθνή και πολωνικά. Σε 41 γλώσσες μεταφράστηκε και οι συνολικές πωλήσεις του ξεκινούν τα 27 εκατομμύρια αντίτυπα σε βιβλία.
Η ιστορία, εν πρώτοις, επιστημονική, διαστημική.
Ο Κρις Κέλβιν φτάνει σε ένα διαστημικό σταθμό πάνω από το Σολάρις. Το αξιοπαρατήρητον είναι ο επικαλύπτων αυτόν ωκεανός. Ως οργανικό ων και με συνείδηση, έχει την σπάνια ικανότητα να υλοποιεί την πιο βαθιά σου πληγή, να σου αντανακλά ως πραγματικότητα τον μέγιστο φόβο και τρόμο, να αναπαράγει διαρκώς το αγκαθάκι εκείνο, τον κόμπο... Λες και η διαμονή σου είναι μια άλλη ζωή ή μια ακόμα ευκαιρία. Μονάχα που, επί τω προκειμένω, η αυτόχειρ αγαπημένη παρά την απόλυτη ομοιότητα δεν είναι παρά παραίσθηση, ανθρωποειδές. Υπάρχει, επειδή δεν την ξέχασε. Επιστρέφει, διότι ίσως και να επιζητά την τιμωρία. Οι πρώτες εξηγήσεις, αλλόκοτες, οι πρώτες κινήσεις, σπασμωδικές.
Οι συμβουλές των ομοιοπαθών συντρόφων του, σκληρές, να τον υποβάλλουν να ξαναζήσει σαν όνειρο μέσα σε όνειρο, ξανά και ξανά, την ίδια σκηνή:
“Και τότε άκουσα μια απόμακρη, μονότονη φωνή: “... ένα δίλημμα που δεν έχουμε τη δυνατότητα να λύσουμε. Η αιτία των βασάνων μας είμαστε εμείς οι ίδιοι. Τα πολυεθέρια συμπεριφέρονται ακριβώς σαν ενισχυτής της ίδιας μας της σκέψης. Οποιαδήποτε απόπειρα να κατανοήσουμε τις αιτίες αυτών των γεγονότων σκοντάφτει στον ίδιο τον ανθρωπομορφισμό μας. Εκεί όπου δεν υπάρχουν άνθρωποι, δεν μπορεί να υπάρχουν αίτια κατανοητά από τους ανθρώπους. Προκειμένου να προοδεύσουμε στην έρευνά μας, πρέπει πρώτα να καταστραφούν είτε οι σκέψεις μας είτε οι υλοποιημένες μορφές τους. Δεν έχουμε τη δυνατότητα να καταστρέψουμε τις σκέψεις μας. Κι όσο για την καταστροφή των υλοποιημένων τους μορφών, θα ήταν σαν να διαπράττουμε φόνο...”
Το φινάλε ανατρεπτικό και φιλόδοξο, ένα χαστούκι στην ανθρώπινη σιγουριά μας και υπερηφάνεια, που θα δοθεί τελικά για ακόμα μια φορά, όχι από μας, τους καθ' ομοίωσιν, αλλά από το ανθρωποειδές:
“Ο άνθρωπος έχει ξεκινήσει να εξερευνά άλλους κόσμους κι άλλους πολιτισμούς, χωρίς να εξερευνήσει πρώτα το δικό του λαβύρινθο με τους σκοτεινούς διαδρόμους και τα μυστικά δωμάτια, χωρίς να βρει πίσω από πόρτες που αυτός ο ίδιος έχει κλειδαμπαρώσει...”
Οξυδερκές στη σύλληψη και στην εκτέλεση, με πολλούς στοχαστικούς φιλοσοφικούς διαλόγους και μονολόγους, με αντιφάσεις λόγω της ίδιας της φύσης της, της ανθρώπινης ψυχής. Με το σύμπαν να ενεργεί ως Συνείδηση που εμείς τροφοδοτούμε, αλλά εντέλει μπορεί και να μας καταστρέψει όταν ξεφύγει από τον έλεγχό μας. Ακριβώς σαν την φωτιά. Η πρώτη σπίθα, δική μας.
Αλλά το σκοτεινό του υποσυνείδητο, πώς γίνεται να ελέγξει κανείς, τελικά;
Ένα αριστούργημα πολυεπίπεδο και κρυπτικό που αντέχει στον χρόνο και σε αναγνώσεις και ερμηνείες πολλές.
YG. Πασχαλινό, εντελώς αναστάσιμο παρ' ότι όλο δύσκολα σου βάζει. Αλλά αν βγάλουμε τίποτα, από τα δύσκολα θα βγει. Τα γεγονότα αυτά καθ' αυτά, άδειο χωρίς χέρι γάντι. Κι ας μη ξεχνάμε πως ό,τι δίνεις παίρνεις σ' αυτή τη ζωή, με έναν τρόπο ολότελα μυστηριώδη (δηλαδή μη σκεφθείτε το οφθαλμού αντί οφθαλμού, αγάπη αντί της αγάπης και δώρο αντί δώρου, απ' αλλού παίρνεις και είναι πολύ, εφόσον ό,τι δίνεις έχεις, όσα κρατάς, τα χάνεις).
Και το αγκαθάκι μας εκεί, να επανέρχεται σε όλους τους κύκλους και σ' αυτή και στην άλλη και στην άλλη ζωή...
Είπα άλλη ζωή και θυμήθηκα άλλη... στροφή.
Δερβίσηδες εκπληκτικοί το Σάββατο στο Μέγαρο. Τέσσερις επαναφορές, σε δώδεκα και στα εξής επτά χρώματα: μαύρο και λευκό του τάφου, πορτοκαλί και πράσινο που γίνεται ροζ και γαλανό για να γίνει λιλά και μοβ... Αλλά και το πρωί στροφές στο Καρουζέλ με την πριγκίπισσα Νεφέλη. Κι εγώ “νονούλα” και “νονίκα” ε ναι, τι να σου κάνει μόνο το νονά, που είναι όλα.
“ΣΟΛΑΡΙΣ” του Stanislaw Lem. Μετάφραση: Γιώργος Τσακνιάς. Εκδ. “Ποταμός”, σελ. 319, € 17
“Μην ξεχνάς πάντως πως δεν είναι παρά ένας καθρέφτης που αντανακλά μέρος του μυαλού σου. Είναι όμορφη επειδή έτσι είναι οι αναμνήσεις σου. Εσύ δίνεις τη συνταγή. Μόνο εκεί που ξεκίνησες μπορείς να τερματίσεις, μην το ξεχνάς αυτό”...
Θεοσοφικό, φιλοσοφικό, βαθύτατα υπαρξιακό, οπωσδήποτε αλληγορικό κι ας προσποιείται την επιστημονική φαντασία, ο Σολάρις – πλανήτης είναι σα να υπήρξε! Τον ενεπνεύσθη ο Στανισλάβ Λεμ (γεννήθηκε το 1921 και πέθανε το 2006 στην Πολωνία), το έγραψε το 1961 (ακολούθησαν “Κυβερνιάδα”, “Η φωνή του Κυρίου”), του έδωσε εικόνα και υπόσταση ο Αντρέι Ταρκόφσκι το 1972 στο σινεμά.
Αλλά από το 1970 ως βιβλίο ήδη σάρωνε τα βραβεία: διεθνή και πολωνικά. Σε 41 γλώσσες μεταφράστηκε και οι συνολικές πωλήσεις του ξεκινούν τα 27 εκατομμύρια αντίτυπα σε βιβλία.
Η ιστορία, εν πρώτοις, επιστημονική, διαστημική.
Ο Κρις Κέλβιν φτάνει σε ένα διαστημικό σταθμό πάνω από το Σολάρις. Το αξιοπαρατήρητον είναι ο επικαλύπτων αυτόν ωκεανός. Ως οργανικό ων και με συνείδηση, έχει την σπάνια ικανότητα να υλοποιεί την πιο βαθιά σου πληγή, να σου αντανακλά ως πραγματικότητα τον μέγιστο φόβο και τρόμο, να αναπαράγει διαρκώς το αγκαθάκι εκείνο, τον κόμπο... Λες και η διαμονή σου είναι μια άλλη ζωή ή μια ακόμα ευκαιρία. Μονάχα που, επί τω προκειμένω, η αυτόχειρ αγαπημένη παρά την απόλυτη ομοιότητα δεν είναι παρά παραίσθηση, ανθρωποειδές. Υπάρχει, επειδή δεν την ξέχασε. Επιστρέφει, διότι ίσως και να επιζητά την τιμωρία. Οι πρώτες εξηγήσεις, αλλόκοτες, οι πρώτες κινήσεις, σπασμωδικές.
Οι συμβουλές των ομοιοπαθών συντρόφων του, σκληρές, να τον υποβάλλουν να ξαναζήσει σαν όνειρο μέσα σε όνειρο, ξανά και ξανά, την ίδια σκηνή:
“Και τότε άκουσα μια απόμακρη, μονότονη φωνή: “... ένα δίλημμα που δεν έχουμε τη δυνατότητα να λύσουμε. Η αιτία των βασάνων μας είμαστε εμείς οι ίδιοι. Τα πολυεθέρια συμπεριφέρονται ακριβώς σαν ενισχυτής της ίδιας μας της σκέψης. Οποιαδήποτε απόπειρα να κατανοήσουμε τις αιτίες αυτών των γεγονότων σκοντάφτει στον ίδιο τον ανθρωπομορφισμό μας. Εκεί όπου δεν υπάρχουν άνθρωποι, δεν μπορεί να υπάρχουν αίτια κατανοητά από τους ανθρώπους. Προκειμένου να προοδεύσουμε στην έρευνά μας, πρέπει πρώτα να καταστραφούν είτε οι σκέψεις μας είτε οι υλοποιημένες μορφές τους. Δεν έχουμε τη δυνατότητα να καταστρέψουμε τις σκέψεις μας. Κι όσο για την καταστροφή των υλοποιημένων τους μορφών, θα ήταν σαν να διαπράττουμε φόνο...”
Το φινάλε ανατρεπτικό και φιλόδοξο, ένα χαστούκι στην ανθρώπινη σιγουριά μας και υπερηφάνεια, που θα δοθεί τελικά για ακόμα μια φορά, όχι από μας, τους καθ' ομοίωσιν, αλλά από το ανθρωποειδές:
“Ο άνθρωπος έχει ξεκινήσει να εξερευνά άλλους κόσμους κι άλλους πολιτισμούς, χωρίς να εξερευνήσει πρώτα το δικό του λαβύρινθο με τους σκοτεινούς διαδρόμους και τα μυστικά δωμάτια, χωρίς να βρει πίσω από πόρτες που αυτός ο ίδιος έχει κλειδαμπαρώσει...”
Οξυδερκές στη σύλληψη και στην εκτέλεση, με πολλούς στοχαστικούς φιλοσοφικούς διαλόγους και μονολόγους, με αντιφάσεις λόγω της ίδιας της φύσης της, της ανθρώπινης ψυχής. Με το σύμπαν να ενεργεί ως Συνείδηση που εμείς τροφοδοτούμε, αλλά εντέλει μπορεί και να μας καταστρέψει όταν ξεφύγει από τον έλεγχό μας. Ακριβώς σαν την φωτιά. Η πρώτη σπίθα, δική μας.
Αλλά το σκοτεινό του υποσυνείδητο, πώς γίνεται να ελέγξει κανείς, τελικά;
Ένα αριστούργημα πολυεπίπεδο και κρυπτικό που αντέχει στον χρόνο και σε αναγνώσεις και ερμηνείες πολλές.
YG. Πασχαλινό, εντελώς αναστάσιμο παρ' ότι όλο δύσκολα σου βάζει. Αλλά αν βγάλουμε τίποτα, από τα δύσκολα θα βγει. Τα γεγονότα αυτά καθ' αυτά, άδειο χωρίς χέρι γάντι. Κι ας μη ξεχνάμε πως ό,τι δίνεις παίρνεις σ' αυτή τη ζωή, με έναν τρόπο ολότελα μυστηριώδη (δηλαδή μη σκεφθείτε το οφθαλμού αντί οφθαλμού, αγάπη αντί της αγάπης και δώρο αντί δώρου, απ' αλλού παίρνεις και είναι πολύ, εφόσον ό,τι δίνεις έχεις, όσα κρατάς, τα χάνεις).
Και το αγκαθάκι μας εκεί, να επανέρχεται σε όλους τους κύκλους και σ' αυτή και στην άλλη και στην άλλη ζωή...
Είπα άλλη ζωή και θυμήθηκα άλλη... στροφή.
Δερβίσηδες εκπληκτικοί το Σάββατο στο Μέγαρο. Τέσσερις επαναφορές, σε δώδεκα και στα εξής επτά χρώματα: μαύρο και λευκό του τάφου, πορτοκαλί και πράσινο που γίνεται ροζ και γαλανό για να γίνει λιλά και μοβ... Αλλά και το πρωί στροφές στο Καρουζέλ με την πριγκίπισσα Νεφέλη. Κι εγώ “νονούλα” και “νονίκα” ε ναι, τι να σου κάνει μόνο το νονά, που είναι όλα.
26/3/10
Ο απραγματοποίητος πόθος μιας ηδονής ανώτερης
“Η ΚΥΡΙΑ ΜΠΟΒΑΡΥ” του Γουστάβου Φλομπέρ. Μετάφραση: Κωνσταντίνος Θεοτόκης. Εκδ. “Πατάκη”, σελ. 462, € 20
Ο συγγραφέας της την ολοκλήρωσε το 1856. “Η Μαντάμ Μποβαρύ είμαι εγώ”, δήλωνε από την πρώτη στιγμήο Γουστάβος Φλομπέρ.
Στην Ελλάδα πρωτοεκδόθηκε το 1924, σε μετάφραση Κωνσταντίνου Θεοτόκη. Ήδη διάσημη, όλοι την ξέρουν, κι ας μην την έχουν ίσως διαβάσει ποτέ.
Η μανιακή καταναλώτρια, ερωτευμένη κατ' έξιν με τον έρωτα, Έμμα Μποβαρύ, που πνίγεται στον επαρχιακό μικρόκοσμο και μοιάζει να μη χωρά πουθενά, ο φαρμακοποιός και τα μαντζούνια του, ο έρωτάς της για τον Ροδόλφο, η ιστορία με τον Λέοντα, η απιστία, η λαγνεία, η λαχτάρα για κάτι μεγάλο και αιώνιο, η ολοσχερής ήττα και η φρικτή αυτοκτονία της, τελικά.
Ο μικρόκοσμος που νικά, εκείνο το ελάχιστο – τίποτε που στο φινάλε και θριαμβεύει. Κι όμως, κάποια στιγμή ήλπισε, εκείνη ήλπισε πραγματικά:
“Επέστρεψαν στην Υονβίλλη από τον ίδιο δρόμο. Ξαναείδαν στη λάσπη τα ίχνη των αλόγων τους, τα μεν δίπλα στα δε, και τους ίδιους θάμνους, τα ίδια χαλίκια επάνω στα χορτάρια. Τίποτε γύρω τους δεν είχε αλλάξει. Για την Έμμα όμως είχε συμβεί κάτι που ήταν τόσο σημαντικό όσο θα ήταν εάν τα βουνά άλλαζαν θέση”.
Κι ο έρωτας για την Έμμα για όσο κρατά, αποδεικνύεται πραγματικά καταλυτικός:
“Όταν κοίταξε τον εαυτό της στον καθρέφτη, το πρόσωπό της την έκανε να εκπλαγεί. Ποτέ άλλοτε δεν είχε μάτια τόσο μεγάλα, τόσο μαύρα, ούτε τόσο βαθιά. Κάτι το άυλο, απλωμένο πάνω στον εαυτό της, τη μεταμόρφωνε. Επαναλάμβανε μόνη της: “Έχω εραστή, έναν εραστή!” Ευχαριστιόταν με την ιδέα αυτή τόσο όσο εάν έξαφνα είχε ξαναγίνει νέα. Θα αποκτούσε επιτέλους τις χαρές της αγάπης, τον πυρετό εκείνο της ευτυχίας, για τα οποία είχε απελπιστεί”...
Χαμένη και χωμένη στα ρομαντικά της μυθιστορήματα, νοσταλγούσε λες απ' το μέλλον μια συγκλονιστική αγκαλιά. Ακουμπώντας στον Κάρλο Μποβαρύ που τρέχοντας στους ασθενείς του, στάθηκε ανίκανος να την καταλάβει, μπορούσε όμως τόσο τυφλά να την αγαπά.
Αλλά εκείνη, για άλλα διψούσε. Και δεν θα τα βρει πουθενά. Ούτε στην ιστορία της με τον Ροδόλφο προτού την εγκαταλείψει, αλλά ούτε και στο πρόσωπο του πιστού Λέοντα, “Δεν ήταν ποτέ ευτυχισμένη και δεν είχε σταθεί ποτέ ευτυχισμένη”, θα αναγκαστεί κάποια στιγμή να το αποδεχθεί. Βιώνοντας τα κουρελάκια ενός ξεφτισμένου πια πάθους όπου “Κάθε χαμόγελο έκρυβε ένα χασμουρητό ανίας, κάθε χαρά μια κατάρα, κάθε ηδονή την αηδία της και τα καλύτερα φιλιά δεν άφηναν πάνω στα χείλη παρά έναν απραγματοποίητο πόθο μιας ηδονής ανώτερης”.
Κι όταν τα πράγματα οδηγηθούν από την απρονοησία της στο μη παρέκει, μόνος ο θάνατος θα αναλάβει εκείνο που δεν κατόρθωσε η εκάστοτε ερωτική αγκαλιά.
Η κυρία Μποβαρύ, συνώνυμο του ανικανοποίητου πάθους, ενέπνευσε αργότερα τον Τζούλιαν Μπαρνς (“Ο Παπαγάλος του Φλωμπέρ”) και τον Φίλιπ Ντουμένκ (“Ποιος σκότωσε την μαντάμ Μποβαρύ”), και πρωτοκυκλοφόρησε στη γλώσσα μας το 1924 σε βιβλίο τσέπης, από εκδόσεις “Εξάντας” το 1994 σε μετάφραση Μπάμπη Λυκούδη και από τις εκδόσεις “Πατάκη” το 2000, επίκαιρη πάντοτε, αλλά ειδικά σήμερα, όσο ποτέ.
“Η πλούσια ποικιλία των διαθέσεών της, που άλλοτε την έκανε μυστικοπαθή και άλλοτε χαρούμενη, φλύαρη, σιωπηλή, παράφορη, ήσυχη” που “άναβε χίλιους πόθους είτε με τα ένστικτα είτε με τις αναμνήσεις” στον εκάστοτε εραστή “ήταν ο τύπος της ερωμένης όλων των μυθιστορημάτων, η ηρωίδα όλων των δραμάτων, η “εκείνη” όλων των ποιημάτων”, διαχρονικά άπληστη, μονίμως ερωτευμένη με το ανέγγιχτο, επιτρέποντας ως ηρωίδα χάρτινη μονάχα από έναν άνδρα, τον συγγραφέα της, τελικά, να αλωθεί.
ΥΓ. Την ξαναδιάβασα εχθές του... Ευαγγελισμού. Επειδή στην εφημερίδα έχει προστεθεί κατόπιν προσωπικής μου παράκλησης νέα στήλη, μαζί με ό,τι καινούργιο και κάτι αιώνιο, αναγνωστικά “παλιό”. Το αποτέλεσμα, κάθε φορά ένα καινούργιο βιβλίο, κάθε φορά το ίδιο βιβλίο αλλιώς, η ίδια ηρωίδα, άλλη κι άλλη κι άλλη ηρωίδα. Αθάνατη Έμμα, στο στρίφωμά της και σ' έναν κόκκο άμμου, ολόκληρη η Σαχάρα από έναν θαυματοποιό Φλομπέρ. Φαίνεται ότι πολύ την είχε αγαπήσει την Έμμα. Γι' αυτό τον λόγο και δεν της επέτρεψε ποτέ να φθαρεί.
Ο συγγραφέας της την ολοκλήρωσε το 1856. “Η Μαντάμ Μποβαρύ είμαι εγώ”, δήλωνε από την πρώτη στιγμήο Γουστάβος Φλομπέρ.
Στην Ελλάδα πρωτοεκδόθηκε το 1924, σε μετάφραση Κωνσταντίνου Θεοτόκη. Ήδη διάσημη, όλοι την ξέρουν, κι ας μην την έχουν ίσως διαβάσει ποτέ.
Η μανιακή καταναλώτρια, ερωτευμένη κατ' έξιν με τον έρωτα, Έμμα Μποβαρύ, που πνίγεται στον επαρχιακό μικρόκοσμο και μοιάζει να μη χωρά πουθενά, ο φαρμακοποιός και τα μαντζούνια του, ο έρωτάς της για τον Ροδόλφο, η ιστορία με τον Λέοντα, η απιστία, η λαγνεία, η λαχτάρα για κάτι μεγάλο και αιώνιο, η ολοσχερής ήττα και η φρικτή αυτοκτονία της, τελικά.
Ο μικρόκοσμος που νικά, εκείνο το ελάχιστο – τίποτε που στο φινάλε και θριαμβεύει. Κι όμως, κάποια στιγμή ήλπισε, εκείνη ήλπισε πραγματικά:
“Επέστρεψαν στην Υονβίλλη από τον ίδιο δρόμο. Ξαναείδαν στη λάσπη τα ίχνη των αλόγων τους, τα μεν δίπλα στα δε, και τους ίδιους θάμνους, τα ίδια χαλίκια επάνω στα χορτάρια. Τίποτε γύρω τους δεν είχε αλλάξει. Για την Έμμα όμως είχε συμβεί κάτι που ήταν τόσο σημαντικό όσο θα ήταν εάν τα βουνά άλλαζαν θέση”.
Κι ο έρωτας για την Έμμα για όσο κρατά, αποδεικνύεται πραγματικά καταλυτικός:
“Όταν κοίταξε τον εαυτό της στον καθρέφτη, το πρόσωπό της την έκανε να εκπλαγεί. Ποτέ άλλοτε δεν είχε μάτια τόσο μεγάλα, τόσο μαύρα, ούτε τόσο βαθιά. Κάτι το άυλο, απλωμένο πάνω στον εαυτό της, τη μεταμόρφωνε. Επαναλάμβανε μόνη της: “Έχω εραστή, έναν εραστή!” Ευχαριστιόταν με την ιδέα αυτή τόσο όσο εάν έξαφνα είχε ξαναγίνει νέα. Θα αποκτούσε επιτέλους τις χαρές της αγάπης, τον πυρετό εκείνο της ευτυχίας, για τα οποία είχε απελπιστεί”...
Χαμένη και χωμένη στα ρομαντικά της μυθιστορήματα, νοσταλγούσε λες απ' το μέλλον μια συγκλονιστική αγκαλιά. Ακουμπώντας στον Κάρλο Μποβαρύ που τρέχοντας στους ασθενείς του, στάθηκε ανίκανος να την καταλάβει, μπορούσε όμως τόσο τυφλά να την αγαπά.
Αλλά εκείνη, για άλλα διψούσε. Και δεν θα τα βρει πουθενά. Ούτε στην ιστορία της με τον Ροδόλφο προτού την εγκαταλείψει, αλλά ούτε και στο πρόσωπο του πιστού Λέοντα, “Δεν ήταν ποτέ ευτυχισμένη και δεν είχε σταθεί ποτέ ευτυχισμένη”, θα αναγκαστεί κάποια στιγμή να το αποδεχθεί. Βιώνοντας τα κουρελάκια ενός ξεφτισμένου πια πάθους όπου “Κάθε χαμόγελο έκρυβε ένα χασμουρητό ανίας, κάθε χαρά μια κατάρα, κάθε ηδονή την αηδία της και τα καλύτερα φιλιά δεν άφηναν πάνω στα χείλη παρά έναν απραγματοποίητο πόθο μιας ηδονής ανώτερης”.
Κι όταν τα πράγματα οδηγηθούν από την απρονοησία της στο μη παρέκει, μόνος ο θάνατος θα αναλάβει εκείνο που δεν κατόρθωσε η εκάστοτε ερωτική αγκαλιά.
Η κυρία Μποβαρύ, συνώνυμο του ανικανοποίητου πάθους, ενέπνευσε αργότερα τον Τζούλιαν Μπαρνς (“Ο Παπαγάλος του Φλωμπέρ”) και τον Φίλιπ Ντουμένκ (“Ποιος σκότωσε την μαντάμ Μποβαρύ”), και πρωτοκυκλοφόρησε στη γλώσσα μας το 1924 σε βιβλίο τσέπης, από εκδόσεις “Εξάντας” το 1994 σε μετάφραση Μπάμπη Λυκούδη και από τις εκδόσεις “Πατάκη” το 2000, επίκαιρη πάντοτε, αλλά ειδικά σήμερα, όσο ποτέ.
“Η πλούσια ποικιλία των διαθέσεών της, που άλλοτε την έκανε μυστικοπαθή και άλλοτε χαρούμενη, φλύαρη, σιωπηλή, παράφορη, ήσυχη” που “άναβε χίλιους πόθους είτε με τα ένστικτα είτε με τις αναμνήσεις” στον εκάστοτε εραστή “ήταν ο τύπος της ερωμένης όλων των μυθιστορημάτων, η ηρωίδα όλων των δραμάτων, η “εκείνη” όλων των ποιημάτων”, διαχρονικά άπληστη, μονίμως ερωτευμένη με το ανέγγιχτο, επιτρέποντας ως ηρωίδα χάρτινη μονάχα από έναν άνδρα, τον συγγραφέα της, τελικά, να αλωθεί.
ΥΓ. Την ξαναδιάβασα εχθές του... Ευαγγελισμού. Επειδή στην εφημερίδα έχει προστεθεί κατόπιν προσωπικής μου παράκλησης νέα στήλη, μαζί με ό,τι καινούργιο και κάτι αιώνιο, αναγνωστικά “παλιό”. Το αποτέλεσμα, κάθε φορά ένα καινούργιο βιβλίο, κάθε φορά το ίδιο βιβλίο αλλιώς, η ίδια ηρωίδα, άλλη κι άλλη κι άλλη ηρωίδα. Αθάνατη Έμμα, στο στρίφωμά της και σ' έναν κόκκο άμμου, ολόκληρη η Σαχάρα από έναν θαυματοποιό Φλομπέρ. Φαίνεται ότι πολύ την είχε αγαπήσει την Έμμα. Γι' αυτό τον λόγο και δεν της επέτρεψε ποτέ να φθαρεί.
25/3/10
Ο άνθρωπος δεν μπορεί να κάνει τίποτα και εντούτοις είναι γεννημένος για τα πάντα
"Γνωρίζοντας πως δεν υπάρχουν νικηφόρες υποθέσεις, προτιμώ τις χαμένες υποθέσεις: απαιτούν μια ακέραια ψυχή, ίδια κι απαράλλαχτη απέναντι στην ήττα όπως και στις εφήμερες νίκες".
Εκπληκτικός Καμύ στο βιογραφικό "παράλογο".
"Ο άνθρωπος δεν μπορεί να κάνει τίποτα και εντούτοις είναι γεννημένος για τα πάντα".
"Ναι, ο άνθρωπος είναι το ίδιο του τέλος".
Ενώ "ποθεί ευτυχία και λογική",
θ' αναγκαστεί να αποδεχθεί ότι "ο άνθρωπος βρίσκεται μπροστά στο παράλογο".
Κι ορίζοντας την απαρχή του θα πει ότι "γεννιέται απ' την αντίφαση ανάμεσα στην ικεσία του ανθρώπου και την παράλογη σιωπή του κόσμου".
"Αλμπερ Καμύ: Μια Ζωή" του Ολιβιέ Τοντ, η καλύτερη αντιμετώπιση για ό,τι ζούμε.
Κι αμέσως μετά, ξανά μανά "Η πτώση", "Ο ξένος", "Η πανούκλα", "Οι γάμοι", "Ο Επαναστατημένος άνθρωπος", "Ο μύθος του Σίσυφου",
και μια χαραμάδα ο ήλιος να νικά πάλι - όπως ξέρει η ζωή κλείνοντας μας το μάτι- το μάταιο που κουβαλάμε, κοντόφθαλμοι νάνοι, παράλογο.
Όμορφη Πέμπτη, αλλά παντού συνηθίζει ο άνθρωπος, ακόμα και στο χάος.
Πόσο μάλλον όταν το χάος διέπεται νομοτελειακώς. Ε ναι και το τυχαίο- ο Κόνραντ το λέει- έχει κανόνες!
Και ο Καμύ που έβρισκε τον θάνατο από αυτοκινητιστικό ατύχημα ως την επιτομή του παράλογου, αλλόκοτο ε? να συναντά τον θάνατο ακριβώς απ' αυτό!
Μετωπική- λες και να ήταν βαθιά, εσωτερική, ανεξέλεγκτη επιλογή- με το Παράλογο που εξερευνούσε, της ζωής και της ζωής του το Παράλογο.
Με ό,τι φοβόμαστε η αναμέτριση.
Ενδεχομένως και για να πάψουμε να φοβόμαστε πια.
Σε ό,τι αγαπήσαμε περισσότερο, η απώλεια.
Ισως για να βαδίζουμε στην άβυσσο ελεύθεροι τελικά.
Αλλά Καμύ, και πάλι.
Πτώση και πάλι.
Ξένος και πάλι.
Σίσυφος πάντα.
Οσο Επαναστατημένος και αν ξεκινήσει κανείς. Στο τέλος τα χάνεις όλα, αν επιθυμείς όλα και να τα βρεις.
Εκπληκτικός Καμύ στο βιογραφικό "παράλογο".
"Ο άνθρωπος δεν μπορεί να κάνει τίποτα και εντούτοις είναι γεννημένος για τα πάντα".
"Ναι, ο άνθρωπος είναι το ίδιο του τέλος".
Ενώ "ποθεί ευτυχία και λογική",
θ' αναγκαστεί να αποδεχθεί ότι "ο άνθρωπος βρίσκεται μπροστά στο παράλογο".
Κι ορίζοντας την απαρχή του θα πει ότι "γεννιέται απ' την αντίφαση ανάμεσα στην ικεσία του ανθρώπου και την παράλογη σιωπή του κόσμου".
"Αλμπερ Καμύ: Μια Ζωή" του Ολιβιέ Τοντ, η καλύτερη αντιμετώπιση για ό,τι ζούμε.
Κι αμέσως μετά, ξανά μανά "Η πτώση", "Ο ξένος", "Η πανούκλα", "Οι γάμοι", "Ο Επαναστατημένος άνθρωπος", "Ο μύθος του Σίσυφου",
και μια χαραμάδα ο ήλιος να νικά πάλι - όπως ξέρει η ζωή κλείνοντας μας το μάτι- το μάταιο που κουβαλάμε, κοντόφθαλμοι νάνοι, παράλογο.
Όμορφη Πέμπτη, αλλά παντού συνηθίζει ο άνθρωπος, ακόμα και στο χάος.
Πόσο μάλλον όταν το χάος διέπεται νομοτελειακώς. Ε ναι και το τυχαίο- ο Κόνραντ το λέει- έχει κανόνες!
Και ο Καμύ που έβρισκε τον θάνατο από αυτοκινητιστικό ατύχημα ως την επιτομή του παράλογου, αλλόκοτο ε? να συναντά τον θάνατο ακριβώς απ' αυτό!
Μετωπική- λες και να ήταν βαθιά, εσωτερική, ανεξέλεγκτη επιλογή- με το Παράλογο που εξερευνούσε, της ζωής και της ζωής του το Παράλογο.
Με ό,τι φοβόμαστε η αναμέτριση.
Ενδεχομένως και για να πάψουμε να φοβόμαστε πια.
Σε ό,τι αγαπήσαμε περισσότερο, η απώλεια.
Ισως για να βαδίζουμε στην άβυσσο ελεύθεροι τελικά.
Αλλά Καμύ, και πάλι.
Πτώση και πάλι.
Ξένος και πάλι.
Σίσυφος πάντα.
Οσο Επαναστατημένος και αν ξεκινήσει κανείς. Στο τέλος τα χάνεις όλα, αν επιθυμείς όλα και να τα βρεις.
24/3/10
Ούτε ουράνιος,ούτε γήινος. Και ουράνιος και γήινος.Ούτε θνητός, ούτε αθάνατος. Και θνητός και αθάνατος.
Καταδικασμένος να τελειώσεις μόνος σου τη δική σου μορφή...
Υστερόγραφο μόνο: Εν τέλει, αιώνια επιστροφή. Ο καθείς, εφ ω ετάχθη, ο εαυτός του ανεπανόρθωτα, αναλαμπή και τα βιβλία, κι οι μουσικές, και οι άσκοπες κι άκοπες συναλλαγές, ό,τι σου μοιάζει θα σταθεί, και όλα τ' άλλα... Γάντι που παίρνει το σχήμα του χεριού που το φορά. Ωραία ζωή! Σα μαγική εικόνα, όλα έχουν το χρώμα των ματιών μας και καθόλα δίκαιη ζωή, με μια δικαιοσύνη, όμως, επουράνια. Δηλαδή, κάπως έτσι:
"Δεν σου έδωσα ούτε πρόσωπο, ούτε τόπο που να είναι δικός σου, ούτε κανένα ιδιαίτερο χάρισμα, ω Αδάμ, έτσι ώστε το πρόσωπό σου, τον τόπο και τα χαρίσματά σου να τα θελήσεις να τα κερδίσεις και να τα κατακτήσεις ο ίδιος. Η Φύση κλείνει άλλα είδη μέσα σε νόμους που εγώ θέσπισα. Αλλά εσύ, που κανένα όριο δεν περιορίζει, με την διαιτησία σου, στα χέρια της οποίας σε εμπιστεύθηκα, ορίζεις μόνος τον εαυτό σου. Σε τοποθέτησα στο κέντρο του κόσμου, για να μπορείς καλύτερα να θωρείς όσα περιέχει ο κόσμος. Δεν σε έκανα ούτε ουράνιο ούτε γήινο ούτε θνητό ούτε αθάνατο, ώστε εσύ, μόνος, ελεύθερος, σαν ένας καλός ζωγράφος ή ένας άξιος γλύπτης, να τελειώσεις μόνος σου τη δική σου μορφή".
Πίκο ντε λα Μιραντόλα, μότο στην "Άβυσσο" της Μαργκερίτ Γιουρσενάρ
(κι ας μη παρηγοριόμαστε, ουδείς αθώος)
Υστερόγραφο μόνο: Εν τέλει, αιώνια επιστροφή. Ο καθείς, εφ ω ετάχθη, ο εαυτός του ανεπανόρθωτα, αναλαμπή και τα βιβλία, κι οι μουσικές, και οι άσκοπες κι άκοπες συναλλαγές, ό,τι σου μοιάζει θα σταθεί, και όλα τ' άλλα... Γάντι που παίρνει το σχήμα του χεριού που το φορά. Ωραία ζωή! Σα μαγική εικόνα, όλα έχουν το χρώμα των ματιών μας και καθόλα δίκαιη ζωή, με μια δικαιοσύνη, όμως, επουράνια. Δηλαδή, κάπως έτσι:
"Δεν σου έδωσα ούτε πρόσωπο, ούτε τόπο που να είναι δικός σου, ούτε κανένα ιδιαίτερο χάρισμα, ω Αδάμ, έτσι ώστε το πρόσωπό σου, τον τόπο και τα χαρίσματά σου να τα θελήσεις να τα κερδίσεις και να τα κατακτήσεις ο ίδιος. Η Φύση κλείνει άλλα είδη μέσα σε νόμους που εγώ θέσπισα. Αλλά εσύ, που κανένα όριο δεν περιορίζει, με την διαιτησία σου, στα χέρια της οποίας σε εμπιστεύθηκα, ορίζεις μόνος τον εαυτό σου. Σε τοποθέτησα στο κέντρο του κόσμου, για να μπορείς καλύτερα να θωρείς όσα περιέχει ο κόσμος. Δεν σε έκανα ούτε ουράνιο ούτε γήινο ούτε θνητό ούτε αθάνατο, ώστε εσύ, μόνος, ελεύθερος, σαν ένας καλός ζωγράφος ή ένας άξιος γλύπτης, να τελειώσεις μόνος σου τη δική σου μορφή".
Πίκο ντε λα Μιραντόλα, μότο στην "Άβυσσο" της Μαργκερίτ Γιουρσενάρ
(κι ας μη παρηγοριόμαστε, ουδείς αθώος)
23/3/10
Εικονική πραγματικότητα
Δεν υπάρχει. Βλέπουμε ό,τι εκπέμπουμε. Αλλά δεν είμαστε εκείνο που προσποιούμαστε. Γιαυτό και όταν αποκτήσει σάρκα και αίμα, όνομα, το ψευδώνυμο, σπανίως είναι εκείνο που υπαινίχθηκε, τι λέμε, δεν είναι παρά αυτό που το παραγεμίσαμε ως αντανάκλασή μας, εμείς! Το κατά το Παίσιον, άνθη έχεις, άνθη θα δεις, λάσπες, τότε σε λάσπες συνέχεια θα πατάς, και τα λουλούδια στο δρόμο σου, λάσπη θα τα βλέπεις.
Μου συνέβη κατ' επανάληψη με τα μπλογκς. "Ο άλλος υπάρχει για να είμαι ο μύθος μου" (Ράμφος "Φιλόσοφος και Θείος Ερως"). Τι γίνεται, όμως, όταν κι εσύ υπάρχεις για νάναι ο άλλος ο μύθος σου?
Και τι θα συμβεί εάν απαιτήσει τα- σα -εκ -των -σων, ο εαυτός? Γιατί κάπου θα υπάρχει, δεν γίνεται! Μόνον ο... μύθος? Μπα...
Μου το υπενθύμισε η φίλη μου η Μαρία από το Ηράκλειο, που είχα να την δω καιρό. Η φίλη μου με ονοματεπώνυμο πάντοτε, σφαχτήκαμε, αγαπηθήκαμε, αλλά ήταν σάρκα και αίμα, είχε ονοματάκι, εαυτό. Ηταν η Μαρία, ρε παιδάκι μου, η φιλία μας χτίστηκε μέσα στον χρόνο και ήξερα με τι είχα να κάνω, αλλά πάνω απ' όλα τι ακριβώς ήτο εκείνο που επεδίωκε απ' εμέ!
Α, και για να μη ξεχνιόμαστε.
Για να γίνεις ο μύθος σου, πρέπει πρώτα να γίνεις ο εαυτός σου.
Δύσκολο! Δύσκολο πολύ!
Αλλά ό,τι κουβαλάς, βλέπεις! Αυτό ούτε λόγος!
Άνθη? άνθη! Σκ? σκ! Ξε? ξε!
Η ζωή, (κατ' επέκταση και ο κόσμος) όπως είπε και ο μεγάλος Χόρχε, που όλοι μας πια κατανοούμε (μονάχα τον ακατανόητό μας εαυτό κρατάμε για αίνιγμα) είναι η αντανάκλασή μας. Αυτό.
Πάμε λοιπόν: Και τώρα που λεω να βγω έξω θέλω να δω λουλούδια, λουλούδια, λουλούδια...
Ενα λιβάδι, έναν κήπο, έστω, σωστό. Αληθινό. Με τα ξερά του, τα μαραμένα του, τα ξερριζωμένα του... Το μόνο που πια δεν αντέχω, είναι άλλο πλαστικό.
Και για να μη ξεχνιόμαστε, Καλό Κατευόδιο, Αντρέα (ο Παγουλάτος κουράστηκε κι είπε να πάει σε κήπο αληθινό)
Υγ. Εν τέλει, αιώνια επιστροφή. Ο καθένας, εφ ω ετάχθη, ο εαυτός του ανεπανόρθωτα, αναλαμπή και τα βιβλία, κι οι μουσικές, και οι άσκοπες κι άκοπες συναντήσεις, ό,τι σου μοιάζει θα σταθεί, και όλα τ' άλλα... Γάντι που παίρνει το σχήμα του χεριού που το φορά. Ωραία ζωή! Σα μαγική εικόνα, όλα έχουν το χρώμα των ματιών μας και καθόλα δίκαιη ζωή, με μια δικαιοσύνη, όμως, επουράνια. Δηλαδή, κάπως έτσι:
"Δεν σου έδωσα ούτε πρόσωπο, ούτε τόπο που να είναι δικός σου, ούτε κανένα ιδιαίτερο χάρισμα, ω Αδάμ, έτσι ώστε το πρόσωπό σου, τον τόπο και τα χαρίσματά σου να τα θελήσεις να τα κερδίσεις και να τα κατακτήσεις ο ίδιος. Η Φύση κλείνει άλλα είδη μέσα σε νόμους που εγώ θέσπισα. Αλλά εσύ, που κανένα όριο δεν περιορίζει, με την διαιτησία σου, στα χέρια της οποίας σε εμπιστεύθηκα, ορίζεις μόνος τον εαυτό σου. Σε τοποθέτησα στο κέντρο του κόσμου, για να μπορείς καλύτερα να θωρείς όσα περιέχει ο κόσμος. Δεν σε έκανα ούτε ουράνιο ούτε γήινο ούτε θνητό ούτε αθάνατο, ώστε εσύ, μόνος, ελεύθερος, σαν ένας καλός ζωγράφος ή ένας άξιος γλύπτης, να τελειώσεις μόνος σου τη δική σου μορφή".
Πίκο ντε λα Μιραντόλα, μότο στην "Άβυσσο" της Μαργκερίτ Γιουρσενάρ
(κι ας μη παρηγοριόμαστε, ουδείς αθώος)
Μου συνέβη κατ' επανάληψη με τα μπλογκς. "Ο άλλος υπάρχει για να είμαι ο μύθος μου" (Ράμφος "Φιλόσοφος και Θείος Ερως"). Τι γίνεται, όμως, όταν κι εσύ υπάρχεις για νάναι ο άλλος ο μύθος σου?
Και τι θα συμβεί εάν απαιτήσει τα- σα -εκ -των -σων, ο εαυτός? Γιατί κάπου θα υπάρχει, δεν γίνεται! Μόνον ο... μύθος? Μπα...
Μου το υπενθύμισε η φίλη μου η Μαρία από το Ηράκλειο, που είχα να την δω καιρό. Η φίλη μου με ονοματεπώνυμο πάντοτε, σφαχτήκαμε, αγαπηθήκαμε, αλλά ήταν σάρκα και αίμα, είχε ονοματάκι, εαυτό. Ηταν η Μαρία, ρε παιδάκι μου, η φιλία μας χτίστηκε μέσα στον χρόνο και ήξερα με τι είχα να κάνω, αλλά πάνω απ' όλα τι ακριβώς ήτο εκείνο που επεδίωκε απ' εμέ!
Α, και για να μη ξεχνιόμαστε.
Για να γίνεις ο μύθος σου, πρέπει πρώτα να γίνεις ο εαυτός σου.
Δύσκολο! Δύσκολο πολύ!
Αλλά ό,τι κουβαλάς, βλέπεις! Αυτό ούτε λόγος!
Άνθη? άνθη! Σκ? σκ! Ξε? ξε!
Η ζωή, (κατ' επέκταση και ο κόσμος) όπως είπε και ο μεγάλος Χόρχε, που όλοι μας πια κατανοούμε (μονάχα τον ακατανόητό μας εαυτό κρατάμε για αίνιγμα) είναι η αντανάκλασή μας. Αυτό.
Πάμε λοιπόν: Και τώρα που λεω να βγω έξω θέλω να δω λουλούδια, λουλούδια, λουλούδια...
Ενα λιβάδι, έναν κήπο, έστω, σωστό. Αληθινό. Με τα ξερά του, τα μαραμένα του, τα ξερριζωμένα του... Το μόνο που πια δεν αντέχω, είναι άλλο πλαστικό.
Και για να μη ξεχνιόμαστε, Καλό Κατευόδιο, Αντρέα (ο Παγουλάτος κουράστηκε κι είπε να πάει σε κήπο αληθινό)
Υγ. Εν τέλει, αιώνια επιστροφή. Ο καθένας, εφ ω ετάχθη, ο εαυτός του ανεπανόρθωτα, αναλαμπή και τα βιβλία, κι οι μουσικές, και οι άσκοπες κι άκοπες συναντήσεις, ό,τι σου μοιάζει θα σταθεί, και όλα τ' άλλα... Γάντι που παίρνει το σχήμα του χεριού που το φορά. Ωραία ζωή! Σα μαγική εικόνα, όλα έχουν το χρώμα των ματιών μας και καθόλα δίκαιη ζωή, με μια δικαιοσύνη, όμως, επουράνια. Δηλαδή, κάπως έτσι:
"Δεν σου έδωσα ούτε πρόσωπο, ούτε τόπο που να είναι δικός σου, ούτε κανένα ιδιαίτερο χάρισμα, ω Αδάμ, έτσι ώστε το πρόσωπό σου, τον τόπο και τα χαρίσματά σου να τα θελήσεις να τα κερδίσεις και να τα κατακτήσεις ο ίδιος. Η Φύση κλείνει άλλα είδη μέσα σε νόμους που εγώ θέσπισα. Αλλά εσύ, που κανένα όριο δεν περιορίζει, με την διαιτησία σου, στα χέρια της οποίας σε εμπιστεύθηκα, ορίζεις μόνος τον εαυτό σου. Σε τοποθέτησα στο κέντρο του κόσμου, για να μπορείς καλύτερα να θωρείς όσα περιέχει ο κόσμος. Δεν σε έκανα ούτε ουράνιο ούτε γήινο ούτε θνητό ούτε αθάνατο, ώστε εσύ, μόνος, ελεύθερος, σαν ένας καλός ζωγράφος ή ένας άξιος γλύπτης, να τελειώσεις μόνος σου τη δική σου μορφή".
Πίκο ντε λα Μιραντόλα, μότο στην "Άβυσσο" της Μαργκερίτ Γιουρσενάρ
(κι ας μη παρηγοριόμαστε, ουδείς αθώος)
22/3/10
Ολοι ξέρετε την ιστορία της άλλης γυναίκας
Με μότο απόσπασμα ενός έξοχου Ουίλλιαμ Μπάτλερ Γέητς
"Προτού κοιμηθεί, καθείς πρέπει να πει:
"Έζησα πολλές ζωές.
Υπήρξα δούλος αλλά και πρίγκιπας.
Στα γόνατά μου κάθισαν πολλοί αγαπημένοι
κι εγώ κάθισα στα γόνατα πολλών αγαπημένων.
Ο,τι υπήρξε θα υπάρξει ξανά",
Ανν Σέξτον Και "Ερωτικά Ποιήματα", σε έκδοση από Μελάνι υπέροχη αλλά υπέροχη λέμε.
Και με Μετάφραση, Εισαγωγή και Επίμετρον, Ευτυχίας Παναγιώτου, Εξαιρετική.
Σπαράγματα απ' ό,τι πόνεσε σε πρώτη ανάγνωση,
"Έλα μπούμεραγκ, έλα και πάρε με γρήγορα!
Είμαι εύθραυστη. Κι έχεις ξοδευτεί.
Έχασα και πόνεσα αρκετά, αλλά για σένα
οφείλω να λυγίσω. Δες πώς σκύβω. Άναψα.
Τα μάτια μου είναι πράσινα, είμαι καστανή..."
"Είμαι ζωντανή τη νύχτα.
Είμαι νεκρή το πρωί,
ένα παλιό σκάφος που απόσωσε τα λάδια του,
με παγερό και χλομό σκελετό.
Κανένα θαύμα. Καμία λάμψη.
Δεν είμαι επισκευάσιμη
αλλά εσύ είσαι αγέρωχος μες στη μάχιμη στολή σου
και πρέπει να φροντίσω το ταξίδι σου.
Ήμουν πάντα παρθένα,
γριά και αξιολύπητη.
Προτού ο κόσμος υπάρξει, υπήρχα...."
Και για φινάλε,
"Ξανά και ξανά και ξανά
Το είπες πως ο θυμός αυτός θα επέστρεφε
όπως ακριβώς αυτή η αγάπη.
Έχω μια όψη μαύρη που δεν
μ' αρέσει. Μια μάσκα είναι που την προβάρω.
Αποδημώ προς το μέρος της κι ο βάτραχός της
κάθεται στα χείλη μου αφοδεύοντας.
Είναι γέρος. Είναι κι άπορος.
Προσπάθησα να τον κρατήσω σε δίαιτα.
Δεν του δίνω κανένα καταπραυντικό.
Υπάρχει μια καλή όψη που φορώ
σαν θρόμβο αίματος. Τον
έραψα πάνω στ' αριστερό μου στήθος.
Τον έκανα λειτούργημα.
Ο πόθος ρίζωσε μέσα μου
και τοποθέτησα εσένα και
το παιδί σου στόμιό του για γάλα.
Ω! Είναι φόνισσα η μαυρίλα
και το στόμιο ξεχειλίζει γάλα
και ολες οι μηχανές δουλεύουν ρολόι
και θα σε φιλήσω όταν
κόψω κομματάκια- κομματάκια
μια ντουζίνα νέους άντρες
και θα πεθάνεις κι εσύ μια στάλα
ξανά και ξανά".
ΥΓ. Ασχετο, εκείνη πέθανε. Ε μα φαρμακωνόμαστε, φαρμακώνοντας τους.
Ασε που σήμερα πέθανε κι ένας ποιητής. Αλλον φοβόμαστε, τον πρόσεχε, αλλά συμβαίνει εκείνο το σύνηθες στη ζωή, ακριβώς εκείνο που δεν το έχουμε προβλέψει!
Ποτέ δεν γίνεται ό,τι φοβόμαστε!
Και ό,τι γίνεται, δεν το είχε βάλει ο νους μας πρώτα.
Ζωή απίστευτη! Κι εμείς με πενταετή προγράμματα και πλάνα και σχέδια και... πλάκα έχουμε, στ' αλήθεια, πολλή μεγάλη πλάκα!
Μονάχα ο θάνατος εντέλει ίσως και να μπορεί να μας διδάξει τη ζωή και την αγάπη. Αν είμαστε, αιώνιοι (έτσι με όλο μας το σώμα) τότε... Αλήθεια, τι θα γινότανε τότε;
ΥΓ2. Και τελικά είναι αλήθεια.
Ανδρέας Παγουλάτος (1946- 2010), έτσι ακριβώς γράφει η σελίδα του ΕΚΕΒΙ (και έτσι είθισται να γράφουν, όταν κάποιος ολοκληρώσει τον κύκλο),
Βιογραφικό
Ο ποιητής, θεωρητικός του κινηματογράφου και δοκιμιογράφος, Αντρέας Παγουλάτος γεννήθηκε στην Αθήνα το 1946(;). Από το 1970 έως το 1988, στο Παρίσι, συμμετείχε ενεργά στη γέννηση και την εξέλιξη του ποιητικού γλωσσοκεντρικού κινήματος. Τα βιβλία ποίησής του, "Επίμαχα" (1973), "Κορμί κείμενο" (1975) και ποιήματά του, που δημοσιεύτηκαν σε γνωστά περιοδικά (Change, Perimetres, N.R.S., Change International, Les Temps Modernes, κ.ά.), θεωρούνται από τα πρώτα γλωσσοκεντρικά κείμενα. Το 1973 ίδρυσε το περιοδικό "Χνάρι" (πρώτη περίοδος 1973-1976) για ν' ακολουθουθήσουν τα "Χνάρια" το 1985, που συνδιηύθυνε με τον ζωγράφο Γιώργο Λαζόγκα. Υπήρξε για πολλά χρόνια υπεύθυνος του τομέα ποίησης στο Κέντρο Σύγχρονης Τέχνης Ιλεάνα Τούντα. Διηύθυνε μαζί με το Νάνο Βαλαωρίτη το περιοδικό "Συντέλεια" (εκδ. Εξάντας), και στη συνέχεια τη "Νέα Συντέλεια" (εκδ. 'Αγκυρα). Δημοσίευσε δοκίμιά του σε περιοδικά και εφημερίδες και σε ειδικές εκδόσεις των Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, Δράμας και του Γαλλικού Ινστιτούτου Αθηνών (στο πλαίσιο, ιδιαίτερα, των εκδηλώσεων "Κινηματογράφος και πραγματικότητα", τις οποίες εγκαινίασε μαζί με τον Β. Σπηλιόπουλο πριν από 18 χρόνια). Εργάστηκε στις βασικές ομάδες των εκπομπών: "Χρώματα" (ΕΤ1), "Ψηφιδωτό" (ΕΤ2), "Νέες εικόνες", "Η τέχνη της φωτογραφίας", ως ερευνητής - σεναριογράφος. Πάνω στην (ή με) την ποίησή του έγιναν ταινίες (Καπλανίδης, Πλαϊτάκης κ.α.) και βιντεο-ποιήματα (Σαντοριναίος). Παρουσίασε στο Centre Georges Pompidou ποιητικά του δρώμενα καθώς και μια επιλογή ελληνικών ντοκιμαντέρ (Ελληνικός Πολιτιστικός Μήνας, 1981). Διοργάνωσε στη Γαλλία, την Ελλάδα, την Ιταλία και την Κύπρο, ποιητικές και άλλες εκδηλώσεις, και εκπροσώπησε την ελληνική ποίηση στο εξωτερικό, στις συναντήσεις Διεθνές Φεστιβάλ Καινούργιας Ποίησης (Παρίσι, 1983), Διεθνείς Συναντήσεις Ποίησης (Cogolin, 1985), Polyphonix (Παρίσι, 1986) και Φωνές της Μεσογείου (Lodeve, 2005). Ποίησή του μελοποίησαν οι συνθέτες Θωμάς Σλιώμης, Χάρης Ξανθουδάκης, Πάρις Παρασχόπουλος, Ηλίας Βαμβακούσης. Έχει εκδώσει, εν όλω, τις ποιητικές συλλογές: "Όργια και εμπόδια" (Εξάντας), "Προς, Στοιχειώσεις, "Πόροι" (Μαραθιά), "Επίμαχα, "Κορμί κείμενο" (β' έκδοση, Μαραθιά) και "Πέραμα" (Μανδραγόρας).
Πέθανε τον Μάρτιο του 2010 από οξύ εγκεφαλικό.
Εργογραφία
Πρόσφατες εκδόσεις (πηγή: ΒΙΒΛΙΟΝΕΤ):
Cinema em Transe: Βραζιλιάνικος κινηματογράφος. Θεσσαλονίκη, Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, 2006. Σελ.: 95.
Πέραμα. Αθήνα, Μανδραγόρας, 2006. Σελ.: 46.
ISBN: 960-7528-67-0, ISBN-13: 978-960-7528-67-4
Σε ξένο τόπο. Αθήνα, Αιγόκερως, 2006. Σελ.: 107.
ISBN: 960-322-266-6, ISBN-13: 978-960-322-266-8
Lazongas Α4. Αθήνα, Άγκυρα, 2005. Σελ.: 336.
ISBN: 960-422-347-Χ, ISBN-13: 978-960-422-347-3
Νάνος Βαλαωρίτης. Αθήνα, Εταιρεία Λευκαδικών Μελετών, 1999. Σελ.: 74.
ISBN: 960-7498-06-2, ISBN-13: 978-960-7498-06-9
Προς. Στοιχειώσεις. Πόροι.. Αθήνα, Μαραθιά, 1996. Σελ.: 93.
ISBN: 960-511-001-6, ISBN-13: 978-960-511-001-7
Όργια και εμπόδια. Αθήνα, Εξάντας, 1991. Σελ.: 60.
ISBN: 960-256-079-7, ISBN-13: 978-960-256-079-2
Μεταφράσεις
Πρόσφατες μεταφράσεις (πηγή: ΒΙΒΛΙΟΝΕΤ):
Pessoa, Fernando. Ωδές και ποιήματα. Ποιήματα. Αθήνα, Άγκυρα, 2004. Σελ.: 94.
"Προτού κοιμηθεί, καθείς πρέπει να πει:
"Έζησα πολλές ζωές.
Υπήρξα δούλος αλλά και πρίγκιπας.
Στα γόνατά μου κάθισαν πολλοί αγαπημένοι
κι εγώ κάθισα στα γόνατα πολλών αγαπημένων.
Ο,τι υπήρξε θα υπάρξει ξανά",
Ανν Σέξτον Και "Ερωτικά Ποιήματα", σε έκδοση από Μελάνι υπέροχη αλλά υπέροχη λέμε.
Και με Μετάφραση, Εισαγωγή και Επίμετρον, Ευτυχίας Παναγιώτου, Εξαιρετική.
Σπαράγματα απ' ό,τι πόνεσε σε πρώτη ανάγνωση,
"Έλα μπούμεραγκ, έλα και πάρε με γρήγορα!
Είμαι εύθραυστη. Κι έχεις ξοδευτεί.
Έχασα και πόνεσα αρκετά, αλλά για σένα
οφείλω να λυγίσω. Δες πώς σκύβω. Άναψα.
Τα μάτια μου είναι πράσινα, είμαι καστανή..."
"Είμαι ζωντανή τη νύχτα.
Είμαι νεκρή το πρωί,
ένα παλιό σκάφος που απόσωσε τα λάδια του,
με παγερό και χλομό σκελετό.
Κανένα θαύμα. Καμία λάμψη.
Δεν είμαι επισκευάσιμη
αλλά εσύ είσαι αγέρωχος μες στη μάχιμη στολή σου
και πρέπει να φροντίσω το ταξίδι σου.
Ήμουν πάντα παρθένα,
γριά και αξιολύπητη.
Προτού ο κόσμος υπάρξει, υπήρχα...."
Και για φινάλε,
"Ξανά και ξανά και ξανά
Το είπες πως ο θυμός αυτός θα επέστρεφε
όπως ακριβώς αυτή η αγάπη.
Έχω μια όψη μαύρη που δεν
μ' αρέσει. Μια μάσκα είναι που την προβάρω.
Αποδημώ προς το μέρος της κι ο βάτραχός της
κάθεται στα χείλη μου αφοδεύοντας.
Είναι γέρος. Είναι κι άπορος.
Προσπάθησα να τον κρατήσω σε δίαιτα.
Δεν του δίνω κανένα καταπραυντικό.
Υπάρχει μια καλή όψη που φορώ
σαν θρόμβο αίματος. Τον
έραψα πάνω στ' αριστερό μου στήθος.
Τον έκανα λειτούργημα.
Ο πόθος ρίζωσε μέσα μου
και τοποθέτησα εσένα και
το παιδί σου στόμιό του για γάλα.
Ω! Είναι φόνισσα η μαυρίλα
και το στόμιο ξεχειλίζει γάλα
και ολες οι μηχανές δουλεύουν ρολόι
και θα σε φιλήσω όταν
κόψω κομματάκια- κομματάκια
μια ντουζίνα νέους άντρες
και θα πεθάνεις κι εσύ μια στάλα
ξανά και ξανά".
ΥΓ. Ασχετο, εκείνη πέθανε. Ε μα φαρμακωνόμαστε, φαρμακώνοντας τους.
Ασε που σήμερα πέθανε κι ένας ποιητής. Αλλον φοβόμαστε, τον πρόσεχε, αλλά συμβαίνει εκείνο το σύνηθες στη ζωή, ακριβώς εκείνο που δεν το έχουμε προβλέψει!
Ποτέ δεν γίνεται ό,τι φοβόμαστε!
Και ό,τι γίνεται, δεν το είχε βάλει ο νους μας πρώτα.
Ζωή απίστευτη! Κι εμείς με πενταετή προγράμματα και πλάνα και σχέδια και... πλάκα έχουμε, στ' αλήθεια, πολλή μεγάλη πλάκα!
Μονάχα ο θάνατος εντέλει ίσως και να μπορεί να μας διδάξει τη ζωή και την αγάπη. Αν είμαστε, αιώνιοι (έτσι με όλο μας το σώμα) τότε... Αλήθεια, τι θα γινότανε τότε;
ΥΓ2. Και τελικά είναι αλήθεια.
Ανδρέας Παγουλάτος (1946- 2010), έτσι ακριβώς γράφει η σελίδα του ΕΚΕΒΙ (και έτσι είθισται να γράφουν, όταν κάποιος ολοκληρώσει τον κύκλο),
Βιογραφικό
Ο ποιητής, θεωρητικός του κινηματογράφου και δοκιμιογράφος, Αντρέας Παγουλάτος γεννήθηκε στην Αθήνα το 1946(;). Από το 1970 έως το 1988, στο Παρίσι, συμμετείχε ενεργά στη γέννηση και την εξέλιξη του ποιητικού γλωσσοκεντρικού κινήματος. Τα βιβλία ποίησής του, "Επίμαχα" (1973), "Κορμί κείμενο" (1975) και ποιήματά του, που δημοσιεύτηκαν σε γνωστά περιοδικά (Change, Perimetres, N.R.S., Change International, Les Temps Modernes, κ.ά.), θεωρούνται από τα πρώτα γλωσσοκεντρικά κείμενα. Το 1973 ίδρυσε το περιοδικό "Χνάρι" (πρώτη περίοδος 1973-1976) για ν' ακολουθουθήσουν τα "Χνάρια" το 1985, που συνδιηύθυνε με τον ζωγράφο Γιώργο Λαζόγκα. Υπήρξε για πολλά χρόνια υπεύθυνος του τομέα ποίησης στο Κέντρο Σύγχρονης Τέχνης Ιλεάνα Τούντα. Διηύθυνε μαζί με το Νάνο Βαλαωρίτη το περιοδικό "Συντέλεια" (εκδ. Εξάντας), και στη συνέχεια τη "Νέα Συντέλεια" (εκδ. 'Αγκυρα). Δημοσίευσε δοκίμιά του σε περιοδικά και εφημερίδες και σε ειδικές εκδόσεις των Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, Δράμας και του Γαλλικού Ινστιτούτου Αθηνών (στο πλαίσιο, ιδιαίτερα, των εκδηλώσεων "Κινηματογράφος και πραγματικότητα", τις οποίες εγκαινίασε μαζί με τον Β. Σπηλιόπουλο πριν από 18 χρόνια). Εργάστηκε στις βασικές ομάδες των εκπομπών: "Χρώματα" (ΕΤ1), "Ψηφιδωτό" (ΕΤ2), "Νέες εικόνες", "Η τέχνη της φωτογραφίας", ως ερευνητής - σεναριογράφος. Πάνω στην (ή με) την ποίησή του έγιναν ταινίες (Καπλανίδης, Πλαϊτάκης κ.α.) και βιντεο-ποιήματα (Σαντοριναίος). Παρουσίασε στο Centre Georges Pompidou ποιητικά του δρώμενα καθώς και μια επιλογή ελληνικών ντοκιμαντέρ (Ελληνικός Πολιτιστικός Μήνας, 1981). Διοργάνωσε στη Γαλλία, την Ελλάδα, την Ιταλία και την Κύπρο, ποιητικές και άλλες εκδηλώσεις, και εκπροσώπησε την ελληνική ποίηση στο εξωτερικό, στις συναντήσεις Διεθνές Φεστιβάλ Καινούργιας Ποίησης (Παρίσι, 1983), Διεθνείς Συναντήσεις Ποίησης (Cogolin, 1985), Polyphonix (Παρίσι, 1986) και Φωνές της Μεσογείου (Lodeve, 2005). Ποίησή του μελοποίησαν οι συνθέτες Θωμάς Σλιώμης, Χάρης Ξανθουδάκης, Πάρις Παρασχόπουλος, Ηλίας Βαμβακούσης. Έχει εκδώσει, εν όλω, τις ποιητικές συλλογές: "Όργια και εμπόδια" (Εξάντας), "Προς, Στοιχειώσεις, "Πόροι" (Μαραθιά), "Επίμαχα, "Κορμί κείμενο" (β' έκδοση, Μαραθιά) και "Πέραμα" (Μανδραγόρας).
Πέθανε τον Μάρτιο του 2010 από οξύ εγκεφαλικό.
Εργογραφία
Πρόσφατες εκδόσεις (πηγή: ΒΙΒΛΙΟΝΕΤ):
Cinema em Transe: Βραζιλιάνικος κινηματογράφος. Θεσσαλονίκη, Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, 2006. Σελ.: 95.
Πέραμα. Αθήνα, Μανδραγόρας, 2006. Σελ.: 46.
ISBN: 960-7528-67-0, ISBN-13: 978-960-7528-67-4
Σε ξένο τόπο. Αθήνα, Αιγόκερως, 2006. Σελ.: 107.
ISBN: 960-322-266-6, ISBN-13: 978-960-322-266-8
Lazongas Α4. Αθήνα, Άγκυρα, 2005. Σελ.: 336.
ISBN: 960-422-347-Χ, ISBN-13: 978-960-422-347-3
Νάνος Βαλαωρίτης. Αθήνα, Εταιρεία Λευκαδικών Μελετών, 1999. Σελ.: 74.
ISBN: 960-7498-06-2, ISBN-13: 978-960-7498-06-9
Προς. Στοιχειώσεις. Πόροι.. Αθήνα, Μαραθιά, 1996. Σελ.: 93.
ISBN: 960-511-001-6, ISBN-13: 978-960-511-001-7
Όργια και εμπόδια. Αθήνα, Εξάντας, 1991. Σελ.: 60.
ISBN: 960-256-079-7, ISBN-13: 978-960-256-079-2
Μεταφράσεις
Πρόσφατες μεταφράσεις (πηγή: ΒΙΒΛΙΟΝΕΤ):
Pessoa, Fernando. Ωδές και ποιήματα. Ποιήματα. Αθήνα, Άγκυρα, 2004. Σελ.: 94.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)