2/11/09

Αγαπώ τον... τρόπο που μ' αγαπάς!

'Ερωτας για τον έρωτα

ή άλλως

“με ξετρελαίνει ο τρόπος που μ' αγαπάς”


Τον εαυτό μας στα μάτια του άλλου ερωτευόμαστε, αποκαλύπτει ο Όσκαρ Ουάιλντ με τον μύθο του Νάρκισσου. Εκείνος έβλεπε το όμορφο πρόσωπό του στα κρυστάλλινα νερά της κι εκείνη ούτε και που τον πρόσεχε, διότι η Λίμνη στα δικά του μάτια έβλεπε μοναχά μιαν... όμορφη λίμνη!
Τον έρωτα ερωτευόμαστε, όχι τον άλλον, επιμένει η Ντυράς.
Και η Μαρία Μήτσορα σε συνέντευξη
“ερωτευόμαστε μ' ό,τι δεν έχουμε, ό,τι δεν είμαστε”.

“Ιστορίες ερωτικής τρέλας” ή το χρονικό μιας διαχρονικής ψευδαίσθησης, σχεδόν υπαρξιακής, θα μπορούσε να ονομαστεί του Νίκου αυτό το βιβλίο.
Μετά την “Κρεμάλα”,
το “κρέμασμα” που οικειοθελώς επιχειρούμε στους εαυτούς.

Ο τίτλος σοφός, αλληγορικός και υπαινικτικός, από μια φίνα, γαλλική παροιμία.

“Με τον έρωτα περνάει ο καιρός
με τον καιρό περνάει ο έρωτας”.

Περιλαμβάνει, βεβαίως, τα πάντα:
τον έρωτα απλώς για να περάσουμε τον καιρό,
τον έρωτα του άλλου, που μας βοηθά ν' αντέξουμε το βάρος του χρόνου.

Γουρλίδικο βιβλίο. Ώσπου να τυπωθεί χάρισε και στον συγγραφέα το άλλο μισό του: με κεφαλαία τον Έρωτα.
Και μέχρι να παρουσιαστεί και έτερον έρωτα' ήτοι τις δυο γυναίκες της ζωής του.

Όμως, τέρμα με τα προσωπικά, έχει έρωτες κι έρωτες να σας αφηγηθεί αυτό το βιβλίο: μοιραίους, τυχαίους, καθοριστικούς, καιροσκοπικούς, λαγνικούς, υπολογιστικούς, χλιαρούς, παθιασμένους, ιψενικούς, φιλικούς, εχθρικούς, αντιφατικούς, γειτονικούς, εσπεράντο, καταναγκαστικούς, νοσταλγικούς, μυθιστορηματικούς, αποσπασματικούς, κατακερματισμένους. Καρπερούς, άκαρπους, με καλό και κακό τέλος, σαιξπηρικούς, αθεράπευτους, ηρωικούς, συγγραφικούς, αλλόκοτους, συνηθισμένους...

Για έναν Σάκη και μια Καίτη,
για έναν Πέτρο και μια μυστηριώδη φοιτήτρια στον Παρθενώνα,
για έναν Γιώργο και μια Μαργαρίτα,
για έναν Κώστα και μια Γιώτα,
για έναν Μπάμπη και μια Σβετλάνα,
για έναν Μάνο και έναν Θάνο για μια Νάντια και μια Κάτια,
για μιαν Αφροδίτη και έναν Αλέξη και έναν Σπύρο,
για μιαν Ελένη και έναν Δήμο,
για μια Μαρία, μια Μαργαρίτα και έναν Γιάννη,
για μια Σούζαν και έναν Θωμά,
για έναν Νίκο και μια Σοφία,
για μια Νίκη και έναν Τάκη.......

Ιστορίες μέσα στην ιστορία και εγκιβωτισμένοι έρωτες στην αφήγηση και την καλειδοσκοπική παρατήρηση του ενός.

Ατμοσφαιρικοί, σπαρταριστοί, με αναγνωρίσιμους χαρακτήρες, προοπτική, ψυχαναλυτική ροπή κι χιούμορ.

Έρωτες αδιέξοδοι ή διεξοδικοί.
Σ' ένα βιβλίο που ανοιγοκλείνει σαν νομοτελειακό περιστατικό ζωής, σαν μαγική βεντάλια.
Με ερωτικά κεφάλαια που
ανοίγουν τσιτάτα σοφά:

“αγάπα τον πλησίον σου ως εαυτόν, αλλά επέλεξε τη γειτονιά σου”,

“Η ανάγκη κάνει σοφό ακόμα και τον βλάκα”,

“Στις μέρες μας οι γυναίκες θεωρούν υποχρέωση των αντρών κάτι που για αιώνες ήταν αγγαρεία γι' αυτές”,

“Μερικές φορές οι καλύτερες επενδύσεις είναι εκείνες που δεν έκανες”,

“Εγωιστής είναι αυτός που δεν μπορεί να αντιληφθεί τον εγωισμό των άλλων”,

“Η μητέρα ξέρει καλύτερα αλλά κανείς δεν την ακούει ποτέ”,

“Όχι μόνο παίζει ζάρια ο Θεός, αλλά μερικές φορές τα ρίχνει σε μέρη που δεν μπορούμε να τα δούμε”,

ο συγγραφέας αποδεικνύει ότι ο έρωτας είναι βάσανο και αίνιγμα, γρίφος μας πρωταρχικός και αρχετυπικός, υπαρξιακός και διαχρονικός.
Και μελετώντας τον καλά έγραψε ένα “περί έρωτος” σπαρταριστό και απολαυστικό, σχεδόν δοκιμιακή σπουδή επ' αυτού, βιβλίο. Και κατέστη άξιος
να δει κατά πού τα ρίχνει
γι' αυτόν ο Θεός τα ζάρια.

Στο μυθιστόρημα του Νίκου “Με τον έρωτα περνάει ο καιρός/ με τον καιρό περνάει ο έρωτας”
δεν υπάρχει μορφή έρωτα
που να μην αναπτυχθεί, αναλυθεί, απλωθεί, εξελιχθεί,

αλλά τον όντως έρωτα,
τον λένε Δήμητρα
και θα τον βρείτε στη ζωή του!

Ευχαριστώ,

Νίκο μου καλέ,
πολλά όμορφα βιβλία σου εύχομαι και έναν Έρωτα, αυτόν που έχεις, αιώνιο και καθοριστικό.

Να είσαι καλά.


ΥΓ. Για το βιβλίο του Νίκου Παργινού το Σάββατο στη Στοά του Βιβλίου, μετά της Ρίτσας Μασούρα, η έτερη αδελφή Τατά (ήτοι alef).
Ριτσάκι, μας κλείσανε για... περιοδεία λέει?

30/10/09

"Τι θα συνέβαινε αν ο Οιδίπους και προ αυτού ο Λάιος υπήκουαν στον χρησμό?"

Είμαστε ό,τι αφήνουμε πίσω μας

Επαναλάμβανα, διαβάζοντας τον υπέροχο τίτλο του Δημήτρη “Ό,τι αγαπήσαμε πίσω έμεινε” κι έμοιαζε αυτή η φραστική εμμονή μου, σαν επιβεβλημένη απάντηση.

Ποιος στη χάρη μου σήμερα, έτσι?
Ανάμεσα σε δυο άντρες, σε δυο συγγραφείς που αποδεδειγμένα αγαπούν τη γυναίκα.
Το υποστηρίζουν με όλους τους τρόπους, με τη ζωή, με το έργο τους.

Φίλος αδελφικός, άνθρωπος του σπιτιού τολμώ να πω ο Δημήτρης, μου έχει ήδη προσφέρει μεγάλες χαρές.
Με την “Υπατία” του αξιώθηκα να ταξιδέψω μιλώντας για το σπουδαίο βιβλίο του αυτό στη Βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας.
Στο “Υστερόγραφο μιας συγγνώμης”, ε πια η αγάπη του στο “δεύτερο φύλλο” που πρώτο το έκανε, ήταν πλέον ολοφάνερη.
Ο Μίμης Ανδρουλάκης, γνωστός σε όλους, και μόνο το να σταθείς στο πλάι του και να μιλάς, καταντά τουλάχιστον αποκοτιά. Αλλά εδώ έχω τολμήσει να μιλήσω για βιβλίο του, τώρα θα κάνω πίσω? Εξάλλου σαν τη Μαρία Ρόζα του Δημήτρη είμαι και λίγο του vivere pericolozamente, τελικά.

Με το καινούργιο του βιβλίο, λοιπόν, ο Δημήτρης Βαρβαρήγος επιστρέφει. Στο ιστορικό μυθιστόρημα που μοιάζει να το κατέχει καλά. Και στην γυναικεία μοίρα σε εποχές που άνδρες νομοθετούν. (Θα μου πείτε και τώρα με την γυναίκα ανδρόγυνη? ας είναι) Επαληθεύοντας εκείνη τη σπουδαία και γενναία ρήση του Μάρκες πως

“την ιστορία μας και την ιστορία της οικογένειάς μας γράφουμε τελικά ξανά και ξανά”. Ακόμα κι όταν μιλάμε για άλλους, για τα δικά του πάλι ο καθένας μιλά.
Τα διλήμματα και τους φόβους μας δανείζουμε στους ήρωες, τις πολυθρόνες που καθήσαμε και τη θάλασσα π' αγαπήσαμε περιγράφουμε θέλοντας και μη στο χαρτί.
Πόσο μάλλον στην παρούσα περίπτωση που κάτι μου λέει πως η Ζωή- Μαρία Μοντανάρη είναι, Δημήτρη μου καλέ, η μαμά?

Ας είναι!
“Ό,τι αγαπήσαμε πίσω έμεινε”,
στο βιβλίο θα παραμείνουμε κι ό,τι αγαπήσαμε γίνεται εμείς.
Επειδή ένα δεν γίνεται να χάσουμε ή πίσω ν' αφήσουμε, τον εαυτό μας, που είναι “ό,τι αγαπήσαμε” και μας ακολουθεί.

“Στον έρωτα πάμε μ' ότι δεν είμαστε κι ό,τι δεν έχουμε”, μου έχει πει η Μαρία Μήτσορα σε συνέντευξη και θυμάμαι είχα ενθουσιαστεί.
Στη μυθιστορία του Δημήτρη, όμως, η Μαρία Ρόζα Καλτσέτι και ο Σαλιβέρι Μοντανάρι ερωτεύθηκαν με ό,τι ήταν, είχαν, και νίκησαν.
Ξεκινώντας από τη Φλωρεντία του 1860, αρχοντοπούλα αυτή, κατώτερος ταξικά ο Σαλιβέρι, πολεμώντας για τον έρωτά τους, δραπέτες της αγάπης στη Ζάκυνθο για να ζήσουν και μια και δυο φορές τον ξεριζωμό με τον μεγάλο σεισμό. Μέχρι να καταλήξουν στην ανοιχτή αγκαλιά της Αθήνας που όλα τα καταπίνει και τα χωρά.

Προτάσσοντας, πρόλογο και καταλήγοντας σε επίλογο ο συγγραφέας, χωρίζει την αφήγησή του σε πρωτοπρόσωπη και τριτοπρόσωπη, αφήνοντας και εκείνο το προσωπικό στοιχείο που ήδη είπαμε να εννοηθεί.
Μια γυναίκα, γυναίκα που του έχει δώσει τα πάντα, θυμάται και αναζητώντας για τον επίγονο ρίζες, αφηγείται την ιστορία της προγιαγιάς.
Η ιστορία της Μαρίας Ρόζας τριτοπρόσωπη εξελίσσεται, όσον αφορά τον χρόνο, γραμμικά. Η ζωή των ηρώων στη Φλωρεντία και ο παράφορος και παράνομος έρωτάς τους, ο εγκλεισμός της ηρωίδας στο σπίτι και η αναγκαστική φυγή. Ακολουθώντας τη γυναικεία μοίρα της μητέρας, αλλά τολμώντας να ζήσει τη ζωή που δεν επέτρεπαν οι καιροί, αλλ' ούτε και τόλμησε να ζήσει κι αυτή. Ο ερχομός του ζευγαριού στη Ζάκυνθο. Ξένοι ανάμεσα σε ξένους. Η βάφτιση, ο γάμος, η ένταξη. Οι εγκυμοσύνες και τα νεκρά παιδιά. Ο κύκλος της ζωής και η πικρή διαπίστωση “απ' τα λάθη μας” και “υποφέροντας μαθαίνει κανείς”. Η ελπίδα, ο γιος, το σπίτι, ο σεισμός, το παρελθόν και τα κρυμμένα του μυστικά, η ζωή ξανά και ξανά απ' την αρχή, και γέννα και θάνατος και ελπίδα και “χτίζω στην άμμο σα να 'ναι στην πέτρα” και ξανά και ξανά απ' την αρχή, η ζωή με τους αποχαιρετισμούς, ο ερχομός στην Αθήνα και τα “Χρόνια που περνούσαν σαν σελίδες βιβλίου”,
σ' ένα βιβλίο που τα έχει όλα, ευθύς εξαρχής:
Ατμόσφαιρα εποχής, στη Φλωρεντία του 19ου αιώνα, στη Ζάκυνθο και στην Αθήνα της ίδιας σχεδόν εποχής.
Ιστορικό πλαίσιο, η ταξική κοινωνία στην ιταλική κοινωνία που επεμβαίνει στ' ανθρώπινα κι απαγορεύει ή επιτρέπει, υπαγορεύοντας γάμους, συμφέροντα, αγάπες και συμπεριφορές. Η Ένωση της Επτανήσου με την Ελλάδα και οι μικροί προσωπικοί αγώνες που καθορίζουν ζωές.
Χαρακτήρες, με βασικούς τη Μαρία Ρόζα και τον Σαλιβέριο, που επαναστατούν, τολμούν και ξεπερνούν τη μοίρα τους, εκείνη τη γυναικεία, κι αυτός τη ταξική, τον σκληρό πατριαρχικό πατέρα, την υποταγμένη αυστηρή κυρία Νίνα- μαμά, τη στοργική, πιστή Φραντζέσκα, την ιδανική αδελφή Οφηλία και τους απλούς ανθρώπους της Ζακύνθου με όλες τις αντιφάσεις που μπορεί ένας άνθρωπος να εμπεριέχει, όλοι μας είμαστε σκοτάδια και φως.

Μια ιστορία που περικλείει όλον τον κύκλο και τη χαρμολύπη της ζωής. Τον άνθρωπο που σηκώνει ανάστημα στο ίδιο του το πεπρωμένο. Την αγάπη που όλα τα νικά. Την Ιστορία και τα Φυσικά Φαινόμενα που υψώνονται πάνω από τη μικρή ιστορία του καθενός και τη σοφή Νομοτέλεια, πως, ό,τι και να γίνει, στην πορεία η ζωή συνεχίζεται: γέννηση, θάνατος, επανάσταση, καταστολή, φόβος, ελπίδα, φως και σκοτάδι, ξανά και ξανά απ' την αρχή.

Επιτρέψατέ μου να τελειώσω με ένα μικρό απόσπασμα που μου επιβάλει το ίδιο το βιβλίο του Δημήτρη, το τόσο απολαυστικό και σπαρακτικό:

“... Τι θα συνέβαινε αν ο Οιδίπους και προ αυτού ο Λάιος υπήκουαν στον χρησμό? Αν δηλαδή και οι δυο δεν σήκωναν κεφάλι στο θείο θέλημα? Βεβαίως δεν θα υπήρχε λόγος να γραφτεί το έργο, θα έλειπε το δράμα απ' τη ζωή. Κι αλλιώς: ο άνθρωπος θα δεχόταν αυτόματα την τάξη των πραγμάτων, όπως ένα μυρμήγκι δέχεται ενστικτωδώς το φυσικό νόμο.
Η τραγωδία αρχίζει με την παρακοή του ανθρώπου στην κοσμική μοίρα, εκείνη των βιβλικών πρωτοπλάστων... Η απουσία του δράματος προυποθέτει παραίτηση από τον ελεύθερο εαυτό, απόλυτη παραδοχή των τεταγμένων γεγονότων. Το δράμα συνιστά εξέγερση, ανατρεπτική προσπάθεια της ιδρυμένης θείας τάξεως, η οποία δεν έχει καμία σχέσην με ηθική κακότητα....”
Στέλιος Ράμφος “Το αίνιγμα κι η μοίρα” (ποιητική τέχνη στον Οιδίποδα Τύραννον).

Δημήτρη μου καλέ, πολύ σ' ευχαριστώ, για την απόλαυση, την φιλία, την τιμή.
Κύριε Ανδρουλάκη μας, χαίρομαι τόσο πολύ που σας ξανασυναντώ.
Αναστασία και Χαρά μου (ε ναι, έχουμε εδώ και την εκδότριες, τρίτη, τέταρτη, πέμπτη γενιά? Φίλη της καρδιάς μου η Αναστασία και η Χαρά η τελευταία μου αισθητική, με ανέλαβε, να με ντύνει, να με στολίζει, να μου φιλοτεχνεί εξώφυλλα με τις υπέροχες ατμοσφαιρικές της φωτογραφίες, και τη ζωή.

Και αποχαιρετώντας σας να σας αποκαλύψω και ένα δικό μας οικογενειακό μυστικό που μπορεί και να εξηγεί πολλά. Πως η γιαγιά μου η Χρυσούλα, Σάββα, Σαβίνα, αψηφώντας τον πατρικό νόμο έκλεψε τον παππού Γιώργη και αποκληρώθηκε γι' αυτό.

Σας ευχαριστώ.

YΓ. Το... ποίημά μου στον Ιανό χθες για τον Δημήτρη.

29/10/09

H Ασκητική της Αγάπης

"Πόσο μικρός γίνεται ο κόσμος γι' αυτούς που θέλει ο Θεός να συναντηθούν" (γερόντισσα Γαβριηλία, από την "Ασκητική της αγάπης")

ΥΓ. Το ξαναβρήκα στο fb, το διανοείστε? Εντέλει ναι, "παντού μπορεί να αγιάσει κανείς".

26/10/09

ένας καθρέφτης λογοτεχνίας σ' ένα μοναχικό βουνό...

“ΟΜΟΡΦΙΑ ΚΑΙ ΘΛΙΨΗ” του Γιασουνάρι Καουαμπάτα. Μετάφραση από τα ιαπωνικά: Παναγιώτης Ευαγγελίδης. Εκδ. “Καστανιώτη”, σελ. 262, € 18

“Αν πέθαινες, δεν θα ζούσε πια κανείς να με θυμάται όπως μόνο εσύ μπορείς να το κάνεις”, είπε ο Όκι.
“Αν πέθαινε αυτός που αγαπάω, δεν θ' άντεχα να ζω εγώ και να τον θυμάμαι”, η Οτόκο.
Επέζησαν, τελικά, και οι δυο. Στο μυθιστόρημα του μεγάλου Ιάπωνα Γιασουνάρι Καουμπάτα “Ομορφιά και Θλίψη”. Ενός πάθους αλλόκοτου όπως αλλόκοτη μας φαίνεται η σχέση της ιαπωνικής κουλτούρας με έρωτα και θάνατο, κατά συνέπεια και με την μυστική τελετουργία ζωής.
Στην ιστορία όλα αρχίζουν ανάποδα, σχεδόν από το τέλος, αλλά από την αρχή μιας χρονιάς. Ο μεσήλιξ ήδη διάσημος συγγραφέας Όκι αποφασίζει να επιστρέψει στο Κιότι για να ακούσει με μια παλιά του αγαπημένη τις καμπάνες της Πρωτοχρονιάς. Κι ηθελημένα ή αθέλητα, κάνει απολογισμό ζωής: για ένα παιδί που ποτέ δεν γεννήθηκε, για έναν έρωτα που θα μπορούσε ν' ανθίσει στη σκιά, για τη ζωή που δεν έζησε, για τον ήρεμο γάμο του, για τη μετέπειτα μοναχική πορεία- επιβίωσης της Οτόκο μέσα από τη ζωγραφική.
Η Οτόκο θα τον εκπλήξει, επιλέγοντας να φέρει μαζί της και την Κέικο, μαθήτριά της – είπαμε, στο μεταξύ ήδη γνωστή ζωγράφος- και το ιδανικό συμπλήρωμά της. Η νεότης που παρήλθε, παραμερίζοντας στη σαγήνη του χρόνου. Κι οι δυο μαζί, θα αποτελέσουν για τον ευτυχή ή δυστυχή τελικά Όκι, την ιδανική γυναίκα, την τέλεια Ομορφιά.
Διότι “Τα χρόνια περνούσαν και μόνο η μυθιστορηματική ηρωίδα του “Δεκαεξάχρονου κοριτσιού” παρέμεινε αναλλοίωτη”. “Το έργο είχε φύγει από τον συγγραφέα και ζούσε τη δική του ζωή”. Κι ο Όκι το γνώριζε, φλεγόταν από περιέργεια; μεταχρονολογημένη μεταμέλεια; επέστρεψε και όφειλε να πληρώσει το τίμημα της επιστροφής. Επειδή “Η δεκαεπτάχρονη Οτόκο είχε γίνει σαράντα”, αλλά ο Όκι μέσα της παρέμενε αμετακίνητος, σαν χρόνος που λίμναζε στα χρώματα. “Για έναν ζωγράφο είναι αυτονόητο ότι μια νεκρή φύση ή ένα τοπίο, αλλά και κάθε είδους δημιουργία του, δεν είναι παρά το πορτρέτο της ίδιας του της καρδιάς”.
Και κατ' αυτό τον τρόπο- έχοντας δηλαδή τους ήρωές τους δημιουργούς, συγγραφέας ο Όκι, ζωγράφος η Οτόκο αλλά και η Κέικο, ανατέμνει της τέχνης τη μυστική ζωή. Το παράλληλο σύμπαν που, ενίοτε, μας υπερβαίνει σε χρόνο, πάθος, ζωή.
Αλλά ανατέμνει και αυτή καθ' εαυτή ναρκισσιστική φύση του Έρωτα, τον εαυτό μας που αναζητάμε να αγαπήσουμε μέσα απ' τα μάτια του άλλου. Και έτσι, περιπλέκοντας τα πράγματα, εν τέλει, τον ερωτικό γρίφο μας κάνει πιο απτό.
Το αποτέλεσμα, μια ιστορία πάθους με εραστές και ερωμένες που εναλλάσσονται στον βασικό ρόλο και με τον θάνατο ως αντίπαλο δέος, είτε ακολουθεί, είτε έπεται, να καραδοκεί.
Η ατμόσφαιρα σαγήνης, το μεγάλο προσόν όχι μόνο του Καουαμπάτα αλλά γενικότερα των Ιαπώνων συγγραφέων, και η αντιφατικότητα των ηρώων, για εκείνον τον ενδιαφέροντα λαό, εντέλει, σχεδόν φυσική.
Ένα βιβλίο που εμπεριέχει όλο το μεγαλείο του δημιουργού του, το πάθος του για τη γραφή, τη μοναξιά, τον έρωτα για τον θάνατο που τον ακολουθεί.
Ας μη ξεχνάμε ότι το μεταθανάτιο βουδιστικό του όνομα σε μια πρόχειρη απόδοση είναι κάτι σαν “ένας καθρέφτης λογοτεχνίας σ' ένα μοναχικό βουνό”.

ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ-
ΠΟΙΟΣ ΕΙΝΑΙ:
Ο Γιασουνάρι Καουαμπάτα γεννήθηκε στις 14 Ιουνίου 1899 στην Οσάκα της Ιαπωνίας.
Ορφανός από μικρός πηγαίνει να ζήσει σε συγγενείς εκ μητρός και μπαίνει εσωτερικός σε σχολείο μέχρι την αποφοίτηση.
Σπουδάζει στο Αυτοκρατορικό Πανεπιστήμιο του Τόκιο, (τμήμα Αγγλικής Φιλολογίας). Κατά την διάρκεια των σπουδών μεταπηδά στο τμήμα Ιαπωνικής Φιλολογίας, επανεκδίδει το πανεπιστημιακό περιοδικό “Νέα Γραμμή” όπου και δημοσιεύει την πρώτη του ιστορία “Σκηνή από μια συνεδρία” και κατόπιν το λογοτεχνικό περιοδικό “Η εποχή της τέχνης”.
Το 1926 εκδίδεται “Η χορεύτρια του Ίζου”, έργο που τον κάνει αμέσως γνωστό.
Ακολουθούν: “Η πορφυρή συμμορία της Ασάκουσα”, “Η χώρα του χιονού”,, “Χίλιοι γερανοί”, “ Ο δάσκαλος του Γκο”, “Ο ήχος του βουνού”, “Η λίμνη”, “Οι κοιμισμένες καλλονές”, “Η παλιά πρωτεύουσα”, “Ομορφιά και θλίψη”, “Ένας βραχίονας”...
Το 1961 η Ιαπωνική κυβέρνηση τον τιμά με την υψηλότερη διάκριση, το Μετάλλιο του Πολιτισμού.
Το 1968 γίνεται ο πρώτος Ιάπωνας στον οποίο απονέμεται το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας.
Το 1972, στις έξι το απόγευμα της 16ης Απριλίου (και μετά την τελετουργική αυτοκτονία του Γιούκιο Μισίμα, το 1970, ο θάνατος του οποίου τον συγκλόνισε), ο Γιασουνάρι Καουαμπάτα αυτοκτονεί με γκάζι στο γραφείο του χωρίς να αφήσει κανένα επιθανάτιο σημείωμα.

Το κείμενο δημοσιεύθηκε στο Έθνος της Κυριακής (alef- ελένη γκίκα)

ΥΓ. “Τα χρόνια περνούσαν και μόνο η μυθιστορηματική ηρωίδα του... παρέμεινε αναλλοίωτη”.
Και ίσως γι' αυτό και να γράφουμε. Οι ήρωες θα είναι πάντοτε εκεί. Νέοι. Κι αθάνατοι. Και οι καταστάσεις. Και τα αισθήματα. Και οι αγάπες, βέβαια, πως αλλιώς...

21/10/09

“όπως είπε ο Νίτσε, η ύψιστη σοφία είναι να μη φοβάσαι” κι “όπως έγραψε ο Κόνραντ, ο αληθινός τρόμος αγγίζει μόνο τη φαντασία των ανθρώπων”.

ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΚΡΙΣΗ

“Μετά τον σεισμό” λέγεται το βιβλίο αλλά δεν ξέρω γιατί συνέχεια διάβαζα “μετά την κρίση”. Άρτι αφιχθέν και από αγαπημένο. Χαρούκι Μουρακάμι και τώρα που το σκέφτομαι “μετά την κρίση” θα μπορούσαν να λέγονται όλα του τα βιβλία.
“Το κουρδιστό πουλί” γιατί ο ήρωας αρχίζει να “βλέπει” όταν θα χάσει τη δουλειά του, τη γάτα και τη γυναίκα του. Το “Νορβηγικό δάσος” επειδή ο φοιτητής θα την θυμηθεί όταν θα είναι πεθαμένη. Το “Σπούτνικ αγαπημένη” επειδή η ηρωίδα χάνεται, σαν γιαπωνέζικο “η Αλίκη στις πόλεις”. Στο καινούργιο που κυκλοφόρησε (“Ωκεανίδα”), όλα είναι σαφή ήδη απ' τον τίτλο: “Μετά τον σεισμό”, έξι ιστορίες με κεντρικό άξονα τη βιβλική καταστροφή απ' τον μεγάλο σεισμό στο Κόμπε. Μένουν, δεν μένουν στο Κόμπε, χάνουν, δε χάνουν δικούς τους!
Όλα ξεκίνησαν ξαφνικά, εκεί που η οικονομία άνθιζε κι ο κόσμος είχε περισσότερα χρήματα απ' όσα μπορούσε να ξοδέψει. Στα καλά- καθούμενα δε μας χτυπά “το κακό”; Η γυναίκα του Κομούρα στο πρώτο διήγημα (“Ούφο στο Κουσίρο” ) έβλεπε τηλεόραση βυθισμένη στα μαξιλάρια. Στην οθόνη, ολόκληρα εμπορικά τετράγωνα στις φλόγες, σιδηροδρομικές γραμμές και λεωφόροι κομμένες στα δύο, αρκούν, στα καλά- καθούμενα για να εγκαταλείψει τον άνδρα της. Στο “Τοπίο με σίδερο ρούχων”, ένας ζωγράφος παίρνει των ομματιών του για ν' ανάβει φωτιές στις παραλίες. Στο “Όλα τα παιδιά του θεού μπορούν να χορέψουν” ο Γιοσίγια, παιδί αγνώστου πατρός μπορεί ως συμπαντικό παιδί να χορέψει. Στην “Ταυλάνδη” μια γιατρός θα αφήσει επιτέλους “την-πέτρα” που στοιχειώνει τη ζωή της. Στο “Σούπερ Βάτραχος σώζει το Τόκιο”, βάτραχος σώζει την Πόλη.
Όπως θα σώσει ο σεισμός την ελευθερία τους. Ανοίγοντας ρωγμές, μαζί με αγνοημένες λεωφόρους. Επειδή c'est la vie και σ' όποιον αρέσει! Κι αρέσει! Γιατί ό,τι επιλέγει κανείς του αρέσει. Αλλά για να επιλέξει θα χρειαστεί να φύγει απ' τα πόδια του η εκ-του-ασφαλούς-δεδομένη-κι-αυτονόητη-επιλογή-του.
Διαπίστωση: Δεν υπάρχει δύσκολο κι εύκολο. Υπάρχει μονάχα-αυτό-που-επιθυμώ-με-τον-πιο-βαθύ-εαυτό-μου.
“Μετά την κρίση” διάβαζα όπου ο Μουρακάμι “μετά τον σεισμό” έγραφε, και αναλογιζόμουν μ' ελπίδα το χαμένο μας μονοπάτι. Ο,τι αξίζει, θα διασωθεί. Τα περιττά, μπελάς και ομίχλη. Εξάλλου “όπως είπε ο Νίτσε, η ύψιστη σοφία είναι να μη φοβάσαι” κι “όπως έγραψε ο Κόνραντ, ο αληθινός τρόμος αγγίζει μόνο τη φαντασία των ανθρώπων”.

19/10/09

“... επειδή μου φαίνεται ότι χορεύουμε εμείς οι δυο στο σκοτάδι”

Ρέκβιεμ για “τα παιδιά του μεσονυχτίου”

“Ο ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΚΥΚΝΟΣ” του Στέφανου Δάνδολου, Εκδ. “Καστανιώτη”, σελ. 243, € 16

“Πολλά καλοκαίρια κύλησαν από τότε και η μοναξιά δεν έπαψε ποτέ να είναι αβάσταχτα τρομερή. Τα ταίρια για κάποιους ήρθαν κι έφυγαν, για άλλους δεν έφτασαν καν, μα όσο καλά φυλαγμένο κι αν έμεινε τα επόμενα χρόνια εκείνο το ημερολόγιο, μόνο ένας δε γέρασε. Όλοι οι υπόλοιποι μεγαλώσαμε και φθαρήκαμε, καταδικασμένοι απ' το είδος της μοναξιάς που μας άξιζε”.
Θα μπορούσε να θεωρηθεί η ιστορία μιας παρέας ή το χρονικό της εφηβείας το καινούργιο μυθιστόρημα του Στέφανου Δάνδολου “Ο τελευταίος κύκνος”, εάν δεν ήταν κάτι πολύ περισσότερο: η αλυσίδα ζωής που στήνεται από αλήθειες και ψέματα, και μας αλλάζει τα φώτα στο παρόν, αλλά και το πεπρωμένο.
Ξεκινούν όλα μεταχρονολογημένα, σε μια συνάντηση παλιών συμμαθητών. Ο αφηγητής, “το φτερό”, για το οποίο μόλις μετά το ένα τρίτο της ιστορίας μαθαίνουμε τελικά ότι είναι η Ιόλη, δηλαδή, το φύλο, επιστρέφει και αποπειράται να αφηγηθεί. Για εκείνα “τα παιδιά του μεσονυχτίου”. Για “εκείνη τη θολή ύπαρξη που την αποκαλούσαν Φτερό”, για “τη Σου που έκλεινε τα δεκάξι” αναστατώνοντας τους πάντες, για τη “Μάγκυ την κολλητή της” και για τον Σμαρ που “απέπνεε την αύρα ενός σκοτεινού πρίγκιπα”, πριν τους χωρίσει “ο Μεγάλος Θυμός”.
Για την αφήγηση θα χρησιμοποιήσει όλα τα είδη, θα εισχωρήσει σε όλους τους χρόνους, θα αποδώσει σε όλα βαρύτητα σαν σε ψυχαναλυτικό ντιβάνι.
Την ιστορία, παρ' ότι νομίζουμε ότι την ξέρουμε καλά από την αρχή, φτάνοντας στο τέλος της θα συνειδητοποιήσουμε ότι δεν την είχαμε καν φανταστεί, όπως κανένας δεν μπορεί να φανταστεί την άβυσσο της ψυχής του ή το αίνιγμα του άλλου.
Στο μεταξύ, θα δούμε “τα παιδιά του Μεσονυχτίου” να ξεκινούν φίλοι, χαρούμενοι, αγαπημένοι, κολλητοί, να τα φτιάχνουν και να τα χαλούν. Μέσα από μουσική ροκ που συμβαδίζει με διαθέσεις και σχεδόν τους καθορίζει. Η Σου, εξάλλου, η πέτρα του σκανδάλου και βασική πρωταγωνίστρια, ορκίζεται επάνω σε ένα τραγούδι! Κι όταν πατά τον όρκο της, πεθαίνει ο δημιουργός του τραγουδιού!
Αλλ' όλοι με τον τρόπο τους, καταπατούν “όρκους”, προδίδουν ακόμα και οι πλέον προδομένοι. Κι απ' ότι καταμετρούμε στο φινάλε, αυτοί είναι που έχουν προδώσει το πιο πολύ.
Τα ζητήματα, ασήμαντα, ιδωμένα εκ των υστέρων: έρωτες που σηματοδοτούν όμως μια ζωή (στην εφηβεία ερωτευόμαστε με τον πλέον απόλυτο τρόπο), φιλίες που βαδίζουν στο όριο, εικόνα αντιφατική σε σχέση με τον βαθύ εαυτό και παρανοήσεις που λύνονται αργά, πολύ αργά, πάντοτε εκ των υστέρων.
Στο μεταξύ, οι δυο κολλητές θα έχουν σφαχτεί, η Σου θα πατήσει τον όρκο της και θα τα φτιάξει με τον φίλο της φίλης, ο Σμαρ (Σμαραγδόπουλος) αφού αγωνιά εις μάτην για το διαζύγιο των γονιών του, όταν πια ησυχάζει, τους χάνει. Και μετά, χάνει τα πάντα, την ίδια του τη ζωή.
Τους ξανασυναντάμε (όσους επέζησαν, ή εκείνους με τις λιγότερες λαβωματιές), δέκα χρόνια μετά και δεκαπέντε.
Προσπαθώντας να λύσουν τον γρίφο του Ιανουαρίου του 1986 που τους κομπόδεσε τη ζωή, και το Φτερό, η Ιόλη, με παρρησία αφηγούμενη θα προσπαθήσει να τους χαρίσει την χαμένη τους αθωότητα, εφηβεία.
Επιστρατεύοντας ημερολόγια παλιά αλλά και συγγραφικές απόπειρες, αναφερόμενη άλλοτε μέσα από θεατρικούς διαλόγους, άλλοτε μέσα από λεπτομερείς ημερολογιακές σελίδες, τριτοπρόσωπα και πρωτοπρόσωπα, αγγίζοντας σχεδόν τα πάντα: φόβους, αγάπες, διλήμματα, επιθυμίες, ζήλια, ψευδαισθήσεις, λανθασμένες διαπιστώσεις, εφιάλτες και όνειρα, εικασίες και διευκρινιστικές εξηγήσεις στο έλεος του τέλους.
Στα ευφυή συγγραφικά ευρήματα, το φύλο του φτερού, η προσωπικότητα της Σου, η μεγάλη ανατροπή της Μάγκυ, η συνομιλία ζωής και ροκ στίχων, η εποχή που περνά καθοριστικά κι απαλά, σαν ομίχλη.
Ένα σκληρό, αινιγματικό και αποκαλυπτικό τελικά βιβλίο για την ερωτισμό που αποκτά υπαρξιακές προεκτάσεις (φοβούμαι όχι μονάχα στην εφηβεία) και για την ακαμψία και ενίοτε αναλγησία των νέων παιδιών, οι έφηβοι μέσα στην απολυτότητά τους, τελικά, πολλές φορές γίνονται ανελέητοι (καθόλου τυχαίες οι τόσες πολλές αυτοκτονίες).
Με χαρακτήρες αναγνωρίσιμους αν και ακραίους εν πολλοίς, και τον Φιλ Λάινοτ και το “The boys are back in town” να τους διαπερνά, ακολουθώντας τη μοίρα τους, σχεδόν να την καθορίζει. Γιατί ακόμα και ένα τραγούδι, μπορεί να... πεθάνει, καμία φορά! Και τότε δεν απομένει τίποτα για να “μπορούμε να πνίξουμε κάθε σκέψη που μας σκοτώνει”.

ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ-
ΠΟΙΟΣ ΕΙΝΑΙ:
Γεννήθηκε το 1970 στην Αθήνα.
Έκανε την πρώτη του εμφάνιση στη λογοτεχνία το 1996 με το μυθιστόρημα “Υπνοβάτες του Σεπτέμβρη”.
Ακολούθησαν τα μυθιστορήματα
“Ο περίγελος των αγίων” (1997),
“Και φόρεσαν χειροπέδες στα πουλιά” (2000),
“Νάρκισσοι και Κανίβαλοι” (2002),
“Νέρων- Εγώ, ένας θεός” (2004),
“Το αγόρι στην αποβάθρα” (2007),
καθώς και η συλλογή από νουβέλες και διηγήματα “Αγάπη σε δυο σταγόνες όνειρο” (1999).
Η μυθιστορηματική βιογραφία “Νέρων- Εγώ, ένας θεός”, μεταφράστηκε και κυκλοφόρησε το 2006 στην Ιταλία από τις εκδόσεις E/O.
Διηγήματά του έχουν συμπεριληφθεί σε ανθολογίες και λογοτεχνικές επιθεωρήσεις του εξωτερικού, ενώ το 2008 εκπροσώπησε την Ελλάδα στο Young Writers' World Festival, που πραγματοποιήθηκε στη Σεούλ.
Τον Μάιο του 2009 του απονεμήθηκε το Βραβείο Μπότση για το συγγραφικό του έργο, παρουσία του Προέδρου της Δημοκρατίας.

15/10/09

“Όποιος έχει βγει έξω απ' τον εαυτό του, τίποτε δε σιχαίνεται περισσότερο, παρά να ξαναγυρίσει εκεί όπου βρισκόταν”.

“ΘΑΝΑΤΟΣ ΣΤΗ ΒΕΝΕΤΙΑ” του Τόμας Μανν. Μετάφραση: Μαρία Κωνσταντινίδη. Εκδ. “Ίνδικτος”, σελ. 176, € 8.95

Γράφτηκε το 1912 και γνώρισε τεράστια επιτυχία. Μπορεί το αριστούργημα του Τόμας Μανν να παραμένει “Το μαγικό βουνό” και η ωραιότερη ίσως νουβέλα ο “Τόνιο Κραίγκερ” αλλά και λόγω Βισκόντι και κινηματογραφικής μεταφοράς το “Θάνατος στη Βενετία” παραμένει το πιο διάσημό του βιβλίο.
Με έναν Γουστάβο Άσσενμπαχ ή Φον Άσσενμπαχ σχεδόν πια εμβληματικό να συμβολίζει για πάντα τον απόλυτα πνευματικό και “συγκρατημένο” δημιουργό που υποτάσσεται μέχρι θανάτου στην απόλυτη ομορφιά, επιλέγοντας να βγει “εκτός εαυτού” σε μια πανέμορφη επικίνδυνη πόλη. Αλλά “όποιος όμως, έχει βγει έξω απ' τον εαυτό του, τίποτε δε σιχαίνεται περισσότερο, παρά να ξαναγυρίσει εκεί όπου βρισκόταν”.
Άλλωστε “τί μπορούσαν να του χαρίσουν η τέχνη και η αρετή, μπροστά στην ανομολόγητη ευτυχία που του υποσχόταν το χάος;”
Κι όμως, η ευνοούμενη λέξη του μέχρι πρότινος ήταν “συγκρατήσου”. Αλλά πάντοτε παρέμενε “ο ποιητής όλων εκείνων που λυγίζουν”, “που είναι κιόλας τσακισμένοι και στέκουν ωστόσο ορθοί”.
Θα μπορούσε να μείνει στο τακτικό του σπίτι στην Πρίντσεγκεντεστράσσε στο Μόναχο, στην τακτοποιημένη ζωή του. Ωστόσο αποφασίζει να εκτεθεί στο Νότο, να κάνει το μοιραίο, τελικά, ταξίδι στη Βενετία.
“Ήταν λαχτάρα για ταξίδι και τίποτ' άλλο. Και πραγματικά η επιθυμία τούτη τον εκυρίεψε σαν παροξυσμός και σε τέτοιο παθολογικό βαθμό, που έφτανε ίσαμε την αλλοφροσύνη”.
Εξάλλου, παρά το “συγκρατήσου” ο Άσσενμπαχ γνώριζε καλά ότι “σχεδόν κάθε μεγάλο που υπάρχει, το χρωστά σ' ένα “παρά τούτο”, σε μια πρόκληση ενάντια στα βάσανα και τις έγνοιες, τη φτώχεια, την εγκατάλειψη, τη σωματική αδυναμία, τα ελαττώματα, τα πάθη, τις χιλιάδες τα εμπόδια”.
Κι εκείνο το ταξίδι στο Νότο δεν ήταν παρά το δικό του “παρά τούτο”: στη σύνεση, στο “συγκρατήσου”, σε μια απολύτως αποστειρωμένη ζωή.
Αγαπούσε τόσο τη θάλασσα, ίσως “γιατί η λατρεία αυτού του στοιχείου, του ήταν απαγορευμένη”. “Επειδή δε συμβιβαζόταν με την αφοσίωση στη δουλειά του παρά τον αποπλανούσε να τραβήξει στο αδέσμευτο, το άμετρο, το αιώνιο , το άσκοπο”. Κι “η Βενετία ήταν μια εταίρα που ήξερε να σαγηνεύει”. “Η πόλη του παραμυθιού και της απάτης για τους ξένους”.
Εκεί “η φωνή του γονδολιέρη, πότε σαν απειλή και πότε σαν χαιρετισμός”, θα συνενώσει τα αντίθετα: την Ομορφιά και το απόλυτο Τίποτα, τον Έρωτα και το Τέλος. Την θανάσιμή του αιχμαλωσία με την μορφή του πανέμορφου έφηβου Τάτζιο και την αρρώστια που κυκλώνει την πόλη. Αλλ' ούτε απ' το ένα ούτε απ' το άλλο επιθυμεί να ξεφύγει “γιατί το πάθος είναι η εξύψωσή μας και ο έρωτας ο πόθος της ψυχής”, “αυτή είναι η απόλαυση και η ντροπή μας”.
Ένα ατμοσφαιρικό, αλληγορικό, αριστούργημα για την δημιουργία και για την Ομορφιά, για το Απόλυτο και την αιώνια Πόλη, για τον Έρωτα και τον Θάνατο. Για την Δημιουργία που είναι εκεί, “γράφει” και “γράφεται” με τίμημα την ίδια μας τη ζωή. Επανεκδίδεται σχεδόν κάθε χρόνο επιτυχώς από το 1998 κι απ' τις εκδόσεις “Ίνδικτος”.

ΥΓ. Θα τα πάμε ένα – ένα, ναι? Ένα... καινούργιο κι ένα παλιό- ολοκαίνουργιο με τη καινούργια ψυχή μας! Ξαναδιαβάζοντας βιβλία αγαπημένα συνειδητοποιούμε και “πόσο-άλλαξα”. Κι εξάλλου, όλα αλλάζουν, φίλοι, αγάπες, καταστάσεις, η προσωπογεωγραφία των ρυτίδων, το πρόσωπο της ευτυχίας, ο χωροχρόνος και ένα βιβλίο μέσα σ' αυτόν αλλάζει, γίνεται άλλο. Όσο άλλος γινόμαστε 'η γίναμε κι εμείς.
Εξάλλου γίναμε πια όλοι μας αναγνώστες με... ξύλινα πόδια! Διαβάζουμε Ζυράννα αλλά δεν έχουμε διαβάσει Ντίκινσον, Γουλφ ή Ντυράς, γνωρίζουμε τον Ντοστογιέφσκι, αλλ' ούτε “Ηλίθιος” (κι αυτό είναι το “Έγκλημα και τιμωρία” μας να) μιλάμε για τον Προυστ λες κι είναι πρωτοξάδελφός μας αλλά ούτε που έχουμε αντικρίσει ποτέ εκείνο το εμβληματικό έρμο (και που το πιπιλάμε συνέχεια) “Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο”. Εδώ θα μου πείτε ο... Μπόρχες έγινε ευπώλητος! Αλλά εντάξει, νέα ήθη, πώς να το κάνεις. Πάρε το, ρε παιδί μου, κι αχρείαστο να 'ναι! Εξάλλου η βιβλιοθήκη μας είμαστε εμείς (όπως κι η δισκοθήκη μας, η βιντεοθήκη μας, οι φίλοι μας, το σπίτι μας, η ζωή μας, οι έρωτές μας κι ο... θάνατός μας), ε πού ξέρεις μπορεί κάποια μέρα... να μας πιάσει λαχτάρα για ό,τι αξίζει, για ό,τι κρατά. Για ό,τι επιμένει στον Χρόνο που όλα τα εξαφανίζει. Μπορεί αν υπάρξει χρόνος (και κέφια) να αναφερθούμε και στα αξίζει-να-τα-διαβάζω για να μη γίνω κι εγώ αναγνώστης με... ξύλινα πόδια.
Ωραίο Φθινόπωρο, ε?-