Ελένη Γκίκα "Πλήθος είμαι"
Μυθιστόρημα
Εκδόσεις Άγκυρα
Από τον Μάνο Κοντολέων
Μονάχα όσοι από εμάς έχουμε τη λογοτεχνία ως τρόπο ζωής, μονάχα εμείς μπορούμε να κατανοήσουμε απόλυτα αυτό που το τελευταίο μυθιστόρημα της Ελένης Γκίκα θέλει να τονίσει.
Γιατί το "Πλήθος είμαι" μπορεί άνετα να το διαβάσει κανείς ως ένα ενδιαφέρον και ιδιαιτέρως αισθαντικό μυθιστόρημα, μπορεί να το χαρεί ως ένα βαθιά υπαρξιακό κείμενο, μπορεί να φύγει μαζί του σε χώρους όπου ο έρωτας προσπαθεί να ταυτίσει το 'εγώ' με το 'εσύ'... Όλα αυτά ο αναγνώστης του έργου μπορεί να τα βρει, όπως βέβαια και να αναγνωρίσει την απόλυτη λογοτεχνική του ταυτότητα.
Αλλά υπάρχει κάτι ακόμα -αυτό το κάτι που κατά τη γνώμη μου έκανε τη συγγραφέα να δομίσει με τέτοιο τρόπο το υλικό αφήγησής της. Κι αυτό το κάτι μόνο όσοι έχουν τη λογοτεχνία ως τρόπο ζωής μπορούν να το χαρούνε.
Το έργο αποτελείται στην ουσία από δυο είδη αφηγηματικού λόγου. Στο ένα παρουσιάζεται η ζωή, οι σκέψεις, τα συναισθήματα της ηρωίδας -είναι το κύριο μυθιστορηματικό μέρος. Το άλλο αποτελείται από κριτικές προσεγγίσεις διαφόρων βιβλίων. Είναι τα βιβλία που η ηρωίδα διαβάζει.
Όσο κι αν φαίνεται παράξενο, η Ελένη Γκίκα αυτές τις κριτικές -ίσως θα ήταν πιο σωστό να τις ανέφερα ως αναγνωστικές- προσεγγίσεις τις μετατρέπει σε στοιχεία της μυθιστορηματικής πλοκής.
Αυτά που διαβάζει η ηρωίδα τη βοηθούν να κατανοήσει τα όσα της συμβαίνουν.
Ή μήπως -και εδώ είναι που οι λάτρεις της λογοτεχνίας χειροκροτούν το συγγραφικό εύρημα- αυτά που διαβάζει είναι και εκείνα που θα καθορίσουν τα όσα θα ζήσει;
Με άλλα λόγια μια αμφίδρομη σχέση ζωής και τέχνης μας παρουσιάζει η Ελένη Γκίκα.
Το έχει κάνει κατά κάποιο τρόπο και σε προηγούμενα έργα της. Μόνο που τώρα αυτή τη συγγραφική της (ίσως και υπαρξιακή της) θέση της υλοποιεί με μαεστρία βιρτουόζου και λεπτομέρεια χειρούργου.
Οι επιλογές των έργων που πάνω τους θα στηριχτεί η ερμηνεία των πράξεων της ηρωίδας ή η εξέληξη των γεγονότων που θα ζήσει (όπως θέλει κανείς ας το δει) δεν ακολουθούν κάποιο κανόνα -δεν είναι όλα τους έργα σύγχρονα, μήτε όλα κλασικά, μήτε όλα ελλήνων συγγραφέων. Κυρίως δεν έιναι όλα της ίδιας λογοτεχνικής αξίας. Αλλά ακριβώς έτσι έπρεπε να ήταν. Γιατί ο μεγάλος λάτρης της λογοτεχνίας, αυτός που την κάνει στάση και τρόπο ζωής, δεν καθορίζει τις επιλογές του σύμφωνα με ψυχρά κριτικά κριτήρια, αλλά με γνώμονα τις εκάστοτε διαθέσεις του, τις ψυχολογικές του καταστάσεις, τα προσωπικά του βιώματα.
Έργο ασυνήθιστο, χαμηλών τόνων και έντονων σιωπών.
Η Ελένη Γκίκα είναι πεζογράφος, ποιήτρια και δημοσιογράφος.
Τη λογοτεχνική γραφή της τη χαρακτηρίζει μια ιδιαίτερα αισθαντική χρήση των λέξεων, ενώ τα συναισθήματα των ηρώων της συχνά αγγίζουν τα όρια του υποσεινήδητου. Παράλληλα με τη λογοτεχνία εξασκεί και την κριτική, έχοντας την ευθύνη του ειδικού ένθετου της εφημερίδας 'Εθνος".
Με την ιδιότητα της υπεύθυνης της λογοτεχνικής σειράς των Εκδόσεων Άγκυρα, έχει δόσει τη δυνατότητα σε πολλούς νέους έλληνες συγγραφείς να δουν δημοσιευμένο το έργο τους.
Υγ. Το μεσημέρι Σαββάτου πίναμε ρακή όταν μου το είπε. Δεν το είχα πάρει είδηση. Τον Μάνο Κοντολέων (ναι, άκλητος!) θα τον θεωρούσα μέγιστο συγγραφέα και μόνο με την "Ιστορία Ευνούχου", ήταν διαβρωτική καθώς καταλαβαίνετε η παρατήρηση. Ζωή ζώσα και χάρτινη, ένα! Δεν έχω λόγια να τον ευχαριστήσω' πρωτίστως για το ξάφνιασμα. Το ίδιο ακριβώς συζητήσαμε με την Βίκυ Σάββατο μούχρωμα στη Λίμνη Μαραθώνα. Για την ζωή που την αισθάνομαι με γράμματα. Φωνήεντα, σύμφωνα... Γι' αυτά τα σημαδάκια, μπορώ να αντέξω τα πάντα. Κι οι αναγνώσεις μου, ναι Μάνο, περιστατικά ζωής, ηδονικά, οδυνηρά... οι συγγραφείς, η ιδιότυπη οικογένειά μου! Το μόνο που δεν καλοξέρω είναι αν αυτό το επέλεξα, μου επιβλήθηκε ή έτσι γεννήθηκα... Αλλά σε τούτο το ερώτημα όποιος το απαντήσει, μάλλον, καίγεται!
Ευχαριστώ, Μάνο!
11/10/09
8/10/09
“Το ανεκπλήρωτο παραμένει αναπόδραστο” αλλά και η ελευθερία να είμαστε και ό,τι δεν κάναμε...
“ΚΑΦΕ ΚΛΕΜΕΝΤΕ” της Πέρσας Κουμούτση, Εκδ. “Ψυχογιός”, σελ. 336, e 16.60
“Πώς να εγκαταλείψω αυτή την πόλη, /χωρίς ούτε μια πληγή/ στην καρδιά και στην ψυχή...” (“Δυτικά του Νείλου”, Εκδ. “Ψυχογιός”, 2008).
Ποτέ της δεν εγκατέλειψε αυτή την Πόλη, διότι για κείνη δεν υπήρξε απλώς γενέθλια γη αλλά και το κλειδί: για να κατανοήσει τα ακατανόητα, ν' ανοίξει τις θαυματουργικά ιαματική πόρτα της λογοτεχνίας, ν' αντιληφθεί τα ομιχλώδη ιστορικά γυρίσματα, να διασώσει τον χωροχρόνο στο χαώδες εφήμερο, να έχει ήδη μια πρόγευση παράδεισου, ώστε να ξέρει...
Η Πέρσα Κουμούτση ήταν εκείνη που έκανε τον Ναγκίμπ Μαχφούζ γνωστό στη γλώσσα μας και μετάφρασε το Κοράνι. Στο πρώτο της μυθιστόρημα “Αλεξάνδρεια, στο δρόμο των ξένων”, η αφηγηματική της δεινότητα ήταν ήδη ορατή: ατμόσφαιρα, χαρακτήρες με σάρκα και αίμα, στην εποχή των ηρώων- καρτούν, ιστορικοπολιτικό πλαίσιο πασιφανές ακόμα και στα ερωτικά βήματα, στα διλήμματα, στις επιλογές, ακόμα και στο πιο παράδοξο πεπρωμένο.
Στο επόμενο που ακολούθησε “Τα χρόνια της νεότητός του, ο ηδονικός του βίος” όλη η λάμψη της παρακμής στην εποχή την μετά Καβάφη.
Στην Αίγυπτο του εξήντα και του Νάσερ, επανέρχεται πέρυσι με το μυθιστόρημα “Δυτικά του Νείλου”. Και χρησιμοποιώντας ως όχημα μια ερωτική ιστορία, ανατέμνει το κοινωνικό και ταξικό χάσμα, παρακολουθεί ως σχολαστικός εντομολόγος το γύρισμα της Ιστορίας. Και τη φουρτούνα που προξενεί στ' ανθρώπινα.
Στο τελευταίο της μυθιστόρημα η Πέρσα, πηγαίνει ακόμα πιο πέρα, μεταβάλλει τον χαμένο χρόνο σε τέχνη.
Και με τρόπο επιδέξιο, εγκιβωτίζει τη ζωή και την τέχνη. Έτσι που μια ζωή, να φαντάζει σαν ρόλος. Και το δράμα, σαν μια παράσταση που όλο θα παίζεται, ακόμα κι όταν η μνήμη φαίνεται κάπου να εγκαταλείπει στο δρόμο...
Θα μείνουν όμως πάντοτε τα χειρόγραφα να αναπλάθουν τη ζωή που δεν ξέχασε, διότι μπορεί να την διαβάζει (όπως την έπαιζε κάποτε) πάλι και πάλι.
“Το ανεκπλήρωτο παραμένει αναπόδραστο”, είναι το μότο που ορίζει τη ζωή της Ελισσάβετ στο “Καφέ Κλεμέντε”. Σε όλα τα πεδία. Όχι μονάχα σε εκείνο που πρωτοεπίπεδα εκδηλώνεται, το ερωτικό, αλλά και στα άλλα, όσον αφορά την Πόλη που μας ακολουθεί, τον Παράδεισο των παιδικών μας χρόνων, τον τέλειο ρόλο, την Τέχνη.
“Όποιος όμως, έχει βγει έξω απ' τον εαυτό του, τίποτα δε σιχαίνεται περισσότερο, παρά να ξαναγυρίσει εκεί όπου βρισκόταν”. Το είπε ο Άσσενμπαχ του Τόμας Μανν στο “Θάνατος στη Βενετία”. Το ζει η Ελισσάβετ στο Παρίσι, ξεριζωμένη οικειοθελώς απ' ό,τι τη στηρίζει: Το Καφέ Κλεμέντε που την ανάθρεψε, για να βρει καταφύγιο πια σε ένα παρισινό Καφέ Κλεμέντε. Τον άνδρα εκείνο που τη γεμίζει δύναμη και σιγουριά, για την ανομολόγητη ευτυχία του χάους ενός άλλου. Την Τέχνη της, διότι “Τί μπορούν να του χαρίσουν η τέχνη και η αρετή, μπροστά στην ανομολόγητη ευτυχία που του υποσχόταν το χάος;”
Και επειδή για όλους μας “Το πάθος είναι η εξύψωσή μας και ο έρωτας ο πόθος της ψυχής μας- αυτή είναι η απόλαυση και η ντροπή μας”. Ειδικά για τους “ποιητές της ζωής”, όπου δεν παίζουν απλώς, αλλά πρωταγωνιστούν οι ίδιοι στης ζωής τους το έργο.
Έτσι στο “Καφέ Κλεμέντε” η Ελισάβετ που είναι ηθοποιός, θα ξεκινήσει από την Αλεξάνδρεια μεσουρανώντας για να βασιλέψει στο Παρίσι, διχασμένη ανάμεσα σε δυο άντρες: τον ιδεαλιστή Αλέξανδρο που αξίζει την αγάπη της και που την αγαπά με αλήθεια, αλλά και τον ανάξιο Πιέρ, όμως ποιος από μας επιλέγει να αγαπήσει αυτόν που αξίζει; Κι αναζητώντας τον ρόλο της ζωής της και τον μεγάλο ρόλο, θα βρεθεί αντιμέτωπη με το Παρίσι κατά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και με την Ιστορία. Και το σενάριο της πια θα παιχτεί μόνον ιδιωτικά, η ναζιστική Γερμανία θα σαρώσει το Σύμπαν.
'Η Ιστορία, την μικρή της ιστορία, όπως και ο Χρόνος την ίδια της την ψυχή. Κτυπώντας εκεί όπου κατοικεί η Ταυτότητα, στη Μνήμη.
Αλλά, όπως ο γεννημένος συγγραφέας, “Σχεδόν κάθε μεγάλο που υπάρχει το χρωστά στο “παρά τούτο”, σε μια πρόκληση ενάντια στα βάσανα και τις έγνοιες, τη φτώχεια, την εγκατάλειψη, τη σωματική αδυναμία, τα ελαττώματα, τα πάθη, τις χιλιάδες τα εμπόδια”.
Σαν “παρά τούτο” λοιπόν, θα ανακαλύψει και η Ελισσάβετ εκείνο το σενάριο: το έργο που δεν έπαιξε και τη ζωή που ξέχασε. Για να αναπλάθει – και να αναπλάθεται εις το διηνεκές- εκείνος ο δικός της ερωτικός “ηρωισμός αδυναμίας”.
Επειδή “Αν μελετούσε κανείς όλα τούτα τα πεπρωμένα και τόσα άλλα παρόμοια, σίγουρα θα παραδεχόταν πως δεν υπάρχει άλλος ηρωισμός, απ' τον ηρωισμό της αδυναμίας”.
Κι όπως ο Άσσενμπαχ του Τόμας Μανν, έτσι και η Πέρσα γίνεται “ο ποιητής όλων εκείνων που λυγίζουν, που είναι κιόλας τσακισμένοι και στέκουν ωστόσο ορθοί”....
Και τέτοιοι είναι πολλοί και είναι οι ήρωες της κάθε εποχής...
Χρησιμοποιώντας μια γλώσσα υποδόρια και βαθιά, που τόσα λέει κι άλλα τόσα υπονοεί και σημαίνει, με χαρακτήρες αναγνωρίσιμους και αντιφατικούς, είμαστε όλοι φως και σκοτάδι, η συγγραφέας διασώζει και πάλι δυο πόλεις: την Αλεξάνδρεια και το Παρίσι μιας κομβικής και σημαντικής εποχής. Υπό τη δοκιμασία της βαριάς πατημασιάς, γερμανικής μπότας επί τω προκειμένω, της Ιστορίας. Και μεταπλάθει σε Τέχνη μέσα στην ίδια την ιστορία την Ιστορία, την Εποχή, έναν Έρωτα, τη Ζωή, για να αναψηλαφήσει λάθη και πάθη που αναπαράγονται στις ζωές των ανθρώπων, διότι σε ένα πεπερασμένο Σύμπαν κατά τον Πουανκαρέ, δεν γίνεται παρά να επαναλαμβάνονται οι οδυνηρές και ηδονικές σκηνές μέσα στον Χρόνο.
Το αποτέλεσμα, ένα ατμοσφαιρικό μυθιστόρημα που αντανακλά Εποχή, Χώρο και Χρόνο. Μια ιστορία για το ψευδαισθησιακό του έρωτα και για την μαγική αντανάκλαση ζωής και τέχνης. Σαν διπλό κάτοπτρο: βίος και ρόλος. Μια ελεγειακή ιστορία για τον Χαμένο Χρόνο.
ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ-
ΕΡΓΑ ΤΗΣ:
Η Πέρσα Κουμούτση γεννήθηκε στο Κάιρο της Αιγύπτου. Σπούδασε αγγλική και αραβική λογοτεχνία στο Αιγυπτιακό Πανεπιστήμιο του Καΐρου, και παρακολούθησε μαθήματα μετάφρασης και διερμηνείας στο Αμερικανικό Πανεπιστήμιο του Καΐρου (AUC).
Ήλθε στην Ελλάδα το 1983 και τα πρώτα χρόνια δίδαξε στη μέση και ανώτερη εκπαίδευση. Από το 1992 ασχολήθηκε επαγγελματικά με τη λογοτεχνική μετάφραση από τα αραβικά και τα αγγλικά. Έγινε ιδιαίτερα γνωστή μεταφράζοντας στα ελληνικά το μεγαλύτερο μέρος από το έργο του αιγύπτιου νομπελίστα Ναγκίμπ Μαχφούζ καθώς και έργα άλλων Αράβων συγγραφέων και αραβική ποίηση. Στο μεταφραστικό της έργο συγκαταλέγεται και η μετάφραση του Κορανίου ("Εμπειρία Εκδοτική", 2002).
Το 2001 τιμήθηκε για το σύνολο των μεταφράσεών της με το Διεθνές Βραβείο Κ. Π. Καβάφη, ενώ το 2006 το αιγυπτιακό κράτος της απένειμε τιμητικό μετάλλιο για τη συνεισφορά της στην προώθηση και προβολή της αιγυπτιακής λογοτεχνίας.
Πρωτότυπα έργα της είναι:
"Αλεξάνδρεια, στο δρόμο των ξένων" ("Εμπειρία Εκδοτική", μυθιστόρημα, 2003),
"Τα χρόνια της νεότητός του, ο ηδονικός του βίος" ("Εμπειρία Εκδοτική", μυθιστόρημα, 2004) και "Δυτικά του Νείλου" ("Ψυχογιός", μυθιστόρημα, 2006).
Από τις εκδόσεις “Ψυχογιός” κυκλοφόρησε πρόσφατα το καινούργιο της μυθιστόρημα: “Καφέ Κλεμέντε”.
ΥΓ. Το σκεφτόμουν ετοιμάζοντας το ποστ, δεν είμαστε μονάχα ό,τι επιλέγουμε αλλά και όσα δεν επιλέγουμε, όσα έχουμε το σθένος και τη δύναμη να μην πράξουμε (φτάνει να μη το κάνουμε από φόβο, δειλία, ακηδία). Εξάλλου, φοβούμαι (ή ελπίζω) ότι μάλλον τα “όχι” μας και όχι τα “ναι”, βαραίνουν περισσότερο σ' αυτή τη ζωή. (Μπορεί και να σφάλλω).
alef- ελένη γκίκα
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο Έθνος της Κυριακής.
“Πώς να εγκαταλείψω αυτή την πόλη, /χωρίς ούτε μια πληγή/ στην καρδιά και στην ψυχή...” (“Δυτικά του Νείλου”, Εκδ. “Ψυχογιός”, 2008).
Ποτέ της δεν εγκατέλειψε αυτή την Πόλη, διότι για κείνη δεν υπήρξε απλώς γενέθλια γη αλλά και το κλειδί: για να κατανοήσει τα ακατανόητα, ν' ανοίξει τις θαυματουργικά ιαματική πόρτα της λογοτεχνίας, ν' αντιληφθεί τα ομιχλώδη ιστορικά γυρίσματα, να διασώσει τον χωροχρόνο στο χαώδες εφήμερο, να έχει ήδη μια πρόγευση παράδεισου, ώστε να ξέρει...
Η Πέρσα Κουμούτση ήταν εκείνη που έκανε τον Ναγκίμπ Μαχφούζ γνωστό στη γλώσσα μας και μετάφρασε το Κοράνι. Στο πρώτο της μυθιστόρημα “Αλεξάνδρεια, στο δρόμο των ξένων”, η αφηγηματική της δεινότητα ήταν ήδη ορατή: ατμόσφαιρα, χαρακτήρες με σάρκα και αίμα, στην εποχή των ηρώων- καρτούν, ιστορικοπολιτικό πλαίσιο πασιφανές ακόμα και στα ερωτικά βήματα, στα διλήμματα, στις επιλογές, ακόμα και στο πιο παράδοξο πεπρωμένο.
Στο επόμενο που ακολούθησε “Τα χρόνια της νεότητός του, ο ηδονικός του βίος” όλη η λάμψη της παρακμής στην εποχή την μετά Καβάφη.
Στην Αίγυπτο του εξήντα και του Νάσερ, επανέρχεται πέρυσι με το μυθιστόρημα “Δυτικά του Νείλου”. Και χρησιμοποιώντας ως όχημα μια ερωτική ιστορία, ανατέμνει το κοινωνικό και ταξικό χάσμα, παρακολουθεί ως σχολαστικός εντομολόγος το γύρισμα της Ιστορίας. Και τη φουρτούνα που προξενεί στ' ανθρώπινα.
Στο τελευταίο της μυθιστόρημα η Πέρσα, πηγαίνει ακόμα πιο πέρα, μεταβάλλει τον χαμένο χρόνο σε τέχνη.
Και με τρόπο επιδέξιο, εγκιβωτίζει τη ζωή και την τέχνη. Έτσι που μια ζωή, να φαντάζει σαν ρόλος. Και το δράμα, σαν μια παράσταση που όλο θα παίζεται, ακόμα κι όταν η μνήμη φαίνεται κάπου να εγκαταλείπει στο δρόμο...
Θα μείνουν όμως πάντοτε τα χειρόγραφα να αναπλάθουν τη ζωή που δεν ξέχασε, διότι μπορεί να την διαβάζει (όπως την έπαιζε κάποτε) πάλι και πάλι.
“Το ανεκπλήρωτο παραμένει αναπόδραστο”, είναι το μότο που ορίζει τη ζωή της Ελισσάβετ στο “Καφέ Κλεμέντε”. Σε όλα τα πεδία. Όχι μονάχα σε εκείνο που πρωτοεπίπεδα εκδηλώνεται, το ερωτικό, αλλά και στα άλλα, όσον αφορά την Πόλη που μας ακολουθεί, τον Παράδεισο των παιδικών μας χρόνων, τον τέλειο ρόλο, την Τέχνη.
“Όποιος όμως, έχει βγει έξω απ' τον εαυτό του, τίποτα δε σιχαίνεται περισσότερο, παρά να ξαναγυρίσει εκεί όπου βρισκόταν”. Το είπε ο Άσσενμπαχ του Τόμας Μανν στο “Θάνατος στη Βενετία”. Το ζει η Ελισσάβετ στο Παρίσι, ξεριζωμένη οικειοθελώς απ' ό,τι τη στηρίζει: Το Καφέ Κλεμέντε που την ανάθρεψε, για να βρει καταφύγιο πια σε ένα παρισινό Καφέ Κλεμέντε. Τον άνδρα εκείνο που τη γεμίζει δύναμη και σιγουριά, για την ανομολόγητη ευτυχία του χάους ενός άλλου. Την Τέχνη της, διότι “Τί μπορούν να του χαρίσουν η τέχνη και η αρετή, μπροστά στην ανομολόγητη ευτυχία που του υποσχόταν το χάος;”
Και επειδή για όλους μας “Το πάθος είναι η εξύψωσή μας και ο έρωτας ο πόθος της ψυχής μας- αυτή είναι η απόλαυση και η ντροπή μας”. Ειδικά για τους “ποιητές της ζωής”, όπου δεν παίζουν απλώς, αλλά πρωταγωνιστούν οι ίδιοι στης ζωής τους το έργο.
Έτσι στο “Καφέ Κλεμέντε” η Ελισάβετ που είναι ηθοποιός, θα ξεκινήσει από την Αλεξάνδρεια μεσουρανώντας για να βασιλέψει στο Παρίσι, διχασμένη ανάμεσα σε δυο άντρες: τον ιδεαλιστή Αλέξανδρο που αξίζει την αγάπη της και που την αγαπά με αλήθεια, αλλά και τον ανάξιο Πιέρ, όμως ποιος από μας επιλέγει να αγαπήσει αυτόν που αξίζει; Κι αναζητώντας τον ρόλο της ζωής της και τον μεγάλο ρόλο, θα βρεθεί αντιμέτωπη με το Παρίσι κατά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και με την Ιστορία. Και το σενάριο της πια θα παιχτεί μόνον ιδιωτικά, η ναζιστική Γερμανία θα σαρώσει το Σύμπαν.
'Η Ιστορία, την μικρή της ιστορία, όπως και ο Χρόνος την ίδια της την ψυχή. Κτυπώντας εκεί όπου κατοικεί η Ταυτότητα, στη Μνήμη.
Αλλά, όπως ο γεννημένος συγγραφέας, “Σχεδόν κάθε μεγάλο που υπάρχει το χρωστά στο “παρά τούτο”, σε μια πρόκληση ενάντια στα βάσανα και τις έγνοιες, τη φτώχεια, την εγκατάλειψη, τη σωματική αδυναμία, τα ελαττώματα, τα πάθη, τις χιλιάδες τα εμπόδια”.
Σαν “παρά τούτο” λοιπόν, θα ανακαλύψει και η Ελισσάβετ εκείνο το σενάριο: το έργο που δεν έπαιξε και τη ζωή που ξέχασε. Για να αναπλάθει – και να αναπλάθεται εις το διηνεκές- εκείνος ο δικός της ερωτικός “ηρωισμός αδυναμίας”.
Επειδή “Αν μελετούσε κανείς όλα τούτα τα πεπρωμένα και τόσα άλλα παρόμοια, σίγουρα θα παραδεχόταν πως δεν υπάρχει άλλος ηρωισμός, απ' τον ηρωισμό της αδυναμίας”.
Κι όπως ο Άσσενμπαχ του Τόμας Μανν, έτσι και η Πέρσα γίνεται “ο ποιητής όλων εκείνων που λυγίζουν, που είναι κιόλας τσακισμένοι και στέκουν ωστόσο ορθοί”....
Και τέτοιοι είναι πολλοί και είναι οι ήρωες της κάθε εποχής...
Χρησιμοποιώντας μια γλώσσα υποδόρια και βαθιά, που τόσα λέει κι άλλα τόσα υπονοεί και σημαίνει, με χαρακτήρες αναγνωρίσιμους και αντιφατικούς, είμαστε όλοι φως και σκοτάδι, η συγγραφέας διασώζει και πάλι δυο πόλεις: την Αλεξάνδρεια και το Παρίσι μιας κομβικής και σημαντικής εποχής. Υπό τη δοκιμασία της βαριάς πατημασιάς, γερμανικής μπότας επί τω προκειμένω, της Ιστορίας. Και μεταπλάθει σε Τέχνη μέσα στην ίδια την ιστορία την Ιστορία, την Εποχή, έναν Έρωτα, τη Ζωή, για να αναψηλαφήσει λάθη και πάθη που αναπαράγονται στις ζωές των ανθρώπων, διότι σε ένα πεπερασμένο Σύμπαν κατά τον Πουανκαρέ, δεν γίνεται παρά να επαναλαμβάνονται οι οδυνηρές και ηδονικές σκηνές μέσα στον Χρόνο.
Το αποτέλεσμα, ένα ατμοσφαιρικό μυθιστόρημα που αντανακλά Εποχή, Χώρο και Χρόνο. Μια ιστορία για το ψευδαισθησιακό του έρωτα και για την μαγική αντανάκλαση ζωής και τέχνης. Σαν διπλό κάτοπτρο: βίος και ρόλος. Μια ελεγειακή ιστορία για τον Χαμένο Χρόνο.
ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ-
ΕΡΓΑ ΤΗΣ:
Η Πέρσα Κουμούτση γεννήθηκε στο Κάιρο της Αιγύπτου. Σπούδασε αγγλική και αραβική λογοτεχνία στο Αιγυπτιακό Πανεπιστήμιο του Καΐρου, και παρακολούθησε μαθήματα μετάφρασης και διερμηνείας στο Αμερικανικό Πανεπιστήμιο του Καΐρου (AUC).
Ήλθε στην Ελλάδα το 1983 και τα πρώτα χρόνια δίδαξε στη μέση και ανώτερη εκπαίδευση. Από το 1992 ασχολήθηκε επαγγελματικά με τη λογοτεχνική μετάφραση από τα αραβικά και τα αγγλικά. Έγινε ιδιαίτερα γνωστή μεταφράζοντας στα ελληνικά το μεγαλύτερο μέρος από το έργο του αιγύπτιου νομπελίστα Ναγκίμπ Μαχφούζ καθώς και έργα άλλων Αράβων συγγραφέων και αραβική ποίηση. Στο μεταφραστικό της έργο συγκαταλέγεται και η μετάφραση του Κορανίου ("Εμπειρία Εκδοτική", 2002).
Το 2001 τιμήθηκε για το σύνολο των μεταφράσεών της με το Διεθνές Βραβείο Κ. Π. Καβάφη, ενώ το 2006 το αιγυπτιακό κράτος της απένειμε τιμητικό μετάλλιο για τη συνεισφορά της στην προώθηση και προβολή της αιγυπτιακής λογοτεχνίας.
Πρωτότυπα έργα της είναι:
"Αλεξάνδρεια, στο δρόμο των ξένων" ("Εμπειρία Εκδοτική", μυθιστόρημα, 2003),
"Τα χρόνια της νεότητός του, ο ηδονικός του βίος" ("Εμπειρία Εκδοτική", μυθιστόρημα, 2004) και "Δυτικά του Νείλου" ("Ψυχογιός", μυθιστόρημα, 2006).
Από τις εκδόσεις “Ψυχογιός” κυκλοφόρησε πρόσφατα το καινούργιο της μυθιστόρημα: “Καφέ Κλεμέντε”.
ΥΓ. Το σκεφτόμουν ετοιμάζοντας το ποστ, δεν είμαστε μονάχα ό,τι επιλέγουμε αλλά και όσα δεν επιλέγουμε, όσα έχουμε το σθένος και τη δύναμη να μην πράξουμε (φτάνει να μη το κάνουμε από φόβο, δειλία, ακηδία). Εξάλλου, φοβούμαι (ή ελπίζω) ότι μάλλον τα “όχι” μας και όχι τα “ναι”, βαραίνουν περισσότερο σ' αυτή τη ζωή. (Μπορεί και να σφάλλω).
alef- ελένη γκίκα
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο Έθνος της Κυριακής.
5/10/09
“Δεν ζει κανείς καλά παρά μόνος!” Το... ορυχείο που πέφτει και σε πλακώνει!
Και το καινούργιο... σοκολατάκι του Μπάμπη!
Πλήθος είμαι
Ένα ακόμη εξαιρετικό μυθιστόρημα της πολυγραφότατης συγγραφέως, όπου το πραγματικό με το μυθιστορηματικό συμπλέκονται αξεδιάλυτα.
Ελένη Γκίκα, Πλήθος είμαι, Άγκυρα 2009, σελ. 367
Πάλι με ένα προκλητικό, οξύμωρο τίτλο τιτλοφορεί η Ελένη Γκίκα το καινούριο της βιβλίο. Τίτλο οξύμωρο, που ο αναγνώστης καλείται να αποκρυπτογραφήσει, καθώς και το λάιτ μοτίφ με το οποίο τελειώνει κάθε κεφάλαιο: θα είμαι όλοι ή κανείς∙ θα είμαι ο άλλος. Αν καταφύγουμε στην ψυχανάλυση, θα μιλήσουμε ή για άρνηση του εγώ, ή για πολυδιάσπασή του, ή για ενδοβολή του άλλου. Αν πάλι το ψάξουμε φιλοσοφικά, μπορεί να καταφύγουμε στον υπαρξισμό του Σαρτρ και στην αντίληψή του ότι «οι πράξεις μας μάς δεσμεύουν», ότι με τις πράξεις μας νομοθετούμε για την ανθρωπότητα, ότι γνώμονας σε κάθε μας πράξη πρέπει να είναι οι άλλοι, όλοι οι άλλοι, καθώς τους δείχνουμε ένα δρόμο, μια συμπεριφορά, μια στάση ζωής. Βλέποντάς το πάλι από θρησκευτική σκοπιά, θα μιλάγαμε για τη μυστικιστική εμπειρία της εξαφάνισης του εγώ καθώς ταυτίζεται με το σύμπαν. Μπορεί να είναι όλα αυτά ή τίποτα από αυτά, μπορεί να είναι κάτι άλλο, σημασία έχει ότι πρόκειται για ένα τίτλο τον οποίο δεν μπορούμε να προσπεράσουμε χωρίς να τον σκεφτούμε.
Υφολογικά, είναι η γνωστή μας Ελένη, πυκνή, αφαιρετική, ελλειπτική. Γράφει σαν σε εσωτερικό μονόλογο. Σύντομοι περίοδοι, όπου το ρήμα συχνά απουσιάζει. Κυριαρχεί η εικόνα, ο στοχασμός πάνω στην εικόνα, και όχι η δράση. Το εφέ της επανάληψης δεν το συναντήσαμε παρά μόνο στην παραπάνω φράση, που, όπως είπαμε, επαναλαμβάνεται σε κάθε κεφάλαιο κλείνοντάς το. Στίχους επίσης συναντήσαμε ελάχιστους. Τους φυλάει μάλλον για το ποιητικό έργο που ετοιμάζει, όπως με πληροφόρησε από το blog της. Διατηρεί όμως τον διάλογο ανάμεσα στα βιβλία που διάβασε και στη ζωή της ηρωίδας της, εδώ με ακόμη πιο πρωτότυπο τρόπο: παραθέτει κομμάτια στα κεφάλαια του έργου (ταυτοποιούνται με αριθμούς) από τα «χειρόγραφα», όπως ονομάζει τις βιβλιοπαρουσιάσεις που παρεμβάλλονται ενδιάμεσα. Σ'A αυτά μιλάει για τη φίλη μας τη Μάρω (Βαμβουνάκη), για τον Ιβάν Κλίμα, για τον Ντοστογιέφσκι, τον Γιάννη Ξανθούλη, τη Δάφνη ντε Μωριέ, και ένα σωρό άλλους. Ανάμεσά τους και ο άγνωστός μου Helmut Krausser, που η παρουσίαση του έργου του «Έρως» με έβαλε στον πειρασμό να το αγοράσω (έχουμε ήδη γράψει και γι αυτό, αλλά προηγείται η Ελένη).
Scripta manet έλεγαν οι Ρωμαίοι, τα γραπτά μένουν, όμως υπάρχει διαφορά από γραπτό σε γραπτό. Μια βιβλιοπαρουσίαση θα μείνει με ασφαλέστερο τρόπο στις σελίδες ενός βιβλίου παρά στις σελίδες μιας εφημερίδας, η οποία στη χειρότερη περίπτωση θα καταλήξει στον σκουπιδοτενεκέ την επόμενη μέρα, και στην καλύτερη σε ένα κάδο ανακύκλωσης. Ένα βιβλίο όμως, ακόμη και αν εξαντληθεί και δεν επανατυπωθεί, θεωρητικά είναι προσβάσιμο σε κάποια βιβλιοθήκη για τον μελετητή αλλά και για κάθε απλό αναγνώστη που θα είχε πολύ μεγάλη επιθυμία να το διαβάσει.
Πολυδιαβασμένη η Ελένη Γκίκα, το βιβλίο αυτό όπως και όλα της τα βιβλία είναι σαν μια εγκυκλοπαίδεια. Διαβάζοντάς το, πέρα από την απόλαυση του κειμένου, αποκομίζει κανείς γνώσεις, αρκετές γνώσεις, από ενδιαφέροντα επεισόδια της ζωής των συγγραφέων (των οποίων τα βιογραφικά παρατίθενται και σε παράρτημα, ξεχωριστά), μέχρι ιστορικά ανέκδοτα και ενδιαφέροντα τσιτάτα. Ας παραθέσουμε κάποια:
Μοράβια: «Οι άνθρωποι διαιρούνται σε δυο κατηγορίες: σ'A εκείνους που όταν αντιμετωπίζουν ένα μεγάλο πρόβλημα θέλουν να σκοτώσουν και σε εκείνους που θέλουν να σκοτωθούν» (σελ. 264).
Σωστό. Οι ψυχολόγοι λένε ότι η αυτοκτονία είναι μια πράξη επιθετικότητας που αντί να στραφεί στον άλλο στρέφεται στον εαυτό.
Βιρτζίνια Γουλφ: «Εάν η γυναίκα είχε ένα δικό της δωμάτιο, θα είχε γεννηθεί η αδελφή του Σαίξπηρ» (σελ. 231). Μα, αν δεν κάνω λάθος, ο Σαίξπηρ είχε αδελφή, οι γονείς του ήταν αρκετά εύποροι, είχαν μεγάλο σπίτι με πολλά δωμάτια, μπορούσαν να κάνουν ακόμη δυο παιδιά χωρίς να τα στριμώξουν όλα στο ίδιο δωμάτιο. Ή μήπως κάνω λάθος;
Διονύσιος Σολωμός: «Δεν ζει κανείς καλά παρά μόνος, διότι η μοναξιά είναι το ορυχείο της δύναμης και της αυτογνωσίας» (σελ. 169). Μόνο που αυτό το ορυχείο μπορεί κάποια στιγμή να πέσει να σε πλακώσει. Διάβασα ότι ο Σολωμός, στις τελευταίες μέρες της ζωής του, αλκοολικός, μη βρίσκοντας ποτό να πιει, ήπιε ένα μπουκάλι κολόνια.
Το παρακάτω το γράφω για να θυμηθώ να το προσθέσω σε ένα αυτοβιογραφικό κείμενό μου με τίτλο «Οι ρίζες της σύμπτωσης». Σε δέκα μέτρα απόσταση από το σημείο όπου ο Ταρκόφσκι έστησε την κάμερα στη «Θυσία» για να τραβηχτεί η σκηνή που το πλήθος τρέχει πανικόβλητο μετά από μια καταστροφή, δολοφονήθηκε ο πρωθυπουργός της Σουηδίας Ούλοφ Πάλμε, «ο δε δολοφόνος του είχε διαφύγει μέσω εκείνης της σκάλας απ'A όπου στην ταινία κατέβαινε το τρομαγμένο πλήθος» (σελ. 277).
Τα υπόλοιπα μπορείτε να τα βρείτε στο βιβλίο. Η ανάγνωσή του θα σας αποζημιώσει παντοιοτρόπως.
Μπάμπης Δερμιτζάκης
ΥΓ. Ναι, εγώ είμαι αυτή κι αυτός που τα γράφει στο Λέξημα, ο φίλος μου ο Μπάμπης.
Μπάμπη, σ' ευχαριστώ που με βλέπεις έτσι, τ' αξίζω ή δεν τ' αξίζω, μου αρκεί το ότι μ' αγαπάς! Ε θα μ' αγαπήσω κι εγώ, που θα πάει...
Πλήθος είμαι
Ένα ακόμη εξαιρετικό μυθιστόρημα της πολυγραφότατης συγγραφέως, όπου το πραγματικό με το μυθιστορηματικό συμπλέκονται αξεδιάλυτα.
Ελένη Γκίκα, Πλήθος είμαι, Άγκυρα 2009, σελ. 367
Πάλι με ένα προκλητικό, οξύμωρο τίτλο τιτλοφορεί η Ελένη Γκίκα το καινούριο της βιβλίο. Τίτλο οξύμωρο, που ο αναγνώστης καλείται να αποκρυπτογραφήσει, καθώς και το λάιτ μοτίφ με το οποίο τελειώνει κάθε κεφάλαιο: θα είμαι όλοι ή κανείς∙ θα είμαι ο άλλος. Αν καταφύγουμε στην ψυχανάλυση, θα μιλήσουμε ή για άρνηση του εγώ, ή για πολυδιάσπασή του, ή για ενδοβολή του άλλου. Αν πάλι το ψάξουμε φιλοσοφικά, μπορεί να καταφύγουμε στον υπαρξισμό του Σαρτρ και στην αντίληψή του ότι «οι πράξεις μας μάς δεσμεύουν», ότι με τις πράξεις μας νομοθετούμε για την ανθρωπότητα, ότι γνώμονας σε κάθε μας πράξη πρέπει να είναι οι άλλοι, όλοι οι άλλοι, καθώς τους δείχνουμε ένα δρόμο, μια συμπεριφορά, μια στάση ζωής. Βλέποντάς το πάλι από θρησκευτική σκοπιά, θα μιλάγαμε για τη μυστικιστική εμπειρία της εξαφάνισης του εγώ καθώς ταυτίζεται με το σύμπαν. Μπορεί να είναι όλα αυτά ή τίποτα από αυτά, μπορεί να είναι κάτι άλλο, σημασία έχει ότι πρόκειται για ένα τίτλο τον οποίο δεν μπορούμε να προσπεράσουμε χωρίς να τον σκεφτούμε.
Υφολογικά, είναι η γνωστή μας Ελένη, πυκνή, αφαιρετική, ελλειπτική. Γράφει σαν σε εσωτερικό μονόλογο. Σύντομοι περίοδοι, όπου το ρήμα συχνά απουσιάζει. Κυριαρχεί η εικόνα, ο στοχασμός πάνω στην εικόνα, και όχι η δράση. Το εφέ της επανάληψης δεν το συναντήσαμε παρά μόνο στην παραπάνω φράση, που, όπως είπαμε, επαναλαμβάνεται σε κάθε κεφάλαιο κλείνοντάς το. Στίχους επίσης συναντήσαμε ελάχιστους. Τους φυλάει μάλλον για το ποιητικό έργο που ετοιμάζει, όπως με πληροφόρησε από το blog της. Διατηρεί όμως τον διάλογο ανάμεσα στα βιβλία που διάβασε και στη ζωή της ηρωίδας της, εδώ με ακόμη πιο πρωτότυπο τρόπο: παραθέτει κομμάτια στα κεφάλαια του έργου (ταυτοποιούνται με αριθμούς) από τα «χειρόγραφα», όπως ονομάζει τις βιβλιοπαρουσιάσεις που παρεμβάλλονται ενδιάμεσα. Σ'A αυτά μιλάει για τη φίλη μας τη Μάρω (Βαμβουνάκη), για τον Ιβάν Κλίμα, για τον Ντοστογιέφσκι, τον Γιάννη Ξανθούλη, τη Δάφνη ντε Μωριέ, και ένα σωρό άλλους. Ανάμεσά τους και ο άγνωστός μου Helmut Krausser, που η παρουσίαση του έργου του «Έρως» με έβαλε στον πειρασμό να το αγοράσω (έχουμε ήδη γράψει και γι αυτό, αλλά προηγείται η Ελένη).
Scripta manet έλεγαν οι Ρωμαίοι, τα γραπτά μένουν, όμως υπάρχει διαφορά από γραπτό σε γραπτό. Μια βιβλιοπαρουσίαση θα μείνει με ασφαλέστερο τρόπο στις σελίδες ενός βιβλίου παρά στις σελίδες μιας εφημερίδας, η οποία στη χειρότερη περίπτωση θα καταλήξει στον σκουπιδοτενεκέ την επόμενη μέρα, και στην καλύτερη σε ένα κάδο ανακύκλωσης. Ένα βιβλίο όμως, ακόμη και αν εξαντληθεί και δεν επανατυπωθεί, θεωρητικά είναι προσβάσιμο σε κάποια βιβλιοθήκη για τον μελετητή αλλά και για κάθε απλό αναγνώστη που θα είχε πολύ μεγάλη επιθυμία να το διαβάσει.
Πολυδιαβασμένη η Ελένη Γκίκα, το βιβλίο αυτό όπως και όλα της τα βιβλία είναι σαν μια εγκυκλοπαίδεια. Διαβάζοντάς το, πέρα από την απόλαυση του κειμένου, αποκομίζει κανείς γνώσεις, αρκετές γνώσεις, από ενδιαφέροντα επεισόδια της ζωής των συγγραφέων (των οποίων τα βιογραφικά παρατίθενται και σε παράρτημα, ξεχωριστά), μέχρι ιστορικά ανέκδοτα και ενδιαφέροντα τσιτάτα. Ας παραθέσουμε κάποια:
Μοράβια: «Οι άνθρωποι διαιρούνται σε δυο κατηγορίες: σ'A εκείνους που όταν αντιμετωπίζουν ένα μεγάλο πρόβλημα θέλουν να σκοτώσουν και σε εκείνους που θέλουν να σκοτωθούν» (σελ. 264).
Σωστό. Οι ψυχολόγοι λένε ότι η αυτοκτονία είναι μια πράξη επιθετικότητας που αντί να στραφεί στον άλλο στρέφεται στον εαυτό.
Βιρτζίνια Γουλφ: «Εάν η γυναίκα είχε ένα δικό της δωμάτιο, θα είχε γεννηθεί η αδελφή του Σαίξπηρ» (σελ. 231). Μα, αν δεν κάνω λάθος, ο Σαίξπηρ είχε αδελφή, οι γονείς του ήταν αρκετά εύποροι, είχαν μεγάλο σπίτι με πολλά δωμάτια, μπορούσαν να κάνουν ακόμη δυο παιδιά χωρίς να τα στριμώξουν όλα στο ίδιο δωμάτιο. Ή μήπως κάνω λάθος;
Διονύσιος Σολωμός: «Δεν ζει κανείς καλά παρά μόνος, διότι η μοναξιά είναι το ορυχείο της δύναμης και της αυτογνωσίας» (σελ. 169). Μόνο που αυτό το ορυχείο μπορεί κάποια στιγμή να πέσει να σε πλακώσει. Διάβασα ότι ο Σολωμός, στις τελευταίες μέρες της ζωής του, αλκοολικός, μη βρίσκοντας ποτό να πιει, ήπιε ένα μπουκάλι κολόνια.
Το παρακάτω το γράφω για να θυμηθώ να το προσθέσω σε ένα αυτοβιογραφικό κείμενό μου με τίτλο «Οι ρίζες της σύμπτωσης». Σε δέκα μέτρα απόσταση από το σημείο όπου ο Ταρκόφσκι έστησε την κάμερα στη «Θυσία» για να τραβηχτεί η σκηνή που το πλήθος τρέχει πανικόβλητο μετά από μια καταστροφή, δολοφονήθηκε ο πρωθυπουργός της Σουηδίας Ούλοφ Πάλμε, «ο δε δολοφόνος του είχε διαφύγει μέσω εκείνης της σκάλας απ'A όπου στην ταινία κατέβαινε το τρομαγμένο πλήθος» (σελ. 277).
Τα υπόλοιπα μπορείτε να τα βρείτε στο βιβλίο. Η ανάγνωσή του θα σας αποζημιώσει παντοιοτρόπως.
Μπάμπης Δερμιτζάκης
ΥΓ. Ναι, εγώ είμαι αυτή κι αυτός που τα γράφει στο Λέξημα, ο φίλος μου ο Μπάμπης.
Μπάμπη, σ' ευχαριστώ που με βλέπεις έτσι, τ' αξίζω ή δεν τ' αξίζω, μου αρκεί το ότι μ' αγαπάς! Ε θα μ' αγαπήσω κι εγώ, που θα πάει...
1/10/09
Η δική μας αινιγματική, βαμπ και βαμπίρ “Μαύρη Ντάλια”
Εμείς ο καμβάς αλλά και το νυστέρι εμείς! Πινέλο... ο χρόνος ίσως?
“Ο δολοφόνος έπρεπε να κάνει το θάνατό της ασυνήθιστο και εντυπωσιακό και στο σχεδιασμό και στην εκτέλεση. Στο ρόλο του ως σουρεαλιστή καλλιτέχνη αποφάσισε το έργο του να είναι ένα μακάβριο αριστούργημα, ένα έγκλημα τόσο συγκλονιστικό και φρικτό, που θα έμενε, θα απαθανατιζόταν μέσα από τα χρονικά της εγκληματολογικής παράδοσης. Ως εκδικητής θα χρησιμοποιούσε το σώμα της σαν καμβά και το χειρουργικό νυστέρι του σαν πινέλο”. Και τον έκανε.
Δηλαδή, έκανε το μακάβριο αριστούργημά του μετά θάνατον ερωτεύσιμο και αλησμόνητο, ποιος δεν γνωρίζει αφ' ότου δολοφονήθηκε την “Μαύρη Ντάλια”;
Ο Τζέιμς Ελρόυ την έκανε μυθιστόρημα. Ο Ντε Πάλμα, ταινία. Αλλά την μέγιστη, σχεδόν λαγνική σχέση με την “υπόθεση” την είχε έτη και έτη ο Στιβ Χόντελ. Ιδιωτικός ντετέκτιβ που εργάστηκε πάνω από είκοσι χρόνια στο Τμήμα Ανθρωποκτονιών του Λος Άντζελες.
Αλλά η 22χρονη Ελίζαμπεθ Σορτ από την Μασαχουσέτη που δολοφονήθηκε στο Λος 'Αντζελες τον Ιανουάριο του 1947, του έγινε έμμονη ιδέα. Όπως αποδεικνύεται στο 655 σελίδων βιβλίο του “Ο εκδικητής της Μαύρης Ντάλιας” (Πατάκη). Ο δολοφόνος της, αποδεικνύει και ισχυρίζεται, ήταν ο ίδιος του ο πατέρας. Πρώην αξιωματικός, γνωστός ψυχίατρος, μυστηριώδης και γοητευτικός διανοούμενος, υπήρξε κατά τον συγγραφέα – υιό, και ένας κατά συρροή δολοφόνος!
Για να το αποδείξει, σπατάλησε μετά τον θάνατο του πατρός, μια ζωή. Συλλέγοντας φωτογραφίες και μαρτυρίες. Ψηφίδες από τα παιδικά χρόνια για να ολοκληρώσει το παζλ ενός αινιγματικού και ασύλληπτου κτήνους. Αλλά και ο Ελρόυ, από την προσωπική του μυθολογία ασχολήθηκε με την υπόθεση “Μαύρη Ντάλια”. Ήταν δέκα χρονών όταν η μητέρα του δολοφονήθηκε στις 22 Ιουνίου το 1958. Ανεξιχνίαστη και ατιμώρητη δολοφονία. Κατά συνέπεια και για κείνον ήταν σα να γνώριζε ήδη από τότε, με τον δικό του απόλυτα επώδυνο βιωματικό τρόπο, της ζωής του την “Μαύρη Ντάλια”.
Ο Στιβ Χόντελ, αργοπόρησε κάπως να την γνωρίσει. Την ημέρα που πέθανε ο πατέρας. Όταν στο φωτογραφικό άλμπουμ που η μητριά του, παρακούοντας τις εντολές του εκλιπόντος δεν έκαψε, ανακάλυπτε την γυναίκα του, παλιά ερωμένη του πατέρα, και φωτογραφία νεαρής που όλα έδειχναν πως ήταν η Μαύρη Ντάλια.
Υπόθεση πατρός για τον ένα και μητρός για τον άλλον η Μαύρη Ντάλια. Και το βιβλίο της ζωής τους.
Όπως προσωπική μας υπόθεση είναι, εν γένει, η Τέχνη και εν μέρει η Λογοτεχνία. Με το χέρι στη φωτιά, συνήθως γράφουμε. Ακόμα και όταν αυτό δεν το αντιλαμβάνεται κανένας.
ΥΓ. Κατ' αρχάς θα πρέπει να σας πω ότι λατρεύω τις ντάλιες! Θυμάμαι την πίσω παλιά χωμάτινη αυλή γεμάτη κόκκινες, άσπρες, μπορντό, πορτοκαλιές και ό,τι χρώμα βάλει ο νους σας ντάλιες! Η μαμά μου έχει πάθος με τα λουλούδια, και μετά τις αρχικές κόντρες για το δικό μου... κακτικό πάθος, μεγαλώνοντας μοιραζόμαστε και συμμεριζόμαστε πια τα ίδια (ε ναι! Ντάλιες και ορτανσίες και τριανταφυλλιές και κρεμαστές γαριφαλιές και γιασεμιά και ζουμπούλια εκείνη, κάκτους εγώ! Με κάτι αγκάθια, να!) Βέβαια, τώρα, όχι ότι απαρνήθηκα τους κάκτους, αλλά αγάπησα μετά πάθους ντάλιες, βιολέτες, πασχαλιές και ζουμπούλια. Και τριανταφυλλιές (σε όλες τις εκδοχές: καρφίτσα τριαντάφυλλο με μαύρα κοράλλια, δαχτυλίδι τριαντάφυλλο με πλατίνα και μαργαριτάρια, τριανταφυλλάκια από ύφασμα, από δέρμα, από κρύσταλλο, από κόκκαλο... ως και ένα... χρυσό, ε ναι, μου το χάρισαν και σώθηκε ένεκα άνθους!)
Αλλά με την “Μαύρη Ντάλια” έπαθα... νταλίτιδα λέμε φέτος το Καλοκαίρι! Καλά, την είχα διαβάσει την κλασική (Έλρόυ), του... μπάτσου όμως, παρά το μεγαλειώδες εξώφυλλο θυμάμαι την είχα σνομπάρει! (την χάρισα στη Λένα, άλτερ έγκο μου σε μια ομάδα βιβλίου πια παρελθόν). Την τρικλοποδιά ντάλα Αύγουστο μου την έβαλε ο Ντε Πάλμα (ε ναι, λατρεύω Ταρκόφσκι, Μπέργκμαν, Τρυφώ αλλά μ' αρέσει και ο... Γκοντάρ και ο Ντε Πάλμα! Άβυσσος, ξέρω, άβυσσος ναι, αλλά στα αντίθετά του στηρίζεται σύμπαν και... μικροσύμπαν!)
Διακοπές λοιπόν, ντάλα Αύγουστος λέμε, στο φουλ το κλιματιστικό, και ξαπλωμένη σε πολυθρόνα- ημιανάκλιντρο (της έχω προσθέσει σκαμπό), πάνω από κατακόκκινους δερβίσηδες (ριχτάρια από Καππαδοκία σε κόκκινο και μπλε παντού, πήξαμε φέτος στους δερβίσηδες λέμε, και σε... πιατάκια, πινακάκια, μαγνητάκια, μουσικό κουτί...) έβλεπα “Μαύρη Ντάλια”! Ε μετά πήραν και όλα τ' άλλα σειρά (χούι κακό! Έτσι κι αρχίσω, κάνω... αφιέρωμα σκηνοθέτη ή συγγραφέα, σα να του ψάχνω αχίλλειο πτέρνα και παρελθόν). Ξανά μανά Ελρόυ, και φυσικά και “Ο εκδικητής της Μαύρης Ντάλιας” (και τον αγόρασα παρακαλώ, τον... χαρισμένο τον χάρισα αλλά για όλα – δεν το είπαμε? - έρχεται η ώρα!)
Απολαυστική ώρα! Είχα, το ομολογώ, παθιαστεί!
Αλλά το νόημα το συνέλαβα όπως σε όλα, βραδυφλεγώς και, φυσικά, κατόπιν εορτής!
Φανταστείτε τώρα γιο, μετά από τον θάνατο του πατέρα, να αναλώνεται σε όοοολο το υπόλοιπο της ζωής για ν' αποδείξει ότι ο... αποδημήσας πατήρ είναι κατά συρροή δολοφόνος! (ε εντάξει και της Μαύρης Ντάλιας!) (διότι ναι, πιστεύω τελικά, ότι εδώ είναι το... σασπένς και το ζουμί! Ως περιστατικό, δηλαδή, θα έτριβαν τα χέρια τους όλοι οι ψυχαναλυτές του κόσμου!)
Αλλά μετά ξανασκέφτηκα ότι μήπως κάπως έτσι δεν κάνουμε τέχνη, ή τέλος πάντων ό,τι κάνουμε? Από άλυτους γρίφους, καημούς, εμμονές? Αν το καλοσκεφτούμε, δηλαδή, έχει ο καθένας μας, τελικά, μια δική του, παλιά, κρυμμένη, ανεξιχνίαστη και βασανιστική, αεί υπάρχουσα ως βαμπίρ εξωτικόν και αινιγματικόν, Μαύρη Ντάλια! Ακόμα κι αν ζήσει μια ζωή χωρίς καθόλου να το αντιληφθεί η αποδεχθεί.
Όοοοχι! Δεν θα σας μιλήσω, φυσικά, για την δική μου μαύρη Ντάλια! Για τη δική τους θα σας πω, τί λέω, ήδη σας είπα, ναι?
Για τα δικά μου, το μόνο που έχω να πω είναι ότι αυτή τη βδομάδα φυτέψαμε φρέζες και αγιοδημητριάτικα (ε ναι, σε όλα τα χρώματα, είπαμε, η μάδερ πες, ανθοκόμος! Τους μιλά, τους γελά, τους τραγουδά' και στη βεράντα μου μεγαλώνοντας έχω αρχίσει κι εγώ να κάνω το ίδιο).
Θα υπογράφω... Alef της μαμάς μου, ειδικά γι' αυτό εδώ.
“Ο δολοφόνος έπρεπε να κάνει το θάνατό της ασυνήθιστο και εντυπωσιακό και στο σχεδιασμό και στην εκτέλεση. Στο ρόλο του ως σουρεαλιστή καλλιτέχνη αποφάσισε το έργο του να είναι ένα μακάβριο αριστούργημα, ένα έγκλημα τόσο συγκλονιστικό και φρικτό, που θα έμενε, θα απαθανατιζόταν μέσα από τα χρονικά της εγκληματολογικής παράδοσης. Ως εκδικητής θα χρησιμοποιούσε το σώμα της σαν καμβά και το χειρουργικό νυστέρι του σαν πινέλο”. Και τον έκανε.
Δηλαδή, έκανε το μακάβριο αριστούργημά του μετά θάνατον ερωτεύσιμο και αλησμόνητο, ποιος δεν γνωρίζει αφ' ότου δολοφονήθηκε την “Μαύρη Ντάλια”;
Ο Τζέιμς Ελρόυ την έκανε μυθιστόρημα. Ο Ντε Πάλμα, ταινία. Αλλά την μέγιστη, σχεδόν λαγνική σχέση με την “υπόθεση” την είχε έτη και έτη ο Στιβ Χόντελ. Ιδιωτικός ντετέκτιβ που εργάστηκε πάνω από είκοσι χρόνια στο Τμήμα Ανθρωποκτονιών του Λος Άντζελες.
Αλλά η 22χρονη Ελίζαμπεθ Σορτ από την Μασαχουσέτη που δολοφονήθηκε στο Λος 'Αντζελες τον Ιανουάριο του 1947, του έγινε έμμονη ιδέα. Όπως αποδεικνύεται στο 655 σελίδων βιβλίο του “Ο εκδικητής της Μαύρης Ντάλιας” (Πατάκη). Ο δολοφόνος της, αποδεικνύει και ισχυρίζεται, ήταν ο ίδιος του ο πατέρας. Πρώην αξιωματικός, γνωστός ψυχίατρος, μυστηριώδης και γοητευτικός διανοούμενος, υπήρξε κατά τον συγγραφέα – υιό, και ένας κατά συρροή δολοφόνος!
Για να το αποδείξει, σπατάλησε μετά τον θάνατο του πατρός, μια ζωή. Συλλέγοντας φωτογραφίες και μαρτυρίες. Ψηφίδες από τα παιδικά χρόνια για να ολοκληρώσει το παζλ ενός αινιγματικού και ασύλληπτου κτήνους. Αλλά και ο Ελρόυ, από την προσωπική του μυθολογία ασχολήθηκε με την υπόθεση “Μαύρη Ντάλια”. Ήταν δέκα χρονών όταν η μητέρα του δολοφονήθηκε στις 22 Ιουνίου το 1958. Ανεξιχνίαστη και ατιμώρητη δολοφονία. Κατά συνέπεια και για κείνον ήταν σα να γνώριζε ήδη από τότε, με τον δικό του απόλυτα επώδυνο βιωματικό τρόπο, της ζωής του την “Μαύρη Ντάλια”.
Ο Στιβ Χόντελ, αργοπόρησε κάπως να την γνωρίσει. Την ημέρα που πέθανε ο πατέρας. Όταν στο φωτογραφικό άλμπουμ που η μητριά του, παρακούοντας τις εντολές του εκλιπόντος δεν έκαψε, ανακάλυπτε την γυναίκα του, παλιά ερωμένη του πατέρα, και φωτογραφία νεαρής που όλα έδειχναν πως ήταν η Μαύρη Ντάλια.
Υπόθεση πατρός για τον ένα και μητρός για τον άλλον η Μαύρη Ντάλια. Και το βιβλίο της ζωής τους.
Όπως προσωπική μας υπόθεση είναι, εν γένει, η Τέχνη και εν μέρει η Λογοτεχνία. Με το χέρι στη φωτιά, συνήθως γράφουμε. Ακόμα και όταν αυτό δεν το αντιλαμβάνεται κανένας.
ΥΓ. Κατ' αρχάς θα πρέπει να σας πω ότι λατρεύω τις ντάλιες! Θυμάμαι την πίσω παλιά χωμάτινη αυλή γεμάτη κόκκινες, άσπρες, μπορντό, πορτοκαλιές και ό,τι χρώμα βάλει ο νους σας ντάλιες! Η μαμά μου έχει πάθος με τα λουλούδια, και μετά τις αρχικές κόντρες για το δικό μου... κακτικό πάθος, μεγαλώνοντας μοιραζόμαστε και συμμεριζόμαστε πια τα ίδια (ε ναι! Ντάλιες και ορτανσίες και τριανταφυλλιές και κρεμαστές γαριφαλιές και γιασεμιά και ζουμπούλια εκείνη, κάκτους εγώ! Με κάτι αγκάθια, να!) Βέβαια, τώρα, όχι ότι απαρνήθηκα τους κάκτους, αλλά αγάπησα μετά πάθους ντάλιες, βιολέτες, πασχαλιές και ζουμπούλια. Και τριανταφυλλιές (σε όλες τις εκδοχές: καρφίτσα τριαντάφυλλο με μαύρα κοράλλια, δαχτυλίδι τριαντάφυλλο με πλατίνα και μαργαριτάρια, τριανταφυλλάκια από ύφασμα, από δέρμα, από κρύσταλλο, από κόκκαλο... ως και ένα... χρυσό, ε ναι, μου το χάρισαν και σώθηκε ένεκα άνθους!)
Αλλά με την “Μαύρη Ντάλια” έπαθα... νταλίτιδα λέμε φέτος το Καλοκαίρι! Καλά, την είχα διαβάσει την κλασική (Έλρόυ), του... μπάτσου όμως, παρά το μεγαλειώδες εξώφυλλο θυμάμαι την είχα σνομπάρει! (την χάρισα στη Λένα, άλτερ έγκο μου σε μια ομάδα βιβλίου πια παρελθόν). Την τρικλοποδιά ντάλα Αύγουστο μου την έβαλε ο Ντε Πάλμα (ε ναι, λατρεύω Ταρκόφσκι, Μπέργκμαν, Τρυφώ αλλά μ' αρέσει και ο... Γκοντάρ και ο Ντε Πάλμα! Άβυσσος, ξέρω, άβυσσος ναι, αλλά στα αντίθετά του στηρίζεται σύμπαν και... μικροσύμπαν!)
Διακοπές λοιπόν, ντάλα Αύγουστος λέμε, στο φουλ το κλιματιστικό, και ξαπλωμένη σε πολυθρόνα- ημιανάκλιντρο (της έχω προσθέσει σκαμπό), πάνω από κατακόκκινους δερβίσηδες (ριχτάρια από Καππαδοκία σε κόκκινο και μπλε παντού, πήξαμε φέτος στους δερβίσηδες λέμε, και σε... πιατάκια, πινακάκια, μαγνητάκια, μουσικό κουτί...) έβλεπα “Μαύρη Ντάλια”! Ε μετά πήραν και όλα τ' άλλα σειρά (χούι κακό! Έτσι κι αρχίσω, κάνω... αφιέρωμα σκηνοθέτη ή συγγραφέα, σα να του ψάχνω αχίλλειο πτέρνα και παρελθόν). Ξανά μανά Ελρόυ, και φυσικά και “Ο εκδικητής της Μαύρης Ντάλιας” (και τον αγόρασα παρακαλώ, τον... χαρισμένο τον χάρισα αλλά για όλα – δεν το είπαμε? - έρχεται η ώρα!)
Απολαυστική ώρα! Είχα, το ομολογώ, παθιαστεί!
Αλλά το νόημα το συνέλαβα όπως σε όλα, βραδυφλεγώς και, φυσικά, κατόπιν εορτής!
Φανταστείτε τώρα γιο, μετά από τον θάνατο του πατέρα, να αναλώνεται σε όοοολο το υπόλοιπο της ζωής για ν' αποδείξει ότι ο... αποδημήσας πατήρ είναι κατά συρροή δολοφόνος! (ε εντάξει και της Μαύρης Ντάλιας!) (διότι ναι, πιστεύω τελικά, ότι εδώ είναι το... σασπένς και το ζουμί! Ως περιστατικό, δηλαδή, θα έτριβαν τα χέρια τους όλοι οι ψυχαναλυτές του κόσμου!)
Αλλά μετά ξανασκέφτηκα ότι μήπως κάπως έτσι δεν κάνουμε τέχνη, ή τέλος πάντων ό,τι κάνουμε? Από άλυτους γρίφους, καημούς, εμμονές? Αν το καλοσκεφτούμε, δηλαδή, έχει ο καθένας μας, τελικά, μια δική του, παλιά, κρυμμένη, ανεξιχνίαστη και βασανιστική, αεί υπάρχουσα ως βαμπίρ εξωτικόν και αινιγματικόν, Μαύρη Ντάλια! Ακόμα κι αν ζήσει μια ζωή χωρίς καθόλου να το αντιληφθεί η αποδεχθεί.
Όοοοχι! Δεν θα σας μιλήσω, φυσικά, για την δική μου μαύρη Ντάλια! Για τη δική τους θα σας πω, τί λέω, ήδη σας είπα, ναι?
Για τα δικά μου, το μόνο που έχω να πω είναι ότι αυτή τη βδομάδα φυτέψαμε φρέζες και αγιοδημητριάτικα (ε ναι, σε όλα τα χρώματα, είπαμε, η μάδερ πες, ανθοκόμος! Τους μιλά, τους γελά, τους τραγουδά' και στη βεράντα μου μεγαλώνοντας έχω αρχίσει κι εγώ να κάνω το ίδιο).
Θα υπογράφω... Alef της μαμάς μου, ειδικά γι' αυτό εδώ.
28/9/09
Ας μην ξεχνάμε άλλωστε ότι “η αγάπη που διαρκεί είναι μια πράξη θέλησης”.
“OI MAYTREES” της Annie Dillard. Μετάφραση: Γιώργος Μπαρουξής. Εκδ. “Ίνδικτος”, σελ. 275, € 17.40
“Ίσως έχει διαπιστωθεί ότι δεν υπάρχει κανονική διαδρομή για να βγει κανείς από την αγάπη όπως υπάρχει για να μπει”. “Αν και γνώριζε πόσο έντονα θα της έλειπε οποιοδήποτε μπορεί να εξαφανιζόταν, δεν σκέφτηκε ποτέ να αγαπά λιγότερο”... Η Λού. Μια γυναίκα νεράιδα, ξωτικό, στο μυθιστόρημα της Annie Dillard “Oi Maytrees”.
Ο Τόμπι Μέιτρι την είδε για πρώτη φορά επάνω σε ένα ποδήλατο, στο μεταπολεμικό Προβινστάουν της Μασαχουσέτης. Αμέσως την ερωτεύτηκε, μαγνητισμένος απ' τη γαλήνη της. Για δεκατέσσερα χρόνια, ζούνε μαζί στους αμμόλοφους. Εκείνος γράφει ποιήματα, αυτή ζωγραφίζει, γεννά έναν γιο, τον Πίτι. Τους βοηθά η μποέμ φίλη της Ντίρι. Μέχρι που ο Τόμπι Μέιτρι θα ερωτευθεί και θα φύγει με την Ντίρι.
Θα ζήσουν άλλη ζωή, κτίζοντας σπίτια, συσσωρεύοντας αντικείμενα, πλούτη και μεταξωτές ρόμπες.
Η Λου, θα μείνει και τα συνεχίσει ακριβώς τα ίδια: βόλτες στους αμμόλοφους, τα καλοκαίρια της στην καλύβα. Τον πρώτο καιρό, θα πονά. Ήσυχα, θεωρώντας “τα δράματα, εσωτερικά και εξωτερικά, τουλάχιστον κακογουστιά”, σιγά- σιγά θα αρχίζει και να ξαναζωγραφίζει.
Μια ιστορία έρωτα και προδοσίας, θα μπορούσε κανείς να σκεφθεί, εάν η συγγραφέας δεν του έστηνε στην συνέχεια μια μικρή παγίδα. Σαν τις παγίδες που μας στήνει η ίδια ζωή, όταν αντικρίζουμε το τραύμα μας, ή τη ρωγμή, σε βάθος χρόνου. Τί είναι μια ιστορία απιστίας μπρος την αιωνιότητα, για μια γυναίκα – ξωτικό όπως η ηρωίδα στην ιστορία; Μέσα σε ένα μήνα η Λου είχε ήδη καταλάβει ότι “αν δεχόταν πως δεν είναι η ίδια το κέντρο του κόσμου, δεν υπήρχε αδικία ή προδοσία... Γιατί να προσβληθεί προσωπικά επειδή δυο άτομα ερωτεύτηκαν; Τί σημασία θα είχαν όλα αυτά μετά από διακόσια χρόνια;”
Και στο μυθιστόρημα, όντως, τα χρόνια περνούν και η Ντίρι πολύ βαριά αρρωσταίνει. Αλλά κι ο Μέιτρι, πηγαίνοντας την στο γιατρό, πέφτει και κατασπάζεται, χτυπά τόσο πολύ που έχει απόλυτη ανάγκη κι αυτός, όπως κι η Ντίρι, από φροντίδα.
Το τελευταίο που θα σκεφτόταν ένας άνθρωπος “λογικός” και “δυτικός” σε μια τέτοια περίπτωση θα ήταν η Λου! Κι όμως ήταν η Λου εκείνη που ανέλαβε την φροντίδα. Και δεν αισθανόμαστε καθόλου σαν τον κακό του σινεμά που βγαίνοντας αποκαλύπτει σε εκείνους που μπαίνουν τον δολοφόνο. Διότι σ' αυτή την ιστορία το πρωτεύον είναι η φύση, οι χαρακτήρες, η γλώσσα, το νόημα, η διαπίστωση, η αναζήτηση, ο θάνατος, η πικρή ή γλυκόπικρη σοφία.
Η ιστορία, λίγο έως πολύ, μέσα στη ζωή και τη λογοτεχνία, η ίδια: ένας αγάπησε μια και μετά την πρόδωσε και αγάπησε μιαν άλλη.
Το σπάνιο είναι η αγάπη των δυο να μη καταλαγιάζει ποτέ. Το σπανιότερο να νικά η αγάπη, το έλεος, η φιλία.
Το ακόμα σπανιότερο, αυτό που επιτυγχάνει η συγγραφέας: μια σπλαχνική αρχετυπική σύζευξη ζωής, ωραίους έρωτες κι ωραίους θανάτους. Το μωρό του Πίτι να μπουσουλά στο ρημαγμένο κορμί της ετοιμοθάνατης Ντίρι. Τα αστέρια να λάμπουν στον καλοκαιρινό ουρανό πάνω από το νεκροκρέβατο του Μέιτρι. Την ευλογία να ανακαλύπτεις εγκαίρως τα περιττά και περνοδιαβαίνοντας τους αμμόλοφους να συλλαμβάνεις “το νόημα”: “Μπορεί κανείς να κρατήσει στην αντίληψή του όλους τους ανθρώπους του παρελθόντος και του παρόντος; Αναρωτιόταν επιπλέον μήπως το να το κάνεις αυτό ήταν, κατά κάποιο απίθανο ενδεχόμενο, ο σκοπός- για ποιον τελικό λόγο δεν είχε ιδέα. Όχι ότι η ζωή χρειαζόταν σκοπό. Αλλά έπιανε τον εαυτό της να αρχίζει να κλίνει προς το να εξετάσει τελικά το ενδεχόμενο να υπάρχει. Σκοπός. Οποιοσδήποτε σκοπός. Τα βιβλία πρέπει να ξέρουν κάτι”.
Ενδεχομένως και γι' αυτό από πάντα ο Μέιτρι και η Λου να διάβαζαν σαν μανιακοί. Όπως διαβάζουν και πριν απ' το τέλος. Μαστορεύουν ράφια και μπαλώνουν τις τρύπες στην καλύβα, διαβάζουν βιβλία ο ένας στον άλλον και ατενίζουν τ' αστέρια στον ουρανό και τον ωκεανό, περπατούν χωρίς σκέψεις βαρύγδουπες στους αμμόλοφους μέχρι το τέλος.
Ο επίλογος, θα γραφτεί “φυσικά”, με στοργή, έξω στην ανοιχτή φύση, κάτω απ' τα αστέρια. Διότι παρά τα “υπέρτατα ερωτήματα” και τα “υπαρξιακά μυστικά”, μοιάζει η Λου να έχει αποδεχθεί ότι “οι πάπιες δεν μπορούν να πετάξουν, απλώς κάνουν τεράστια άλματα”. Και πως, όλα μπορεί και να είναι όπως πολύ νεαρή είχε υποπτευθεί, όταν του ζητούσε να υποκριθούν τους γέρους. “Ότι είναι όλα ένα μεγάλο αστείο”. Και “ότι μπορείς να πεθάνεις από τα γέλια”. Αφού “θα πεθάνεις έτσι ή αλλιώς”.
Ζωές ανθρώπων στους αμμόλοφους, λοιπόν, σαν παγανιστική τελετή, χορευτική τελετουργία. Με τη φύση πανταχού παρούσα να θεραπεύει, να καθορίζει αποκαλυπτική, να κάνει το νόημα τόσο απτό κι απλό, σε ένα βαθύτατα υπαρξιακό, ποιητικό, ατμοσφαιρικό, μυθιστόρημα.
Με αξιολάτρευτους ήρωες. Είτε για την τεράστια και ελεήμονα Λου μιλάμε, είτε για τον Μέιτρι που αναζητά στη ζωή ό,τι στο ποίημα: τον αιώνιο έρωτα που ξαναβρίσκει στα άστρα και στην αγάπη.
Ας μην ξεχνάμε άλλωστε ότι “η αγάπη που διαρκεί είναι μια πράξη θέλησης”. Και πώς όλα, και τα πιο δύσκολα “είναι μέρος της ζωής”, όπως κάποτε εκείνο το ναυάγιο που ανήμπορος παρακολούθησε παιδί ο Μέιτρι. Μπορεί όλα να κρύβονταν σε εκείνο το παλιό βιβλίο των Μάγια:
“Τα πρώτα όντα απηύθυναν ευχαριστίες στους θεούς:
Αληθινά τώρα, διπλές ευχαριστίες, τριπλές ευχαριστείς
που σχημαστήκαμε. Μας δόθηκαν
τα στόματά μας, τα πρόσωπά μας.
Μιλάμε, ακούμε, αναρωτιόμαστε,
κινούμαστε... κάτω από τον ουρανό”.
Μπορώ να βλέπω το πρόσωπό Σου κάτω από τον ουρανό, “το πρόσωπό σου που κρατώ μες στην ψυχή μου”, λίγο είναι; Μια ερωτική ιστορία με θείο έρωτα ζωής και για την ζωή την ίδια, σχεδόν θεολογικής σημασίας.
ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ-
ΕΡΓΑ ΤΗΣ:
Η Annie Dillard έχει γράψει έντεκα βιβλία, ανάμεσά τους και τα απομνημονεύματα των γονιών της, “ An American Childhood”, το έπος των πιονιέρων των βορειοδυτικών πολιτειών “The Living”.
Και το μη μυθιστορηματικό αφηγηματικό έργο “Pilgrim at Tinker Creek”.
Κοινωνική αλλά συνάμα αναχωρήτρια, είναι μέλος της Αμερικανικής Ακαδημίας Τεχνών και Γραμμάτων.
ΥΓ. Δημοσιεύτηκε στο 'Εθνος της Κυριακής (27/9/2009)
άλεφ- ελένη γκίκα
“Ίσως έχει διαπιστωθεί ότι δεν υπάρχει κανονική διαδρομή για να βγει κανείς από την αγάπη όπως υπάρχει για να μπει”. “Αν και γνώριζε πόσο έντονα θα της έλειπε οποιοδήποτε μπορεί να εξαφανιζόταν, δεν σκέφτηκε ποτέ να αγαπά λιγότερο”... Η Λού. Μια γυναίκα νεράιδα, ξωτικό, στο μυθιστόρημα της Annie Dillard “Oi Maytrees”.
Ο Τόμπι Μέιτρι την είδε για πρώτη φορά επάνω σε ένα ποδήλατο, στο μεταπολεμικό Προβινστάουν της Μασαχουσέτης. Αμέσως την ερωτεύτηκε, μαγνητισμένος απ' τη γαλήνη της. Για δεκατέσσερα χρόνια, ζούνε μαζί στους αμμόλοφους. Εκείνος γράφει ποιήματα, αυτή ζωγραφίζει, γεννά έναν γιο, τον Πίτι. Τους βοηθά η μποέμ φίλη της Ντίρι. Μέχρι που ο Τόμπι Μέιτρι θα ερωτευθεί και θα φύγει με την Ντίρι.
Θα ζήσουν άλλη ζωή, κτίζοντας σπίτια, συσσωρεύοντας αντικείμενα, πλούτη και μεταξωτές ρόμπες.
Η Λου, θα μείνει και τα συνεχίσει ακριβώς τα ίδια: βόλτες στους αμμόλοφους, τα καλοκαίρια της στην καλύβα. Τον πρώτο καιρό, θα πονά. Ήσυχα, θεωρώντας “τα δράματα, εσωτερικά και εξωτερικά, τουλάχιστον κακογουστιά”, σιγά- σιγά θα αρχίζει και να ξαναζωγραφίζει.
Μια ιστορία έρωτα και προδοσίας, θα μπορούσε κανείς να σκεφθεί, εάν η συγγραφέας δεν του έστηνε στην συνέχεια μια μικρή παγίδα. Σαν τις παγίδες που μας στήνει η ίδια ζωή, όταν αντικρίζουμε το τραύμα μας, ή τη ρωγμή, σε βάθος χρόνου. Τί είναι μια ιστορία απιστίας μπρος την αιωνιότητα, για μια γυναίκα – ξωτικό όπως η ηρωίδα στην ιστορία; Μέσα σε ένα μήνα η Λου είχε ήδη καταλάβει ότι “αν δεχόταν πως δεν είναι η ίδια το κέντρο του κόσμου, δεν υπήρχε αδικία ή προδοσία... Γιατί να προσβληθεί προσωπικά επειδή δυο άτομα ερωτεύτηκαν; Τί σημασία θα είχαν όλα αυτά μετά από διακόσια χρόνια;”
Και στο μυθιστόρημα, όντως, τα χρόνια περνούν και η Ντίρι πολύ βαριά αρρωσταίνει. Αλλά κι ο Μέιτρι, πηγαίνοντας την στο γιατρό, πέφτει και κατασπάζεται, χτυπά τόσο πολύ που έχει απόλυτη ανάγκη κι αυτός, όπως κι η Ντίρι, από φροντίδα.
Το τελευταίο που θα σκεφτόταν ένας άνθρωπος “λογικός” και “δυτικός” σε μια τέτοια περίπτωση θα ήταν η Λου! Κι όμως ήταν η Λου εκείνη που ανέλαβε την φροντίδα. Και δεν αισθανόμαστε καθόλου σαν τον κακό του σινεμά που βγαίνοντας αποκαλύπτει σε εκείνους που μπαίνουν τον δολοφόνο. Διότι σ' αυτή την ιστορία το πρωτεύον είναι η φύση, οι χαρακτήρες, η γλώσσα, το νόημα, η διαπίστωση, η αναζήτηση, ο θάνατος, η πικρή ή γλυκόπικρη σοφία.
Η ιστορία, λίγο έως πολύ, μέσα στη ζωή και τη λογοτεχνία, η ίδια: ένας αγάπησε μια και μετά την πρόδωσε και αγάπησε μιαν άλλη.
Το σπάνιο είναι η αγάπη των δυο να μη καταλαγιάζει ποτέ. Το σπανιότερο να νικά η αγάπη, το έλεος, η φιλία.
Το ακόμα σπανιότερο, αυτό που επιτυγχάνει η συγγραφέας: μια σπλαχνική αρχετυπική σύζευξη ζωής, ωραίους έρωτες κι ωραίους θανάτους. Το μωρό του Πίτι να μπουσουλά στο ρημαγμένο κορμί της ετοιμοθάνατης Ντίρι. Τα αστέρια να λάμπουν στον καλοκαιρινό ουρανό πάνω από το νεκροκρέβατο του Μέιτρι. Την ευλογία να ανακαλύπτεις εγκαίρως τα περιττά και περνοδιαβαίνοντας τους αμμόλοφους να συλλαμβάνεις “το νόημα”: “Μπορεί κανείς να κρατήσει στην αντίληψή του όλους τους ανθρώπους του παρελθόντος και του παρόντος; Αναρωτιόταν επιπλέον μήπως το να το κάνεις αυτό ήταν, κατά κάποιο απίθανο ενδεχόμενο, ο σκοπός- για ποιον τελικό λόγο δεν είχε ιδέα. Όχι ότι η ζωή χρειαζόταν σκοπό. Αλλά έπιανε τον εαυτό της να αρχίζει να κλίνει προς το να εξετάσει τελικά το ενδεχόμενο να υπάρχει. Σκοπός. Οποιοσδήποτε σκοπός. Τα βιβλία πρέπει να ξέρουν κάτι”.
Ενδεχομένως και γι' αυτό από πάντα ο Μέιτρι και η Λου να διάβαζαν σαν μανιακοί. Όπως διαβάζουν και πριν απ' το τέλος. Μαστορεύουν ράφια και μπαλώνουν τις τρύπες στην καλύβα, διαβάζουν βιβλία ο ένας στον άλλον και ατενίζουν τ' αστέρια στον ουρανό και τον ωκεανό, περπατούν χωρίς σκέψεις βαρύγδουπες στους αμμόλοφους μέχρι το τέλος.
Ο επίλογος, θα γραφτεί “φυσικά”, με στοργή, έξω στην ανοιχτή φύση, κάτω απ' τα αστέρια. Διότι παρά τα “υπέρτατα ερωτήματα” και τα “υπαρξιακά μυστικά”, μοιάζει η Λου να έχει αποδεχθεί ότι “οι πάπιες δεν μπορούν να πετάξουν, απλώς κάνουν τεράστια άλματα”. Και πως, όλα μπορεί και να είναι όπως πολύ νεαρή είχε υποπτευθεί, όταν του ζητούσε να υποκριθούν τους γέρους. “Ότι είναι όλα ένα μεγάλο αστείο”. Και “ότι μπορείς να πεθάνεις από τα γέλια”. Αφού “θα πεθάνεις έτσι ή αλλιώς”.
Ζωές ανθρώπων στους αμμόλοφους, λοιπόν, σαν παγανιστική τελετή, χορευτική τελετουργία. Με τη φύση πανταχού παρούσα να θεραπεύει, να καθορίζει αποκαλυπτική, να κάνει το νόημα τόσο απτό κι απλό, σε ένα βαθύτατα υπαρξιακό, ποιητικό, ατμοσφαιρικό, μυθιστόρημα.
Με αξιολάτρευτους ήρωες. Είτε για την τεράστια και ελεήμονα Λου μιλάμε, είτε για τον Μέιτρι που αναζητά στη ζωή ό,τι στο ποίημα: τον αιώνιο έρωτα που ξαναβρίσκει στα άστρα και στην αγάπη.
Ας μην ξεχνάμε άλλωστε ότι “η αγάπη που διαρκεί είναι μια πράξη θέλησης”. Και πώς όλα, και τα πιο δύσκολα “είναι μέρος της ζωής”, όπως κάποτε εκείνο το ναυάγιο που ανήμπορος παρακολούθησε παιδί ο Μέιτρι. Μπορεί όλα να κρύβονταν σε εκείνο το παλιό βιβλίο των Μάγια:
“Τα πρώτα όντα απηύθυναν ευχαριστίες στους θεούς:
Αληθινά τώρα, διπλές ευχαριστίες, τριπλές ευχαριστείς
που σχημαστήκαμε. Μας δόθηκαν
τα στόματά μας, τα πρόσωπά μας.
Μιλάμε, ακούμε, αναρωτιόμαστε,
κινούμαστε... κάτω από τον ουρανό”.
Μπορώ να βλέπω το πρόσωπό Σου κάτω από τον ουρανό, “το πρόσωπό σου που κρατώ μες στην ψυχή μου”, λίγο είναι; Μια ερωτική ιστορία με θείο έρωτα ζωής και για την ζωή την ίδια, σχεδόν θεολογικής σημασίας.
ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ-
ΕΡΓΑ ΤΗΣ:
Η Annie Dillard έχει γράψει έντεκα βιβλία, ανάμεσά τους και τα απομνημονεύματα των γονιών της, “ An American Childhood”, το έπος των πιονιέρων των βορειοδυτικών πολιτειών “The Living”.
Και το μη μυθιστορηματικό αφηγηματικό έργο “Pilgrim at Tinker Creek”.
Κοινωνική αλλά συνάμα αναχωρήτρια, είναι μέλος της Αμερικανικής Ακαδημίας Τεχνών και Γραμμάτων.
ΥΓ. Δημοσιεύτηκε στο 'Εθνος της Κυριακής (27/9/2009)
άλεφ- ελένη γκίκα
26/9/09
Τα εύθραυστα εκείνα που αντέχουν στον χρόνο...
Συγχώρείστε με για τούτη δω την κίνηση. Από την πρώτη στιγμή που ξεκινήσαμε το Golem με τον Moha, είχαμε πει ότι το Golem αποκτά με σας ανάσσα! Δίχως σχόλια και χωρίς την αγάπη σας, ένα άψυχο ομοίωμα στο τραπέζι με τα ροκανίδια. Ο μαραγκός του, άχρηστος. Πραγματικά, έτσι ήταν. Διότι με το Golem έκανα φίλους. Ξαναβρέθηκα με τον Moha, μπήκε η Νεφέλη στη ζωή μου. Διάβασα βιβλία που θα μου είχαν διαφύγει αλλιώτικα. Περάσαμε νύχτες και μέρες και μεσημέρια δύσκολα, συζητώντας. Μαζί σας έφυγε το "μαύρο" κι ούτε κατάλαβα το γκρι πώς πέρασε.
Υπάρχουν, όμως, κάποιες εποχές που επιθυμείς ολότελα "να ανήκεις"! Ολοκληρωτικά να δίνεσαι σε αγαπημένους, ντρέπεσαι αλλιώς, δεν το αντέχεις. Μπορεί και να το έχεις ανάγκη, όσο υπάρχει ακόμα καιρός. Κι όσο σου επιτρέπεται.
Για κάποιο διάστημα, μπορεί να μου περάσει γρήγορα, το μόνο που επιθυμώ είναι να παραμείνω κόρη, όσο γίνεται! Οσο μου το επιτρέπει ο Θεός και ο καιρός.
Η επικοινωνία μας, θα συνεχιστεί, είμαι σίγουρη. Και σε επίπεδα ανώτερα τώρα μάλιστα. Αρκεί να σκεφτεί ο ένας τον άλλον, το ξέρουμε δα, υπάρχει τρόπος ο άλλος να το αιστανθεί. Σαν τον "Παράξενο Τζων" του Στάμπλετον, για κάποιο διάστημα αξίζει να περάσουμε σε ανώτερα επίπεδα επικοινωνίας. Για ν' αγκαλιάσω τα γονικά μου όσο πιο σφιχτά γίνεται. Να ξαναγίνω η κόρη του μπαμπά μου. Να πάω βόλτες στη θάλασσα και σινεμά με τη μαμά μου, για να ανταλλάξουμε, σαν καλές συμμαθήτριες, κολλιέδες. Να θυμηθώ να τους τα πω εκείνα που τους στέρησα. Οσο είναι καιρός, να γίνω όσο με παίρνει ακόμα κόρη...
Στο μεταξύ, θα σας διαβάζω και θα διαβάζω και θα τα λέμε έτσι εμείς, όπως καλά το ξέρουμε: με δανεικές κουβέντες αλλά και με τα δικά μας τα πιο ειλικρινή μας λόγια.
Εδώ θα είμαι, κι εσείς εδώ, και σας αισθάνομαι. Εξάλλου έτσι είμαι εγώ, βράχος, πέτρα, μήπως φεύγω και ποτέ μου?
Και θα ανεβάζω ποστ, όσο πιο συχνά μου επιτρέπεται.
Μη με ξεχνάτε, ναι?
Να μ' αγαπάτε. Και θα το νοιώθω.
Αυτά για να απολογηθώ για τα σχόλια. Αλλά έρχεται ώρα που η ζωή μας έχει αξιώσεις. Χαρούμενη- να είστε σίγουροι-, περνώ τώρα κι αυτό τον δρόμο. Για ό,τι αξίζει. Γι' αυτούς που αξίζει. Και για όσα "σ' αγαπώ" δεν τους είπα και λέω να τα προλάβω όσο γίνεται.
Σμουτς πολλά,
η άλεφ σας, πάντα,
και για πάντα!
ΥΓ1. Και να το ξέρετε, η σιωπή λέει τα πιο σημαντικά.
ΥΓ2. Μικρή εξομολόγηση για τα κομμένα σχόλια. Και για να σας πω "ευχαριστώ" για όσα είπαμε και ζήσαμε, αλλά και θα πούμε και θα ζήσουμε, με άλλον τρόπο, τον ίδιο τρόπο... Πάντοτε εμπιστευόμουνα τον χρόνο...
Υπάρχουν, όμως, κάποιες εποχές που επιθυμείς ολότελα "να ανήκεις"! Ολοκληρωτικά να δίνεσαι σε αγαπημένους, ντρέπεσαι αλλιώς, δεν το αντέχεις. Μπορεί και να το έχεις ανάγκη, όσο υπάρχει ακόμα καιρός. Κι όσο σου επιτρέπεται.
Για κάποιο διάστημα, μπορεί να μου περάσει γρήγορα, το μόνο που επιθυμώ είναι να παραμείνω κόρη, όσο γίνεται! Οσο μου το επιτρέπει ο Θεός και ο καιρός.
Η επικοινωνία μας, θα συνεχιστεί, είμαι σίγουρη. Και σε επίπεδα ανώτερα τώρα μάλιστα. Αρκεί να σκεφτεί ο ένας τον άλλον, το ξέρουμε δα, υπάρχει τρόπος ο άλλος να το αιστανθεί. Σαν τον "Παράξενο Τζων" του Στάμπλετον, για κάποιο διάστημα αξίζει να περάσουμε σε ανώτερα επίπεδα επικοινωνίας. Για ν' αγκαλιάσω τα γονικά μου όσο πιο σφιχτά γίνεται. Να ξαναγίνω η κόρη του μπαμπά μου. Να πάω βόλτες στη θάλασσα και σινεμά με τη μαμά μου, για να ανταλλάξουμε, σαν καλές συμμαθήτριες, κολλιέδες. Να θυμηθώ να τους τα πω εκείνα που τους στέρησα. Οσο είναι καιρός, να γίνω όσο με παίρνει ακόμα κόρη...
Στο μεταξύ, θα σας διαβάζω και θα διαβάζω και θα τα λέμε έτσι εμείς, όπως καλά το ξέρουμε: με δανεικές κουβέντες αλλά και με τα δικά μας τα πιο ειλικρινή μας λόγια.
Εδώ θα είμαι, κι εσείς εδώ, και σας αισθάνομαι. Εξάλλου έτσι είμαι εγώ, βράχος, πέτρα, μήπως φεύγω και ποτέ μου?
Και θα ανεβάζω ποστ, όσο πιο συχνά μου επιτρέπεται.
Μη με ξεχνάτε, ναι?
Να μ' αγαπάτε. Και θα το νοιώθω.
Αυτά για να απολογηθώ για τα σχόλια. Αλλά έρχεται ώρα που η ζωή μας έχει αξιώσεις. Χαρούμενη- να είστε σίγουροι-, περνώ τώρα κι αυτό τον δρόμο. Για ό,τι αξίζει. Γι' αυτούς που αξίζει. Και για όσα "σ' αγαπώ" δεν τους είπα και λέω να τα προλάβω όσο γίνεται.
Σμουτς πολλά,
η άλεφ σας, πάντα,
και για πάντα!
ΥΓ1. Και να το ξέρετε, η σιωπή λέει τα πιο σημαντικά.
ΥΓ2. Μικρή εξομολόγηση για τα κομμένα σχόλια. Και για να σας πω "ευχαριστώ" για όσα είπαμε και ζήσαμε, αλλά και θα πούμε και θα ζήσουμε, με άλλον τρόπο, τον ίδιο τρόπο... Πάντοτε εμπιστευόμουνα τον χρόνο...
22/9/09
Δεν είναι ακριβώς αυτό που νομίζετε (οι χαμένες ημέρες)
“ΨΗΛΑ ΠΑΝΩ ΑΠΟ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ” του Πωλ Μπόουλς. Μετάφραση: Χίλντα Παπαδημητρίου. Εκδ. “Απόπειρα”, σελ. 243, € 16
Σε συνέντευξή του είχε πει “Πάντα ήθελα να πάω όσο πιο μακριά μπορούσα από τον τόπο που γεννήθηκα”.
Και το έκανε, φυσικά. Εγκαταλείποντας πίσω του τη Αμερική, την δουλειά του συνθέτη, συνδέοντας τη ζωή και τα έργα του με την Ταγγέρη. Στο Μαρόκο, το ζεύγος Μπόουλς, θα επιλέξει να κάνει “στάση ζωής”.
Οι περισσότεροι το γνωρίζουμε από το “Τσάι στη Σαχάρα”. Στην μεγάλη οθόνη αλλά και στο πρώτο του μυθιστόρημα που τον έκανε διάσημο. Αυτοβιογραφικό, εν μέρει. Ένα ζευγάρι Αμερικανών ταξιδιωτών, φορτωμένοι με τα μπαγκάζια τους, ξεκινάνε και “όπου τους βγάλει”.
Μοτίβο που επαναλαμβάνει ο Μπόουλς και στο μυθιστόρημά του “Ψηλά πάνω από τον κόσμο”:
“Δε νομίζω ότι θα μπορούσε να μας πει κανείς τουρίστες”, είπε η κυρία Σλέιντ. “Πηγαίνουμε όπου μας αρέσει, όποτε μας αρέσει. Είναι ο μόνος τρόπος για να δει κανείς μια χώρα. Ο ομαδικός τουρισμός είναι εξευτελιστικός. Η ουσία του ταξιδιού είναι να νιώθεις ελεύθερος. 'Οχι να πρέπει να κάνεις κρατήσεις από νωρίτερα”.
Το μυθιστόρημα γράφτηκε το 1966 και κυκλοφόρησε στη γλώσσα μας από τις εκδόσεις “Απόπειρα”, πρόσφατα.
Και εδώ, ένα τυπικό ζευγάρι αμερικανών τουριστών, ταξιδεύει. Ο γιατρός Σλέιντ και η νεαρή γυναίκα του Ντέυ. Αλλά δεδομένου του γεγονότος ότι ένα ταξίδι είναι πάντοτε μια περιπέτεια, και τίποτε και ποτέ “Δεν είναι ακριβώς αυτό που νομίζετε”- φράση κλειδί τελικά και της ιστορίας- η κυρία Ρέινμαντλ, μια ηλικιωμένη κυρία που τους έχει κολλήσει τσιμπούρι στο ταξίδι, θα αποτελέσει την αρχή του τρόμου. Καναδέζα, μόνιμη κάτοικος Λονδίνου, που ερχόταν τακτικά στη χώρα για να δει τον γιο της. Θα την εγκαταλείψουν στο ξενοδοχείο, φεύγοντας σαν τους κλέφτες, το πρωί που κοιμάται.
Κι όταν θα φτάσουν πια στον προορισμό τους, ο γιατρός Σλέιν με δέος και τύψεις από τοπική εφημερίδα θα πληροφορηθεί για την πυρκαγιά που ξέσπασε στο ξενοδοχείο, κάνοντας στάχτη την... ενοχλητική γριούλα.
Στο μεταξύ θα γνωρίσουν και ένα μυστηριώδη γοητευτικό νεαρό, ο οποίος θα τους φιλοξενήσει στο αλλόκοτο σπίτι του. Κατά την διάρκεια αυτής της φιλοξενίας, μια σειρά από παράξενα γεγονότα θ' αρχίσουν να τους συμβαίνουν αλυσιδωτά: πέτρες που ζωντανεύουν και βρίσκονται σε διαρκή... αναμονή. Περίεργες ασθένειες με ψευδαισθήσεις και κενά μνήμης.
Κάθε φορά, φαίνεται ότι τους φροντίζουν στοργικά, ο γοητευτικός οικοδεσπότης τους και η όμορφη ερωμένη του. Το ζευγάρι θ' αναγκαστεί να αποκτήσει μια δεύτερη, κρυφή ζωή: “Ήταν σαφές ότι είχε κι αυτός κενό στη μνήμη του' δεν μπορούσε να θυμηθεί τίποτα απ' όσα είχαν συμβεί μετά τις πρώτε δυο τρεις ημέρες από τον απόπλου του πλοίου τους από το Σαν Φρανσίσκο. Αλλά δεν σκόπευε να το παραδεχτεί στην Ντέυ' θα της στερούσε την υποστήριξη που χρειαζόταν πάρα πολύ αυτήν την ώρα. Επιπλέον, ήταν σίγουρος ότι θα μπορούσαν και οι δυο μαζί να συναρμολογήσουν τα ετερόκλητα κομμάτια. Κάθε μέρα, πότε ο ένας και πότε ο άλλος θα πρόσθεταν κι άλλες λεπτομέρειες, μέχρι να αποκτήσουν και οι δυο μια πλήρη εικόνα”.
“Αυτό που με απασχολεί περισσότερο αυτήν τη στιγμή είναι να ξαναβρώ τις χαμένες ημέρες”, είπε ο δρ Σλέιντ.
“Θα τα ξαναθυμηθεί όλα, με κάθε λεπτομέρεια”. Ο Γκροβ...
Αλλά “οι χαμένες ημέρες” της διαμονής τους στο Πουέρτο Φαρόλ, μοιάζουν να να έχουν διαλυθεί οριστικά στις ρωγμές της πρόσφατης μνήμης.
Και παρά τα τσιτάτα του στυλ “Σ' αυτή τη χώρα, λένε ότι όποιος δίνει συμβουλή που δεν του έχουν ζητήσει είναι σαν να βγάνει πολιτικό λόγο. Κανείς δεν τον ακούει, ούτε στη μια ούτε στην άλλην περίπτωση” Και “Λοιπόν, εγώ είμαι σίγουρη ότι δεν θα ευτυχίσεις ποτέ, μέχρι να κάνεις αυτό που ξέρεις ότι είναι το σωστό. Αυτό είναι το νόημα της ζωής άλλωστε”, το νόημα για τη ζωή του καθενός, θα σταθεί άλλο. Και ο καθένας, ο μεγάλος άγνωστος, ενδεχομένως και απειλητικός εχθρός, για τον άλλον.
Ατμόσφαιρα γοτθικού τρόμου, ερωτεύσιμοι χαρακτήρες, ιδιαίτερα εκείνοι οι πιο... σκοτεινοί, ανθρώπινες σχέσεις στα όρια, η ηθική σε εκείνους τους μακρινούς άλλους πολιτισμούς τόσο πολύ ακατανόητη για τον μέσο αμερικάνο. Το ανθρώπινο σκοτάδι και οι τρομακτικές εξωτερικές δυνάμεις: του τόπου, της αλλόκοτης φιέστας, της χρονικής- τελικά- συγκυρίας. Όλοι μας μπορεί κάποια στιγμή να βρεθούμε εκεί, ακριβώς, όπου δεν πρέπει! Μια γοητευτική ιστορία από έναν στυλίστα της γραφής που τον αποδεχόμαστε πάνω απ' όλα για τα διηγήματα: Ανυπέρβλητα τα “Ο Σκορπιός και άλλα διηγήματα” και “Εκατό καμήλες στην αυλή” (κυκλοφορούν, επίσης, από εκδόσεις “Απόπειρα”).
ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ-
ΠΟΙΟΣ ΕΙΝΑΙ:
Ο Πωλ Μπόουλς (1910- 1999) ξεκίνησε στα τέλη της δεκαετίας του 1920 γράφοντας ποίηση, συνέχισε τη δεκαετία του 1930 συνθέτοντας μουσική και τη δεκαετία του 1940 μεταπήδησε στον πεζό λόγο.
Η έκδοση το 1949 του πρώτου του μυθιστορήματος “Τσάι στη Σαχάρα” τού χάρισε μεγάλη φήμη και η συγγραφική του δραστηριότητα επισκίασε όλες τις άλλες.
Την επόμενη εικοσαετία ο Μπόουλς έγραψε τρία ακόμη μυθιστορήματα, “Καλώς να πέσει” (1952),
“The Spider's House” (1955) και
“Ψηλά πάνω από τον κόσμο” (1966).
Στη συνέχεια, αφιερώθηκε στα διηγήματα, τις μεταφράσεις και τα ταξιδιωτικά κομμάτια.
Στο έργο του χαρτογραφεί τη σύγκρουση ανάμεσα στον “πολιτισμένο” Δυτικό και τις κοινωνίες που επισκέπτεται, τις οποίες δεν θα μπορέσει ποτέ του ν καταλάβει.
Σε συνέντευξή του είχε πει “Πάντα ήθελα να πάω όσο πιο μακριά μπορούσα από τον τόπο που γεννήθηκα”.
Και το έκανε, φυσικά. Εγκαταλείποντας πίσω του τη Αμερική, την δουλειά του συνθέτη, συνδέοντας τη ζωή και τα έργα του με την Ταγγέρη. Στο Μαρόκο, το ζεύγος Μπόουλς, θα επιλέξει να κάνει “στάση ζωής”.
Οι περισσότεροι το γνωρίζουμε από το “Τσάι στη Σαχάρα”. Στην μεγάλη οθόνη αλλά και στο πρώτο του μυθιστόρημα που τον έκανε διάσημο. Αυτοβιογραφικό, εν μέρει. Ένα ζευγάρι Αμερικανών ταξιδιωτών, φορτωμένοι με τα μπαγκάζια τους, ξεκινάνε και “όπου τους βγάλει”.
Μοτίβο που επαναλαμβάνει ο Μπόουλς και στο μυθιστόρημά του “Ψηλά πάνω από τον κόσμο”:
“Δε νομίζω ότι θα μπορούσε να μας πει κανείς τουρίστες”, είπε η κυρία Σλέιντ. “Πηγαίνουμε όπου μας αρέσει, όποτε μας αρέσει. Είναι ο μόνος τρόπος για να δει κανείς μια χώρα. Ο ομαδικός τουρισμός είναι εξευτελιστικός. Η ουσία του ταξιδιού είναι να νιώθεις ελεύθερος. 'Οχι να πρέπει να κάνεις κρατήσεις από νωρίτερα”.
Το μυθιστόρημα γράφτηκε το 1966 και κυκλοφόρησε στη γλώσσα μας από τις εκδόσεις “Απόπειρα”, πρόσφατα.
Και εδώ, ένα τυπικό ζευγάρι αμερικανών τουριστών, ταξιδεύει. Ο γιατρός Σλέιντ και η νεαρή γυναίκα του Ντέυ. Αλλά δεδομένου του γεγονότος ότι ένα ταξίδι είναι πάντοτε μια περιπέτεια, και τίποτε και ποτέ “Δεν είναι ακριβώς αυτό που νομίζετε”- φράση κλειδί τελικά και της ιστορίας- η κυρία Ρέινμαντλ, μια ηλικιωμένη κυρία που τους έχει κολλήσει τσιμπούρι στο ταξίδι, θα αποτελέσει την αρχή του τρόμου. Καναδέζα, μόνιμη κάτοικος Λονδίνου, που ερχόταν τακτικά στη χώρα για να δει τον γιο της. Θα την εγκαταλείψουν στο ξενοδοχείο, φεύγοντας σαν τους κλέφτες, το πρωί που κοιμάται.
Κι όταν θα φτάσουν πια στον προορισμό τους, ο γιατρός Σλέιν με δέος και τύψεις από τοπική εφημερίδα θα πληροφορηθεί για την πυρκαγιά που ξέσπασε στο ξενοδοχείο, κάνοντας στάχτη την... ενοχλητική γριούλα.
Στο μεταξύ θα γνωρίσουν και ένα μυστηριώδη γοητευτικό νεαρό, ο οποίος θα τους φιλοξενήσει στο αλλόκοτο σπίτι του. Κατά την διάρκεια αυτής της φιλοξενίας, μια σειρά από παράξενα γεγονότα θ' αρχίσουν να τους συμβαίνουν αλυσιδωτά: πέτρες που ζωντανεύουν και βρίσκονται σε διαρκή... αναμονή. Περίεργες ασθένειες με ψευδαισθήσεις και κενά μνήμης.
Κάθε φορά, φαίνεται ότι τους φροντίζουν στοργικά, ο γοητευτικός οικοδεσπότης τους και η όμορφη ερωμένη του. Το ζευγάρι θ' αναγκαστεί να αποκτήσει μια δεύτερη, κρυφή ζωή: “Ήταν σαφές ότι είχε κι αυτός κενό στη μνήμη του' δεν μπορούσε να θυμηθεί τίποτα απ' όσα είχαν συμβεί μετά τις πρώτε δυο τρεις ημέρες από τον απόπλου του πλοίου τους από το Σαν Φρανσίσκο. Αλλά δεν σκόπευε να το παραδεχτεί στην Ντέυ' θα της στερούσε την υποστήριξη που χρειαζόταν πάρα πολύ αυτήν την ώρα. Επιπλέον, ήταν σίγουρος ότι θα μπορούσαν και οι δυο μαζί να συναρμολογήσουν τα ετερόκλητα κομμάτια. Κάθε μέρα, πότε ο ένας και πότε ο άλλος θα πρόσθεταν κι άλλες λεπτομέρειες, μέχρι να αποκτήσουν και οι δυο μια πλήρη εικόνα”.
“Αυτό που με απασχολεί περισσότερο αυτήν τη στιγμή είναι να ξαναβρώ τις χαμένες ημέρες”, είπε ο δρ Σλέιντ.
“Θα τα ξαναθυμηθεί όλα, με κάθε λεπτομέρεια”. Ο Γκροβ...
Αλλά “οι χαμένες ημέρες” της διαμονής τους στο Πουέρτο Φαρόλ, μοιάζουν να να έχουν διαλυθεί οριστικά στις ρωγμές της πρόσφατης μνήμης.
Και παρά τα τσιτάτα του στυλ “Σ' αυτή τη χώρα, λένε ότι όποιος δίνει συμβουλή που δεν του έχουν ζητήσει είναι σαν να βγάνει πολιτικό λόγο. Κανείς δεν τον ακούει, ούτε στη μια ούτε στην άλλην περίπτωση” Και “Λοιπόν, εγώ είμαι σίγουρη ότι δεν θα ευτυχίσεις ποτέ, μέχρι να κάνεις αυτό που ξέρεις ότι είναι το σωστό. Αυτό είναι το νόημα της ζωής άλλωστε”, το νόημα για τη ζωή του καθενός, θα σταθεί άλλο. Και ο καθένας, ο μεγάλος άγνωστος, ενδεχομένως και απειλητικός εχθρός, για τον άλλον.
Ατμόσφαιρα γοτθικού τρόμου, ερωτεύσιμοι χαρακτήρες, ιδιαίτερα εκείνοι οι πιο... σκοτεινοί, ανθρώπινες σχέσεις στα όρια, η ηθική σε εκείνους τους μακρινούς άλλους πολιτισμούς τόσο πολύ ακατανόητη για τον μέσο αμερικάνο. Το ανθρώπινο σκοτάδι και οι τρομακτικές εξωτερικές δυνάμεις: του τόπου, της αλλόκοτης φιέστας, της χρονικής- τελικά- συγκυρίας. Όλοι μας μπορεί κάποια στιγμή να βρεθούμε εκεί, ακριβώς, όπου δεν πρέπει! Μια γοητευτική ιστορία από έναν στυλίστα της γραφής που τον αποδεχόμαστε πάνω απ' όλα για τα διηγήματα: Ανυπέρβλητα τα “Ο Σκορπιός και άλλα διηγήματα” και “Εκατό καμήλες στην αυλή” (κυκλοφορούν, επίσης, από εκδόσεις “Απόπειρα”).
ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ-
ΠΟΙΟΣ ΕΙΝΑΙ:
Ο Πωλ Μπόουλς (1910- 1999) ξεκίνησε στα τέλη της δεκαετίας του 1920 γράφοντας ποίηση, συνέχισε τη δεκαετία του 1930 συνθέτοντας μουσική και τη δεκαετία του 1940 μεταπήδησε στον πεζό λόγο.
Η έκδοση το 1949 του πρώτου του μυθιστορήματος “Τσάι στη Σαχάρα” τού χάρισε μεγάλη φήμη και η συγγραφική του δραστηριότητα επισκίασε όλες τις άλλες.
Την επόμενη εικοσαετία ο Μπόουλς έγραψε τρία ακόμη μυθιστορήματα, “Καλώς να πέσει” (1952),
“The Spider's House” (1955) και
“Ψηλά πάνω από τον κόσμο” (1966).
Στη συνέχεια, αφιερώθηκε στα διηγήματα, τις μεταφράσεις και τα ταξιδιωτικά κομμάτια.
Στο έργο του χαρτογραφεί τη σύγκρουση ανάμεσα στον “πολιτισμένο” Δυτικό και τις κοινωνίες που επισκέπτεται, τις οποίες δεν θα μπορέσει ποτέ του ν καταλάβει.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)