1/10/09

Η δική μας αινιγματική, βαμπ και βαμπίρ “Μαύρη Ντάλια”

Εμείς ο καμβάς αλλά και το νυστέρι εμείς! Πινέλο... ο χρόνος ίσως?

“Ο δολοφόνος έπρεπε να κάνει το θάνατό της ασυνήθιστο και εντυπωσιακό και στο σχεδιασμό και στην εκτέλεση. Στο ρόλο του ως σουρεαλιστή καλλιτέχνη αποφάσισε το έργο του να είναι ένα μακάβριο αριστούργημα, ένα έγκλημα τόσο συγκλονιστικό και φρικτό, που θα έμενε, θα απαθανατιζόταν μέσα από τα χρονικά της εγκληματολογικής παράδοσης. Ως εκδικητής θα χρησιμοποιούσε το σώμα της σαν καμβά και το χειρουργικό νυστέρι του σαν πινέλο”. Και τον έκανε.
Δηλαδή, έκανε το μακάβριο αριστούργημά του μετά θάνατον ερωτεύσιμο και αλησμόνητο, ποιος δεν γνωρίζει αφ' ότου δολοφονήθηκε την “Μαύρη Ντάλια”;
Ο Τζέιμς Ελρόυ την έκανε μυθιστόρημα. Ο Ντε Πάλμα, ταινία. Αλλά την μέγιστη, σχεδόν λαγνική σχέση με την “υπόθεση” την είχε έτη και έτη ο Στιβ Χόντελ. Ιδιωτικός ντετέκτιβ που εργάστηκε πάνω από είκοσι χρόνια στο Τμήμα Ανθρωποκτονιών του Λος Άντζελες.
Αλλά η 22χρονη Ελίζαμπεθ Σορτ από την Μασαχουσέτη που δολοφονήθηκε στο Λος 'Αντζελες τον Ιανουάριο του 1947, του έγινε έμμονη ιδέα. Όπως αποδεικνύεται στο 655 σελίδων βιβλίο του “Ο εκδικητής της Μαύρης Ντάλιας” (Πατάκη). Ο δολοφόνος της, αποδεικνύει και ισχυρίζεται, ήταν ο ίδιος του ο πατέρας. Πρώην αξιωματικός, γνωστός ψυχίατρος, μυστηριώδης και γοητευτικός διανοούμενος, υπήρξε κατά τον συγγραφέα – υιό, και ένας κατά συρροή δολοφόνος!
Για να το αποδείξει, σπατάλησε μετά τον θάνατο του πατρός, μια ζωή. Συλλέγοντας φωτογραφίες και μαρτυρίες. Ψηφίδες από τα παιδικά χρόνια για να ολοκληρώσει το παζλ ενός αινιγματικού και ασύλληπτου κτήνους. Αλλά και ο Ελρόυ, από την προσωπική του μυθολογία ασχολήθηκε με την υπόθεση “Μαύρη Ντάλια”. Ήταν δέκα χρονών όταν η μητέρα του δολοφονήθηκε στις 22 Ιουνίου το 1958. Ανεξιχνίαστη και ατιμώρητη δολοφονία. Κατά συνέπεια και για κείνον ήταν σα να γνώριζε ήδη από τότε, με τον δικό του απόλυτα επώδυνο βιωματικό τρόπο, της ζωής του την “Μαύρη Ντάλια”.
Ο Στιβ Χόντελ, αργοπόρησε κάπως να την γνωρίσει. Την ημέρα που πέθανε ο πατέρας. Όταν στο φωτογραφικό άλμπουμ που η μητριά του, παρακούοντας τις εντολές του εκλιπόντος δεν έκαψε, ανακάλυπτε την γυναίκα του, παλιά ερωμένη του πατέρα, και φωτογραφία νεαρής που όλα έδειχναν πως ήταν η Μαύρη Ντάλια.
Υπόθεση πατρός για τον ένα και μητρός για τον άλλον η Μαύρη Ντάλια. Και το βιβλίο της ζωής τους.
Όπως προσωπική μας υπόθεση είναι, εν γένει, η Τέχνη και εν μέρει η Λογοτεχνία. Με το χέρι στη φωτιά, συνήθως γράφουμε. Ακόμα και όταν αυτό δεν το αντιλαμβάνεται κανένας.

ΥΓ. Κατ' αρχάς θα πρέπει να σας πω ότι λατρεύω τις ντάλιες! Θυμάμαι την πίσω παλιά χωμάτινη αυλή γεμάτη κόκκινες, άσπρες, μπορντό, πορτοκαλιές και ό,τι χρώμα βάλει ο νους σας ντάλιες! Η μαμά μου έχει πάθος με τα λουλούδια, και μετά τις αρχικές κόντρες για το δικό μου... κακτικό πάθος, μεγαλώνοντας μοιραζόμαστε και συμμεριζόμαστε πια τα ίδια (ε ναι! Ντάλιες και ορτανσίες και τριανταφυλλιές και κρεμαστές γαριφαλιές και γιασεμιά και ζουμπούλια εκείνη, κάκτους εγώ! Με κάτι αγκάθια, να!) Βέβαια, τώρα, όχι ότι απαρνήθηκα τους κάκτους, αλλά αγάπησα μετά πάθους ντάλιες, βιολέτες, πασχαλιές και ζουμπούλια. Και τριανταφυλλιές (σε όλες τις εκδοχές: καρφίτσα τριαντάφυλλο με μαύρα κοράλλια, δαχτυλίδι τριαντάφυλλο με πλατίνα και μαργαριτάρια, τριανταφυλλάκια από ύφασμα, από δέρμα, από κρύσταλλο, από κόκκαλο... ως και ένα... χρυσό, ε ναι, μου το χάρισαν και σώθηκε ένεκα άνθους!)
Αλλά με την “Μαύρη Ντάλια” έπαθα... νταλίτιδα λέμε φέτος το Καλοκαίρι! Καλά, την είχα διαβάσει την κλασική (Έλρόυ), του... μπάτσου όμως, παρά το μεγαλειώδες εξώφυλλο θυμάμαι την είχα σνομπάρει! (την χάρισα στη Λένα, άλτερ έγκο μου σε μια ομάδα βιβλίου πια παρελθόν). Την τρικλοποδιά ντάλα Αύγουστο μου την έβαλε ο Ντε Πάλμα (ε ναι, λατρεύω Ταρκόφσκι, Μπέργκμαν, Τρυφώ αλλά μ' αρέσει και ο... Γκοντάρ και ο Ντε Πάλμα! Άβυσσος, ξέρω, άβυσσος ναι, αλλά στα αντίθετά του στηρίζεται σύμπαν και... μικροσύμπαν!)
Διακοπές λοιπόν, ντάλα Αύγουστος λέμε, στο φουλ το κλιματιστικό, και ξαπλωμένη σε πολυθρόνα- ημιανάκλιντρο (της έχω προσθέσει σκαμπό), πάνω από κατακόκκινους δερβίσηδες (ριχτάρια από Καππαδοκία σε κόκκινο και μπλε παντού, πήξαμε φέτος στους δερβίσηδες λέμε, και σε... πιατάκια, πινακάκια, μαγνητάκια, μουσικό κουτί...) έβλεπα “Μαύρη Ντάλια”! Ε μετά πήραν και όλα τ' άλλα σειρά (χούι κακό! Έτσι κι αρχίσω, κάνω... αφιέρωμα σκηνοθέτη ή συγγραφέα, σα να του ψάχνω αχίλλειο πτέρνα και παρελθόν). Ξανά μανά Ελρόυ, και φυσικά και “Ο εκδικητής της Μαύρης Ντάλιας” (και τον αγόρασα παρακαλώ, τον... χαρισμένο τον χάρισα αλλά για όλα – δεν το είπαμε? - έρχεται η ώρα!)
Απολαυστική ώρα! Είχα, το ομολογώ, παθιαστεί!
Αλλά το νόημα το συνέλαβα όπως σε όλα, βραδυφλεγώς και, φυσικά, κατόπιν εορτής!
Φανταστείτε τώρα γιο, μετά από τον θάνατο του πατέρα, να αναλώνεται σε όοοολο το υπόλοιπο της ζωής για ν' αποδείξει ότι ο... αποδημήσας πατήρ είναι κατά συρροή δολοφόνος! (ε εντάξει και της Μαύρης Ντάλιας!) (διότι ναι, πιστεύω τελικά, ότι εδώ είναι το... σασπένς και το ζουμί! Ως περιστατικό, δηλαδή, θα έτριβαν τα χέρια τους όλοι οι ψυχαναλυτές του κόσμου!)
Αλλά μετά ξανασκέφτηκα ότι μήπως κάπως έτσι δεν κάνουμε τέχνη, ή τέλος πάντων ό,τι κάνουμε? Από άλυτους γρίφους, καημούς, εμμονές? Αν το καλοσκεφτούμε, δηλαδή, έχει ο καθένας μας, τελικά, μια δική του, παλιά, κρυμμένη, ανεξιχνίαστη και βασανιστική, αεί υπάρχουσα ως βαμπίρ εξωτικόν και αινιγματικόν, Μαύρη Ντάλια! Ακόμα κι αν ζήσει μια ζωή χωρίς καθόλου να το αντιληφθεί η αποδεχθεί.
Όοοοχι! Δεν θα σας μιλήσω, φυσικά, για την δική μου μαύρη Ντάλια! Για τη δική τους θα σας πω, τί λέω, ήδη σας είπα, ναι?
Για τα δικά μου, το μόνο που έχω να πω είναι ότι αυτή τη βδομάδα φυτέψαμε φρέζες και αγιοδημητριάτικα (ε ναι, σε όλα τα χρώματα, είπαμε, η μάδερ πες, ανθοκόμος! Τους μιλά, τους γελά, τους τραγουδά' και στη βεράντα μου μεγαλώνοντας έχω αρχίσει κι εγώ να κάνω το ίδιο).

Θα υπογράφω... Alef της μαμάς μου, ειδικά γι' αυτό εδώ.

28/9/09

Ας μην ξεχνάμε άλλωστε ότι “η αγάπη που διαρκεί είναι μια πράξη θέλησης”.

“OI MAYTREES” της Annie Dillard. Μετάφραση: Γιώργος Μπαρουξής. Εκδ. “Ίνδικτος”, σελ. 275, € 17.40

“Ίσως έχει διαπιστωθεί ότι δεν υπάρχει κανονική διαδρομή για να βγει κανείς από την αγάπη όπως υπάρχει για να μπει”. “Αν και γνώριζε πόσο έντονα θα της έλειπε οποιοδήποτε μπορεί να εξαφανιζόταν, δεν σκέφτηκε ποτέ να αγαπά λιγότερο”... Η Λού. Μια γυναίκα νεράιδα, ξωτικό, στο μυθιστόρημα της Annie Dillard “Oi Maytrees”.
Ο Τόμπι Μέιτρι την είδε για πρώτη φορά επάνω σε ένα ποδήλατο, στο μεταπολεμικό Προβινστάουν της Μασαχουσέτης. Αμέσως την ερωτεύτηκε, μαγνητισμένος απ' τη γαλήνη της. Για δεκατέσσερα χρόνια, ζούνε μαζί στους αμμόλοφους. Εκείνος γράφει ποιήματα, αυτή ζωγραφίζει, γεννά έναν γιο, τον Πίτι. Τους βοηθά η μποέμ φίλη της Ντίρι. Μέχρι που ο Τόμπι Μέιτρι θα ερωτευθεί και θα φύγει με την Ντίρι.
Θα ζήσουν άλλη ζωή, κτίζοντας σπίτια, συσσωρεύοντας αντικείμενα, πλούτη και μεταξωτές ρόμπες.
Η Λου, θα μείνει και τα συνεχίσει ακριβώς τα ίδια: βόλτες στους αμμόλοφους, τα καλοκαίρια της στην καλύβα. Τον πρώτο καιρό, θα πονά. Ήσυχα, θεωρώντας “τα δράματα, εσωτερικά και εξωτερικά, τουλάχιστον κακογουστιά”, σιγά- σιγά θα αρχίζει και να ξαναζωγραφίζει.
Μια ιστορία έρωτα και προδοσίας, θα μπορούσε κανείς να σκεφθεί, εάν η συγγραφέας δεν του έστηνε στην συνέχεια μια μικρή παγίδα. Σαν τις παγίδες που μας στήνει η ίδια ζωή, όταν αντικρίζουμε το τραύμα μας, ή τη ρωγμή, σε βάθος χρόνου. Τί είναι μια ιστορία απιστίας μπρος την αιωνιότητα, για μια γυναίκα – ξωτικό όπως η ηρωίδα στην ιστορία; Μέσα σε ένα μήνα η Λου είχε ήδη καταλάβει ότι “αν δεχόταν πως δεν είναι η ίδια το κέντρο του κόσμου, δεν υπήρχε αδικία ή προδοσία... Γιατί να προσβληθεί προσωπικά επειδή δυο άτομα ερωτεύτηκαν; Τί σημασία θα είχαν όλα αυτά μετά από διακόσια χρόνια;”
Και στο μυθιστόρημα, όντως, τα χρόνια περνούν και η Ντίρι πολύ βαριά αρρωσταίνει. Αλλά κι ο Μέιτρι, πηγαίνοντας την στο γιατρό, πέφτει και κατασπάζεται, χτυπά τόσο πολύ που έχει απόλυτη ανάγκη κι αυτός, όπως κι η Ντίρι, από φροντίδα.
Το τελευταίο που θα σκεφτόταν ένας άνθρωπος “λογικός” και “δυτικός” σε μια τέτοια περίπτωση θα ήταν η Λου! Κι όμως ήταν η Λου εκείνη που ανέλαβε την φροντίδα. Και δεν αισθανόμαστε καθόλου σαν τον κακό του σινεμά που βγαίνοντας αποκαλύπτει σε εκείνους που μπαίνουν τον δολοφόνο. Διότι σ' αυτή την ιστορία το πρωτεύον είναι η φύση, οι χαρακτήρες, η γλώσσα, το νόημα, η διαπίστωση, η αναζήτηση, ο θάνατος, η πικρή ή γλυκόπικρη σοφία.
Η ιστορία, λίγο έως πολύ, μέσα στη ζωή και τη λογοτεχνία, η ίδια: ένας αγάπησε μια και μετά την πρόδωσε και αγάπησε μιαν άλλη.
Το σπάνιο είναι η αγάπη των δυο να μη καταλαγιάζει ποτέ. Το σπανιότερο να νικά η αγάπη, το έλεος, η φιλία.
Το ακόμα σπανιότερο, αυτό που επιτυγχάνει η συγγραφέας: μια σπλαχνική αρχετυπική σύζευξη ζωής, ωραίους έρωτες κι ωραίους θανάτους. Το μωρό του Πίτι να μπουσουλά στο ρημαγμένο κορμί της ετοιμοθάνατης Ντίρι. Τα αστέρια να λάμπουν στον καλοκαιρινό ουρανό πάνω από το νεκροκρέβατο του Μέιτρι. Την ευλογία να ανακαλύπτεις εγκαίρως τα περιττά και περνοδιαβαίνοντας τους αμμόλοφους να συλλαμβάνεις “το νόημα”: “Μπορεί κανείς να κρατήσει στην αντίληψή του όλους τους ανθρώπους του παρελθόντος και του παρόντος; Αναρωτιόταν επιπλέον μήπως το να το κάνεις αυτό ήταν, κατά κάποιο απίθανο ενδεχόμενο, ο σκοπός- για ποιον τελικό λόγο δεν είχε ιδέα. Όχι ότι η ζωή χρειαζόταν σκοπό. Αλλά έπιανε τον εαυτό της να αρχίζει να κλίνει προς το να εξετάσει τελικά το ενδεχόμενο να υπάρχει. Σκοπός. Οποιοσδήποτε σκοπός. Τα βιβλία πρέπει να ξέρουν κάτι”.
Ενδεχομένως και γι' αυτό από πάντα ο Μέιτρι και η Λου να διάβαζαν σαν μανιακοί. Όπως διαβάζουν και πριν απ' το τέλος. Μαστορεύουν ράφια και μπαλώνουν τις τρύπες στην καλύβα, διαβάζουν βιβλία ο ένας στον άλλον και ατενίζουν τ' αστέρια στον ουρανό και τον ωκεανό, περπατούν χωρίς σκέψεις βαρύγδουπες στους αμμόλοφους μέχρι το τέλος.
Ο επίλογος, θα γραφτεί “φυσικά”, με στοργή, έξω στην ανοιχτή φύση, κάτω απ' τα αστέρια. Διότι παρά τα “υπέρτατα ερωτήματα” και τα “υπαρξιακά μυστικά”, μοιάζει η Λου να έχει αποδεχθεί ότι “οι πάπιες δεν μπορούν να πετάξουν, απλώς κάνουν τεράστια άλματα”. Και πως, όλα μπορεί και να είναι όπως πολύ νεαρή είχε υποπτευθεί, όταν του ζητούσε να υποκριθούν τους γέρους. “Ότι είναι όλα ένα μεγάλο αστείο”. Και “ότι μπορείς να πεθάνεις από τα γέλια”. Αφού “θα πεθάνεις έτσι ή αλλιώς”.
Ζωές ανθρώπων στους αμμόλοφους, λοιπόν, σαν παγανιστική τελετή, χορευτική τελετουργία. Με τη φύση πανταχού παρούσα να θεραπεύει, να καθορίζει αποκαλυπτική, να κάνει το νόημα τόσο απτό κι απλό, σε ένα βαθύτατα υπαρξιακό, ποιητικό, ατμοσφαιρικό, μυθιστόρημα.
Με αξιολάτρευτους ήρωες. Είτε για την τεράστια και ελεήμονα Λου μιλάμε, είτε για τον Μέιτρι που αναζητά στη ζωή ό,τι στο ποίημα: τον αιώνιο έρωτα που ξαναβρίσκει στα άστρα και στην αγάπη.
Ας μην ξεχνάμε άλλωστε ότι “η αγάπη που διαρκεί είναι μια πράξη θέλησης”. Και πώς όλα, και τα πιο δύσκολα “είναι μέρος της ζωής”, όπως κάποτε εκείνο το ναυάγιο που ανήμπορος παρακολούθησε παιδί ο Μέιτρι. Μπορεί όλα να κρύβονταν σε εκείνο το παλιό βιβλίο των Μάγια:
“Τα πρώτα όντα απηύθυναν ευχαριστίες στους θεούς:
Αληθινά τώρα, διπλές ευχαριστίες, τριπλές ευχαριστείς
που σχημαστήκαμε. Μας δόθηκαν
τα στόματά μας, τα πρόσωπά μας.
Μιλάμε, ακούμε, αναρωτιόμαστε,
κινούμαστε... κάτω από τον ουρανό”.
Μπορώ να βλέπω το πρόσωπό Σου κάτω από τον ουρανό, “το πρόσωπό σου που κρατώ μες στην ψυχή μου”, λίγο είναι; Μια ερωτική ιστορία με θείο έρωτα ζωής και για την ζωή την ίδια, σχεδόν θεολογικής σημασίας.

ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ-
ΕΡΓΑ ΤΗΣ:
Η Annie Dillard έχει γράψει έντεκα βιβλία, ανάμεσά τους και τα απομνημονεύματα των γονιών της, “ An American Childhood”, το έπος των πιονιέρων των βορειοδυτικών πολιτειών “The Living”.
Και το μη μυθιστορηματικό αφηγηματικό έργο “Pilgrim at Tinker Creek”.
Κοινωνική αλλά συνάμα αναχωρήτρια, είναι μέλος της Αμερικανικής Ακαδημίας Τεχνών και Γραμμάτων.

ΥΓ. Δημοσιεύτηκε στο 'Εθνος της Κυριακής (27/9/2009)
άλεφ- ελένη γκίκα

26/9/09

Τα εύθραυστα εκείνα που αντέχουν στον χρόνο...

Συγχώρείστε με για τούτη δω την κίνηση. Από την πρώτη στιγμή που ξεκινήσαμε το Golem με τον Moha, είχαμε πει ότι το Golem αποκτά με σας ανάσσα! Δίχως σχόλια και χωρίς την αγάπη σας, ένα άψυχο ομοίωμα στο τραπέζι με τα ροκανίδια. Ο μαραγκός του, άχρηστος. Πραγματικά, έτσι ήταν. Διότι με το Golem έκανα φίλους. Ξαναβρέθηκα με τον Moha, μπήκε η Νεφέλη στη ζωή μου. Διάβασα βιβλία που θα μου είχαν διαφύγει αλλιώτικα. Περάσαμε νύχτες και μέρες και μεσημέρια δύσκολα, συζητώντας. Μαζί σας έφυγε το "μαύρο" κι ούτε κατάλαβα το γκρι πώς πέρασε.
Υπάρχουν, όμως, κάποιες εποχές που επιθυμείς ολότελα "να ανήκεις"! Ολοκληρωτικά να δίνεσαι σε αγαπημένους, ντρέπεσαι αλλιώς, δεν το αντέχεις. Μπορεί και να το έχεις ανάγκη, όσο υπάρχει ακόμα καιρός. Κι όσο σου επιτρέπεται.
Για κάποιο διάστημα, μπορεί να μου περάσει γρήγορα, το μόνο που επιθυμώ είναι να παραμείνω κόρη, όσο γίνεται! Οσο μου το επιτρέπει ο Θεός και ο καιρός.
Η επικοινωνία μας, θα συνεχιστεί, είμαι σίγουρη. Και σε επίπεδα ανώτερα τώρα μάλιστα. Αρκεί να σκεφτεί ο ένας τον άλλον, το ξέρουμε δα, υπάρχει τρόπος ο άλλος να το αιστανθεί. Σαν τον "Παράξενο Τζων" του Στάμπλετον, για κάποιο διάστημα αξίζει να περάσουμε σε ανώτερα επίπεδα επικοινωνίας. Για ν' αγκαλιάσω τα γονικά μου όσο πιο σφιχτά γίνεται. Να ξαναγίνω η κόρη του μπαμπά μου. Να πάω βόλτες στη θάλασσα και σινεμά με τη μαμά μου, για να ανταλλάξουμε, σαν καλές συμμαθήτριες, κολλιέδες. Να θυμηθώ να τους τα πω εκείνα που τους στέρησα. Οσο είναι καιρός, να γίνω όσο με παίρνει ακόμα κόρη...
Στο μεταξύ, θα σας διαβάζω και θα διαβάζω και θα τα λέμε έτσι εμείς, όπως καλά το ξέρουμε: με δανεικές κουβέντες αλλά και με τα δικά μας τα πιο ειλικρινή μας λόγια.
Εδώ θα είμαι, κι εσείς εδώ, και σας αισθάνομαι. Εξάλλου έτσι είμαι εγώ, βράχος, πέτρα, μήπως φεύγω και ποτέ μου?
Και θα ανεβάζω ποστ, όσο πιο συχνά μου επιτρέπεται.
Μη με ξεχνάτε, ναι?
Να μ' αγαπάτε. Και θα το νοιώθω.

Αυτά για να απολογηθώ για τα σχόλια. Αλλά έρχεται ώρα που η ζωή μας έχει αξιώσεις. Χαρούμενη- να είστε σίγουροι-, περνώ τώρα κι αυτό τον δρόμο. Για ό,τι αξίζει. Γι' αυτούς που αξίζει. Και για όσα "σ' αγαπώ" δεν τους είπα και λέω να τα προλάβω όσο γίνεται.

Σμουτς πολλά,

η άλεφ σας, πάντα,
και για πάντα!

ΥΓ1. Και να το ξέρετε, η σιωπή λέει τα πιο σημαντικά.

ΥΓ2. Μικρή εξομολόγηση για τα κομμένα σχόλια. Και για να σας πω "ευχαριστώ" για όσα είπαμε και ζήσαμε, αλλά και θα πούμε και θα ζήσουμε, με άλλον τρόπο, τον ίδιο τρόπο... Πάντοτε εμπιστευόμουνα τον χρόνο...

22/9/09

Δεν είναι ακριβώς αυτό που νομίζετε (οι χαμένες ημέρες)

“ΨΗΛΑ ΠΑΝΩ ΑΠΟ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ” του Πωλ Μπόουλς. Μετάφραση: Χίλντα Παπαδημητρίου. Εκδ. “Απόπειρα”, σελ. 243, € 16

Σε συνέντευξή του είχε πει “Πάντα ήθελα να πάω όσο πιο μακριά μπορούσα από τον τόπο που γεννήθηκα”.
Και το έκανε, φυσικά. Εγκαταλείποντας πίσω του τη Αμερική, την δουλειά του συνθέτη, συνδέοντας τη ζωή και τα έργα του με την Ταγγέρη. Στο Μαρόκο, το ζεύγος Μπόουλς, θα επιλέξει να κάνει “στάση ζωής”.
Οι περισσότεροι το γνωρίζουμε από το “Τσάι στη Σαχάρα”. Στην μεγάλη οθόνη αλλά και στο πρώτο του μυθιστόρημα που τον έκανε διάσημο. Αυτοβιογραφικό, εν μέρει. Ένα ζευγάρι Αμερικανών ταξιδιωτών, φορτωμένοι με τα μπαγκάζια τους, ξεκινάνε και “όπου τους βγάλει”.
Μοτίβο που επαναλαμβάνει ο Μπόουλς και στο μυθιστόρημά του “Ψηλά πάνω από τον κόσμο”:
“Δε νομίζω ότι θα μπορούσε να μας πει κανείς τουρίστες”, είπε η κυρία Σλέιντ. “Πηγαίνουμε όπου μας αρέσει, όποτε μας αρέσει. Είναι ο μόνος τρόπος για να δει κανείς μια χώρα. Ο ομαδικός τουρισμός είναι εξευτελιστικός. Η ουσία του ταξιδιού είναι να νιώθεις ελεύθερος. 'Οχι να πρέπει να κάνεις κρατήσεις από νωρίτερα”.
Το μυθιστόρημα γράφτηκε το 1966 και κυκλοφόρησε στη γλώσσα μας από τις εκδόσεις “Απόπειρα”, πρόσφατα.
Και εδώ, ένα τυπικό ζευγάρι αμερικανών τουριστών, ταξιδεύει. Ο γιατρός Σλέιντ και η νεαρή γυναίκα του Ντέυ. Αλλά δεδομένου του γεγονότος ότι ένα ταξίδι είναι πάντοτε μια περιπέτεια, και τίποτε και ποτέ “Δεν είναι ακριβώς αυτό που νομίζετε”- φράση κλειδί τελικά και της ιστορίας- η κυρία Ρέινμαντλ, μια ηλικιωμένη κυρία που τους έχει κολλήσει τσιμπούρι στο ταξίδι, θα αποτελέσει την αρχή του τρόμου. Καναδέζα, μόνιμη κάτοικος Λονδίνου, που ερχόταν τακτικά στη χώρα για να δει τον γιο της. Θα την εγκαταλείψουν στο ξενοδοχείο, φεύγοντας σαν τους κλέφτες, το πρωί που κοιμάται.
Κι όταν θα φτάσουν πια στον προορισμό τους, ο γιατρός Σλέιν με δέος και τύψεις από τοπική εφημερίδα θα πληροφορηθεί για την πυρκαγιά που ξέσπασε στο ξενοδοχείο, κάνοντας στάχτη την... ενοχλητική γριούλα.
Στο μεταξύ θα γνωρίσουν και ένα μυστηριώδη γοητευτικό νεαρό, ο οποίος θα τους φιλοξενήσει στο αλλόκοτο σπίτι του. Κατά την διάρκεια αυτής της φιλοξενίας, μια σειρά από παράξενα γεγονότα θ' αρχίσουν να τους συμβαίνουν αλυσιδωτά: πέτρες που ζωντανεύουν και βρίσκονται σε διαρκή... αναμονή. Περίεργες ασθένειες με ψευδαισθήσεις και κενά μνήμης.
Κάθε φορά, φαίνεται ότι τους φροντίζουν στοργικά, ο γοητευτικός οικοδεσπότης τους και η όμορφη ερωμένη του. Το ζευγάρι θ' αναγκαστεί να αποκτήσει μια δεύτερη, κρυφή ζωή: “Ήταν σαφές ότι είχε κι αυτός κενό στη μνήμη του' δεν μπορούσε να θυμηθεί τίποτα απ' όσα είχαν συμβεί μετά τις πρώτε δυο τρεις ημέρες από τον απόπλου του πλοίου τους από το Σαν Φρανσίσκο. Αλλά δεν σκόπευε να το παραδεχτεί στην Ντέυ' θα της στερούσε την υποστήριξη που χρειαζόταν πάρα πολύ αυτήν την ώρα. Επιπλέον, ήταν σίγουρος ότι θα μπορούσαν και οι δυο μαζί να συναρμολογήσουν τα ετερόκλητα κομμάτια. Κάθε μέρα, πότε ο ένας και πότε ο άλλος θα πρόσθεταν κι άλλες λεπτομέρειες, μέχρι να αποκτήσουν και οι δυο μια πλήρη εικόνα”.
“Αυτό που με απασχολεί περισσότερο αυτήν τη στιγμή είναι να ξαναβρώ τις χαμένες ημέρες”, είπε ο δρ Σλέιντ.
“Θα τα ξαναθυμηθεί όλα, με κάθε λεπτομέρεια”. Ο Γκροβ...
Αλλά “οι χαμένες ημέρες” της διαμονής τους στο Πουέρτο Φαρόλ, μοιάζουν να να έχουν διαλυθεί οριστικά στις ρωγμές της πρόσφατης μνήμης.
Και παρά τα τσιτάτα του στυλ “Σ' αυτή τη χώρα, λένε ότι όποιος δίνει συμβουλή που δεν του έχουν ζητήσει είναι σαν να βγάνει πολιτικό λόγο. Κανείς δεν τον ακούει, ούτε στη μια ούτε στην άλλην περίπτωση” Και “Λοιπόν, εγώ είμαι σίγουρη ότι δεν θα ευτυχίσεις ποτέ, μέχρι να κάνεις αυτό που ξέρεις ότι είναι το σωστό. Αυτό είναι το νόημα της ζωής άλλωστε”, το νόημα για τη ζωή του καθενός, θα σταθεί άλλο. Και ο καθένας, ο μεγάλος άγνωστος, ενδεχομένως και απειλητικός εχθρός, για τον άλλον.
Ατμόσφαιρα γοτθικού τρόμου, ερωτεύσιμοι χαρακτήρες, ιδιαίτερα εκείνοι οι πιο... σκοτεινοί, ανθρώπινες σχέσεις στα όρια, η ηθική σε εκείνους τους μακρινούς άλλους πολιτισμούς τόσο πολύ ακατανόητη για τον μέσο αμερικάνο. Το ανθρώπινο σκοτάδι και οι τρομακτικές εξωτερικές δυνάμεις: του τόπου, της αλλόκοτης φιέστας, της χρονικής- τελικά- συγκυρίας. Όλοι μας μπορεί κάποια στιγμή να βρεθούμε εκεί, ακριβώς, όπου δεν πρέπει! Μια γοητευτική ιστορία από έναν στυλίστα της γραφής που τον αποδεχόμαστε πάνω απ' όλα για τα διηγήματα: Ανυπέρβλητα τα “Ο Σκορπιός και άλλα διηγήματα” και “Εκατό καμήλες στην αυλή” (κυκλοφορούν, επίσης, από εκδόσεις “Απόπειρα”).


ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ-
ΠΟΙΟΣ ΕΙΝΑΙ:
Ο Πωλ Μπόουλς (1910- 1999) ξεκίνησε στα τέλη της δεκαετίας του 1920 γράφοντας ποίηση, συνέχισε τη δεκαετία του 1930 συνθέτοντας μουσική και τη δεκαετία του 1940 μεταπήδησε στον πεζό λόγο.
Η έκδοση το 1949 του πρώτου του μυθιστορήματος “Τσάι στη Σαχάρα” τού χάρισε μεγάλη φήμη και η συγγραφική του δραστηριότητα επισκίασε όλες τις άλλες.
Την επόμενη εικοσαετία ο Μπόουλς έγραψε τρία ακόμη μυθιστορήματα, “Καλώς να πέσει” (1952),
“The Spider's House” (1955) και
“Ψηλά πάνω από τον κόσμο” (1966).
Στη συνέχεια, αφιερώθηκε στα διηγήματα, τις μεταφράσεις και τα ταξιδιωτικά κομμάτια.
Στο έργο του χαρτογραφεί τη σύγκρουση ανάμεσα στον “πολιτισμένο” Δυτικό και τις κοινωνίες που επισκέπτεται, τις οποίες δεν θα μπορέσει ποτέ του ν καταλάβει.

18/9/09

Το φλερτ του... τροχονόμου

Friday, September 18, 2009

Ελένη Γκίκα, Αν μ’ αγαπάς μη μ’ αγαπάς, Άγκυρα 2006

Η παρακάτω βιβλιοκριτική δημοσιεύτηκε στο Λέξημα (από τον Μπάμπη Δερμιτζάκη)


Μια ερωτική ιστορία την οποία η αφηγήτρια αφηγείται άλλοτε σπαρακτικά και άλλοτε με μια δοκιμιακή διαύγεια.

«Αν μ’ αγαπάς μη μ’ αγαπάς», αυτό τον οξύμωρο τίτλο διάλεξε για το όγδοο μυθιστόρημά της, το πρώτο μιας τριλογίας, η Ελένη Γκίκα, η γνωστή δημοσιογράφος, πεζογράφος και ποιήτρια.
Αν η ιδιότητά της ως δημοσιογράφος δεν εμφανίζεται σ’ αυτό της το έργο, δεν συμβαίνει το ίδιο και με την ιδιότητά της ως ποιήτρια: Το έργο είναι γεμάτο στίχους.
Και όχι μόνο. Η γραφή της είναι ολότελα ποιητική. Αν η Ρέα Γαλανάκη έκανε τη στροφή με το «Βίος και Πολιτεία του Ισμαήλ Φερίκ Πασά» με μια μεταβατική, ποιητική πρόζα, προς την πεζογραφία, η Ελένη Γκίκα φαίνεται πως δεν σκοπεύει να παρατήσει την ποίηση. Δημοσιεύει περίπου εναλλάξ ποίηση και πρόζα.
Η παραδοσιακή λογοτεχνική θεωρία χωρίζει τον αφηγητή σε δύο είδη: τον πρωτοπρόσωπο και τον τριτοπρόσωπο. Διαβάζοντας το βιβλίο της Γκίκα μου ήλθε στο μυαλό μια άλλη τυπολογία: Ο αφηγητής που εξαφανίζεται πίσω από την αφήγησή του, και ο αφηγητής που βρίσκεται συνεχώς σε πρώτο πλάνο. Στην πρώτη περίπτωση για παράδειγμα ανήκει η Έρη Ρίτσου, της οποίας διαβάσαμε πρόσφατα το δεύτερο πεζογράφημα. Ο αφηγητής υποχωρεί στο βάθος αφήνοντας τους ήρωες να μιλήσουν, σε ένα μυθιστόρημα όπου κυριαρχεί ο διάλογος.
Και αυτό δεν έχει να κάνει με την τριτοπρόσωπη αφήγησή της. Στην τριτοπρόσωπη αφήγηση του Ανδρέα Μήτσου, για να θυμηθούμε το τελευταίο του μυθιστόρημα «Ο σκύλος της Μαρί», ο αφηγητής βρίσκεται συνεχώς σε πρώτο πλάνο, σχολιάζοντας και αναλύοντας τα πρόσωπα και τις πράξεις τους.
Στην πρωτοπρόσωπη αφήγηση βέβαια ο αφηγητής δεν κρύβεται στο παρασκήνιο, ιδιαίτερα όταν είναι αυτοδιηγητικός και όχι μάρτυρας. Όμως και πάλι υπάρχουν διαβαθμίσεις πόσο κοντά βρίσκεται στο μπροστινό μέρος της σκηνής ή πόσο στο βάθος της.
Η Ελένη Γκίκα είναι από τους πρωτοπρόσωπους αφηγητές που βρίσκεται στην άκρη άκρη της σκηνής. Σε μια σκηνή όπου η πλατεία είναι άδεια από θεατές. Αυτός που λέμε «αποδέκτης της αφήγησης» είναι σχεδόν ανύπαρκτος. Αν υπάρχει κάποιος αποδέκτης, αυτός μάλλον είναι ένας ψυχαναλυτής, οπότε πρέπει να αλλάξουμε τη μεταφορά, η Γκίκα δεν βρίσκεται πάνω στη σκηνή αλλά σε ένα ψυχαναλυτικό ντιβάνι, όπου, κατά το πρότυπο της ψυχανάλυσης, μιλάει με ελεύθερους συνειρμούς. Ή μάλλον όχι η ίδια, αλλά η αφηγήτριά της, μια και η σύγχρονη λογοτεχνική θεωρία ξεχωρίζει τον συγγραφέα από τον αφηγητή, ανεξάρτητα αν ο αφηγητής, άλλοτε λιγότερο άλλοτε περισσότερο, δεν είναι παρά μια περσόνα του συγγραφέα.
Ίσως και αυτή η μεταφορά να είναι ανεπαρκής. Ακόμη και με τους ελεύθερους συνειρμούς του ο ψυχαναλυόμενος προσπαθεί να πει κάτι στον ψυχαναλυτή. Εδώ βρισκόμαστε περισσότερο στην περίπτωση του εσωτερικού μονόλογου. Η αφηγήτρια μοιάζει να αναπολεί μια ιστορία και όχι να την αφηγείται. Και στην αναπόληση μιας ιστορίας ο ελεύθερος συνειρμός παίζει κυρίαρχο λόγο. Η αφήγηση δεν είναι μια ευθεία, αλλά ένα συνεχές ζιγκ ζαγκ, ή μάλλον είναι σαν τις γραμμές σε ένα καρδιογράφημα, που πηγαίνουν πάνω και κάτω από μια ευθεία.
Έτσι και η αφηγήτρια της Γκίκα. Το ερμητικά πυκνό και αφαιρετικό, συχνά κρυπτικό, στην αφήγησή της, ερμηνεύεται σαν μια καθόλου επιμελής προσπάθεια καταγραφής της αναπόλησης μιας ερωτικής περιπέτειας, στην οποία ο συνειρμός κυριαρχεί.
Ο συνειρμικός αυτός χαρακτήρας της αφήγησης αιτιολογεί και τον διακειμενικό της χαρακτήρα: Δεν θυμάμαι να έχω συναντήσει σε τέτοια συχνότητα σε αφήγηση αναφορές και παραπομπές σε συγγραφείς, ηθοποιούς, ζωγράφους, μουσικούς, βιβλία ταινίες κλπ. Κάποιους τους ξέρουμε. Ποιος μπορεί όμως να ξέρει τον Τεντ Χιουζ αν δεν ξέρει τη βιογραφία της Σίλβια Πλαθ;
Σε ένα μεταμοντέρνο παζλ ονομάτων υπάρχουν και αυθεντικά αποσπάσματα από βιβλία, Φρόιντ, κλπ. Η Γκίκα σπάνια μπαίνει στον κόπο να μας τα ταυτοποιήσει. Τα βάζει όμως σε πλαγιαστά, για να δείξει ότι δεν είναι δικά της. Έτσι αίρεται κατά τόπους και η εντύπωση της αμεσότητα της ροής της συνείδησης της αφηγήτριας.
Ο συνειρμικός χαρακτήρας της αφήγησης ερμηνεύει και την αδιαφορία για την ταυτοποίηση των γεγονότων χωροχρονικά. Μόνο το πριν και το μετά ξεχωρίζουν. Επίσης και ο χώρος της κύριας ιστορίας, που είναι η Ρόδος. Ποιος όμως είναι ο χώρος των αναδρομών, η κοινή γενέθλια πόλη της αφηγήτριας και του φίλου της, με τον οποίο περνάει ένα ευτυχισμένο εικοσαήμερο; Δεν μας το λέει.
Πότε συνέβησαν λοιπόν τα γεγονότα που μας αφηγείται η Ελένη Γκίκα; Δεν θα μας το πει. Όμως το καλό το παλικάρι ξέρει κι άλλο μονοπάτι.
Γράφει κάπου προς το τέλος: «Το βράδυ πήγαμε σε ένα συνοικιακό, θερινό σινεμά και είδαμε τη ‘Φρίντα’».
Το ότι η ιστορία λαμβάνει χώρα καλοκαίρι το ξέρουμε ήδη. Όμως πότε;
Πηγαίνουμε στο google και ψάχνουμε για τη «Φρίντα». Περιμένετε.
Το βρήκαμε. Σκηνοθέτης η Julie Taymor, και πρωταγωνιστές η Σάλμα Χάγιεκ, ο Άλφρεντ Μολίνα και ο Αντόνιο Μπαντέρας. Γυρίστηκε το 2002. Το 2002 είναι λοιπόν το terminus post quem, και το terminus ante quem φτάνει μέχρι τη συγγραφή του έργου, υποθέτουμε λίγο πριν την έκδοσή του. Τα θερινά σινεμαδάκια παίζουν και παλιές ταινίες.
Μόνο στις ερωτικές ιστορίες των Άρλεκιν υπάρχει happy end. Στα σοβαρά μυθιστορήματα το τέλος είναι συνήθως unhappy. Έτσι και εδώ, η ηρωίδα δεν άντεξε τον αλκοολικό ήρωά της και τον εγκατέλειψε. Με πόσο κομψό τρόπο, είναι αλήθεια! «Αν μ’ αγαπάς μη μ’ αγαπάς» του γράφει. Στο λιγότερο ποιητικό: «Θα ’ταν καλύτερα για σένα να με ξεχάσεις».
Και η ηρωίδα;
Αν ο ήρωας κουβαλάει το φορτίο της αυτοκτονίας του πατέρα του, αυτή κουβαλάει το θάνατο της μάνας της πάνω στη γέννα και επίσης το θάνατο του πατέρα της.
Η ηρωίδα γράφει κάμποσες φορές ότι θέλει να την αγαπάνε. «…όλο εκείνο το ‘φλερτ’ με τη μάνα και τον πατέρα μας, τον δάσκαλο και τον φροντιστή μας, τον ‘φίλο’ μας και τη φίλη μας, τη συμμαθήτριά μας, τον συνάδελφο και τον… τροχονόμο στη γωνία, δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένα παιδικά άρρωστο ‘αγάπα με’ που μονάχα σαν βυθιστούμε μες στη σιωπή και τη μοναξιά θα μπορέσει, ενδεχομένως, κάποτε, και να γιατρευτεί» (σελ. 31). Θυμήθηκα ένα βιβλίο που μετάφρασα, το «Ψυχολογία και ψυχική υγεία» του Τζέημς Χάντφηλντ. Δεν ήξερα πώς να μεταφράσω τη λέξη ingratiating. Πρόκειται για τον τύπο ανθρώπου, ή μάλλον ασθενούς, που θέλει να κάνει πράγματα που να ευχαριστούν τους άλλους, γιατί έχει μεγάλη ανάγκη να τον αγαπάνε. Η απόρριψη τον συντρίβει. Πρόκειται συνήθως για παραχαϊδεμένα παιδιά, όπως είναι τα μοναχοπαίδια. Μοναχοπαίδι και εγώ, είμαι πάντα πρόθυμος να γράψω βιβλιοκριτική για κάθε βιβλίο που μου δίδουν.
Μπορεί ένα βιβλίο να είναι αυτοβιογραφικό; Σε μικρό ή μεγάλο βαθμό, ναι. Ακόμα και η βιβλιοκριτική. Δεν φαντάζεστε πόσο μου άρεσε το 12ο κεφάλαιο, που αναφέρεται στο Μαρόκο. Ακόμη και για το πώς φτιάχνεται το κουσκούς γράφει.
Η θεωρία της αφήγησης μας λέγει ότι υπάρχουν οι εξής σχέσεις ανάμεσα στο χρόνο της ιστορίας και στο χρόνο της αφήγησης, το χρόνος δηλαδή που χρειάστηκε να συμβεί ένα γεγονός ή που θα χρειαζόταν να συμβεί αν ήταν πραγματικό, και το χρόνο που χρειάζεται για να το αφηγηθούμε ή για να διαβάσουμε τις σελίδες που το αφηγείται κάποιος. Η κλασική περίπτωση είναι η περίπτωση της περίληψης, όπου ο χρόνος της ιστορίας είναι μεγαλύτερος από το χρόνο της αφήγησης. Στους διαλόγους έχουμε περίπου ισοχρονία. Η τελευταία περίπτωση κατά την οποία ο χρόνος της αφήγησης είναι μεγαλύτερος από το χρόνο της ιστορίας είναι σπανιότατη. Στους δασκάλους που δίδασκα στο πρόγραμμα της εξομοίωσης ανέφερα φανταστικό παράδειγμα. Σ’ αυτό το βιβλίο της Γκίκα βρήκα επί τέλους ένα παράδειγμα που θα το χρησιμοποιώ στη διδασκαλία.
«Λοιπόν, τι σκέφτεσαι, θα μου το πεις τελικά τ’ όνομά σου; Ή τώρα το σκέφτεσαι;» (σελ. 43).
«Λοιπόν;», ξαναρωτά μετά από τρεις σελίδες.
«Σαβίνα. Με λένε Σαβίνα».
Οι σκέψεις της αφηγήτριας δεν μπορεί να κράτησαν τόσο χρόνο όσο θέλουν να διαβαστούν αυτές οι τρεις σελίδες, σκέψεις που αναφερόταν στο πως πήρε αυτό το όνομα, για τον παππού της, τη μαμά της κλπ. Είναι ένας κλασικός τρόπος για να κρατήσει ο συγγραφέας τον αναγνώστη σε αγωνία, ή ένα πρόσχημα για αναδρομές στο παρελθόν που φωτίζουν την προσωπικότητα του ήρωα ή κάποια γεγονότα.
«Κι ο Μπάμπης; Τι σόι ιστορία ένας Μπάμπης μπορεί να γράψει;» (σελ. 56).
Διαβάζοντας αυτή τη βιβλιοκριτική ξέρετε τι σόι βιβλιοκριτική μπορεί να γράψει ένας Μπάμπης. Τουλάχιστον ο Μπάμπης Δερμιτζάκης.
Posted by Babis Dermitzakis at

ΥΓ. Το ανέβασε κάποια στιγμή ο Μπάμπης Δερμιτζάκης (σύντροφός μου στα σοκολατάκια και όχι μόνο που κάτι του χρωστώ, δεν ξέχασα Μπάμπη) στο Λέξημα, το ανέβασε και στο μπλογκ του. Μπάμπη, κοίτα τα δεις σύμπτωση, σήμερα το πρωί σκεφτόμουν ότι αυτό το βιβλίο, ναι-σιγά-δεν-πολυείναι-καλό! Αχ Μπάμπη, ούτε στην κεφάλα μου να ήσουν! Διαβάζοντάς σε με έκανες να το... ψιλοαγαπήσω. Μπάμπη, σ' ευχαριστώ (και δεν ξεχνώ!) (αλλά με μπέρδεψες την Κυριακή με το προφιτερόλ!)

17/9/09

Τα... δάκρυα του Ξέρξη

“Στα νιάτα μου δεν μπορούσα να μπω σε κάποια μεγάλη βιβλιοθήκη, ας πούμε εκατό χιλιάδων τόμων, χωρίς να με κατακλύσει ένα συναίσθημα οδύνης και πνευματικής ταραχής, που θύμιζε τα δάκρυα τα οποία έχυνε ο Ξέρξης όταν ατενίζοντας τον τεράστιο στρατό του σκεφτόταν ότι σε εκατό χρόνια δεν θα υπήρχε ψυχή ζώσα. Εμένα, σε σχέση με τα βιβλία, θα με κατέκλυζε το ίδιο συναίσθημα την ημέρα του θανάτου μου. Εδώ, είπα μέσα μου, υπάρχουν εκατό χιλιάδες βιβλία, που ακόμα και το χειρότερό τους θα μπορούσε να αποτελέσει για μένα πηγή χαράς και γνώσης· μόνο που κατά πάσα πιθανότητα θα κληθώ στους ουρανούς προτού προλάβω να βγάλω το μέλι ούτε από το ένα εκατοστό αυτής της κυψέλης. Είμαι σίγουρος ότι και απ' το δικό σας μυαλό περνάει συχνά η ίδια σκέψη· μπορείτε, λοιπόν, να καταλάβετε πόσο πιο σοβαρή έγινε όταν ανακάλυψα ότι ακόμα κι αν απομάκρυνα από την παγκόσμια βιβλιοθήκη της Ευρώπης όλα τα επαγγελματικά βιβλία αναφοράς, όπως τα λεξικά κ.λπ., πάλι θα έμενε ένα σύνολο από τουλάχιστον ένα εκατομμύριο διακόσιες χιλιάδες βιβλία, άλλα μεγάλα σε μέγεθος και άλλα μικρά, χωρίς να υπολογίσουμε όσα ρίχνουν στον ωκεανό της λογοτεχνίας τα τυπογραφεία της Ευρώπης. Κατά συνέπεια, από τα είκοσι μέχρι τα ογδόντα του -αν έχει την ατυχία να ζήσει τόσο ο άνθρωπος- μπορεί να ταξιδέψει το πολύ σε είκοσι χιλιάδες τόμους, αριθμός που ίσως δεν υπερβαίνει το πέντε τοις εκατό της ευρωπαϊκής λογοτεχνικής παραγωγής στο ίδιο χρονικό διάστημα. Δεν θα ήθελα σε όλες αυτές τις αριθμητικές πράξεις να δείτε το σύμπτωμα δεν ξέρω ποιου φανταστικού μαρτυρίου. Όχι. Σας διαβεβαιώνω ότι μιλάω για την πιο αληθινή βάσανο που είναι δυνατό να υπάρξει ποτέ”.

Thomas De Quincey (“Επιστολές σε έναν νέο του οποίου η εκπαίδευση έχει παραμεληθεί”, εκδόσεις “Printa”).

ΥΓ1. Από τον Μπόρχες τον έμαθα και τον αγάπησα και τον αναζήτησα σα μανιακή. “Ο εκδικητής”, “Οι αναμνήσεις ενός οπιομανούς”, “Η δολοφονία ως μια εκ των Καλών Τεχνών”, ό,τι μπόρεσα, διάβασα.
Και τώρα, δώρο ημέρας μου ήρθε αυτό!

ΥΓ2: Όσο για την “αληθινή βάσανο” και μόνο η αδιάβαστή μου βιβλιοθήκη, φτάνει και περισσεύει για να βασανιστώ (αλλά έλα μου ντε που υπάρχουν κι όλα τα άλλα, αλλού κι αλλού κι αλλού...) (κι από το παρελθόν και στο μέλλον και...)

16/9/09

Η ανομολόγητη ευτυχία του χάους

“Όποιος όμως, έχει βγει έξω απ' τον εαυτό του, τίποτα δε σιχαίνεται περισσότερο, παρά να ξαναγυρίσει εκεί όπου βρισκόταν”.
“Τί μπορούσαν να του χαρίσουν η τέχνη και η αρετή, μπροστά στην ανομολόγητη ευτυχία που του υποσχόταν το χάος; Σώπασε και έμεινε”.
Πείτε το σημάδι της παρακμής, ακόμα -ακόμα και της ηλικίας. Αλλά το καλοκαίρι που μας πέρασε, επέστρεψα. Σε ό,τι θυμάμαι πως μ' είχε κάποτε συγκλονίσει. Έτσι δεν κάνουμε όταν αισθανόμαστε ότι χάνουμε την... μπάλα από τα χέρια μας;
'Όχι δεν ήταν το “Μαγικό Βουνό”, αλλά εκείνο το εμβληματικό για την παρακμή και το φινάλε. Μιλώντας για την “καταστροφή” του ενός, για την ήττα του Άσσενμπαχ, ο Τόμας Μανν, μιλά και για την ήττα των πάντων. Αλλά και για την μέγιστη νίκη. 'Όχι μονάχα της Τέχνης, αλλά και της “αδυναμίας”: “Γιατί το πάθος είναι η εξύψωσή μας και ο έρωτας ο πόθος της ψυχής μας- αυτή είναι η απόλαυση και η ντροπή μας. Καταλαβαίνεις τώρα, γιατί εμείς οι ποιητές δεν είναι βολετό νάμαστε μήτε φρόνιμοι, μήτε αξιοπρεπείς; Πώς αναπόφευκτα ξεγελιόμαστε, πως μένουμε ανικανοποίητοι, πώς δεν μπορούμε να μην είμαστε ριψοκίνδυνοι, παράξενοι στα αισθήματά μας;”
Παρ' ότι στον “Θάνατο στην Βενετία” ο συγγραφέας Γουστάβος Άσσενμπαχ ξεκινά με τις αντίθετες προσθέσεις: “Η ευνοούμενή του λέξη ήταν “συγκρατήσου” και μέσα στο αγαπημένο του μυθιστόρημα δεν υπογράμμισε τίποτ' άλλο από την αποθέωση αυτής της εντολής, που τη θεωρούσε σαν συμπύκνωση της παθητικής αρετής”.
Παρά τούτο, όμως “Ο Άσσενμπαχ ήταν ο ποιητής όλων εκείνων που λυγίζουν κάτω απ' το βαρύ μόχθο, που είναι κιόλας τσακισμένοι και στέκουν ωστόσο ορθοί”....
Τέτοιοι, και είναι πολλοί οι ήρωες κάθε εποχής.
“Αν μελετούσε κανείς όλα τούτα τα πεπρωμένα σίγουρα θα παραδεχόταν πως δεν υπάρχει άλλος ηρωισμός, απ' τον ηρωισμό της αδυναμίας”.
Το αποτέλεσμα αυτής ακριβώς της συνταύτισης, “ανάμεσα στην προσωπική μοίρα του δημιουργού του και ολάκερης της σύγχρονής του γενιάς”, ενδεχομένως να είναι και “το μεγάλο έργο”.
Γιατί “Σχεδόν κάθε μεγάλο που υπάρχει, το χρωστά στο “παρά τούτο”, σε μια πρόκληση ενάντια στα βάσανα και τις έγνοιες, τη φτώχεια, την εγκατάλειψη, τη σωματική αδυναμία, τα ελαττώματα, τα πάθη, τις χιλιάδες τα εμπόδια”.
Το “παρά τούτο” σκέφτηκα, συνειδητοποιώντας πως αυτή η επιστροφή, μου χάρισε, τελικά, τη βάση μιας σημαντικής και επί της ουσίας λογοτεχνίας.

ΥΓ: “Συγκρατήσου” ήταν ο πρώτος τίτλος που είχα κατά νου, πράττοντας ακριβώς το αντίθετο.
Και το σωστό θα ήτο “Ο ποιητής των τσακισμένων” ή “Ο ηρωισμός της αδυναμίας”. Αλλά... Χάος στη κεφάλα μου χάος και στα χαρτιά μου....