Εμφάνιση αναρτήσεων ταξινομημένων κατά συνάφεια για το ερώτημα Στην ακτή. Ταξινόμηση κατά ημερομηνία Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων ταξινομημένων κατά συνάφεια για το ερώτημα Στην ακτή. Ταξινόμηση κατά ημερομηνία Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

27/8/07

Για ένα νεύμα που δεν έγινε ποτέ, για μια λέξη που παρέμεινε ανείπωτη…


Αφιερωμένο σε όσους δίστασαν στη ζωή ή εξακολουθούν να είναι δολοφονικά διστακτικοί τύποι…
Και σε όσους και όσες είχαν δύσκολη… γαμήλια πρώτη! (ω ναι- και δεν θέλω ου!- υπάρχουν κι αυτοί και ιδού μία!)

«ΣΤΗΝ ΑΚΤΗ» του Ίαν ΜακΓιούαν

Τον Ίαν ΜακΓιούαν τον έχουμε συνδυάσει με «μεγάλα θέματα», «μεγάλα ζητήματα». Τρομοκρατία, κοινωνική και πολιτική πραγματικότητα, ιστορίες με πολύχρονες έρευνες πίσω τους… Ποιος είπε όμως ότι χρειάζεται λιγότερη παρατήρηση και έρευνα η ανθρώπινη ψυχή; Χωρίς να παραγνωρίζουμε, εξάλλου, ότι το «μεγάλο» ή «μικρό» έργο κρίνεται στα σημεία, το καινούργιο βιβλίο του βρετανού συγγραφέα διαθέτει στο έπακρον όλες τις μεγάλες του συγγραφικές αρετές.
Την γνωστή «ήρεμη χάρη» του που «μοιάζει σχεδόν αβάσταχτη».
Την «αργή πρόζα» η οποία κινείται «αργά κι αριστοτεχνικά, με ακρίβεια και βάθος και ξαφνικά, απροειδοποίητα, γίνεται αιχμηρή και ανατρεπτική». Το μαλακό και σίγουρο χέρι (σχεδόν εντομολόγου) του ανθρώπου που τολμά να υπαινιχθεί για το «πώς μπορούν ολόκληρες ζωές να μεταμορφωθούν από μια χειρονομία που δεν έγινε ή μια λέξη που δεν ειπώθηκε ποτέ». Διότι δεν υπάρχει συγγραφέας που να τα καταφέρνει καλύτερα στους υπαινιγμούς.
Η ιστορία του απλή και αδρή, σχεδόν… εξωπραγματική για το αφάνταστα σεξουαλικά ελεύθερο τώρα.
Τον Ιούλιο του 1962, ο Έντουαρντ και η Φλόρενς, δυο αθώοι νεαροί νιόπαντροι, φτάνουν στο ξενοδοχείο τους στην ακτή του Ντόρσετ. Καθώς δειπνούν στα δωμάτιά τους, παλεύουν να καταπνίξουν τους κρυφούς φόβους για τη γαμήλια νύχτα που έρχεται…
Τι φόβους και εφιάλτες μπορεί να κρύβει μια γαμήλια νύχτα; Και πώς γίνεται μια νύχτα τόσο πολυαναμενόμενη ν’ αλλάξει – τι λέω- να μεταμορφώσει σε δυο ανθρώπους τη ζωή;
Εξάλλου φαίνεται να έχουν τακτοποιήσει (και συμφωνήσει) τα πάντα: «πού και πώς θα ζούσαν, ποιοι θα ήταν οι καλύτεροί τους φίλοι, η δουλειά του στην εταιρεία του πατέρα της, η μουσική της καριέρα και τι να κάνουν με τα χρήματα που της είχε δώσει ο πατέρας της και πώς δεν θα έμοιαζαν με τους άλλους ανθρώπους, τουλάχιστον όχι μέσα τους».
Όλα τα είχαν τακτοποιήσει, εκτός από το τι θα έκαναν, τελικά, τη γαμήλια νύχτα.
Διότι «αυτό που την απασχολούσε (την Φλόρενς) ήταν ανείπωτο, δεν μπορούσε ούτε μέσα της σχεδόν να το διατυπώσει. Ενώ εκείνος υπέφερε απλώς από τον τυπικό εκνευρισμό της πρώτης νύχτας, εκείνη βίωνε έναν τρόμο βαθιά στα σπλάχνα της, μια ανεξέλεγκτη αηδία τόσο χειροπιαστή όσο η θαλασσινή ναυτία».
Το ζήτημα σοβαρό, καθόλου «παίξε- γέλασε»: «ολόκληρο το είναι της επαναστατούσε ενάντια στην προοπτική της σωματικής συμπλοκής και της σαρκικής λαγνείας. Η γαλήνη της και η ουσία της ευτυχίας της επρόκειτο να παραβιαστούν. Απλώς δεν ήθελε να υποστεί ούτε «εισχώρηση» ούτε «διείσδυση». Το σεξ με τον Εντουαρντ δεν μπορούσε να είναι η ολοκλήρωση της ευτυχίας της αλλά το τίμημα που έπρεπε να πληρώσει γι’ αυτήν».
Το παρελθόν τους, εξάλλου, ευνοεί κατά πολύ τις παρανοήσεις. Μιλάμε για «άλλη χώρα», ούτε καν για «άλλη ζωή». Χωρικός εκείνος (παρά τις σπουδές που θ’ ακολουθήσουν) μεγαλωμένος από μια μαμά με απολύτως διαταραγμένη υγεία. Εκείνη, αστή, μια ζωή στα πούπουλα. Με απούσα, καθ’ ολοκληρία, μητέρα. Διανοούμενη καθόλου διαθέσιμη για την κόρη της. Και ο πατέρας, όπως κάθε «καθωσπρέπει πατέρας», απασχολημένος με τις επιχειρήσεις.
Οι δρόμοι τους διασταυρώθηκαν πριν από την τελική τυχαία αλλά και «μοιραία» στην έκβασή της συνάντηση, αρκετές φορές. Στην ίδια πόλη, σε διπλανά πανεπιστήμια, έτσι ώστε «αργότερα, αυτό ακριβώς τους συνάρπαζε περισσότερο, το πόσο εύκολα θα μπορούσε αυτή η συνάντηση να μην έχει γίνει».
Άλλωστε και όλο το μυθιστόρημα σ’ αυτόν ακριβώς τον άξονα φαίνεται να κινείται: στο ότι όλα θα μπορούσαν να συμβούν ή και να μη συμβούν σ’ αυτή τη ζωή, αρκούσε μια λέξη, ένα νεύμα, ένα βλέμμα.
Κι αυτό στην τελευταία πράξη απολύτως θα διαφανεί.
Θα χωρίσουν «δι’ ασήμαντον αφορμή», θα χαθούν «κατά λάθος».
Η ζωή έτσι όπως θα εξελιχθεί («ποιος μπορούσε να έχει προβλέψει τέτοιες μεταλλαγές, την ξαφνική αποενοχοποιημένη ανύψωση της αισθησιακής απόλαυσης, τη χωρίς περιπλοκές προθυμία τόσων πολλών όμορφων γυναικών;) θα κάνει ακόμα πιο ασήμαντο και… φαιδρό εκείνο το λάθος. Θα χρειαστεί να περάσουνε χρόνια για να μπορέσει ν’ αποδεχτεί «ότι ποτέ δεν γνώρισε άλλον που να την είχε αγαπήσει τόσο». Αλλά κι εκείνος, παρότι αρνιόταν να μάθει το πώς συνέχισε χωρίς εκείνον στον χρόνο «όταν τη σκεφτόταν, τον κατέπλησσε, το γεγονός ότι είχε αφήσει αυτό το κορίτσι με το βιολί να του φύγει. Τώρα φυσικά έβλεπε ότι η αυτοκαταστροφική της πρόταση ήταν άσχετη. Το μόνο που ζητούσε ήταν η βεβαιότητα της αγάπης του και να την καθησυχάσει λέγοντάς της πως δεν υπήρχε βιασύνη, όταν είχαν μπροστά τους όλη τη ζωή. Η αγάπη και η υπομονή- αν μπορούσε να τα διαθέτει και τα δυο μαζί- σίγουρα θα τους είχαν βοηθήσει να τα καταφέρουν». Αλλ’ έτσι είναι ο έρωτας, προχωρά μέσα από παρανοήσεις, γεμάτος παρανοήσεις.
Το αποτέλεσμα, ένα σημαντικό, αποκαλυπτικό μυθιστόρημα όπου χωρά σε μια νύχτα, δυο ιδιοσυγκρασίες, δυο κόσμους. Φλερτάρουν, γοητεύονται και συντρίβονται εν τέλει κι οι δυο.
Κι ό,τι απομένει, η μεγάλη επιστροφή στο γνωστό, διότι το «ανείπωτο ελάχιστο» απαιτεί και υπέρβαση και ρίσκο.
Η γοητεία του εγχειρήματος: ο σεισμός στο ανεπαίσθητο, η ανατροπή που έρχεται ή δεν έρχεται από ένα νεύμα ή από μια φράση.
Ένα βιβλίο που αποδεικνύει ότι το μεγάλο έργο δεν χρειάζεται καθόλου την οργιαστική πλοκή διότι η ανθρώπινη φύση κι όλο το μεγαλείο της αποκαλύπτεται στα σημεία. Κι ο ΜακΓιούαν είναι μάστορας του μέγιστου στο ελάχιστο. Εξάλλου δυο οι τρόποι να δεις το σύμπαν, σφαιρικά ή βυθιζόμενος στη λεπτομέρεια.
Εν τέλει σ’ αυτή την ιστορία που είναι σαν τη ζωή – ολότελα ανοιχτή στο ενδεχόμενο- όλα θα μπορούσαν να είχαν ή να μην είχαν συμβεί. Κι όμως πρόκειται μόνον για μια… νύχτα γάμου. Που σε πολλούς μπορεί και να φανεί υπερβολική, ενώ κάποιους άλλους ίσως και να τους κάνει να αναθεωρήσουν.
Αλλ’ ούτε λόγος, το μεγαλείο κρύβεται και κρίνεται στα σημεία. Και ο Ίαν ΜακΓιούαν το αποδεικνύει περίτρανα για ακόμα μια φορά.

«ΣΤΗΝ ΑΚΤΗ» του Ίαν ΜακΓιούαν, Μετάφραση: Ελένη Ηλιοπούλου, Εκδ. «Πατάκη», σελ. 224, τιμή: 13.20 ευρώ.

ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΕΡΓΑ ΤΟΥ:
Πολυβραβευμένος από το κοινό και την κριτική ο βρετανός Ίαν ΜακΓιούαν (γεννήθηκε το 1948 και σπούδασε στα πανεπιστήμια Sussex και East Anglia και θεωρείται ένας από τους μεγαλύτερους σύγχρονους συγγραφείς), είναι ήδη γνωστός τα καθ’ ημάς από τα έργα:
«Ο τσιμεντόκηπος», εκδ. «Γράμματα», 1982
«Πρώτος έρωτας», εκδ. «Οδυσσέας», 1985
«Ξένοι στη Βενετία», εκδ. «Σέλλας», 1991
«Ο αθώος», εκδ. «Σέλλας», 1993
«Μαύρα σκυλιά», εκδ. «Σέλλας», 1994
«Άμστερνταμ», εκδ. «Νεφέλη», 1999
«Έμμονη αγάπη», εκδ. «Νεφέλη», 1999
«Εξιλέωση», εκδ. «Νεφέλη», 2002
«Σάββατο», εκδ. «Νεφέλη», 2006.
Κέρδισε το Βραβείο Μπούκερ το 1998 για το «Άμστερνταμ».
Το «Στην ακτή» κυκλοφόρησε στα αγγλικά τον Απρίλιο του 2007 και είναι το πρώτο του βιβλίο που κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις Εκδόσεις «Πατάκη».

ΥΓ. Όσον αφορά το βιβλίο του Ιαν ΜακΓιούαν «Στην Ακτή» προηγήθηκε με εξαιρετικό τρόπο η Anagnostria, και χάρηκα αφάνταστα την συγκυρία να το διαβάζουμε ταυτόχρονα.



Ήθελα να παίζει η μουσική του Nyman για "Το τέλος μιας σχέσης". Θα παίξει. Αλλά από αύριο.

Moha

14/2/11

“Η ζωή φέρνει τόσες ανατροπές, που ακόμα και οι πιο αθώες επιθυμίες σου μπορεί να σου φανούν έγκλημα”.


Η ΤΥΦΛΗ ΑΚΤΗ” του Κάρλος Μαρία Ντομίνγκες. Μετάφραση: Λένα Φραγκοπούλου. Εκδ. “Πατάκη”, σελ. 234, € 12.32


Από τη μια πλευρά ο δρόμος οδηγούσε στον ουρανό, από την άλλη βυθιζόταν στη γη και δεν υπήρχε σπίτι σε ακτίνα πολλών χιλιομέτρων... Ρουφούσε τον αέρα σαν ψάρι πεσμένο στο δρόμο. Βρισκόταν μακριά από τον Θεό και υπερβολικά μακριά από το σπίτι της για να κλάψει, κι έτσι άνοιγε το στόμα και κοιτούσε το κομμάτι του ουρανού που της αναλογούσε χωρίς να έχει το κουράγιο να κουνήσει το κεφάλι”.

Σε μιαν έρημη ακτή, στο παντέρημο Ντάλλας, και σε μια καλύβα στη μέση του πουθενά και μας θυμίζει “Το Χάρτινο Σπίτι” του, ο Κάρλος Μαρία Ντομίνγκες, τοποθετεί στο καινούργιο του μυθιστόρημα “Η τυφλή ακτή” σχεδόν όλη την αργεντίνικη ιστορία.

Μια γυναίκα που την λένε Σεσίλια αλλά την φωνάζουν Καμπότζη από μια τυχαία περιφορά της σφαίρας της γης και ένας άντρας που τον λένε Αρτούρο και περιπλανιέται για χρόνια σερνάμενος και έρποντας κρατώντας σαν ακριβό φυλακτό μια γυναικεία μπιζουτιέρα, συναντούνται μακριά από την πατρίδα τους την Αργεντινή, σε μιαν ερημιά κάπου στο Μοντεβιδέο της Ουραγουάης.

Εκείνη, κουβαλά την βαριά κληρονομιά της πολιτικοποιημένης και πολύπαθης οικογένειάς της. Με μιαν επώδυνη, όμως, ανεμελιά την οποία ο συγγραφέας σκιαγραφεί ατμοσφαιρικά και ποιητικά, ανάλαφρα σχεδόν ίσως γιατί μονάχα έτσι αντέχεται το τόσο βάρος:

Αλλά τι να κάνουμε. Η Καμπότζη έλεγε τι να κάνουμε κάθε φορά που δεν έβρισκε παρηγοριά. Οι φίλες της τη φώναζαν Τι-να-κάνουμε”.

Κατάφερε να κάνει μεταβολή, να πάψει να τρέμει και να ανοίξει την εξώπορτα. Ό,τι κι αν είχε αγαπήσει εκείνη τη στιγμή το έχανε για πάντα' μπροστά της απλωνόταν η νύχτα... Ήταν διεφθαρμένη αυτή; Και δεν ήταν εκείνος όταν υπάκουε στο Κομουνιστικό Κόμμα; Είχαν άραγε πάψει να θαυμάζουν, είχαν πάψει να αγαπούν ο ένας τον άλλο; Τι να κάνουμε. Απομακρύνθηκε με αυτή την κουβέντα στα χείλη”.

Εκείνος, μέσα από σπαράγματα, αναζητά στο πλήθος και παντού, τη ζωή του και μιαν άλλη, την δική του Σεσίλια:

Γιατί το πλήθος είναι, εκτός των άλλων, ένα κινούμενο μυστικό”. Και επειδή “Η ευτυχία είναι απάνθρωπη” Και “Η ζωή φέρνει τόσες ανατροπές, που ακόμα και οι πιο αθώες επιθυμίες σου μπορεί να σου φανούν έγκλημα”.

Ο Ντομίνγκες σε ένα ολιγοσέλιδο μυθιστόρημα, κατορθώνει τα ακατόρθωτα: “Κάθε κομμάτι πραγματικότητας ήταν ολόκληρη η πραγματικότητα”, γράφει κι αυτό επιτυγχάνει και στην δική του αλλόκοτη, κατακερματισμένη και σπαρακτική ιστορία.

Μέσα από την φτωχή, σχεδόν έρημη καθημερινότητα του Αρτούρο, ιστορία μέσα στην ιστορία και μυθιστόρημα μέσα στο μυθιστόρημα, εκτυλίσσεται και το δράμα μιας άλλης οικογένειας. Ένας άντρας, εγκαταλείποντας τα πάντα στην Αργεντινή φυλακίζει την γυναίκα του και τις δυο κόρες τους, σε ένα αγροτόσπιτο και πίσω απ' τον φράκτη. Αφορμή, η ερωτική περιπέτεια της γυναίκας του με ένα νέο αγόρι. Αιτία, ενδεχομένως η δική του δράση και η ζωή και η ανάγκη του να κρυφτεί ο ίδιος κρύβοντας, εν τέλει κι εκείνες.

Αναμνήσεις, παλινδρομήσεις, παρελθόν που τέμνεται έτσι ώστε να γίνεται, τελικά, κατά κάποιον τρόπο και το-κοινό-παρελθόν, η Καμπότζη – Σεσίλια βαδίζει στ' αχνάρια της επαναστάτριας συνονόματης θείας. Και ο Αρτούρο προσπαθώντας να σώσει την Ρόζι πίσω απ' τον φράκτη, την αφήνει με τα ίδια ερωτηματικά και χάνεται στην ακτή με τους αμμόλοφους, σε ένα χειροποίητο μυθιστόρημα που επαναλαμβάνει και την προσωπική του ιστορία. “Δεν ήξερε από τι ήθελε να σωθεί, από την θάλασσα ή από τον εαυτό της ή από τον πανικό που προκαλούν τα απλά και ανεξήγητα συμβάντα”. Ένα απόσπασμα – που αποτελεί το κλειδί και το κοινό αίσθημα έστω και με τον ασυνείδητο τρόπο του καθενός ξεχωριστά των ηρώων.

Μια ιστορία αυτογνωσίας και μοναξιάς, επανάστασης και έρωτας, εξορίας και αυτοεξορίας. Με μια αφήγηση γεμάτη σπαράγματα μνήμης, χρόνου, ζωής, ιστορίας. Ο αγώνας των θυμάτων της δικτατορίας στην Αργεντινή μέσα από την απόλυτη μυθιστορηματική σαγήνη. Ένα μωσαικό ζωών που αποτελούν την Ζωή. Πικρή κι αλλόκοτη. Η ιστορική μνήμη μέσα από την προσωπική και οικογενειακή μνήμη.


ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ-

ΠΟΙΟΣ ΕΙΝΑΙ:

Ο Κάρλος Μαρία Ντομίνγκες γεννήθηκε στο Μπουένος Άιρες το 1955. Από το 1989 ζει στο Μοντεβιδέο της Ουραγουάης.

Ξεκίνησε ως δημοσιογράφος στο περιοδικό Crisis.

Είναι ένας από τους μεγαλύτερους σύγχρονους πεζογράφους και τα βιβλία του έχουν κερδίσει βραβεία και εντυπωσιακή παγκόσμια αναγνώριση.

Με ποιητική γλώσσα περιγράφει χαρακτήρες σε επισφαλείς καταστάσεις όπως είναι τα δικτατορικά καθεστώτα και οι συνέπειές τους στις ζωές των ανθρώπων.

Το μυθιστόρημά του “Το χάρτινο σπίτι” (Εκδ. “Πατάκη”, 2006) έχει μεταφραστεί σε περισσότερες από 20 γλώσσες και αποτελεί φαινόμενο λογοτεχνικού μπεστ σέλλερ.

Από τον “Πατάκη” κυκλοφόρησε πρόσφατα και το μυθιστόρημά του “Η τυφλή ακτή”.


Δημοσιεύθηκε στο Έθνος της Κυριακής.

Οδηγώντας σήμερα στον αγροτικό δρόμο είχαν ανθίσει όλα τα δέντρα... Περίεργα ανακουφιστική πρώιμη άνοιξη...

3/3/08

Eκείνη αγαπά τη γεύση του αλκοόλ πάνω στα χείλη μου, εγώ λατρεύω τις ψευδαισθήσεις της

Του Librofilo που
και τον αγαπά πολύ και του μοιάζει (πολύ)

«ΖΕΛΝΤΑ - ΣΚΟΤ ΦΙΤΖΕΡΑΛΝΤ: Μια σχέση πάθους» της Ανιές Μισό, Μετάφραση: Μάρω Φιλίππου, Εκδ. «Κέδρος», σελ. 438

«Μαμά, μήπως γερνά κανείς στον ύπνο του;»
Από παιδάκι, στην Αλαμπάμα του Νότου, η Ζέλντα Σέιερ, κόρη του δικαστή Σέιερ, ρωτούσε με αγωνία τη μαμά Μίνι και μόνο αυτό φοβόταν: μήπως γεράσει. Γι’ αυτό, εξάλλου, και δεν γέρασε ποτέ. Σχεδόν δεν… κοιμήθηκε ποτέ!
Αξιώθηκε όμως την Μεγάλη Συνάντηση. Με τον νεαρό αξιωματικό τότε από τη Μιννεζότα και μετέπειτα διάσημο συγγραφέα Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ. Η μυθιστορηματική βιογραφία της Ανιές Μισό, αναφέρεται στη πολυτάραχη ζωή και στη παθιασμένη σχέση τους.
Αφηγήτρια είναι, όπως μας αυτοσυστήνεται στο πρώτο κεφάλαιο, «η Σκότι Φιτζέραλντ, μονάκριβη κόρη του Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ και της Ζέλντα Σέιερ». Και δεν την ξανασυναντάμε παρά στο τελευταίο κεφάλαιο, πάλι, για να κάνει αυλαία. Στο μεταξύ, δυο οδοστρωτήρες, που γνώρισαν την ακμή και την παρακμή. Λαμπεροί και αυτοκαταστροφικοί μέχρι υπερβολής. Κυριολεκτικά «καμένοι» απ’ τα πολλά τους ταλέντα.
«Έτσι συνεχίζουμε ακάθεκτοι, σαν τα πλεούμενα ενάντια στο ρεύμα, ενδίδοντας αδιάκοπα στο παρελθόν». Με μότο ενδεικτικό της σχέσης από τον δικό του «Υπέροχο Γκάτσμπυ» και επί μέρους μότο στα κεφάλαια αποσπάσματα από το βιβλίο εκείνης (Χαρίστε μου αυτό το βαλς), το βιβλίο συνδυάζει μοναδικά την βιογραφία με την μυθιστορία, με εμβόλιμα αποσπάσματα έργων τους και δικές της επιστολές προς εκείνον. Η Ζέλντα, αποδεικνύεται πιο…. αμελής (ο Σκοτ, τις κρατούσε, εκείνη πάλι όχι). Φόντο της ιστορίας, το πατρικό σπίτι εκείνης στο Νότο. Στα ενδιάμεσα, όλοι οι δικοί τους σταθμοί: ο γάμος τους και η παραμονή τους στη Νέα Υόρκη, τα αλλεπάλληλα ταξίδια στην Ευρώπη, η διαμονή τους στην Κυανή Ακτή, στο ακρωτήριο της Αντίμπ, στη Βενετία, στη Ρώμη, στο Λονδίνο, στο Παρίσι, το χρηματιστηριακό κραχ και η επιστροφή στην Αμερική. Οι χοροί και τα πάρτυ, οι μεγάλες παρέες, η φιλία του Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ με τον Χέμινγουαίη, το Χόλυγουντ, τα σενάρια, η σχιζοφρένεια της Ζέλντα, ο εγκλεισμός, τα ιδρύματα, η θυελλώδης τους σχέση αλλά και η συγγραφή: Το πρώτο βιβλίο «Η άλλη πλευρά του Παραδείσου» που εκδόθηκε όταν ήταν μόλις 24άρων και εν μια νυκτί τον έκανε διάσημο, τα διηγήματα που έγραφε πολλές φορές για να επιζήσουν. «Ο μεγάλος Γκάτσμπυ» που τον καθιέρωσε, το μυθιστόρημα «Τρυφερή είναι η νύχτα» που της προκάλεσε τον μεγάλο νευρικό κλονισμό, οι προσπάθειες της να αφοσιωθεί στον χορό, στη ζωγραφική, στην γραφή ύστερα, η δική του εντιμότητα να πληρώνει τα ακριβότερα ιδρύματα μέχρι την τελευταία στιγμή, τα ταξίδια, η Αμερική, το αμερικάνικο όνειρο και η «χαμένη γενιά της τζαζ» που αυτός επινόησε, η αναλαμπή ό,τι όλα είναι εφικτά, και η ευτυχία, εν τω μέσω δυο μεγάλων πολέμων, το εφήμερο της νιότης, της νίκης, της λάμψης, αυτής καθ’ εαυτής της ανθρώπινης ζωής. Ο αλκοολισμός του, η δική της κατάρρευση μέχρι εσχάτων. Ο θάνατός του με τον «Τελευταίο μεγιστάνα» ημιτελή. Ο τελευταίος εγκλεισμός της σε ίδρυμα και το μυθιστορηματικό της τέλος, ξαφνικά από μια αψυχολόγητη, αδικαιολόγητη πυρκαγιά. Η νοσοκόμα, για αδιευκρίνιστους λόγους της είχε κλειδώσει το δωμάτιο.
Η αφήγηση είναι γραμμική, διαβάζεται και ως ντοκουμέντο εποχής. Με ολοζώντανες εικόνες, σπαράγματα σχεδόν αυτοβιογραφικού έργου τους, υπαρξιακά διλήμματα και συγκρούσεις, αρκετά πειστικούς διαλόγους. Με εμφανή την προτίμησή της στην Ζέλντα, η Μισό παρ’ όλα αυτά αποδίδει στο ακέραιο όλο τον γοητευτικό του χαρακτήρα.
Με αυθεντικές φράσεις τους όπως «το να γλεντά κανείς δεν είναι παρά μια μορφή αυτοκτονίας», «εκείνη αγαπά τη γεύση του αλκοόλ πάνω στα χείλη μου, εγώ λατρεύω τις ψευδαισθήσεις», παρά την τραγικότητα της κατάληξης («κάηκαν» και οι δυο σαν πεταλούδες στην λάμπα), η τελική αίσθηση είναι το ότι, τελικά, τους συνέβη (έζησαν) κάτι υπέροχο, μεγαλειώδες. Διότι για την ζωή και των δυο «εκείνο που είχε σημασία ήταν αυτή η Συνάντηση». «Ήταν κάτι εξαιρετικό», μας πείθει γι’ αυτό η Μισό, αλλά και η ίδια τους η ιστορία: «Ήταν η πάλλουσα καρδιά αυτής της ύπαρξης, η έννοιά της, ο σκοπός της, ο χώρος όλων των επιτευγμάτων. Εκείνη αποτελούσε το σημάδι ενός ιδιαίτερου πεπρωμένου». «Ήταν η ιστορία δύο ατόμων, που η μοίρα τους ήταν το σμίξιμο. Είχαν πράγματα να κάνουν μαζί. Αυτός ήταν ο αγώνας, το τίμημα. Αυτό ήταν εκείνο που είχαν χάσει».
Τελειώνοντας, τελικά, εκείνο το βιβλίο δεν γίνεται παρά να τους ξαναλατρέψει κανείς. Και να αναθεωρήσει, βεβαίως, όσον αφορά το συγγραφικό μέγεθος εκείνου. Και την γοητεία της. Μέχρι εξαντλήσεως. Κανένας τους, μόνος, τελικά. Μέχρι τελικής πτώσεως: Ζέλντα και Φράνσις Σκοτ, το ζεύγος Φιτζέραλντ!
Η ιστορία ενός παράφορου έρωτα. Το χρονικό μιας σημαντικής εποχής. Το «αμερικάνικο όνειρο» και η «χαμένη γενιά» που έγινε από κείνον, λογοτεχνικό ρεύμα, είδος. Ένα μαύρο παραμύθι, τελικά.


ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ:

ΑΝΙΕΣ ΜΙΣΟ:
Η γαλλίδα συγγραφέας και δημοσιογράφος Ανιές Μισό (Τουρ, 1968) εργάστηκε αρκετά χρόνια ως δημοσιογράφος στο Canal+, το έγκυρο γαλλικό κανάλι για θέματα πολιτισμού.
Έχει γράψει, μεταξύ άλλων, τα εξής έργα: το λεξικό Dictionnaire misogyne, την ταξιδιωτική ανθολογία Le roman de Venise, τη Βιογραφία Sissi-une vie retrouvee, καθώς και τα μυθιστορήματα Je les chasserai jusqu’au bout du monde jusqu’a ce qu’ils en crevent και Stayin’ Alive.

ΦΡΑΝΣΙΣ ΣΚΟΤ ΦΙΤΖΕΡΑΛΝΤ:
Γεννήθηκε στο Σαιντ Πολ της Μιννεζότα το 1896 και έγινε γνωστός από το πρώτο του κιόλας μυθιστόρημα «Η άλλη πλευρά του παραδείσου», που εκδόθηκε το 1920.
Ταυτίστηκε με την ατμόσφαιρα της ανεμελιάς και της ευημερίας της λεγόμενης «εποχής της τζαζ», που τελείωσε απότομα με το χρηματιστηριακό κραχ του 1929.
Έγραψε πλήθος διηγημάτων που εικονογραφούν τη ζωή της μεγαλούπολης («Ένα διαμάντι μεγάλο σαν το Ριτζ», «Η εποχή της τζαζ»). Ανάμεσα στα μυθιστορήματά του είναι: «Ο υπέροχος Γκάτσμπυ» (1925) και το «Τρυφερή είναι η νύχτα» (1934).
Πέθανε στο Χόλλυγουντ το 1940, αφήνοντας ένα ημιτελές μυθιστόρημα, τον «Τελευταίο μεγιστάνα».
Κυκλοφορούν στα ελληνικά τα βιβλία του:
«Δώθε του παραδείσου» και «Ο τελευταίος μεγιστάνας» (Ηριδανός),
«Ο υπέροχος Γκάτσμπυ» και «Τρυφερή είναι η νύχτα» (Πατάκη),
«Το πλουσιόπαιδο και άλλες ιστορίες» και «Όμορφοι και καταραμένοι» (Ερατώ), «Τ’ απομεινάρια της ευτυχίας» (Κέδρος),
«Ο παράδεισος του Πατ Χόμπυ» (Οδός Πανός),
«Έρωτας μέσα στη νύχτα» και «Χαμένη δεκαετία» (Καστανιώτη).

ΖΕΛΝΤΑ ΣειΕΡ- ΦΙΤΖΕΡΑΛΝΤ:
Γεννήθηκε το 1990 στην Αλαμπάμα του Αμερικανικού Νότου.
Παντρεύτηκε τον Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ.
Έγραψε το μυθιστόρημα «Χαρίστε μου το βαλς» (στα ελληνικά, από Εκδόσεις «Οδός Πανός»).
Πέθανε από πυρκαγιά σε ίδρυμα το 1948.

ΥΓ1: «Η ρωγμή είναι σε μένα», είπα ηρωικά…
…Έτσι δεν υπήρχε πλέον κανένα «εγώ»- καμμία βάση πάνω στην οποία θα μπορούσα να οργανώσω τον αυτοσεβασμό μου- εκτός από την ανεξάντλητη δύναμη για δουλειά που φαινόταν να μην κατέχω πλέον. Ήταν περίεργο το να μην έχεις εαυτό- να είσαι σαν ένα μικρό παιδί που απέμεινε μόνο σε ένα μεγάλο σπίτι, που ήξερε ότι τώρα μπορούσε να κάνει ό,τι ήθελε, αλλά ανεκάλυπτε ότι δεν υπήρχε τίποτε που να ήθελε να κάνει- »
«Δεν επρόκειτο να ξαναδώσω τίποτε από τον εαυτό μου- όλες αυτές οι παροχές θα καθίσταντο παράνομες στο εξής εν ονόματι ενός νέου παράγοντα, της Σπατάλης»…
«Το καπέλο του ταχυδακτυλουργού ήταν άδειο»…
«Και το χαμόγελο- α, θ’ αποκτούσα και χαμόγελο. Ακόμα δουλεύω αυτό το χαμόγελο»…
(αποσπάσματα από «Το σπάσιμο» F.Scott Fitzgerald (Εκδ. «Ιστός»)

ΥΓ2: Και προς αποφυγήν παρεξήγησης (ποια έκλεψε ποια) το κείμενο δημοσιεύθηκε χθες σε Κυριακάτικη εφημερίδα.

ΥΓ3: Η αφιέρωση βεβαίως στον Librofilo, ως ένδειξη ευγνωμοσύνης διότι μου τον υπενθύμισε σε κάτι ανάλογο που αγωνιζόμουν να γράψω. Το αποτέλεσμα, εννοείται, ότι του το χρωστώ!

10/3/11

Eκείνη αγαπά τη γεύση του αλκοόλ πάνω στα χείλη μου, εγώ λατρεύω τις ψευδαισθήσεις της


Ξανά, επειδή σαν σήμερα “έφυγε” με πικρά μυθιστορηματικό τρόπο η Ζέλντα


«ΖΕΛΝΤΑ - ΣΚΟΤ ΦΙΤΖΕΡΑΛΝΤ: Μια σχέση πάθους» της Ανιές Μισό, Μετάφραση: Μάρω Φιλίππου, Εκδ. «Κέδρος», σελ. 438

«Μαμά, μήπως γερνά κανείς στον ύπνο του;»
Από παιδάκι, στην Αλαμπάμα του Νότου, η Ζέλντα Σέιερ, κόρη του δικαστή Σέιερ, ρωτούσε με αγωνία τη μαμά Μίνι και μόνο αυτό φοβόταν: μήπως γεράσει. Γι’ αυτό, εξάλλου, και δεν γέρασε ποτέ. Σχεδόν δεν… κοιμήθηκε ποτέ!
Αξιώθηκε όμως την Μεγάλη Συνάντηση. Με τον νεαρό αξιωματικό τότε από τη Μιννεζότα και μετέπειτα διάσημο συγγραφέα Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ. Η μυθιστορηματική βιογραφία της Ανιές Μισό, αναφέρεται στη πολυτάραχη ζωή και στη παθιασμένη σχέση τους.
Αφηγήτρια είναι, όπως μας αυτοσυστήνεται στο πρώτο κεφάλαιο, «η Σκότι Φιτζέραλντ, μονάκριβη κόρη του Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ και της Ζέλντα Σέιερ». Και δεν την ξανασυναντάμε παρά στο τελευταίο κεφάλαιο, πάλι, για να κάνει αυλαία. Στο μεταξύ, δυο οδοστρωτήρες, που γνώρισαν την ακμή και την παρακμή. Λαμπεροί και αυτοκαταστροφικοί μέχρι υπερβολής. Κυριολεκτικά «καμένοι» απ’ τα πολλά τους ταλέντα.
«Έτσι συνεχίζουμε ακάθεκτοι, σαν τα πλεούμενα ενάντια στο ρεύμα, ενδίδοντας αδιάκοπα στο παρελθόν». Με μότο ενδεικτικό της σχέσης από τον δικό του «Υπέροχο Γκάτσμπυ» και επί μέρους μότο στα κεφάλαια αποσπάσματα από το βιβλίο εκείνης (Χαρίστε μου αυτό το βαλς), το βιβλίο συνδυάζει μοναδικά την βιογραφία με την μυθιστορία, με εμβόλιμα αποσπάσματα έργων τους και δικές της επιστολές προς εκείνον. Η Ζέλντα, αποδεικνύεται πιο…. αμελής (ο Σκοτ, τις κρατούσε, εκείνη πάλι όχι). Φόντο της ιστορίας, το πατρικό σπίτι εκείνης στο Νότο. Στα ενδιάμεσα, όλοι οι δικοί τους σταθμοί: ο γάμος τους και η παραμονή τους στη Νέα Υόρκη, τα αλλεπάλληλα ταξίδια στην Ευρώπη, η διαμονή τους στην Κυανή Ακτή, στο ακρωτήριο της Αντίμπ, στη Βενετία, στη Ρώμη, στο Λονδίνο, στο Παρίσι, το χρηματιστηριακό κραχ και η επιστροφή στην Αμερική. Οι χοροί και τα πάρτυ, οι μεγάλες παρέες, η φιλία του Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ με τον Χέμινγουαίη, το Χόλυγουντ, τα σενάρια, η σχιζοφρένεια της Ζέλντα, ο εγκλεισμός, τα ιδρύματα, η θυελλώδης τους σχέση αλλά και η συγγραφή: Το πρώτο βιβλίο «Η άλλη πλευρά του Παραδείσου» που εκδόθηκε όταν ήταν μόλις 24άρων και εν μια νυκτί τον έκανε διάσημο, τα διηγήματα που έγραφε πολλές φορές για να επιζήσουν. «Ο μεγάλος Γκάτσμπυ» που τον καθιέρωσε, το μυθιστόρημα «Τρυφερή είναι η νύχτα» που της προκάλεσε τον μεγάλο νευρικό κλονισμό, οι προσπάθειες της να αφοσιωθεί στον χορό, στη ζωγραφική, στην γραφή ύστερα, η δική του εντιμότητα να πληρώνει τα ακριβότερα ιδρύματα μέχρι την τελευταία στιγμή, τα ταξίδια, η Αμερική, το αμερικάνικο όνειρο και η «χαμένη γενιά της τζαζ» που αυτός επινόησε, η αναλαμπή ό,τι όλα είναι εφικτά, και η ευτυχία, εν τω μέσω δυο μεγάλων πολέμων, το εφήμερο της νιότης, της νίκης, της λάμψης, αυτής καθ’ εαυτής της ανθρώπινης ζωής. Ο αλκοολισμός του, η δική της κατάρρευση μέχρι εσχάτων. Ο θάνατός του με τον «Τελευταίο μεγιστάνα» ημιτελή. Ο τελευταίος εγκλεισμός της σε ίδρυμα και το μυθιστορηματικό της τέλος, ξαφνικά από μια αψυχολόγητη, αδικαιολόγητη πυρκαγιά. Η νοσοκόμα, για αδιευκρίνιστους λόγους της είχε κλειδώσει το δωμάτιο.
Η αφήγηση είναι γραμμική, διαβάζεται και ως ντοκουμέντο εποχής. Με ολοζώντανες εικόνες, σπαράγματα σχεδόν αυτοβιογραφικού έργου τους, υπαρξιακά διλήμματα και συγκρούσεις, αρκετά πειστικούς διαλόγους. Με εμφανή την προτίμησή της στην Ζέλντα, η Μισό παρ’ όλα αυτά αποδίδει στο ακέραιο όλο τον γοητευτικό του χαρακτήρα.
Με αυθεντικές φράσεις τους όπως «το να γλεντά κανείς δεν είναι παρά μια μορφή αυτοκτονίας», «εκείνη αγαπά τη γεύση του αλκοόλ πάνω στα χείλη μου, εγώ λατρεύω τις ψευδαισθήσεις», παρά την τραγικότητα της κατάληξης («κάηκαν» και οι δυο σαν πεταλούδες στην λάμπα), η τελική αίσθηση είναι το ότι, τελικά, τους συνέβη (έζησαν) κάτι υπέροχο, μεγαλειώδες. Διότι για την ζωή και των δυο «εκείνο που είχε σημασία ήταν αυτή η Συνάντηση». «Ήταν κάτι εξαιρετικό», μας πείθει γι’ αυτό η Μισό, αλλά και η ίδια τους η ιστορία: «Ήταν η πάλλουσα καρδιά αυτής της ύπαρξης, η έννοιά της, ο σκοπός της, ο χώρος όλων των επιτευγμάτων. Εκείνη αποτελούσε το σημάδι ενός ιδιαίτερου πεπρωμένου». «Ήταν η ιστορία δύο ατόμων, που η μοίρα τους ήταν το σμίξιμο. Είχαν πράγματα να κάνουν μαζί. Αυτός ήταν ο αγώνας, το τίμημα. Αυτό ήταν εκείνο που είχαν χάσει».
Τελειώνοντας, τελικά, εκείνο το βιβλίο δεν γίνεται παρά να τους ξαναλατρέψει κανείς. Και να αναθεωρήσει, βεβαίως, όσον αφορά το συγγραφικό μέγεθος εκείνου. Και την γοητεία της. Μέχρι εξαντλήσεως. Κανένας τους, μόνος, τελικά. Μέχρι τελικής πτώσεως: Ζέλντα και Φράνσις Σκοτ, το ζεύγος Φιτζέραλντ!
Η ιστορία ενός παράφορου έρωτα. Το χρονικό μιας σημαντικής εποχής. Το «αμερικάνικο όνειρο» και η «χαμένη γενιά» που έγινε από κείνον, λογοτεχνικό ρεύμα, είδος. Ένα μαύρο παραμύθι, τελικά.


ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ:

ΑΝΙΕΣ ΜΙΣΟ:
Η γαλλίδα συγγραφέας και δημοσιογράφος Ανιές Μισό (Τουρ, 1968) εργάστηκε αρκετά χρόνια ως δημοσιογράφος στο Canal+, το έγκυρο γαλλικό κανάλι για θέματα πολιτισμού.
Έχει γράψει, μεταξύ άλλων, τα εξής έργα: το λεξικό Dictionnaire misogyne, την ταξιδιωτική ανθολογία Le roman de Venise, τη Βιογραφία Sissi-une vie retrouvee, καθώς και τα μυθιστορήματα Je les chasserai jusqu’au bout du monde jusqu’a ce qu’ils en crevent και Stayin’ Alive.

ΦΡΑΝΣΙΣ ΣΚΟΤ ΦΙΤΖΕΡΑΛΝΤ:
Γεννήθηκε στο Σαιντ Πολ της Μιννεζότα το 1896 και έγινε γνωστός από το πρώτο του κιόλας μυθιστόρημα «Η άλλη πλευρά του παραδείσου», που εκδόθηκε το 1920.
Ταυτίστηκε με την ατμόσφαιρα της ανεμελιάς και της ευημερίας της λεγόμενης «εποχής της τζαζ», που τελείωσε απότομα με το χρηματιστηριακό κραχ του 1929.
Έγραψε πλήθος διηγημάτων που εικονογραφούν τη ζωή της μεγαλούπολης («Ένα διαμάντι μεγάλο σαν το Ριτζ», «Η εποχή της τζαζ»). Ανάμεσα στα μυθιστορήματά του είναι: «Ο υπέροχος Γκάτσμπυ» (1925) και το «Τρυφερή είναι η νύχτα» (1934).
Πέθανε στο Χόλλυγουντ το 1940, αφήνοντας ένα ημιτελές μυθιστόρημα, τον «Τελευταίο μεγιστάνα».
Κυκλοφορούν στα ελληνικά τα βιβλία του:
«Δώθε του παραδείσου» και «Ο τελευταίος μεγιστάνας» (Ηριδανός),
«Ο υπέροχος Γκάτσμπυ» και «Τρυφερή είναι η νύχτα» (Πατάκη),
«Το πλουσιόπαιδο και άλλες ιστορίες» και «Όμορφοι και καταραμένοι» (Ερατώ), «Τ’ απομεινάρια της ευτυχίας» (Κέδρος),
«Ο παράδεισος του Πατ Χόμπυ» (Οδός Πανός),
«Έρωτας μέσα στη νύχτα» και «Χαμένη δεκαετία» (Καστανιώτη).

ΖΕΛΝΤΑ ΣειΕΡ- ΦΙΤΖΕΡΑΛΝΤ:
Γεννήθηκε το 1990 στην Αλαμπάμα του Αμερικανικού Νότου.
Παντρεύτηκε τον Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ.
Έγραψε το μυθιστόρημα «Χαρίστε μου το βαλς» (στα ελληνικά, από Εκδόσεις «Οδός Πανός»).
Πέθανε από πυρκαγιά σε ίδρυμα το 1948.


10/1/08

Ιστορίες «ανοιχτές στο ενδεχόμενο»

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΑΜΑΛΟΥΚΑΣ: Άλλωστε, ποια ιστορία στη ζωή μας κλείνει τελείως?

Θα μπορούσε να είχε γίνει τερματοφύλακας, είχε όμως την ίντριγκα μεσ’ το κεφάλι. Συνωστίζονταν δολοφόνοι και γρίφοι μέσα του, σχεδόν μοίρα του. Κι είναι να απορείς για το πώς κατεβάζει τέσσερις φόνους στην καθισιά του φτιάχνοντας γάλα για τον μικρό Αγγελο ή πηγαίνοντας την πεντάχρονη Μάουρα στο μπαλέτο.
Το πρώτο του μυθιστόρημα «Οσο υπάρχει αλκοόλ, υπάρχει ελπίδα» (1999) έγινε ήδη ταινία. Τα δυο επόμενα που ακολούθησαν «Ο Μεγάλος Θάνατος του Βοτανικού» και «Η απαγωγή του εκδότη» τον καθιέρωναν σαν μια ιδιαίτερη συγγραφική φωνή στο αστυνομικό μυθιστόρημα: κινηματογραφική γραφή, κοσμοπολίτικη δράση ηρώων, φίνες εγκληματικές εμμονές, μαγευτικοί «εγκλεισμοί» και ιδιαίτερα πάθη, αμάξια, μαλτ ουίσκι, ρολόγια…
Στο καινούργιο του μυθιστόρημα που κυκλοφόρησε από τον Καστανιώτη με τον σχεδόν κυριολεκτικό τίτλο «Η χαμένη βιβλιοθήκη του Δημητρίου Μόστρα» ο Δημήτριος Μαμαλούκας διοχετεύει ακόμα μια φίνα εμμονή του, ένα δικό του πάθος, αυτό για τα παλιά βιβλία. Υπογράφοντας το πρώτο βιβλιοφιλικό θρίλερ στα καθ’ ημάς. Εφόσον ο Δημήτριος Μόστρας είναι υπαρκτό πρόσωπο. Και η περίφημη χαμένη βιβλιοθήκη του, όντως χαμένη. Όσο για το τι σχέση μπορεί να έχει η βιβλιοφιλία με το έγκλημα; Όταν αυτή γίνεται πάθος, όλα μπορούν να συμβούν. Και «για ιδιαιτέρως σπάνιους τόμους, υπάρχουν άνθρωποι που θα σκότωναν για να τους αποκτήσουν».
Το σίγουρο είναι ότι πρόκειται για ένα μυθιστόρημα γεμάτο μυστικά κι αινίγματα, εφόσον «άνθρωπος χωρίς μυστικά είναι κενός άνθρωπος» και οι ήρωες του Μαμαλούκα μόνο κενοί δεν είναι.
Κάποια από τα μυστικά θα ζητήσουμε να μας τα αποκαλύψει ο συγγραφέας τους. Τα υπόλοιπα, μόνοι μας. Αλλιώς δεν θα έχει και νόημα ο κεντρικός γρίφος.

- "Η Χαμένη βιβλιοθήκη του Δημητρίου Μόστρα", κύριε Μαμαλούκα. Η οποία είναι και αληθινή και αληθινά χαμένη, όχι μονάχα... μυθιστορηματική αδεία, δεν είναι έτσι;

- Ναι, ο Μόστρας ήταν αληθινό πρόσωπο. Ήταν βιβλιόφιλος και ταυτόχρονα παθιασμένος συλλέκτης σπάνιων βιβλίων. Έζησε στις αρχές του 19ου αιώνα στη Βιέννη και την Ιταλία και δημιούργησε μια μεγάλη και πολύτιμη βιβλιοθήκη γεμάτη χειρόγραφα και σπάνια βιβλία. Σκοπός του ήταν να τη χαρίσει στο Ελληνικό κράτος όταν αυτό έβρισκε την ελευθερία του. Σήμερα δυστυχώς δε σώζεται ούτε ένας κατάλογος αυτής της περίφημης βιβλιοθήκης που σύμφωνα με τις ιστορικές πηγές αριθμούσε κοντά στους δώδεκα χιλιάδες τόμους.

- Και η οποία εκτός από τα μυστήριά της στο μυθιστόρημα (και στην πραγματικότητα) αποκαλύπτει και ένα ακόμα πάθος σας, το βιβλιοφιλικό πάθος, αν δεν κάνω λάθος, που δεν κάνω...

- Όχι, δεν κάνετε. Σωστά μιλήσατε για πάθος. Η γοητεία των παλαιών βιβλίων είναι ακαταμάχητη. Η τυπογραφία είναι μια πραγματική τέχνη κι ο Άλδος Μανούτιος ήταν ένας καλλιτέχνης εξίσου σημαντικός με τους ιταλούς ζωγράφους της Αναγέννησης.

- Όπου mostra η επίδειξη, η έκθεση και ο... Μόστρας με την βιβλιοθήκη και mostro ο βιαστής, το τέρας, ο "δράκος" και οι "μόστρο" του βιβλίου. Συνηθίζετε να παίζετε με τις λέξεις και με τις έννοιες, έτσι δεν είναι; Και στην "Απαγωγή του εκδότη" παίζατε επίσης, με τα... ονόματα του ήρωα τα οποία και είναι απ' ό,τι πληροφορήθηκα και επώνυμα Ιταλών τερματοφυλάκων;

- Ποιος μπορεί να αντισταθεί στα παιχνίδια των λέξεων και των εννοιών; Η σύμπτωση Μόστρας - μόστρι δεν ήταν δυνατόν να αγνοηθεί. Όσο για τα επώνυμα, σαν παλιός τερματοφύλακας έχω αδυναμία στους Ιταλούς «συναδέλφους» μου. Και στο τωρινό βιβλίο έχω βάλει μερικά. Τα βιβλία μου είναι γεμάτα από τέτοιες λεπτομέρειες – παιχνίδια.

- Η ιστορία ανοίγει και κλείνει με τον ίδιο τρόπο, με την banda antimostri και για ακόμα μια φορά αφήνετε σαν ζωή "ανοιχτό στο ενδεχόμενο" το τέλος (σε όλα σας τα μυθιστορήματα αυτό το κάνετε). Σας αρέσουν οι ιστορίες με... ανοιχτό τέλος;

- Πολύ. Θέλω να κρατάω πάντα ένα μίτο. Άλλωστε ποια ιστορία στη ζωή κλείνει εντελώς; Όλα συνεχίζονται όλα επαναλαμβάνονται… Θυμηθείτε στην Απαγωγή…

- "Άνθρωπος χωρίς μυστικά/ είναι κενός άνθρωπος" λέτε στο μότο σας. Οι ήρωές σας και σ' αυτό και σε όλα σας τα βιβλία έχουν μυστικά. Ο συγγραφέας - κατ' εσάς - έχει ή δεν έχει μυστικά από τον αναγνώστη;

- Ταυτίζομαι και συμφωνώ με το μότο ενός από τους ήρωες του βιβλίου, του Γκαμπριέλε. Όλοι κρύβουμε μυστικά μέσα μας. Ο συγγραφέας, και ειδικά των αστυνομικών μυθιστορημάτων, δε θα μπορούσε να μην έχει μυστικά από τον αναγνώστη. Όσο οι αναγνώστες γίνονται πιο υποψιασμένοι οι συγγραφείς πρέπει να γίνονται και πιο δαιμόνιοι.

- Οι ήρωές σας είναι σαν τους ανθρώπους, Ιανοί, και... καλοί και κακοί (σε όλα σας τα βιβλία), είναι θετικός ή αρνητικός ήρωας ο Νικόλα Μιλάνο;

- Είναι δύσκολο να πω για τους ήρωές μου, όπως και για τους ανθρώπους. Ο Νικόλα, ακριβώς επειδή είναι γεμάτος συμπλέγματα, μυστικά και ψυχικά τραύματα ακροβατεί κι αυτός ανάμεσα στο καλό και το κακό. Αφήστε που, όπως λέει, δεν τα πάει καλά με τα συναισθήματα.

- "Σκέψη", "Υπομονή" και "Δύναμη", να πούμε κάτι γι' αυτή την περίεργη banda antimostri? Όπου κι εδώ δεν έχουμε άσπρο- μαύρο. Εντάξει απονέμουνε δικαιοσύνη, αλλά σκοτώνοντας...

- Καταρχάς είμαι ο τελευταίος που μπορώ να κρίνω τις πράξεις των ηρώων μου. Η banda antimostri που στην κυριολεξία σημαίνει «συμμορία αντιδράκων» είναι μια περίεργη ομάδα από τελείως διαφορετικούς ανθρώπους που τους ενώνει μια κοινή, αβάσταχτη μοίρα. Δρουν παράλληλα με την κυρίως ιστορία του Νικόλα Μιλάνο μέχρι που οι δρόμοι τους συναντιούνται.

- Να πούμε πως γεννήθηκε η ιδέα; Τι είναι εκείνο που μπορεί να σας οδηγήσει σ' ένα καινούργιο μυθιστόρημα; Ένας ήρωας, ένας... φόνος, ένας γρίφος ή ένα αίνιγμα...

- Σ’ αυτό το βιβλίο νομίζω πως ήταν η προσωπικότητα του Μόστρα, η τρέλα του συλλέκτη, η βιβλιοφιλία, και φυσικά η συγκεκριμένη συλλογή βιβλίων του. Η γοητεία που άσκησαν όλες αυτές οι εικόνες και οι έννοιες μέσα μου.
Απ’ όσα είπατε μόνο ένας ήρωας δε θα μου γεννούσε εύκολα την ιδέα ενός αστυνομικού μυθιστορήματος. Μπορεί όμως να είναι και μια σκηνή. Στην Απαγωγή πχ. θα μπορούσε να είναι η παρακάτω: ένας άνθρωπος πέφτει από ένα κρουαζιερόπλοιο μέσα στη νύχτα, κολυμπάει στην απόκρημνη ακτή και κρύβεται σε μια σπηλιά. Γύρω απ’ αυτή ή κάποια ανάλογη σκηνή θα μπορούσα να χτίσω ένα ολόκληρο βιβλίο.

- Υπάρχει τόσο παρασκήνιο πίσω από τα "σπάνια βιβλία";

- Από τη στιγμή που η βιβλιοφιλία γίνεται πάθος τότε όλα μπορούν να συμβούν. Για ιδιαιτέρως σπάνιους τόμους νομίζω πως υπάρχουν άνθρωποι που θα σκότωναν για να τους αποκτήσουν.

- Υπάρχει λεπτομερής καταγραφή της βιβλιοθήκης του Δημητρίου Μόστρα, μια εξαιρετική περιγραφή βιβλιοθήκης (κατασκευαστικά, του Σκούρα), στην "Απαγωγή του εκδότη" ήτανε τα ρολόγια και διαμάντια, στον "Μεγάλο θάνατο του Βοτανικού" ήταν τα αυτοκίνητα... Να υποθέσω, μετά από προσωπική έρευνα και αποτέλεσμα προσωπικής αγάπης όλα;

- Αποκλειστικά. Σ’ αυτό το βιβλίο γράφοντας για τη βιβλιοφιλία και για σπάνια βιβλία, ένιωθα μια πρωτόγνωρη ικανοποίηση. Το ίδιο ισχύει όταν γράφω για κλασσικά αυτοκίνητα, ή ρολόγια. Άλλωστε έτσι γεννιούνται και οι συγγραφικές εμμονές.

- Και βεβαίως η... εμμονή με την Ιταλία και τα Επτάνησα (στην "Απαγωγή του Εκδότη" ήταν η Λευκάδα, εδώ λίγο Κέρκυρα). Πόσο πρωταγωνιστικό ρόλο έχει ο τόπος στο βιβλίο;

- Αρκετά μεγάλο κι αυτό έχει να κάνει και με τη μανία μου με τη λεπτομέρεια και τις πιστές περιγραφές των τόπων. Στην «Απαγωγή» το ακρωτήριο Λευκάτας στη Λευκάδα, ουσιαστικά πρωταγωνιστεί στο δεύτερο μέρος του βιβλίου, το ίδιο κι η περιοχή του Βοτανικού στο αντίστοιχο μυθιστόρημα. Φυσικά και δεν αρνούμαι την εμμονή μου με την Ιταλία. Μου αρέσει υπερβολικά να τοποθετώ εκεί τη δράση των βιβλίων μου, όπως και να δημιουργώ αντίστοιχους χαρακτήρες. Αυτό όμως δεν είναι κανόνας. Κάθε ιστορία δένεται στο μυαλό μου με μια χώρα, μια περιοχή χωρίς να με απασχολεί καθόλου αν αυτή είναι η Ελλάδα, η Ιταλία ή οι ΗΠΑ.

- Τον κεντρικό ρόλο, βέβαια, επί τω προκειμένω έχει η βιβλιοθήκη, αφού αυτήν αφορά και ο βασικός γρίφος. Να πούμε πως γεννήθηκε αυτός ο εξαιρετικός γρίφος;

- Με κολακεύετε, νομίζω πως πρόκειται για έναν αρκετά απλοϊκό γρίφο, και τέτοιος ήθελα να είναι για να εξυπηρετήσει καλύτερα την πλοκή του βιβλίου. Δεν με παίδεψε πολύ, τον βρήκα σχετικά εύκολα, αφού απέρριψα έναν άλλο πιο εντυπωσιακό που θα χρησιμοποιήσω σε κάποιο προσεχές βιβλίο. Όσο για τη βιβλιοθήκη έχετε δίκιο: είναι το κέντρο του βιβλίου και γύρω απ’ αυτήν στρέφεται όλο το μυθιστόρημα.

- Να υποθέσουμε ότι συμφωνείτε και επί της ουσίας με την banda antimostri; Από ποστ στο μπλογκ σας ξέρουμε ήδη την αδυναμία σας προς τα παιδιά...

- Μου φαίνεται ερώτηση παγίδα. Δε θα απαντήσω (γέλια).

- Και βεβαίως ουδείς υπεράνω υποψίας. Οι συνθήκες δημιουργούν το έγκλημα, ή το πρόβλημα, κύριε Μαμαλούκα; Μπορεί να είναι ο καθένας εν δυνάμει δολοφόνος; Και ναι "το κακό είναι αιώνιο", αλλά και το καλό δεν είναι; Και ποιο απ' τα δυο θεωρείτε ως δυνατότερο;

- Αν μελετήσουμε προσεχτικά κάποια εγκλήματα, τα κίνητρα, τις συνθήκες, νομίζω πως θα φτάσουμε σε μια σκέψη που θα μας τρομάξει: Πόσο εύκολα μπορούμε να φτάσουμε στο έγκλημα.
Όπως ο καθένας μας είναι ένας εν δυνάμει δολοφόνος όμως, άλλο τόσο είναι και ένας εν δυνάμει ήρωας. Κι εδώ μπλέκεται το καλό και το κακό. Η μοίρα επιφυλάσσει άσπρο ή μαύρο σε μερικούς από μας. Όσο για το ποιο είναι πιο δυνατό νομίζω πως μακροπρόθεσμα το κακό θα νικήσει. Δείτε τα χάλια του πλανήτη μας, θα τον τελειώσουμε μόνοι μας πριν την ώρα του.

- Και στο καινούργιο σας βιβλίο ένας υπέροχος εγκλεισμός, αυτή τη φορά στο κελάρι. Στην "Απαγωγή του εκδότη" ήταν σε θαλασσινή σπηλιά, στον "Μεγάλο θάνατο του Βοτανικού" σ' ένα γκαράζ, στο "Όσο υπάρχει αλκοόλ" σε ένα περίεργο μπλοκ κατοικιών... Να υποθέσουμε μια από τις περίφημες συγγραφικές εμμονές σας;

- Ναι, είναι κοινό στοιχείο κι υπάρχει και σε άλλα σχέδια μυθιστορημάτων. Μου βγαίνει αυθόρμητα, δεν το επιδιώκω. Κάποια στιγμή οι ίδιοι οι ήρωες κατευθύνονται σε ανάλογες καταστάσεις μαγνητισμένοι από μια αδιευκρίνιστη αιτία.

- Άλλες εμμονές; Μπορούμε να επισημάνουμε; Εκτός από τα αγαπημένα: ρολόγια, αυτοκίνητα, ουίσκι, παλιά βιβλία...

- Ναι, κι όπου ουίσκι βάλτε μαλτ. Τα είπατε όλα, όσα αξίζει να ζει κανείς… Έχω επίσης μια ιδιαίτερη αδυναμία στη Μόνικα Μπελούτσι.

- Αν σας γνωρίζει κάποιος σε προσωπικό επίπεδο αισθάνεται απίθανη έκπληξη να έχουν βγει τόσοι φόνοι, τόσες ληστείες, τόσοι... mostri και antimostri απ' αυτό το καλόπαιδο κι απ' αυτό το... κεφάλι. Το είχατε από μικρός αυτό το... χούι;

- Το κεφάλι το είχα, νομίζω και το χούι, αρκεί να σας δείξω την πρώτη μου ιστορία που σώζεται, γραμμένη σε ηλικία νομίζω εφτά ετών…

- Να πούμε τι διαβάζατε ως παιδί και ποιοι από τους συγγραφείς είναι συγγενικοί ή αγαπημένοι;

- Παιδί διάβαζα Αστερίξ, Λουκυ Λούκ, Τεν Τεν και λίγο Ιούλιο Βερν γιατί έπαιζα όλη μέρα ποδόσφαιρο στους δρόμους και στο Μαράσλειο. Θέλω να νιώθω συγγενής με τον Πόε και θαυμάζω τον Ζακ Πρεβέρ, τον Μπ. Τρέηβεν, τον Γιενς Μπιέρναμπου, τον Σιμενόν, τον Μαρκές, τον Στίβεν Κίνγκ… κι άλλους πολλούς.

- Τι γίνονται οι ήρωες όταν τελειώσει η ιστορία σας;

- Ωραία ερώτηση. Κατοικούν όλοι μες στο κεφάλι μου. Συχνά τσακώνονται μεταξύ τους, πιο συχνά ακόμα με ενοχλούν ζητώντας να ξαναβγούν στη ζωή, που γι’ αυτούς είναι ένα τυπωμένο βιβλίο, και να πρωταγωνιστήσουν και πάλι. Ακόμα κι οι νεκροί με πιέζουν. Ισχυρίζονται πως συγγραφέας είμαι μπορώ να βρω ένα τέχνασμα να τους αναστήσω. Δεν τους αδικώ, τους αγαπώ όλους, άλλους πολύ, άλλους λίγο.

- Συνηθίζουν να λένε ότι μια ιστορία αιώνια γράφουμε, μια μουσική σύνθεση επιχειρούμε, έναν πίνακα, τον ίδιο πίνακα, τελειώνουμε, εσείς συμφωνείτε με αυτό ή μπα... Κι αν συμφωνείτε, τι νομίζετε, ότι φτάσατε επιτέλους στο βιβλίο της ζωής σας; Διότι "Η χαμένη βιβλιοθήκη του Δημητρίου Μόστρα" είναι ένα που κινείται σε πολλά επίπεδα και με εξαιρετικό τρόπο βιβλίο.

- Δεν ξέρω αν είναι αλήθεια αυτό που λέγεται για το ένα και μοναδικό βιβλίο. Πάντως εγώ δε νιώθω ότι ο Μόστρας είναι το βιβλίο της ζωής μου, νομίζω πως είμαι στην αρχή ακόμα. Έχω πολλά ακόμα να γράψω. Κι ελπίζω να τα καταφέρω ακόμα καλύτερα.

- Παρ' ότι ο έρωτας στα βιβλία σας είναι το υποσύνολο, εν τούτοις έχετε εγκιβωτισμένες μικρές αλλά εξαιρετικές ερωτικές ιστορίες. Με μια κούκλα Ντανιέλα, αμφιλεγόμενη επί τω προκειμένω. Οι ερωτικές περιγραφές κρίνετε ότι είναι από τις δυσκολότερες;

- Ναι, είναι αρκετά δύσκολες, δεν ξέρω τι τύχη θα είχα σ’ ένα καθαρά ερωτικό βιβλίο. Όσο δύσκολες όμως κι αν είναι, τόσο απολαυστικές μπορούν να γίνουν όταν είναι καλογραμμένες, και δεν εννοώ τα δικά μου βιβλία.

- Επίσης σε όλα σας τα βιβλία πρωταγωνιστικό ρόλο παίζει και το "τυχαίο", το θεωρείτε και στη ζωή ως καθοριστικό παράγοντα;

- Ναι, το θεωρώ. Άλλος το ονομάζει τυχαίο, άλλος μοίρα, πεπρωμένο. Όπως και αν λέγεται βρίσκεται μέσα στη ζωή και δε θα μπορούσε να μην είναι και μέσα σε οποιαδήποτε ιστορία.

- Τι πρέπει απαραιτήτως να έχει μια αστυνομική ιστορία;

- Δύσκολο να πει κανείς. Μια έμμονη ιδέα ίσως. Κάτι που δε φεύγει απ’ το μυαλό ενός ήρωα. Κάτι που δεν τον αφήνει να ησυχάσει, να κοιμηθεί, να φάει… Μπορεί να κρύβει ζήλια, φθόνο, μίσος, έρωτα… ή όποιο άλλο έντονο συναίσθημα.

- Σε κάθε ιστορία σας γνωρίζατε από την αρχή το τέλος; Υπάρχουν εκπλήξεις, ανατροπές (αγαπάτε πολύ τις ανατροπές και τις επιδιώκετε) που σας επιφυλάσσουν, τελικά, οι ιστορίες; Ή λειτουργείτε ωσεί Θεός, στο χέρι σας όλα;

- Γνωρίζω το βασικό σκελετό, όμως από κει και πέρα δεν λείπουν οι εκπλήξεις. Γράφοντας, το βιβλίο ακολουθεί το δικό του δρόμο. Κάτι που φαινόταν λογικό κατά τη διάρκεια του σχεδιάσματος, στη γραφή παύει να είναι, κάτι που νόμιζες οφθαλμοφανές τώρα γίνεται δυσνόητο. Μερικοί ήρωες επίσης είναι σκληρά καρύδια, δε συμβιβάζονται, αντιστέκονται και φτάνουν σε σημείο να με απειλούν… Δουλεύοντας την ιστορία δεκάδες φορές στο κεφάλι σου αλλάζουν πολλά, αυτή είναι άλλωστε και λίγη απ’ τη μαγεία της συγγραφής.

- Και εν τέλει, ναι, αυτό το βιβλίο θα μπορούσε να είναι και δύο βιβλία. Ένα αποκλειστικά για την βιβλιοθήκη του Μόστρα, εξάλλου πολλά τα μυστήρια. Σ' αυτό το βιβλίο, κύριε Μαμαλούκα, "ξοδέψατε" πολλές ιστορίες. Οι antimostri θα μπορούσαν να είναι από μόνοι τους ιστορία....

- Έχετε δίκιο. Ξοδεύω όμως διότι έχω… Το κεφάλι μου είναι γεμάτο παρόμοιες ιστορίες. Δεν έχω παρά να κοιτάξω δίπλα μου, στην πραγματική ζωή, εκεί που όπως συνηθίζεται να λέγεται, η πραγματικότητα ξεπερνάει κάθε φαντασία.

- Πώς είστε όταν η ιστορία γράφεται; Και πως όταν τελειώσει, όταν φύγει από σας η ιστορία;

- Όταν σχεδιάζω την υπόθεση είμαι σαν υπνωτισμένος, σαν να είμαι μέσα στην ιστορία. Όταν γράφεται παλεύω με τις λέξεις, τους διαλόγους, τις περιγραφές και γνωρίζω πια τους ήρωες όπως γνωρίζουμε τους στενούς μας συνεργάτες. Όταν τελειώσει πάλι δεν ηρεμώ διότι τότε αρχίζουν να με επισκέπτονται οι ήρωές μου σαν ασθενείς που βλέπουν τον ψυχίατρό τους. Ακούω συνεχώς παράπονα, αλλά και εκμυστηρεύσεις περηφάνιας. Βλέπετε, ξέρουν ότι μέχρι να φύγει το βιβλίο για το τυπογραφείο προλαβαίνουν να αλλάξουν τη μοίρα τους.

- Το γιατί γράφετε, εκτός από κοινότοπη ερώτηση, το έχετε απαντήσει; Ή δεν σας αφορά η απάντηση καθόλου;

- Δεν το έχω ψάξει πολύ, ούτε με απασχόλησε ποτέ έντονα. Να πω ότι είναι μια εσωτερική ανάγκη; Πάντως νιώθω ότι τα βιβλία που έχω στο μυαλό μου -και δεν είναι λίγα- πρέπει να γραφούν. Ξέρετε τι έλεγαν οι Blues Brothers στην ομώνυμη ταινία; «We are in mission from God». Είμαστε σε αποστολή από το Θεό. Έτσι κι εγώ: έχω ειδική αποστολή να γράψω τα βιβλία μου. (γέλια).

- Το πρώτο σας βιβλίο «Όσο υπάρχει αλκοόλ υπάρχει ελπίδα» μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο. Το δεύτερο «Ο Μεγάλος Θάνατος του Βοτανικού» σύμφωνα με τις κριτικές είναι έτοιμο σενάριο. Πιστεύετε ότι τα βιβλία σας είναι κινηματογραφικά;

- Νομίζω πως ναι, αν και η Απαγωγή θα πρέπει να γίνει υπερπαραγωγή αφού έχει έναν κοσμοπολίτικο χαρακτήρα. Δεν το κρύβω πως ο σύγχρονος κινηματογράφος με έχει επηρεάσει αρκετά κι αυτό φαίνεται, απ’ ό,τι λένε, στη γραφή μου.

- Συμμετέχετε και με ένα διήγημά σας σε μια συλλογική έκδοση. Να μας πείτε γι' αυτή την έκδοση και γι' αυτό το διήγημα;

- Το βιβλίο είναι μια συλλογή διηγημάτων που κινούνται στο χώρο της αστυνομικής λογοτεχνίας. Ονομάζεται «Ελληνικά Εγκλήματα», βγαίνει απ’ τις εκδόσεις Καστανιώτη και είναι μια ιδέα του Ανταίου Χρυσοστομίδη στο δρόμο που χάραξε το περσινό και επιτυχημένο «Ιταλικά Εγκλήματα». Το δικό μου διήγημα είναι η ιστορία ενός συντηρητικού μεσήλικα αστυνομικού που θέλει να κάνει την υπέρβαση στην προσωπική του ζωή παίρνοντας μια τολμηρή απόφαση.

ΥΓ. Όχι, εδώ δεν υπήρξα βραδυφλεγής, τουλάχιστον όσον αφορά τη «Χαμένη Βιβλιοθήκη του Δημητρίου Μόστρα». Υπήρξα βραδυφλεγής, όμως, όσον αφορά το «Αλκοόλ» και θα πρέπει να πω, επίσης, ότι πέρασα και ΕΒΔΟΜΑΔΑ ΜΑΜΑΛΟΥΚΑ! Διότι ο Δημήτρης ΞΕΡΕΙ να κάνει μυθιστόρημα και να με ξενυχτά! Δεν θα προσποιηθώ ότι αυτή η συνέντευξη δημοσιεύεται για πρώτη φορά απ’ το μπλογκ, έχει ήδη «παιχτεί», αλλά τώρα που γράφει- και επειδή μ’ αφορά η γραφή του, η ζωή του, οι δικοί του- και λόγω του ότι την θεωρώ αρκετά καλή (δικαίωμα, άποψη!) αποφάσισα να την (ξανα)παίξω κι έτσι.
Και προς αποφυγή παρεξηγήσεων, άλεφ, σταθερά! Αυτή εκεί η κυρία με αντιγράφει σε όλη της τη ζωή! Υπάρχει μια διαρκής πάλη μεταξύ του άλεφ (του πονηρού) και της Ελ. Γκίκα.
Να είστε όλοι καλά κι ό,τι διαβάζετε και κάτι σας λέει, θα ‘θελα να το μάθω κι εγώ!

14/9/10

Μάθε να ξεχνάς

“ΠΕΙΡΑΜΑ ΜΝΗΜΗΣ” του Σεμπάστιαν Φίτσεκ. Μετάφραση: Αλέξης Γραμματικός. Εκδ. “Διήγηση”, σελ. 326, € 16

“Είστε ο κύριος Μαρκ Λούκας, δικηγόρος και κοινωνικός λειτουργός, τριάντα δυο χρονών, μένετε στη Στάινμετστράσε, στο Σένεμπεργκ. Χήρος, παλιότερα παντρεμένος με τη Σάντρα Ζένερ, τριάντα τριών ετών. Έχασε τη ζωή της σε αυτοκινητιστικό ατύχημα. Και...”
“...και δεν πρέπει να καλέσετε την αστυνομία, υπό τις παρούσες συνθήκες”.
Όλα γυρίζουν γύρω από μια αλλόκοτη αγγελία, χρήσιμη τις εποχές που περνάμε:“Μάθε να ξεχνάς”.
Και κάτω από αυτόν τον τίτλο μια ομάδα αυτοβελτίωσης υπόσχεται να απαλείψει απ' τη μνήμη, ό,τι στοιχειώνει τη ζωή μας. Οι πρώτες σελίδες ενδεικτικές και σε προιδεάζουν: ένα ζευγάρι μπροστά σε μια αποκρουστική λάμπα- δελφίνι υπόσχεται να την ανάψει όποιος θα “φύγει” πρώτος.
Κι από την αρχή σου γίνεται γνωστό στο καινούργιο ψυχολογικό θρίλερ του Σεμπάστιαν Φίτσεκ “Πείραμα Μνήμης” πως ο Μαρκ Λούκας είναι εκείνος που απέμεινε, η Σάντρα, η σύντροφός του, στο ατύχημα το οποίο θέλει και να εξαφανίσει από τη μνήμη του, μαζί με το αγέννητο παιδί του, έχει “φύγει”.
Την παρεμβολή του ως βαρύτατα τραυματισμένου την προσπερνάς, εξάλλου ο ψυχίατρος του λέει ότι εκείνο που δεν αντέχει είναι η μνήμη. Και υποθέτοντας ότι απλώς αυτοτραυματίζεται διότι αμφιβάλει για αυτή καθ' εαυτή του την ύπαρξη, το ξεχνάς. Η καταιγιστική δράση που ακολουθεί, στο επιβάλει.
Στις σελίδες που ακολουθούν, ο Μαρκ, αναζητά τα χνάρια της ζωής του εις μάτην: στο σπίτι του η... νεκρή γυναίκα του απαγορεύει την είσοδο, εξάλλου όπως πληροφορείται από την ίδια, δεν τον γνωρίζει! Στην Ακτή, στο γραφείο του όπου καταφεύγουν συνήθως ναυαγισμένοι έφηβοι, ιδιοκτήτης άλλος, τον διώχνει! Και σα να μην έφταναν αυτά, η κλινική που υποσχόταν το Πείραμα, δεν υπάρχει! Στο σκάμα που συναντά, μια γυναίκα που δείχνει να γνωρίζει τα πάντα γι' αυτόν, αγνοώντας όμως όλα όσα αφορούν την ζωή της, του καταγγέλλει μια συνωμοσία ασύλληπτη: είναι ήδη στο Πείραμα κι έχει αρχίσει να ξεχνά σχεδόν τα πάντα.
Στο μεταξύ, ο συγγραφέας όπως και στα προηγούμενα βιβλία του, θέτει μεγάλα ψυχιατρικά προβλήματα.
Κατ' αρχάς, τα στάδια του πένθους. Όπου αρνείται τον θάνατο της Σάντρας.
Αμέσως μετά, σε κομβικό σημείο, το Σύνδρομο Αρωγής γνωστό ως ΑΥΑ, και αφορά τα “άτομα υπεραισθητηριακής αντίληψης”, όπως είναι ο Μαρκ και ο αδελφός του Μπένι. Ο οποίος μετά από μια αποτυχημένη αυτοκτονική απόπειρα νοσηλεύτηκε και βγήκε από την ψυχιατρική κλινική προσφάτως.
Τα πράγματα θα μπερδευτούν ακόμα περισσότερο όταν οι δρόμοι τους διασταυρωθούν, μυστικά και ψέματα του παρελθόντος θα έρθουν στο φως και ένα σενάριο της Σάντρα που θεωρεί νεκρή περιγράφει την αλλόκοτη αμνησιακή του περιπέτεια. Το κουβάρι θα ξετυλιχτεί, τελικά, με έναν ασύλληπτο τρόπο.
Πρόθεση, εξάλλου, του συγγραφέα δεν είναι η μεταφυσική αλλά ο ρεαλισμός. Και τα θρίλερ που αγαπά να γράφει ο Φίτσερ στηρίζονται στην ψυχική παθολογία.
Ο ψυχίατρος αδελφός του παρέχει όλα τα γνωσιακά εφόδια, όπως την διαστολή του χρόνου σε περίπτωση θανάτου ή κινδύνου, και το ταλέντο του στην ζοφερή ατμόσφαιρα δημιουργεί μικρά θαύματα.
Ένα ψυχολογικό θρίλερ που διαβάζεται απνευστί και δεν σταματά να σε ξαφνιάζει: με τις διαρκείς ανατροπές του και το απρόσμενο φινάλε. Με τους αντιφατικούς χαρακτήρες και τις απίστευτες ψυχικές νόσους. Με το μεγάλο ζήτημα της μνήμης, ας μη ξεχνάμε εξάλλου και την επινόηση. Με το μαχαιράκι της γλώσσας που τοξικά χρησιμοποιεί για να εξαφανίζει τις σταθερές σου. Μα πάνω απ' όλα, με την υποκειμενικότητα του χρόνου.
Για να υποστηρίξει το θέμα του ο συγγραφέας χρησιμοποιεί θεατρικούς διαλόγους, αγγελίες και άρθρα, σενάρια και χρονική ανατροπή γεγονότων.
Στον επίλογο απίστευτα γενναιόδωρος μας χαρίζει τις πηγές της έμπνευσης. Τι ήταν εκείνο που τον έφερε αντιμέτωπο με την τραυματική ανάμνηση ώστε τον ώθησε να αναφερθεί με τόσο ακραίο τρόπο στην αμνησία. Κι όσο για την αληθοφάνεια του θέματος “ίσως να νομίζετε ότι το πείραμα μνήμης ανήκει στη σφαίρα της επιστημονικής φαντασίας. Μην απατάσθε όμως, Οι επιστήμονες (το ίδιο και οι εγκληματίες, αλίμονο) έχουν από παλιά πρόσβαση σε ουσίες που μπορούν να ξεριζώσουν αναμνήσεις από την πρόσφατη μνήμη μας.- μας λέει- Και δεν μιλάω απλά για διαλείψεις που προκαλούνται από υπερβολική δόση αλκοόλ' θα αναφέρω για παράδειγμα τη φλουτιντραζεπάμη, η οποία δυστυχώς έγινε διαβόητη ως το “χάπι βιασμού κατά το πρώτο ραντεβού”. Σε συνδυασμό με άλλα ναρκωτικά, καθιστά τα θύματα βιασμού ανίκανα να θυμηθούν το τρομερό έγκλημα που διαπράχθηκε σε βάρος τους”.
Διότι το κλειδί της ιστορίας δεν είναι το “μάθε να ξεχνάς”, ούτε και το ότι ο ήρωας ξέχασε, αλλά, τελικά, τί είναι εκείνο που επιθυμούν διακαώς να ξεχάσει!


ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ-
ΠΟΙΟΣ ΕΙΝΑΙ:
Ο Σεμπάστιαν Φίτσεκ γεννήθηκε στο Βερολίνο το 1971 και είναι πτυχιούχος της Νομικής.
Το βιογραφικό του έχει να επιδείξει πλούσια δραστηριότητα στο ραδιόφωνο και την τηλεόραση.
Από τις εκδόσεις “Διήγηση” κυκλοφορούν:
“Η θεραπεία” και
“Το πείραμα”.


Ελένη Γκίκα

Δημοσιεύθηκε στο Έθνος της Κυριακής

18/5/09

Πρέπει να λησμονήσεις τα πάντα, για να μπορέσεις να τα ξαναδείς

“ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ” του Μιχάλη Μοδινού. Εκδ. “Καστανιώτη”, σελ. 371, e 16

“Συμφωνώ μ' εκείνη τη ρήση του Σεζάν, πως πρέπει να λησμονήσεις τα πάντα για να μπορέσεις να τα ξαναδείς. Κατά κάποιο τρόπο, η ζωή σε βοηθάει σ' αυτό. Αρκεί να έχεις το προνόμιο της επιστροφής, ώστε αυτό το “ξανά” ν' αποκτάει την πραγματική του υπόσταση. Κάτι σαν αιώνια επιστροφή, αυτό μας χρειάζεται. Εντούτοις, είναι κουραστικό ν' αποφλοιώνεις τα αντικείμενα από τις στρώσεις της ιστορικής σκόνης, στην προσπάθειά σου ν' αποκαλύψεις την πρωταρχική ουσία τους, δηλαδή το πώς πρωτοεκτέθηκαν στα μάτια σου. Εντέλει, ίσως είναι και ανέφικτο. Ειδικά αν έχεις έλθει κι επανέλθει σ' έναν τόπο, διαδοχικά στρώματα σκουριάς θα έχουν καταφάει το αρχικό αντικείμενο. Σκουριά της ψυχής- κάποιος ποιητής το 'λεγε αυτό ή μήπως είναι μια από τις έσχατες ονειροφαντασίες μου; Εντέλει, πολλά απ' όσα αγαπούμε είναι οριστικά θαμμένα- σ' ό,τι αφορά το τοπίο, τουλάχιστον – κάτω από την ταφόπλακα της προόδου. Μια αρχαιολογία της ανάπτυξης μας χρειάζεται- θα συμφωνήσω εδώ μ' εκείνον τον Βόλφρανγκ Σαχς-, κι αν ήμουν νεότερος, θ' ανέσκαπτα συστηματικά το τοπίο της υλικής μας ευμάρειας. Όμως, ποτέ δεν είναι αργά”.
Απ' ότι αποδεικνύεται, ούτε και για τον βετεράνο αρχαιολόγο Απόστολο Ζήρα που επιστρέφει, είναι αργά. Στο προγονικό του σπίτι, στο νότιο Πήλιο, εκεί όπου περνούσε τα καλοκαίρια όταν ήτανε παιδί. Τώρα, τσαλακωμένος και μόνος, με τη γυναίκα του νεκρή, σε σχέση κακή με το γιο του, και τη δημόσια εικόνα του κατακερματισμένη κι αυτή.
Για να την ανασυνθέσει, όχι τόσο την δημόσια πια αλλά την εσωτερική και την προσωπική, θα χρειαστεί εκτός από του να επιστρέψει και το να ξαναθυμηθεί: τον έρωτά του για την Έλενα, την ερωτική του σχέση με την μητέρα της την κυρία Μακρή, τον κοσμοπολίτη θείο του και τα όσα του έμαθε, την ιστορία της χώρας, του τόπου, την δική του ανθρώπινη περιπέτεια και την από αδιαφορία; λάθος εκτίμηση; ανατρεπτική του διαδρομή.
Η αφηγηματική τεχνική, παίζει ανάμεσα στην πρωτοπρόσωπη και τριτοπρόσωπη αφήγηση, από το “εγώ πώς αισθάνομαι” και το “πώς με βλέπουν αυτοί”. Κινείται με άνεση ανάμεσα στο παρελθόντα και στον παρόντα χρόνο και προσδίδει σε ό,τι πέρασε όλη τη σοφία της σύγχρονης οπτικής ματιάς. Ακολουθεί όλες τις αλλαγές και ξεφλουδίζει τη σκουριά του χρόνου, αναζητά τα αίτια κάθε λάθους και της όποιας καταστροφής: ιστορικό λάθος και συγκυρία, οικολογική καταστροφή και αδιαφορία, αρχαιολογική ζημιά και ολιγωρία, ψευδαισθησιακή εικόνα των ΜΜΕ. Αλλά πάνω απ' όλα, και εν μέσω μιας άγριας καθημερινότητας, όπου στο ειδυλλιακό τοπίο των παιδικών του χρόνων ένα μετέπειτα λάθος τον ακολουθεί με προεκτάσεις καταστροφικές, η αναζήτηση της χαμένης ή κατακερματισμένης ταυτότητας και του χαμένου παράδεισου, η αέναη επιστροφή στο πιο δικό μας και αληθινό. Με τρόπο ατμοσφαιρικό, τρυφερό, αυτοσαρκαστικό κι ανθρώπινο. Μέσα από το σπίτι που ανασταίνεται, τις βόλτες και την άνοιξη σ' αυτή καθ' εαυτή τη φύση και το χωριό. Την ανάσταση του τόπου και την προσωπική του ανάσταση μετά από την δημόσια σταύρωση (τον σταυρικό θάνατο στην εποχή μας αναλαμβάνει η ΤV), μέσα από τη φυσική συνέχειά του, τον εγγονό του και μια γυναίκα, την τελευταία του σύντροφο, μια αλλοδαπή που συναντά εκεί.
Ενα μυθιστόρημα που μέσα από την περιπέτεια του ενός, αναφέρεται σε όλη την ανθρώπινη περιπέτεια, με διάθεση να τα πει όλα, να ρίξει παντού φως. Με γοητευτικό τον αντιφατικό κεντρικό χαρακτήρα και με τους δεύτερους χαρακτήρες σκιαγραφημένους εξαιρετικά (ουδείς απολύτως καλός ή κακός). Με ενδιαφέροντες διαλόγους και μια υπέροχη φύση που σχεδόν πρωταγωνιστεί. Με φιλοσοφικό στοχασμό επάνω στην ζωή, τη φύση, τον έρωτα, τη μοναξιά και τον θάνατο. Με απόλυτη αποδοχή που χαρίζει αυτή η σοφή και αποκαλυπτική επιστροφή. Διότι, όπως, θα πει ο ήρωας στην κουβέντα με τον σκύλο του: “Ο κόσμος θα συνεχίσει και χωρίς εμάς, Μάγκα. Προς το παρόν, πάντως, συνεχίζει μαζί μας. Δε γνωρίζουμε το τέλος- αν το γνωρίζαμε, δεν θα 'χαμε ξεκινήσει ποτέ αυτό το ταξίδι. Εντέλει, δε θ' απομείνει παρά η μεγάλη ιστορία της φύσης να θυμίζει τη δική μας παράλληλη ιστορία, μια φτωχή και αποτυχημένη απομίμηση. Ας κοιμηθούμε τώρα, ας ονειρευτούμε τα μεγάλα ποτάμια να βρυχώνται στις βαθιές χαράδρες και να σμίγουν και να ξεκολλάνε βράχια και να τα βάζουν με τη θάλασσα και τον άνεμο που λυσσομανάει, γιατί αυτές είναι οι πραγματικές μάχες. Ας ονειρευτούμε σαν παιδιά, γιατί τα παιδικά όνειρα είναι καλά όνειρα, κι αν δεν πραγματοποιήθηκαν ποτέ, χαίρομαι που τα 'χω κάνει. Βλέπεις, οι δικές μας μάχες είναι άνανδρες και, σε τελευταία ανάλυση, ασήμαντες”.

ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ-
ΕΡΓΑ ΤΟΥ:
Περιβαλλοντολόγος, γεωγράφος και μηχανικός ο Μιχάλης Μοδινός γεννήθηκε στην Αθήνα το 1950.
Έζησε, δούλεψε και ταξίδεψε στις πέντε ηπείρους ως ερευνητής και συνεργάτης διεθνών οργανισμών.
Ιδρυτής και εκδότης της “Νέας Οικολογίας”, είναι συγγραφέας πολυάριθμων θεωρητικών έργων γύρω από την αναπτυξιακή διαδικασία και την οικολογική προβληματική με γεωγραφική, περιηγητική και λογοτεχνική ματιά.
Υπήρξε από τα πρώτα ενεργά στελέχη του οικολογικού κινήματος και υποψήφιος δήμαρχος Αθηναίων το 1990. Διετέλεσε Πρόεδρος του Διεπιστημονικού Ινστιτούτου Περιβαλλοντικών Ερευνών και του Εθνικού Κέντρου Περιβάλλοντος.
Δίδαξε σε ακαδημαικά ιδρύματα ανά τον κόσμο. Από το 1994 ως το 1999 διηύθυνε την ελληνική έκδοση της “Κατάστασης του Πλανήτη” σε συνεργασία με το Ινστιτούτο World Watch, ενώ από το 1998 διοργανώνει, σε συνεργασία με τον Ηλία Ευθυμιόπουλο, το Θερινό Οικολογικό Πανεπιστήμιο, προιόν του οποίου είναι δέκα συλλογικοί τόμοι.
Κυριότερα έργα του είναι:
“Μύθοι της ανάπτυξης στους τροπικούς” (1986),
“Από την Εδέμ στο Καθαρτήριο” (1988),
“Τοπογραφίες” (1990),
“Πού βαδίζει ο κόσμος?(επιμ) (1992),
“Το παιχνίδι της ανάπτυξης” (1993),
“Η αρχαιολογία της ανάπτυξης: Πράσινες προοπτικές” (1996),
“Η οικογεωγραφία της Μεσογείου” (επιμ), (2001),
“Οι δρόμοι της αειφορίας” (επιμ) (2004).
Από τις Εκδόσεις “Καστανιώτη” κυκλοφόρησε το 2005 το μυθιστόρημά του “Χρυσή Ακτή” και το 2007 το μυθιστόρημα “Ο Μεγάλος Αμπάι”.

ΥΓ. Δημοσιεύτηκε στο Εθνος της Κυριακής.
Κι εγώ, επέστρεψα, ναι?

16/2/11

Κι όμως, η γη γυρίζει!


SOLAR” του Ίαν ΜακΓιούαν. Μετάφραση: Κατερίνα Σχινά. Εκδ. “Πατάκη”, σελ. 424, € 19.71


Η εγκατάλειψη της ζωής του στο μακρινό Μπελσάιζ Παρκ και ο ερχομός του σ' αυτή την άψυχη ερημιά τον είχε φέρει αντιμέτωπο με την ηλιθιότητα της ύπαρξής του: με την Πατρίς, με τον Τάρπιν, με το Κέντρο, με όλες τις ψευτοδουλειές που έκανε για να κρύψει την ανεπάρκειά του. Τι ήταν η ζωή χωρίς τις υψηλότερες φιλοδοξίες; Η απάντηση βρισκόταν μπροστά του: άλλη μια νύχτα αναξιόλογης αυπνίας”.

Ο Ίαν ΜακΓιούαν, συγγραφέας που αναπτύσσει τις ιστορίες του κάθετα, αναγνωρίζοντας το παν στο ασήμαντο και αναζητώντας τους αρμούς της ύπαρξης στο ελάχιστο, στο καινούργιο του μυθιστόρημα “Solar” αντιστρέφει τους όρους.

Ο ήρωάς του, ο πενηντάχρονος Μάικλ Μπίαρντ, φυσικός τιμημένος με Νόμπελ, ξεκινά από την υπερθέρμανση του πλανήτη και το μέγιστον, για να αποκαλύψει την αβάσταχτη ελαφρότητα της ύπαρξης, το γελοίο της ανθρώπινης ματαιοδοξίας.

Ξεκινώντας από το κομβικό σημείο μιας μεσήλικης κρίσης, αισθάνεται πια στον πέμπτο γάμο του, να χάνει τα πάντα: η νεαρή σύζυγός του τον απατά αντί να την απατά (ως συνηθίζει), μέσα του έχει στερέψει κάθε έμπνευση και περιφέρεται πουλώντας το ένδοξο παρελθόν, χωρίς ιδιαίτερο κέφι, εξαργυρώνοντας φήμη, χρησιμοποιώντας το ελάχιστο εναπομείναν κουράγιο:

Ένα ήταν σίγουρο: είχαν περάσει δυο δεκαετίες από την τελευταία φορά που είχε καθίσει μέσα στη σιωπή και τη μοναξιά επί ατέλειωτες ώρες, με χαρτί και μολύβι στο χέρι, για να σκεφτεί, να διατυπώσει μια πρωτότυπη υπόθεση, να παίξει μαζί της, να την κυνηγήσει, να τη βασανίσει ώσπου να ζωντανέψει... Του έλειπε η θέληση, το υλικό, ο σπινθήρας. Δεν είχε πια καινούριες ιδέες”.

Αναζητώντας καινούργιες μορφές ενέργειας, για να δικαιολογεί περισσότερο παρουσία, θα έρθει αντιμέτωπος με τον εφιάλτη της υπερθέρμανσης, τον εραστή της γυναίκας του και τον φλεγόμενο μεταπτυχιακό φοιτητή υφιστάμενό του. Συντονιζόμενος ταυτόχρονα στην κινδυνολογία του τέλους των πάντων. Για κείνον στα περιττά κιλά του, την επιστημονική του απάθεια και το συζυγικό κέρατο, μάνα εξ ουρανού έρχονται, παγετώνες και ξηρασίες, πλημμύρες, μείωση φυσικών πόρων, η καταστροφή του πλανήτη και φυσικά οι... τυφώνες.

Υπήρχε ένας βιβλικός τόνος σ' αυτές τις προειδοποιήσεις, που θύμιζε πανούκλα, έλκη, αναζέουσες φλυκτίδες και κατακλυσμούς από βατράχια' ένας τόνος που ανακαλούσε τη βαθιά και επίμονη τάση του ανθρώπου, επικυρωμένη μέσα στους αιώνες, να πιστεύει ότι ζει τις τελευταίες μέρες της γης, ότι ο δικός του θάνατος είναι αναπόφευκτα συνδεδεμένος με το τέλος του κόσμου- γιατί μόνο έτσι ο θάνατός του αποκτούσε κάποιο νόημα, ή τουλάχιστον φαινόταν λιγότερο παράλογος”.

Αντιδρώντας σαν κάθε εγωιστής μωροφιλόδοξος, αρπάζεται από κάθε τυχούσα ευκαιρία: φορτώνει ελαφρά την καρδία έναν φόνο στον εραστή της γυναίκας του, κλέβει τα σχέδια του φιλόδοξου φοιτητή του, προσπαθεί να αρχίσει καινούργια ζωή πατώντας πάνω και εκμεταλλευόμενος συγκυρίες.

Χωρίς τύψεις συνείδησης, λέγοντας – σαν κάθε καλός ψεύτης- τα μεγαλύτερα ψέματα στον εαυτό του τον ίδιο. Οι ελπίδες, εν μέσω γενικότερου χαλασμού, αρκετές:

Όχι μόνο επρόκειτο να χάσει βάρος και να γίνει λεπτός και δυνατός, αλλά ήταν αποφασισμένος να ξεκινήσει μια ζωή απαλλαγμένη από καθετί περιττό στο απλό διαμέρισμα που δεν είχε βρει ακόμα. Ένας παράγοντας που απλούστευε τα πράγματα ήταν το αναπόφευκτο ξεθώριασμα του έρωτα ή έστω της ιδεοληψίας για τη γυναίκα του”.

Το αποτέλεσμα, μια απίστευτα κωμικοτραγική μαύρη κωμωδία. Με το φάντασμα της υπερθέρμανσης να συμπαρασύρει εκτός του πλανήτη και την φύση, ηθική, καθημερινότητα και αξίες.

Άνθρωποι που αδυνατούν να οργανώσουν την προσωπική τους ζωή, ξαφνικά πασχίζουν να σώσουν τον κόσμο!

Ο Ιαν ΜακΓιούαν, παρά το σαρκαστικό, ειρωνικά χιουμοριστικό ύφος του, μπήγει ως συνήθως το μαχαιράκι ως εκεί που δεν παίρνει. Στη μανία για εξουσία και λάμψη, στον χρεωκοπημένο θεσμό του γάμου, στην ελαστική ανθρώπινη συνείδηση, στην απίστευτη γελοιότητα του επιστήμονος- σωτήρα. Κομβικό σημείο, το περίφημο ταξίδι των ειδημόνων στο Βόρειο Πόλο. Όπου μπερδεύουν το σύμπαν, τα πόδια τους, το πουλί τους και τα ρούχα τους, αλλά ο στόχος παραμένει υψηλός, η γη δεν γυρίζει δίχως εκείνους!

Οι διαπιστώσεις και οι εξελίξεις κωμικοτραγικές και ραγδαίες:

Η γη μπορούσε να ζήσει και χωρίς την Πατρίς και τον Μάικλ Μπίαρντ. Κι αν ξεφορτωνόταν όλο το ανθρώπινο είδος, η βιόσφαιρα θα συνέχιζε απτόητη και σε δέκα εκατομμύρια χρόνια θα έβριθε από παράξενες νέες μορφές ζωής, καμία από τις οποίες δεν θα διέθετε την ευφυία των πιθηκοειδών. Και τότε ποιος θα βρισκόταν να λυπηθεί που κανένας δεν θα θυμόταν πια τον Σαίξπηρ, τον Μπαχ, τον Αινστάιν ή τον Συγκερασμό Μπίαρντ- Αινστάιν;”

Μυθιστόρημα που συνδυάζει την ψυχικά απύθμενη ανθρώπινη άβυσσο με το ψευδαισθησιακό του έρωτα και την επιστήμη. Το θερμόμετρο πλανήτη και ηρώων στο κόκκινο, κατά συνέπεια στα όρια και η μέγιστη μικρότητα, η ανασφάλεια, η αναλγησία και το υπαρξιακό χάος. Μια μαύρη κωμωδία με τον Ιαν ΜακΓιούαν στα μεγάλα του κέφια και σε μετάφραση από την Κατερίνα Σχινά που διασώζει σιωπές και ημιτόνια. Το φινάλε δε, ιδιοφυές! Μετά την χρηματιστηριακή φούσκα του εκπεσσόντος Φυσικού, ο λόγος που εκφωνήθηκε προς τιμήν του όταν μεσουρανώντας η επιστημονική κοινότητα τον τιμούσε με Νόμπελ. Ε ναι, η γη γυρίζει και δίχως εμάς!



ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ:

Ο Ίαν Μακ Γιούαν γεννήθηκε το 1948, σπούδασε στα πανεπιστήμια Sussex και East Anglia και δημοσίευσε την πρώτη του συλλογή διηγημάτων, με τίτλο "Fist Love, Last Rites", το 1975, αποσπώντας μάλιστα το βραβείο Somerset Maughman, και τη δεύτερη με τίτλο "Between the Sheets", το 1977. Το 1987 κέρδισε το Whitbread Award (και το Prix Femina Etranger, έξι χρόνια μετά), για το μυθιστόρημά του "Child in Time".

Έχει γράψει τα μυθιστορήματα:

Ο τσιμεντόκηπος” (Γράμματα, 1982),

Ξένοι στη Βενετία” (Σέλας, 1991),

The Child in Time”,

The Innocent”,

Μαύρα σκυλιά” (Σέλας, 1994),

The Daydreamer”,

Έμμονη Αγάπη” (Νεφέλη, 1999),

Άμστερνταμ” (Νεφέλη, 1999),

Εξιλέωση” (Νεφέλη, 2006),

Στην ακτή” (Πατάκη, 2007).

Το 1998 κέρδισε το Βραβείο Μπούκερ για το “Άμστερνταμ”.

Το “Solar” κυκλοφόρησε στα αγγλικά τον Μάρτιο του 2010 και προσφάτως από τις εκδόσεις “Πατάκη”.

26/1/10

Ράγισε!

“Το να γλεντά κανείς δεν είναι παρά μια μορφή αυτοκτονίας” Φ.Σ.Φιτζέραλντ



“Και βέβαια έπαιξες. Όλη σου τη ζωή το ‘χες το στοίχημα. Απλώς δεν το ‘ξερες. Ξέρεις τι χρονιά γράφει πάνω το κέρμα; Χίλια εννιακόσια πενήντα οχτώ. Είκοσι δύο χρόνια ταξίδευε για να φτάσει εδώ. Και τώρα έφτασε. Κι είμαι κι εγώ εδώ. Κι έχω το χέρι μου από πάνω. Κι είναι κορόνα ή γράμματα. Και πρέπει ν’ αποφασίσεις. Να στοιχηματίσεις”.
Ένα κέρμα. Όλοι το ξέρουμε, και ειδικά εγώ ότι “και το πιο μικρό πράγμα μπορεί αν γίνει όργανο της μοίρας”.

Δεν ξέρω γιατί ακριβώς σε κατηγορώ. Δεν καλοξέρω και γιατί αυτό το απόσπασμα του ΜακΚάρθυ είναι ικανό τόσο να με χαλάσει, δεν καλοξέρω ακριβώς και τι είναι εκείνο που θέλω να σου πω’ τι να σου πω, εξηγήθηκε εξάλλου κανείς μας με λόγια;
Θα μπορούσα να κάνω ό,τι κάνεις, να χανόμουν σιγά- σιγά, να σε μπέρδευα και να μπερδευόμουνα περισσότερο, αλλά δεν θα ήμουν εγώ. Το ξέρεις εξάλλου καλά, δεν είμαι εγώ έτσι. Είμαι του «όλα» ή «τίποτα». Παρηγοριόμουν καιρό αλλά μάλλον εις μάτην: “ό,τι δίνεις έχεις, όσα κρατά τα χάνεις” μου έλεγε η γιαγιά. Κι αυτό έκανα’ τα ‘δωσα όλα, τα ‘χασα όλα!
Ξέρω, και πάλι θα με πεις «υπερβολική”. Ίσως και να θεωρείς όλη αυτή την υπερβολή, χαζομάρα. Όμως τώρα δεν έχω καμία άλλη επιλογή. Ο έρωτας είναι πολύ εύθραυστο πράγμα. Και όλο αυτό έσπασε. Ράγισα! Εντάξει, το αναγνωρίζω, είμαι ευάλωτη, σαν άψητο λεπτό γυαλί, ξοδεύομαι άγαρμπα, μπορεί να έχεις και δίκιο και «το κανονικό μου να είναι η υπερβολή” όμως ποτέ όλον αυτό τον καιρό δεν με σταμάτησες, δεν μου είπες «πάψε πια, την τόση σπατάλη! Εγώ κρατώ άμυνες, έχω άσσους κρυμμένους στο δικό μου μανίκι!” Δεν το ‘πες! Και δεν το φαντάστηκα!
Κι ήρθα και στράγγισα’ ράγισα.
Το παραδέχομαι’ “η ρωγμή είναι σε μένα”.

* * *

Πάτησε creat mail, δεν της είχε στείλει τίποτα που να επέτρεπε reply, σκούπισε μύξες, δάκρυα, ήπιε δυο γουλιές μαλτ απ’ αυτό που του είχε πάρει, μόρφασε, σα να κατάπινε κοριό, γιατί έπινε… και ξεκίνησε να γράφει μανιωδώς για την εφημερίδα. Περίμεναν κείμενο. Για τους Φιτζέραλντ είχε βγει νέο βιβλίο. Σερνόταν η μελέτη της, σαν τη ζωή της εδώ κι εκεί, κατασπαταλημένη.

* * *

“Εκείνη αγαπά τη γεύση του αλκοόλ πάνω στα χείλη μου, εγώ λατρεύω τις ψευδαισθήσεις της”.

“Μαμά, μήπως γερνά κανείς στον ύπνο του;”
Από παιδάκι, στην Αλαμπάμα του Νότου, η Ζέλντα Σέιερ, κόρη του δικαστή Σέιερ, ρωτούσε με αγωνία τη μαμά Μίνι και μόνο αυτό φοβόταν: μήπως γεράσει! Γι’ αυτό, εξάλλου, και δεν γέρασε ποτέ. Σχεδόν δεν… κοιμήθηκε ποτέ! Γι’ αυτό ίσως και να αξιώθηκε και τη Μεγάλη Συνάντηση. Με τον νεαρό αξιωματικό από τη Μινεζότα.
Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ, τον ξέρουμε εμείς.
Η μυθιστορηματική βιογραφία της Ανιές Μισό “Ζέλντα – Σκοτ Φιτζέραλντ: Μια σχέση πάθους” (Εκδ. “Κέδρος”) αναφέρεται στην πολυτάραχη και παθιασμένη ζωή τους.

* * *

Της είναι εύκολο να γράφει με τρόπο προσωπικό για κάτι που δεν είναι ή τουλάχιστον δεν φαίνεται να είναι προσωπικό, γράφει σαν κάποιος να της υπαγορεύει’ σχεδόν με τον αυτόματο πιλότο: “Με τα πόδια, γράφεις”, μοιάζει εκείνος να της καταλογίζει, σχεδόν της το κατηγορεί. Γράφει σα να το φτύνει’ τα ίδια της τα συκώτια, την καρδιά:

“Αφηγήτρια είναι, όπως μας αυτοσυστήνεται στο πρώτο κεφάλαιο, “η Σκότι Φιτζέραλντ, μονάκριβη κόρη του Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ και της Ζέλντα Σέιερ”. Που δεν την ξανασυναντάμε παρά στο τελευταίο κεφάλαιο πάλι, για να κάνει αυλαία.
Στο μεταξύ, δυο οδοστρωτήρες που γνώρισαν την ακμή και την παρακμή. Λαμπεροί και αυτοκαταστροφικοί μέχρι υπερβολής. Κυριολεκτικά «καμένοι» απ’ τα πολλά τους ταλέντα.
“Έτσι συνεχίζουμε ακάθεκτοι, σαν τα πλεούμενα ενάντια στο ρεύμα, ενδίδοντας αδιάκοπα στο παρελθόν”. Με μότο ενδεικτικό της σχέσης απ’ τον δικό του “Υπέροχο Γκάτσμπυ”.
Επιμέρους μότο στα κεφάλαια, αποσπάσματα από το βιβλίο εκείνης: “Χαρίστε μου το βαλς”, έκκληση μόνιμη, μονάχα αυτό μια ζωή ζητούσε, εκλιπαρούσε.
Με εμβόλιμα αποσπάσματα έργων τους και δικές της επιστολές προς εκείνον. Η Ζέλντα, αποδεικνύεται πιο… αμελής, ο Σκοτ τις κρατούσε. Αυτή, τίποτα πάλι.
Φόντο της ιστορίας, το πατρικό σπίτι της Ζέλντα στο Νότο. Και ενδιάμεσα, όλοι οι δικοί τους σταθμοί: ο γάμος τους και η παραμονή τους στη Νέα Υόρκη. Τα αλλεπάλληλα ταξίδια στην Ευρώπη, η διαμονή τους στην Κυανή Ακτή, στο ακρωτήριο της Αντίμπ, στη Βενετία, στο Παρίσι, στο Λονδίνο, στη Ρώμη. Το χρηματιστηριακό κραχ και η επιστροφή στην Αμερική. Οι χοροί και τα πάρτι μέχρι εξαντλήσεως, οι μεγάλες παρέες. Η φιλία του Φρανσις Σκοτ Φιτζέραλντ με τον Χέμινγουαίη, το Χόλιγουντ, τα σενάρια, η σχιζοφρένεια της Ζέλντα, τα ιδρύματα, ο εγκλεισμός, η θυελλώδης τους σχέση αλλά και η συγγραφή, το πρώτο βιβλίο «Η άλλη πλευρά του Παραδείσου» που εκδόθηκε όταν ήταν μόλις 24άρων. Τα διηγήματα που έγραφε, πολλές φορές, μόνο για να επιζήσουν. “Ο μεγάλος Γκάτσμπυ” που τον καθιέρωσε, πως μπορεί ένας άντρας να κατασπαταλά έτσι μια ζωή για μια γυναίκα.
Το μυθιστόρημα “Τρυφερή είναι η νύχτα” που της προκάλεσε τον μεγάλο νευρικό κλονισμό, οι προσπάθειες ν’ αφοσιωθεί στην ζωγραφική, στον χορό, στην γραφή ύστερα. Η δική του εντιμότητα να πληρώνει τα ακριβότερα ιδρύματα για κείνη. Τα ταξίδια, το αμερικάνικο όνειρο, η ίδια η Αμερική και η “χαμένη γενιά της τζαζ” που αυτός επινόησε, όντας ο ίδιος χαμένος. Η αναλαμπή ότι “όλα είναι εφικτά”, η επιτυχία εν τω μέσω δυο μεγάλων πολέμων. Το εφήμερο της νιότης, της λάμψης, της νίκης αυτής καθ’ αυτής της ζωής. Ο αλκοολισμός του και η δική της κατάρρευση μέχρι εσχάτων. Ο θάνατός του, με τον “Τελευταίο μεγιστάνα” ημιτελή. Ο τελευταίος εγκλεισμός της. Η ξαφνική, αψυχολόγητη, αδικαιολόγητη πυρκαγιά. Η νοσοκόμα που, γι’ αδιευκρίνιστους λόγους, την είχε κλειδώσει στο δωμάτιο”.

* * *

Γράφει πυρετωδώς, δυσφορεί, αυτή η δύσπνοια πάλι, ποτέ δεν της αρκεί τ’ οξυγόνο. Τίποτε δεν της έφτασε σ’ αυτή τη ζωή. Ό,τι κι αν έζησε, ό,τι κι αν έδωσε, ό,τι κι αν πήρε, και πάλι της φάνηκε λίγο. Να το τελειώσει θέλει. Και να το στείλει, το ξέρει, αυτό το μπορεί:

“Με αυθεντικές φράσεις τους, όπως, «το να γλεντά κανείς δεν είναι παρά μια μορφή αυτοκτονίας» και «εκείνη αγαπά τη γεύση του αλκοόλ πάνω στα χείλη μου, εγώ λατρεύω τις ψευδαισθήσεις”, παρά την τραγικότητα της κατάληξης (“κάηκαν” και οι δυο σαν πεταλούδες στη λάμπα), η τελική αίσθηση είναι το ό,τι, τελικά, τους συνέβη (έζησαν) κάτι μεγαλειώδες. Διότι για τη ζωή και των δύο “εκείνο που είχε σημασία ήταν αυτή η Συνάντηση”.
“Ήταν κάτι εξαιρετικό» μας πείθει γι’ αυτό η Μισό, αλλά και η ίδια τους η ιστορία: “Ήταν η πάλλουσα καρδιά αυτής της ύπαρξης, η έννοιά της, ο σκοπός της, ο χώρος όλων των επιτευγμάτων. Εκείνη αποτελούσε το σημάδι ενός ιδιαίτερου πεπρωμένου». “Ήταν η ιστορία δύο ατόμων, που η μοίρα τους ήταν το σμίξιμο. Είχαν πράγματα να κάνουν μαζί. Αυτό ήταν το τίμημα, ο αγώνας. Αυτό ήταν εκείνο που είχαν χάσει”.

Και στο δικό της, αυτό ακριβώς θα προσπαθήσει να βρει: “Εκείνο που είχαν χάσει”. Γιατί το είχαν χάσει. Στο κείμενό της θα αναλάβει τον καθένα τους στοργικά, ξεχωριστά. Πρώτα, εκείνη: Η Ζέλντα και η σχέση τους, μέχρι εξαντλήσεως, τελικής πτώσεως, “εκείνη που αποτελούσε το σημάδι ενός ιδιαίτερου πεπρωμένου”.
Ξαναδιαβάζει το γράμμα της. Κάποια χρόνια μετά, θα ήταν αργά. Εκείνο το γράμμα, ανεπίδοτον. Χωρίς παραλήπτη:

Κλινική Σέπαρντ και Ένοχ Πρατ
Τόουσον, Μέριλαντ
Ιούνιος, 1935

Αγαπημένε μου και παντοτινά
Αγαπημένε μου Σκοτ,
Και εγώ λυπάμαι που δεν υπάρχει τίποτα πια να σε υποδεχθεί, εκτός από ένα άδειο κέλυφος. Σκέφτηκα την προσπάθεια που έκανες για χάρη μου. Ο πόνος γι’ αυτό το τίποτα είναι αβάσταχτος, εκτός αν κάποιος είναι ένας τελείως κούφιος μηχανισμός. Αν είχα αισθήματα θα λύγιζα από ευγνωμοσύνη προς εσένα, αλλά και από θλίψη, καθώς δεν έχει απομείνει ίχνος αγάπης και ομορφιάς, από την αρχή της σχέσης μας, να σου προσφέρω τώρα, στο τέλος.
Ήσουν τόσο καλός μαζί μου και μπορώ να πω μονάχα ότι πάντα τούτο το βαθύτερο ρεύμα διέτρεχε την καρδιά μου. Η ζωή μου… εσύ.
Θυμάσαι τα τριαντάφυλλα στην αυλή του Κίνει? Ήσουν τόσο ευγενικός και σκέφτηκα “είναι ο πιο γλυκός άνθρωπος του κόσμου” και εσύ είπες “αγάπη μου”. Είσαι ακόμα η αγάπη μου.
Ο τοίχος ήταν υγρός και χορταριασμένος όταν διασχίσαμε το δρόμο και λέγαμε ότι μας αρέσει ο Νότος. Σκέφτηκα το Νότο και το ευτυχισμένο παρελθόν που ποτέ δεν είχα. Σκέφτηκα ότι ήμουν κομμάτι του Νότου. Είπες ότι αγαπάς τούτη την υπέροχη χώρα. Η γλυσίνα στο φράκτη ήταν πράσινη, η σκιά της δροσερή και η ζωή παλιά.
…μακάρι να είχα σκεφθεί κάτι άλλο… αλλά ήταν μια σκέψη συνενοχής, μια ρομαντική, νοσταλγική σκέψη. Έβγαλα το καπέλο μου και τα μαλλιά μου ήταν νωπά και είχα γυρίσει σπίτι ασφαλής και εσύ ήσουν ευχαριστημένος που ένιωθα έτσι και γεμάτος σεβασμό. Ήμασταν χρυσαφένιοι και ευτυχισμένοι σε όλο το δρόμο του γυρισμού ως το σπίτι.
Τώρα που δεν υπάρχει πια ευτυχία και το σπίτι μου έχει χαθεί και δεν υπάρχει πια ούτε παρελθόν, ούτε συναίσθημα που να προσφέρει κάποια ανακούφιση, παρά μόνο τα δικά σου… τι κρίμα που συναντηθήκαμε έτσι τραχιά και παγωμένα, όταν κάποτε υπήρχε τόση τρυφερότητα μεταξύ μας, τόσα όνειρα. Το τραγούδι σου.
Πόσο θα ‘θελα να είχες ένα σπιτάκι με δεντρομολόχες και μια σφενδαμιά και τον απογευματινό ήλιο να καθρεφτίζεται σε μια ασημένια τσαγιέρα! Η Σκότι θα έτρεχε εδώ και εκεί ντυμένη στα λευκά, σαν βγαλμένη από πίνακα του Ρενουάρ και εσύ θα έγραφες το ένα βιβλίο μετά το άλλο. Και θα υπήρχε μέλι για το τσάι, όμως το σπίτι δεν ήταν στο Γκράντσεστερ…
Θέλω να είσαι ευτυχισμένος – αν υπάρχει δικαιοσύνη πρέπει να είσαι ευτυχισμένος… Μπορεί και να είσαι…
Ω ναι, να είσαι
Να είσαι, να είσαι…
Ζέλντα.

Σε αγαπάω, όπως και να ‘ναι… ακόμα κι αν ο εαυτός μου χαθεί, αν η αγάπη χαθεί, αν η ζωή χαθεί…
Σε αγαπώ.

* * *

Και με την άλλη γυναίκα, ακόμα τον αγαπούσε. Με τον κατασπαταλημένο της εαυτό, αγαπούσε. Εκείνον που τόσο γενναιόδωρα ως Τζέυ Γκάτσμπυ της χαρίστηκε αφήνοντάς την Νταίζι να τον εγκαταλείπει για τη ζωή της, τάχα για τον Τομ.
Όμως στο “Τρυφερή είναι η νύχτα” πάτησε πάνω της. Έστησε τ’ αριστούργημά του πάνω στην άρρωστη ζωή της.
Αυτός το πλήρωνε το ίδρυμα. Κι είχε κάθε δικαίωμα για να το κάνει σκηνικό. Είχε όλα τα δικαιώματα να τηνε “κάψει” σαν Νικόλ Ντάιβερ. Εξάλλου δεν υπάρχει μεγαλύτερο ψεύδος από το «όταν μεθάς, δε διαλύεις τίποτα άλλο εκτός από τον εαυτό σου».

Διέλυσε εκείνη!

* * *

“Κι εγώ διαλύθηκα! Εξάλλου, ολόκληρη η ζωή είναι μια διαδικασία αποσυνθέσεως, αλλά τα χτυπήματα που έρχονται, ή τουλάχιστον έτσι δείχνουνε, από τα έξω – αυτά τα οποία θυμάσαι και βλαστημάς και, σε στιγμές αδυναμίας, τα εξομολογείσαι στους φίλους σου, δεν εμφανίζουν τα αποτελέσματά τους αμέσως. Υπάρχει και ένα άλλου είδους χτύπημα που έρχεται από τα μέσα- το οποίο δεν αισθάνεσαι παρά μόνον όταν είναι πια πολύ αργά για να κάνεις κάτι, όταν συνειδητοποιήσεις τελεσίδικα ότι κατά κάποιον τρόπο δεν πρόκειται ποτέ να ξαναγίνεις τόσο καλός άνθρωπος όσο ήσουν. Το πρώτο είδος σπασίματος μοιάζει να γίνεται γοργά- το δεύτερο συντελείται σχεδόν χωρίς να το καταλάβεις μα το συνειδητοποιείς εξαιρετικά απότομα.

Από “Το σπάσιμο” ν’ αρχίσεις. Αν είναι να πεις οτιδήποτε για μένα. Από τα γράμματα που έγιναν βαλς, νύχτα, αλκοόλ, ανατολή. Από τις λέξεις που στην περίπτωσή μου δεν έσωσαν κανένα. Ούτε κι εμένα, φυσικά. Αφού έφτασα πια να τις χρωστούσα.
Έτσι λοιπόν, μια βασανισμένη κι απελπιστική νύχτα έκανα τη βαλίτσα μου κι έφυγα χίλια μίλια μακριά για να σκεφτώ. Έπιασα ένα φτηνό δωμάτιο σε μια μικρή και άχρωμη πόλη όπου δεν ήξερα κανέναν και ξόδεψα ό,τι χρήματα είχα μαζί μου σε προμήθειες από κρέας σε κονσέρβα, μπισκότα και μήλα. Μα δεν θέλω καθόλου να αφήσω να εννοηθεί ότι η αλλαγή από έναν μάλλον πληθωρικό κόσμο σε έναν σχετικό ασκητισμό ήτανε καμιά Μεγαλοπρεπής Έρευνα- ήθελα μονάχα απόλυτη σιωπή (ποιος εγώ “ο οπαδός της φασαρίας”), για να σκεφτώ το γιατί είχα φτάσει να έχω μια θλιμμένη στάση προς τη θλίψη, μια μελαγχολική στάση προς τη μελαγχολία και μια τραγική στάση προς την τραγωδία- γιατί είχα ταυτιστεί με τα αντικείμενα του τρόμου ή του οίκτου μου.
Γιατί παρ’ όλ’ αυτά, όμως, θα πρέπει να συνεχίσω να είμαι συγγραφέας, γιατί αυτός ήταν ο μόνος τρόπος ζωής που ήξερα, αλλά θα σταματούσα τις προσπάθειές μου να γίνω άνθρωπος- να είμαι ευγενής, δίκαιος ή γενναιόδωρος”. Ω ναι, “δεν επρόκειτο να ξαναδώσω τίποτα από τον εαυτό μου- όλες αυτές οι παροχές θα καθίσταντο παράνομες στο εξής εν ονόματι ενός νέου παράγοντα, της Σπατάλης”.
Ό,τι και να έκανα απ’ εδώ και στο εξής “το καπέλο του ταχυδακτυλουργού ήταν άδειο. Είχα βγει από τον τομέα παροχών αρωγής”.
Η δικιά μου ευτυχία στο παρελθόν έφτανε συχνά σε τέτοια έκσταση που δεν μπορούσα να την μοιραστώ ακόμα και με τον άνθρωπο που αγαπούσα, αλλά έπρεπε να την περπατήσω σε ήσυχους δρόμους και σοκάκια κι απέμειναν μόνον αποσπάσματα που απέσταζα σε μικρές φράσεις σε βιβλία- και νομίζω ότι η ευτυχία μου, ή το ταλέντο μου για αυταπάτη ή όπως το προτιμάτε, ήταν μια εξαίρεση. Δεν ήταν κάτι το φυσικό μα κάτι το αφύσικο- αφύσικο όσο και η οικονομική μου Ευημερία’ και η πρόσφατη εμπειρία μου είναι παράλληλη με το κύμα της απελπισίας που σκέπασε το Έθνος όταν η Ευημερία παρήλθε.
Έτσι στην περίπτωσή μου υπάρχει ένα τίμημα που πρέπει να πληρώσω. Θα προσπαθήσω, πάντως να είμαι ένα σωστό ζώο, κι αν μου πετάξετε ένα κόκαλο με αρκετό κρέας μπορεί και να σας γλείψω το χέρι».

* * *

Όμως εγώ δεν πρόκειται πια να σου γλείψω το χέρι, για το ελάχιστο τίποτα που μου πετάς. Απόψε θα καθίσω και θα καταστρέψω υπομονετικά όλα τα e-mails.
Θα σβήσω τα πάντα, και τ’ όνομά σου και τ’ όνομά μου από παντού. Θα πετάξω στον ακάλυπτο τα κλειδιά και θα ασχοληθώ μόνο μ’ αυτούς’ τους κατασπαταλημένους Φιτζέραλντ. Θα κάνω delete στη ζωή μου σε οτιδήποτε σε αφορά, σα να μην πέρασες ποτέ απ’ αυτόν τον κόσμο.
Να ‘τα! Βλέπεις; Βλέπεις που πια τον λόγο μου και τον κρατώ; Τα ρίχνω τα κλειδιά, άκου πώς κουδουνάνε; Και το τηλέφωνο το ξεριζώνω, κοίτα το, να! Το κινητό με τα τακούνια μου κομμάτια το κάνω! Τον υπολογιστή μου, θρύψαλα! Δεν θα ξαναδεχτώ πια τίποτα από σένα! Και ούτε θα ξαναμπώ στον πειρασμό να στείλω κάτι, θα τα σκοτώσω όλα τα ταχυδρομικά περιστέρια. Μόνο Ζέλντα και Σκοτ απ’ εδώ και στο εξής, μέχρι να τελειώσω τη μελέτη που χρωστάω. Μεθαύριο που θα ‘ρθει η Μόζα θα μ’ ανοίξει με το δικό της κλειδί. Και μαζί με τα σκουπίδια, θα πετάξει και σένα. Με λύσσα θα γράφω για να προφθάσω τις προθεσμίες, νυχθημερόν!

* * *

Όμως τί είναι όλοι αυτοί οι καπνοί που στεφανώνουν την πόρτα; Πού βρέθηκε, Θεέ μου, τόσος καπνός, πόση φωτιά απαιτείται για τις στάχτες μιας σχέσης; Θα το προφθάσω άραγε να βάλω κι αυτό; Κι αυτό να το γράψω;
Τώρα η δύσπνοια φταίει ή εκείνοι οι καπνοί; Πάλι αυτή η τρελή από κάτω μέσα στη νύχτα θα έχει αναμμένο καντήλι!
Μονάχα να προφθάσω! Να σε ξεχάσω, να το γράψω!
Ε ναι λοιπόν, έσπασα, ράγισα, ικανοποιήθηκες τώρα;
Η ρωγμή, από την πρώτη στιγμή, το αναγνωρίζω, ήταν σε μένα.

* * *

Πού πάνε αλήθεια όλες αυτές οι πυροσβεστικές;
Αφού καμιά φωτιά δεν σβήστηκε ποτέ επί της ουσίας.


Κυριακή 6 Απριλίου 2008

ε.γκ (alf)



ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:
“Δώθε του παραδείσου” και “Ο τελευταίος μεγιστάνας” του Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ (Εκδ. “Ηριδανός”),
“Ο υπέροχος Γκάτσμπυ” και “Τρυφερή είναι η νύχτα” του Φ. Σ.Φιτζέραλντ (Εκδ. “Πατάκη”),
“Το πλουσιόπαιδο και άλλες ιστορίες” και “Όμορφοι και καταραμένοι” του Φ.Σ.Φιτζέραλντ (Εκδ. “Ερατώ”),
“Τ’ απομεινάρια της ευτυχίας” του Φ. Σ.Φιτζέρλαντ (Εκδ. “Κέδρος”),
“Ο παράδεισος του Πατ Χόμπυ” του Φ.Σ.Φιτζέραλντ (Εκδ. “Οδός Πανός”),
“Έρωτας μέσα στη νύχτα” και “Χαμένη δεκαετία” του Φ.Σ.Φιτζέρλαντ (Εκδ. “Καστανιώτη”).
“Χαρίστε μου το βαλς” της Ζέλντα Φιτζέραλντ (Εκδ. “Οδός Πανός”).
“Ζέλντα- Σκοτ Φιτζέραλντ: Μια σχέση πάθους” της Ανιές Μισό (Εκδ. “Κέδρος”)
“Γράμματα χωρισμού” (εκδ. “Μελάνι”)

Τα αποσπάσματα είναι από:
“Το σπάσιμο”,
“Ζέλντα- Σκοτ Φιτζέραλντ: Μια σχέση πάθους”,
“Χαρίστε μου το βαλς”,
“Τρυφερή είναι η νύχτα”,
“Ο Μεγάλος Γκάτσμπυ”,
“Γράμματα χωρισμού”.



ΥΓ: Εν τέλει το μόνο που μένει είναι οι ιστορίες. Ακόμα κι όταν εμείς χους -εσμέν- και- εις- χουν και όλα θα έχουν γίνει χαρτοπολτός.
Πάμφωτες μέσ' την ολόφωτη, ολοσχερή βέβαιη ήττα μας, να αστράφτουν κάπου εκεί στο σύμπαν αναπαράγοντας τη σκηνή επειδή έτσι είθισται, να μας υπενθυμίζουν πως κατά βάθος το χέρι που μουτζούρωνε στο χαρτί ήδη γνώριζε διότι όλα έχουν ξαναειπωθεί, ξαναγίνει.
Αλλά εκεί εμείς, στην επανάληψη της ίδιας σκηνής.
Γιατί άραγε?

ΥΓ2: Τα τρία τελευταία ποστ κάτι συνέβη και χάθηκαν, δεν βρίσκω τον λόγο να χαθούν και για πάντα, στο φινάλε είναι μια ιστορία που αγαπώ και εμπεριέχεται στο "Βιβλίο του Κακού" που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις "Μαγικό Κουτί". Τρόμαξα πια να το καταλάβω ότι η Σπατάλη είναι, τελικά, αμαρτία! Εβδομο κύκλο κόλασης, λέει! Ακου να δεις ένα πράγμα...

31/5/07

Νυχιά στα σωθικά



«ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΤΟΥ BROKEBACK MOUNTAIN» της Αννυ Πρου

«Η άγρια φύση – μαβιά συντρίμμια βουνών, αειθαλείς χορταριασμένες πεδιάδες, πέτρες σκορπισμένες σαν ερειπωμένες πόλεις, ο διάπυρος ουρανός που αναδιπλώνεται- φέρνει ένα ρίγος μεταφυσικό. Είναι σαν μια μπάσα νότα, που δεν την ακούς μα την αισθάνεσαι, είναι σαν μια νυχιά στα σωθικά».
Σαν μια νυχιά στα σωθικά… Αυτό είναι οι ιστορίες της Αννυ Πρου. Που την αντιληφθήκαμε όταν ένα από τα διηγήματά της έγινε ταινία. «Το μυστικό του Brokeback Mountan» που βαφτίζει και όλη τη συλλογή που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τον «Καστανιώτη». Σε μετάφραση, μάλιστα, του συγγραφέα Αυγούστου Κορτώ.
Από τον «Καστανιώτη», όμως, έχει κυκλοφορήσει κι άλλο ένα της μυθιστόρημα. «Εγκλήματα με ακορντεόν» ο τίτλος του, το 1998. Και «Καρτ ποστάλ» ο τίτλος του καινούργιου μυθιστορήματος, που κυκλοφορεί προσεχώς.
Στην συλλογή με τα διηγήματα «Το μυστικό του Brokeback Mountan», όλα περιστρέφονται γύρω από το σκληρό και καθοριστικό σαν πεπρωμένο τοπίο του Γουαιόμινγκ. Με μότο «Τι να την κάνεις την πραγματικότητα εδώ πέρα…» (αποσυρθείς κτηνοτρόφος του Γουαιόμινγκ), η συγγραφέας ορίζει τα ανθρωπογεωγραφικά όρια μιας περιοχής όπου η φύση αποκτά θεικές διαστάσεις:
«Καμιά παλιά σφαγή, καμιά σκληρότητα, κανένα ατύχημα ή φόνος που συνέβη στα μικρά ράντσα ή στ’ απομονωμένα σταυροδρόμια με τους άπορους πληθυσμούς των τριών και των δεκαεφτά χρόνων, ή σε αστόχαστα τροχόσπιτα μεταλλωρύχων, τίποτα δεν καθυστερεί την πλημμυρίδα του πρωινού φωτός>.
Εξάλλου όλοι γνωρίζουν πως τα «ενθύμια θανάτου, είναι εφήμερα»: «Αλλοι πολιτισμοί κατασκηνώσαν κάποτε για λίγο κι εξαφανίστηκαν. Μονάχα η γη κι ο ουρανός έχουνε σημασία. Μονάχα η ατέλειωτα επαναλαμβανόμενη πλημμύρα της αυγής. Αρχίζεις να καταλαβαίνεις πως ο Θεός δεν μας χρωστά τίποτα παραπάνω».
Στα έντεκα διηγήματα του βιβλίου αξιολάτρευτοι, αξιοθρήνητοι άνθρωποι. Γενναίοι και μοιραίοι στο έλεος μιας άγριας κι ατίθασης φύσης, που «ρημαγμένοι από τη ζωή, επιμένουν να ελπίζουν».
Να ερωτεύονται για πάντα όπως δυο διψασμένες μοναχικές ψυχές μονάχα μπορεί να ερωτεύονται, με έναν έρωτα «που δεν χωρά στα ανθρώπινα μέτρα» στο ομώνυμο διήγημα («Το μυστικό του Brokeback Mountain»).
Να επιστρέφουν αενάως σε ό,τι κάποτε και για πάντα τους σημάδεψε και τους έγδαρε, όπως ο ογδοντάχρονος Μίρο στο «Μισογδαρμένο βόδι».
Να τσαλακώνονται κι όμως εκεί να επιμένουν στο όνειρο του Ροντέο, όπως ο Ντάιμοντ στη «Λάσπη στον πάτο».
Να πηγαινοέρχονται αναλόγως τους καιρούς, όπως ο Λίλαντ στην «Προυπηρεσία».
Να είναι ανά πάσα στιγμή έτοιμοι να πιστέψουν απιθανότητες, όπως ο γερο- Γκράις στο «Μοβόρικο άλογο».
Να αντέχουνε τα χειρότερα όπως ο Ρας και ο Χορμ Τίνσλει στο διήγημα «Οι άνθρωποι στην κόλαση θέλουνε μόνο ένα νεράκι».
Να ερωτεύονται ένα… τρακτέρ και να προσμένουν αχόρταγα «πότε θα ερχόταν κάποιος να τους πάρει» όπως η Όταλιν στην «Χορταριασμένη άκρη του κόσμου».
Να φοράνε σπιρούνια με γαλαξίες και δαιμονικές ιδιότητες, όπως η Ινέζ Μάντιμαν και η κυρία Φριζ στο διήγημα «Ζευγάρι σπιρούνια».
Να ζουν και να πεθαίνουν δίχως να καταλάβουνε το γιατί, όπως η Τζοάνα, ο Ορνέλας κι ο Ελκ στο «Μια μοναχική ακτή».
Να άγονται και να φέρονται σαν το φύλο στον άνεμο και σαν τον Σάι στους «Κυβερνήτες του Γουάιομινγκ».
Να φτάνουν στα άκρα, όπως ο Κρουμ ο ραντσέρης στα «88 χιλιόμετρα απ’ το πλησιέστερο βενζινάδικο».
Διότι στις ερημιές του Γουαιόμινγκ «με υλικά την έσωθεν κι έξωθεν ερημία», ο Θεός είναι φύση και τα όρια της ζωής και της ψυχής σου ανεξέλεγκτα.
Η Αννυ Πρου έρχεται, λοιπόν, και τις κεντά αυτές τις ψυχές, δίνοντας φως και σκιές και στις πιο μύχιες αποχρώσεις. Οσο για τα βουνά και τις ερημιές, τις στοιχειώνει. Διότι ζώντας σ’ αυτά τα βουνά, βιώνοντας αυτές τις ερημιές, δεν γίνεται παρά να σου συμβαίνει ό,τι στους ήρωες της Πρου συμβαίνει: Ν’ ακροβατούν για μια ζωή επιτυχώς ή ανεπιτυχώς (καμία μα καμία σημασία δεν έχει) στο χείλος του γκρεμού.
Έντεκα ιστορίες που τις διαβάζει κανείς με όλες του τις αισθήσεις.

ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ:
Η Αννυ Ε. Πρου γεννήθηκε το 1935 στο Νόργουιτς του Κονέκτικατ.
Μέχρι τα σαράντα πέντε της εργάστηκε ως δημοσιογράφος, γράφοντας παράλληλα ιστορίες σε περιοδικά για ψάρεμα και κυνήγι.
Το 1992 δημοσίευσε το μυθιστόρημα «Postcards», και γίνεται η πρώτη γυναίκα που κερδίζει το βραβείο Φώκνερ.
Στο επόμενο μυθιστόρημά της, τα «Ναυτιλιακά Νέα» (μτφρ. Μάριος Βερέττας, Εκδόσεις Πατάκη 2002) απονέμονται το Βραβείο Πούλιτζερ και το National Book Award.
Ακολουθούν τα «Εγκλήματα με ακορντεόν» (μτφρ. Τόνια Κοβαλένκο, Εκδ. Καστανιώτη 1998).
«Το μυστικό του Brokeback Mountain» (εκ των οποίων το ομώνυμο διήγημα κερδίζει το Κρατικό Βραβείο Διηγήματος δημοσιευμένο σε περιοδικό Τύπο),
το μυθιστόρημα «Ο Ασσος στο Μανίκι»
και η συλλογή διηγημάτων «Σκληρή Βρωμιά: Ιστορίες του Γουαιόμινγκ Νο 2».
Το μυθιστόρημα «Καρτ ποστάλ» που κυκλοφορεί από τον «Καστανιώτη» εντός των ημερών.


«ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΤΟΥ BROKEBACK MOUNTAIN» της Αννυ Πρου, Μετάφραση: Αύγουστος Κορτώ, Εκδ. «Καστανιώτη».




Με δυσκόλεψες alef μου. Όχι μουσικά. Καθόλου. Με ζόρισες. Όσο ζορίστικα με την ταινία. Και μ' αυτό το μετέωρο: "Jack, i swear...".
Moha


Η μουσική του Gustavo Santaolalla που υπογράμμισε βλέμματα και σιωπές



Και η Emilou Haris τραγουδάει για μια αγάπη που δεν θα μεγαλώσει...
Α love that will never grow old



Και αυτό:

10/3/10

Κόκκος άμμου

“Σε έναν κόκκο άμμου, πιασμένο στο στρίφωμα ενός χειμερινού φορέματος της Εμμά Μποβαρύ, ο Φλωμπέρ είχε αντικρίσει ολόκληρη τη Σαχάρα”.
Και βέβαια είναι ο Ζέμπαλντ που το διαπιστώνει αυτό, στο μαγικά εμπεριέχον τα πάντα, “Οι δακτύλιοι του Κρόνου”. Οδοιπορικό, ποιητικά αυτοαναφορικό, φιλοσοφικό, πολιτικό, ένα δοκίμιο- ύμνος στην φθορά, στο αιώνιο που υπάρχει ή δεν υπάρχει και στο ελάχιστο:
“Σαν πράσινο στεφάνι περιστοιχίζει τη λίμνη το δάσος με τα φυλλοβόλα που αργοπεθαίνουν εκτεθειμένα στην ακατάπαυστη διάβρωση της ακτής. Αναμφίβολα είναι πλέον ζήτημα χρόνου πότε τα κύματα θα σαρώσουν τη βοτσαλωτή ακτή, αλλάζοντας μέσα σε μια θυελλώδη νύχτα την όψη ολόκληρης της περιοχής. Και ωστόσο, εκείνη την ημέρα, καθισμένος στη γαλήνια όχθη, ένιωθα το βλέμμα μου να βυθίζεται στην αιωνιότητα”. Γράφει, ατενίζοντας την υφάλμυρη λίμνη του Μπένεκερ Μπρόουντ. Διασώζοντας όλη την ανθρώπινη αίγλη μέσα από τα ερείπια και τη φθορά. Παρατηρώντας το νόημα και την ομορφιά ακόμα και στα ξερά φύλλα.
Αλλά και ο Γιάννης Ευσταθιάδης στην “Πορσελάνη” του κάνει το ίδιο ακριβώς. Αναζητά τον χαμένο εαυτό και τον χρόνο μέσα από αγαπημένα αντικείμενα. Στα “διηγήματα για νεκρές φύσεις” “η ψυχή των πραγμάτων” του Παλαμά, συναντά την τέλεια εφαρμογή της. Ο καναπές που απορροφά τον έρωτα την πλήξη και την φθορά, ο σκελετός μαύρων γυαλιών που διασώζει το βλέμμα, τα ξεχασμένα κλειδιά στο καλαθάκι που σήμερα δεν οδηγούν πουθενά, το κόκκινο φωτιστικό, μοναχικός αντικατοπτρισμός που ζητά αποδέκτη, η μαύρη ομπρέλα για να μην προχωρά ανυπεράσπιστος στη βροχή, η παλιά καπαρντίνα μορφή οικειότητας προς το σώμα, φλιτζάνι τσαγιού με χρυσοποίκιλτα άνθη και τα αγγίγματα των απόντων με αυτόματη επαναφορά σε άλλες ανέμελες πορσελάνινες μέρες. Λευκώματα με φωτογραφίες που τον κοιτάζουν ειρωνικά, υπενθυμίζοντας το τελετεσμένο, το μαύρο στυλό στη μολυβοθήκη σαν τη ζωή του, μια σειρά από σβησμένα στυλό... Σε ένα παιχνίδι διαρκές με τον αιώνιο χρόνο και την πανταχού παρούσα μνήμη. Που αντλεί μια ζωή από μια κουβαρίστρα ή ένα μαύρο κουμπί, και βλέπει την έρημο σε ένα κόκκο εγκλωβισμένης - σε γυναικείο ποδόγυρο- άμμου.
Δεν γίνεται να μη μπει κανείς σε πειρασμό, τα μεγάλα τα θέματα τα χρειάζονται, τελικά, μικροί λογοτέχνες. Οι μεγάλοι, βλέπουν το αίνιγμα και τη λύση παντού, στο πόμολο μιας πόρτας, έχει πει ο Ουγκώ, υπάρχει ένας ολόκληρος βασιλιάς κι ο τίμιος αναγνώστης το ξέρει.

Δημοσιεύθηκε στο Εθνος της Κυριακής

YG Στο ίδιο έργο θεατές, ε θα τα ξαναπούμε πάλι... Σαν φίδι που όλο δαγκώνει την ουρά του, το αστείο είναι ότι όλοι πια είμαστε αναμενόμενοι (μα εντελώς προβλέψιμοι ένα πράγμα) (και bloggers) ουδείς αθώος (ω ναι!) και όλοι, ευτυχώς ή δυστυχώς, ανεπανόρθωτα ο εαυτός μας.
Η μεγάλη έκπληξη ήταν οι απόψεις των παιδιών σε επίσκεψή μου σε σχολείο. Τρίτη Λυκείου, το Λύκειο στο Διόνυσο! Αποκάλυψη! Καθαρότης, μπούσουλας, ελπίδα! Αλλά όλα αυτά, προσεχώς!

ΔΙΕΘΝΕΣ ΚΕΝΤΡΟ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ ΚΑΙ ΜΕΤΑΦΡΑΣΤΩΝ ΡΟΔΟΥ

Το Διεθνές Κέντρο Συγγραφέων και Μεταφραστών Ρόδου
σας προσκαλεί στο Συμπόσιο που διοργανώνει, με τίτλο
«Υποστήριξη και ανάδειξη του έργου των Συγγραφέων και Μεταφραστών»,
το Σάββατο 13 Μαρτίου 2010 και ώρα 18.30 στο ξενοδοχείο PLAZA,
όπου θα μιλήσουν συγγραφείς, μεταφραστές και δημοσιογράφοι.

Συμμετέχουν:
Ιωσήφ Βεντούρας, Εταιρεία Συγγραφέων
Λίλυ Εξαρχοπούλου, Εταιρεία Συγγραφέων
Κώστας Κουτσουρέλης, συγγραφέας, μεταφραστής
Οι δημοσιογράφοι: Ελένη Γκίκα (Έθνος), Βασίλης Ζηλάκος (Ελευθεροτυπία),
Κώστας Κατσουλάρης (BookPress), Ξενοφών Μπρουντζάκης (Το Ποντίκι),
Πόλυ Χατζημάρκου (Η Δημοκρατική της Ρόδου).
Θα ακολουθήσει συζήτηση με το κοινό.

Είσοδος ελεύθερη για το κοινό