6/8/14

“Λίλιθ” της Ελένης Γκίκα, Εκδ. “Καλέντης” γράφει ο Αντρέας Κούνιος στην “Αλήθεια” της Κύπρου

Αλλά θα είναι σαν να παραδέχεται ότι ήδη το βρήκε
Τα έχασα. Αλήθεια σας λέω, τα έχασα. Η Ελένη Γκίκα καταγράφει, με τη βοήθεια μεγάλων στοχαστών της ανθρωπότητας, ιδιαιτέρως λογοτεχνών που μετέτρεψαν το σκοτάδι της ψυχής τους σε εκθαμβωτικό φως, τα μυστήρια του έρωτα, με ό,τι σημαίνει πια, στους καιρούς μας, ο έρωτας. Και ποιος έρωτας, εδώ που τα λέμε; Ο σατανικός; Ο αγγελικός; Ο έρωτας που προσφέρει ζωή; Ο έρωτας που προσφέρει θάνατο; Εκπληκτικής ωριμότητας κείμενα ποιητών και πεζογράφων μεταμορφώνουν το ευφυέστατο, σαν αίνιγμα, και αγωνιώδες, σαν θρίλερ, μυθιστόρημα της Γκίκα σε δοξολογία της ωριμότητας με την οποία προίκισε ο Θεός, αλήθεια, όμως, ποιος Θεός; εμβληματικές μορφές της γραφής που βυθίστηκαν, εθελοντικά, στον ζοφερό ωκεανό της ύπαρξης. Ή της ανυπαρξίας - είναι ζήτημα ερμηνείας. Βέβαια, για να μην περιοριστώ στα δάνεια επιφανών προσωπικοτήτων του πνεύματος, η γραφή της Γκίκα είναι όμορφη, όσο και η ανεμώνα που μόλις φυτρώνει στην όχθη του ποταμού. Η ηρωίδα της, σπαρακτικά ειλικρινής, ανασύρει από τα έγκατα της μνήμης της, αλλά και από τα σπλάχνα της Γης, εικόνες, πρόσωπα, στιγμιότυπα, αγάπες, μίση, βιτριολικές στιχομυθίες και, τελικά, τα πάντα καταλήγουν στην κεντρική πηγή που δεν είναι άλλη από τη γνώση. Μα, άμα το σκεφτείς καλύτερα, και η γνώση κρύβει πειρασμούς. Η γνώση κι αν κρύβει πειρασμούς.
Πραγματικά, μην στερήσετε από τον εαυτό σας αυτό το σαγηνευτικό ταξίδι στον αντιφατικό, εξ ου και συναρπαστικό, κόσμο της λογοτεχνίας.
«Πρωτεϊκή, γήινη και αστρική, υπακούοντας αθέλητα σε μια αλλόκοτη παράκληση, που κατά βάθος υπήρξε για κείνη διαταγή, η Λίλιθ θα ανακαλύψει μυστηριωδώς σε ένα παλαιοβιβλιοπωλείο σαράντα έξι ερωτικές επιστολές, και η τοξίνη των λέξεων θα της αλλάξει έκτοτε τη ζωή. «Από γράμμα σε γράμμα», θα αγγίξει την άβυσσο, θα βυθιστεί στο σκοτάδι της αμφιβολίας, θα αναζητήσει την ασφάλεια της δικής της ανασκαφής, μα τελικά θα γίνει η Μ. Θα θελήσει να μάθει, θα πονέσει, θα ερωτευτεί· και θα αρνηθεί. Και μπορεί να σωθεί».
Σκονισμένα βιβλία που, ίσως, μένουν αζήτητα στο ράφι, ξεθωριασμένοι στίχοι που, όμως, λάμπουν σαν γαλαξίες, χυμώδεις αναφορές για την απώλεια γενικά, το θάνατο ειδικά, το στροβίλισμα του έρωτα, τις αναζητήσεις που σκοντάφτουν επάνω σε φυσικά εμπόδια, τις φιλοδοξίες που ακυρώνονται από ηθικά εμπόδια και, πλάι σ' αυτά, η θεμιτή περιέργεια της κεντρικής ηρωίδας η οποία θα αναζητήσει, την άγνωστη των επιστολών και, φυσικά, και τον παραλήπτη τους.
«Στο τηλέφωνο - παραδόξως την ξαναπαίρνει - το έχει αποφασίσει ήδη. Δε θα του πει. «Λοιπόν; Ανακάλυψες κάτι καλό; Εκείνο το βιβλίο το έψαξες; Μου το βρήκες; Πήγες στον Φρανκ Ντόελ, και δεν είχε τίποτε ο παλαιοπώλης να σου πει;» Πίνει μια γουλιά νερό. «Είσαι εκεί;» τον ακούει. Ξαναπίνει και πνίγεται. «Καλά, σ' αφήνω. Ακόμα δε θέλεις να μου πεις». Τον ακούει να την παροτρύνει να μείνει, να πάρει τον χρόνο της - δεν είναι μόνο στο ναό του Ποσειδώνος της η ανασκαφή. Για εκείνη που ξέρει, το παρελθόν δεν είναι ούτε τετελεσμένη ούτε μη αναστρέψιμη εποχή. Μόλις κλείνουν θέλει να βάλει τα κλάματα. Την ασφαλίζει το αναπότρεπτο! Την έχει σώσει το τετελεσμένο. Το «ό,τι έγινε έγινε» και πώς αλλάζει; Εκτός κι αν εννοεί την επανάληψη της αιώνιας σκηνής. Αλλά είναι θέμα του υποκειμένου αν θα την ξαναζήσει. Δεν είναι αντικείμενο το υποκείμενο, και δε θα με κάνεις εσύ, θα 'θελε να του πει. Αλλά θα είναι σαν να παραδέχεται ότι ήδη το βρήκε. Αυτό που εκείνος ήδη το ξέρει κι αυτή για την ώρα σχεδόν το αγνοεί (σ.σ.93-94).
*Κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις ΚΑΛΕΝΤΗΣ. Σελίδες: 662.

Γύρισα κι έκλαψα. Με λυγμούς
«Πόσες φορές θα σου το πω, άλλαξα! Έγινα άλλη κι άλλαξα ζωή!» Κι εκείνος εκεί να επιμένει, «Όμως, τα ρούχα σου χορεύουν». Δεν «ξαναπαίζω φλάουτο με την σπονδυλική μου στήλη» θα 'θελα να του πω. Ό,τι είναι να γράψω θα βρίσκεται σ' εκείνο που ήδη έχει συντελεστεί. «Μεγάλωσα πια, πώς να στο πω! Το θεωρώ, άκομψο; παράταιρο; ανόητο; πώς να στο πω πια το περιφρονώ σαν είδος για να σου γράψω ερωτικό! Δεν το μπορώ! Και έρωτας με παραγγελιά γίνεται; δεν γίνεται!» «Δεν ερωτεύτηκες ποτέ;» «Ναι, τα χαλάσματα και τα μάρμαρα». «Και την Αιώνια Επιστροφή; Πώς μπόρεσες να την γράψεις τότε;» «Δεν ήταν έρωτας αυτό, ήταν η αρρώστια του έρωτα». «Υπάρχει έρωτας για σένα που να μην είναι αρρώστια;» «Υπάρχει λογοτεχνία για σένα που να μην είναι αγορά;» «Δεν το καταλαβαίνεις; Δεν θα ναι 'ρομάντζο από σένα, θα είναι πληγή». «Προτιμώ πια τις πληγές της γης απ' τις δικές μου, εξάλλου είναι πιο σοφές αυτές της ιστορίας. Ξαναδιαβάζω Μεσαίωνα, κάτι μου κάνει μια ιστορία με μάγισσες και Ιεροεξεταστές». «Κι οι εραστές μάγοι είναι». «Κι εσύ ανήκεις στους Ιεροεξεταστές». «Είπες ναι;» «Κατάλαβέ το, ένας έρωτας είναι ζωτικό ψεύδος για αφελείς, σε ποιον θα είχε να πει κάτι μια ερωτική ιστορία;» Γύρισα κι ήμουν ράκος. Δυστυχώς τον εκτιμούσα πολύ. Σπάνιο μέταλλο εκδότη, ποτέ δεν έπεφτε ποτέ έξω, μόνο μαζί μου, και δεν μπορώ - ποτέ μου δεν μπόρεσα- και να την καταλάβω αυτή την εμμονή. «Μέχρι Ιστορικό Μυθιστόρημα», του το ξεκαθάρισα. «Άντε, μήπως θα 'θελες και Ιστορικό παραμύθι;» Από το Δοκίμιο και τις αρχαιολογικές ανασκαφές είναι σα να 'χω κάνει δέκα φορές τον γύρο της γης. Θυμάται εκείνο το αρρωστημένο κάποτε, και να πεις πώς πούλησε; Είδηση δεν το πήραν! Μόνο αυτός! Κι άλλος κανείς! Αυτός που ξέρει την ιστορία προτού την καταλάβει ο ίδιος της ο συγγραφέας! Εκείνος που γνωρίζει τι θα του γράψεις και πώς από πριν! Εκείνος που το παίζει και είναι ένας μεγάλος Θαυματοποιός, «αυτό θα γράψεις!» κι είναι χρησμός, αυτό για τους συγγραφείς του είναι πάντα μια αλλόκοτη προφητεία (σ.σ.26-27).








5/8/14

Κριτική για το βιβλίο «Λίλιθ από γράμμα σε γράμμα» της Ελένης Γκίκα, εκδ. «Καλέντης» από την Τούλα Τίγκα

Η Λίλιθ κι εμείς στην κρύπτη των λέξεων και των βιβλίων.  
Γράφει η Τούλα Τίγκα.

Η αναγνωστική μου συνήθεια έγινε ανάγκη όταν εισέβαλε ξαφνικά σε ένα από τα μεσημέρια του Ιουλίου μου η «Λίλιθ»! Έτσι δεν συμβαίνει πάντα με ήρωες και ηρωίδες , βιβλία και συγγραφείς που μας κατακτούν από τις πρώτες σελίδες; Και η Ελένη Γκίκα την ξέρει καλά αυτή την τέχνη: να μας κατακτάει με τη γραφή της μόλις βρεθούμε μπροστά στους ήρωές της .
Λέω για το πρόσφατο βιβλίο της Ελένης Γκίκα από τις εκδόσεις Καλέντης «Λίλιθ, από γράμμα σε γράμμα» που με ακολουθεί από το Πήλιο εδώ στην Τήνο και θα με ακολουθεί για πολύ κι αφού τελειώσει το καλοκαίρι και οι μετακινήσεις μου. Από γράμμα σε γράμμα , από ξάφνιασμα σε ξάφνιασμα, από θάλασσα σε θάλασσα και από μέρα σε μέρα, στις αποσκευές μου και στη σκέψη μου αυτό το βιβλίο .
Η Λίλιθ, ένα μυθολογικό σύμβολο και οι μύθοι που ακολουθούν το όνομά της. Η Λίλιθ που αγαπάει τις ανασκαφές «για να βαδίζει αντίστροφα προς τα πίσω και να μαντεύει εκείνο που δεν θα αλλάξει» αλλά και τις ανασκαφές εντός της «για να βρει τα κτερίσματα των χαμένων ερώτων της, των λαθών της και των προγόνων». Η Λίλιθ που έχει ένα σπίτι με τοίχους από βιβλία και πιστεύει πως «όλα είναι εκεί μέσα, στην κρύπτη των βιβλίων» και που προσπαθεί να «τακτοποιήσει το χάος της ερωτικής φουρτούνας της ακόμα μία φορά - ελπίζοντας πάντα για τελευταία φορά».
Ο εκδότης της τής ζητά να γράψει μια ερωτική ιστορία. Αρνείται αρχικά, αλλά ενδίδει στο τέλος γιατί εκείνος επιμένει - εκείνος που είναι ένας άνθρωπος σημαντικός στον εκδοτικό χώρο αλλά αθέατος στις σελίδες του βιβλίου. Απών όμως γοητευτικός μέσα από τους στίχους που της στέλνει, μέσα από τα μηνύματα που αφήνει στον υπολογιστή της με αναφορές σε βιβλία και ποιήματα , μέσα από την παρουσία του στη σκέψη της και την επιμονή του να τη βάλει να γράψει μια ερωτική ιστορία, αυτή, τη Λίλιθ, για την οποία «ο έρωτας είναι πληγή».
Τη στέλνει στο Λονδίνο να αναζητήσει την άκρη του νήματος και το θέμα της ιστορίας της. Και τα βρίσκει σε ένα πακέτο επιστολές μιας Μ. μιας άκρως ερωτευμένης κοπέλας που γράφει ερωτικές επιστολές – 46 τον αριθμό - σε έναν Γ. έναν άνδρα πανίσχυρο που γίνεται τόσο σημαντικός γι αυτή ώστε επί χρόνια κυριαρχεί στη σκέψη της, αλλάζει τη ζωή της - και ας τον έχει συναντήσει ελάχιστες φορές.
Ώσπου διαβάζοντας τα γράμματά της η Λίλιθ δίνει ένα πρόσωπο σ’ εκείνο το κορίτσι και τέλος ταυτίζεται και η ίδια μαζί του …
Δεν είναι μόνο οι ήρωες που τους λατρεύεις , δεν είναι η γραφή που σε γοητεύει , δεν είναι ο έρωτας και ο θάνατος – οι δύο πόλοι της ζωής –που δίνονται τόσο καταλυτικά σ’ αυτό το βιβλίο, είναι κυρίως το ταξίδι στον κόσμο του έρωτα και της Λογοτεχνίας.
Όπως ο Βέρν μας έβαλε κάποτε, έκθαμβους έφηβους , να τον ακολουθούμε μαζί με τους ήρωές του στο «Γύρο του κόσμου σε 80 μέρες», η Γκίκα μας βάζει, έκθαμβους επίσης ενήλικες να την ακολουθούμε στον Γύρο του έρωτα και της λογοτεχνίας σε 662 σελίδες.
Διαβάζοντας τα γράμματα της Μ. προς τον Γ. «που θα τον αγαπάει πάντα και για πάντα» χωρίς να μπορεί ωστόσο να ζήσει μαζί του , η Λίλιθ παλεύει μόνη της χωρίς να ξέρει πού θα φτάσει. Μέχρι που καθώς ταυτίζεται με τη Μ. φτάνει στο σημείο «να μοιράζεται μαζί της τον έρωτα και την απόγνωση». Και γίνεται για ακόμα μία φορά κομμάτια.
Και η Γκίκα με έναν τρόπο θαυμαστό ξεγλιστράει από την ιστορία που αφηγείται και δημιουργεί ρωγμές φωτεινές απ’ όπου μπορεί κανείς να δει τον μαγικό κόσμο, ενίοτε καταστροφικό και καταθλιπτικό, συγγραφέων και ποιητών, φιλοσόφων και ψυχαναλυτών, σκηνοθετών και στοχαστών –μέτρησα πάνω από 50 - μέσα από τη ζωή των ηρώων τους ή τη δική τους. Και δεν μπορείς να πάρεις ανάσα! Καλά λένε πως η ζωή δεν μετριέται με τις ανάσες που παίρνεις αλλά με το πόσες φορές σου κόβεται η ανάσα! Κάπως έτσι κι εδώ .
Από γράμμα σε γράμμα της Μ. προς τον Γ. η Λίλιθ και μαζί της ο αναγνώστης ξεκλειδώνει πόρτες, διεισδύει στα άδυτα της ψυχής και της αγάπης αυτής της γυναίκας αλλά βγαίνοντας από κει , βρίσκεται διαρκώς καταμεσής ενός λογοτεχνικού σύμπαντος που άλλοτε τον θαμπώνει καθώς αστράφτει με το κάλλος του και άλλοτε τον θλίβει καθώς ασθμαίνει από οδύνη και αυτοκαταστρέφεται .
«Η απουσία και το ανέφικτο γίνεται η κινητήρια δύναμη της δημιουργίας» λέει ο Μπόρις Σιρούλκιν – τόσο αληθινό ! Δεν τον ήξερα μαζί με άλλους πολλούς που γνώρισα χάρις σ’ αυτό το βιβλίο και που η Γκίκα με προκαλεί να τους γνωρίσω καλύτερα- δεν είναι τελικά ο ρόλος του συγγραφέα να σε πάει βήματα πιο μπροστά από κει που είσαι; Είναι!
«Για κάποιους ανθρώπους η λογοτεχνία είναι μοίρα !»λέει η Γκίκα μιλώντας για τον Κάφκα .
Ο Ιβάν Κλίμα «Η ζωή είναι θλιβερή εκτός από τις σπάνιες στιγμές που σκάει μύτη η αγάπη». Ο Πεσσόα «Να μην είσαι τίποτα για να μπορείς να είσαι τα πάντα». Ο Ρομπέρτο Μπολάνιο «Η λέξη τέχνη, είναι η λέξη που εξημερώνει τα θηρία» Η Έμιλι Ντίκινσον που «δεν ήξερε πώς να μεγαλώσει»- Διαλέξτε ποιον θα υπηρετήσετε . Εγώ υπηρετώ τη μνήμη». Ο Σοπενάουερ και οι «ματαιώσεις που καθορίζουν τη ζωή μας» και η Σύλβια Πλαθ «που ήταν ολόκληρη ένα σώμα και ήταν προαποφασισμένη να συναντήσει το θάνατο» . Ο Σοφοκλής με τις Τραχίνιες και τον Ηρακλή του που έβγαλε πέρα νικητής και τους 12 άθλους του αλλά νικήθηκε τελικά από τον έρωτα. Ο Ίρβιν Γιάλομ « Όλοι αυτοί που φοβούνται περισσότερο το θάνατο είναι εκείνοι που τον πλησιάζουν με πολύ μεγάλο κομμάτι αβίωτης ζωής μέσα τους»
Η «Πλατιά θάλασσα των Σαργασσών» της Τζιν Ρις σαν συνέχεια της Τζέην Έυρ της Μπροντέ με την Μπέρθα , την τρελή σύζυγο του Ρότσεστερ να πρωταγωνιστεί, νεαρή πανέμορφη Κρεολή κληρονόμος που ζει στην Τζαμάικα και συναντάει τον Άγγλο τζέντλεμαν. Οι ηρωίδες του Καβαμπάτα , της Ογκάουα , του Μουρακάμι με έρωτες που αγγίζουν τα άκρα .
Ο Φιτζέραλντ με τη Νικόλ Ντράιβερ ηρωίδα του στο «Τρυφερή είναι η νύχτα» και τη Ζέλντα ηρωίδα της ζωής του. Η Λου Σαλομέ η μούσα του Νίτσε του Ρίλκε και του Φρόιντ, η μοιραία γυναίκα ισχυρών ανδρών που έζησε ολόκληρη ζωή με ανησυχίες, τέχνη και απόλαυση απολαμβάνοντας ακόμα και τα γεράματά της .Και η Βιρτζίνια Γούλφ. «Όλοι οι συγγραφείς είναι δυστυχισμένοι. Είναι οι άνθρωποι χωρίς λέξεις που είναι ευτυχισμένοι . Οι γυναίκες στον κήπο του εξοχικού τους σπιτιού».
Στα γράμματα της Μ προς τον Γ που η Λίλιθ διαβάζοντας τα, αισθάνεται πως της έχουν αλλάξει τη ζωή, εναλλάσσεται η τρυφερότητα με την απόγνωση, το ανέφικτο αυτού του έρωτα με την ευλογία μιας αγάπης καταλυτικής . Φράσεις όπως « Πριν δέκα χρόνια σου είπα σ’ αγαπώ. Θα τρόμαζες αν ήξερες πόσο!» Ή «Η τύχη μου στη ζωή είναι που σε γνώρισα . Όλα τα άλλα είναι ανούσια». Και « Ας ερωτευθούμε ή ας απογοητευθούμε, αυτό είναι ζωή … αυτό είναι στιγμή και η στιγμή τα περιέχει όλα»
Μόνον αυτά; Όχι! Δεκάδες φορές τόσα ! Είπαμε, σου κόβεται η ανάσα καθώς τα γράμματα της Μ. γίνονται γέφυρες για να περάσεις σε ένα μαγικό απέναντι και από κει σε ένα άλλο και ένα άλλο για να βρεις ψήγματα του εαυτού σου σε ιστορίες που έγραψαν συγγραφείς και ιστορίες που έγραψε και γράφει η ίδια η ζωή.
Και κάτι ακόμα! Γνωστή η κριτική ματιά της Γκίκα καθώς σχολιάζει , ήρωες, συγγραφείς και βιβλία από στήλες των εφημερίδων. Αλλά εδώ, αυτό το σύνολο των κριτικών σχολίων για τόσους συγγραφείς και τόσα έργα, τα σχόλιά της για τον έρωτα, τη ζωή, το θάνατο , όλη αυτή η συγκεντρωμένη ποσότητα και συμπυκνωμένη ποιότητα σχολιασμών, είναι ένας επιπλέον λόγος για να διαβάσει κανείς αυτό το βιβλίο .
Τι κρίμα να μην μπορώ να μιλήσω καλύτερα γι αυτό το βιβλίο και όπως του αξίζει ! Θέλει γερό μολύβι να γράψει κανείς γι αυτό κι εγώ δεν διαθέτω παρά ένα μικρό μολυβάκι για να υπογραμμίζω ό,τι μου αρέσει και να σημειώνω στα περιθώρια όσα μ’ αγγίζουν ή με πονάνε. Δεν είμαι βιβλιοκριτικός να σας κάνω με τον σωστό τρόπο να το προσεγγίσετε και να το αγαπήσετε. Αναγνώστρια είμαι και ως αναγνώστρια δεν κατέχω την τέχνη των κριτικών . Ξέρω μόνο τι σημαίνει να σε καθηλώνει ένα βιβλίο. Και αυτό δεν μπορώ δυστυχώς να το περιγράψω γιατί είναι από αυτά που τα νιώθει κανείς και δεν εξηγούνται ούτε περιγράφονται.
Άλλωστε , όπως μας υπενθυμίζει η Γκίκα , η Φωτεινή Τσαλίκογλου λέει «Ο κάθε αναγνώστης θα κάνει τη δική του ανάγνωση. Αυτή δεν είναι η μαγική λειτουργία της συνδημιουργίας αναγνώστη και συγγραφέα;» Ναι, αυτή είναι τελικά.
Η Τούλα Τίγκα είναι συγγραφέας.

28/5/14

Λίλιθ - από γράμμα σε γράμμα

 
Έγινε Λίλιθ από μια παραξενιά της μάνας της. Σκότωσε γράφοντας –μόλις τεσσάρων χρονών– μιαν Ευτυχία που αγάπησε Κεραυνό. Φοβήθηκε έκτοτε τον έρωτα και το γράψιμο. Για χρόνια, αρχαιολογία και ιστορία, χρόνος τετελεσμένος, υπήρξαν μονόδρομοι. Μέχρι που υπάκουσε, αθέλητα, σ’ αυτή την αλλόκοτη παράκληση που κατά βάθος υπήρξε για κείνη διαταγή. Σαράντα έξι ερωτικές επιστολές σε ένα παλαιοβιβλιοπωλείο και η τοξίνη των λέξεων θα της αλλάξουν έκτοτε τη ζωή.
Ερωτικό, βιβλιοφιλικό, υπαρξιακό θρίλερ, με αλληλογραφία αληθινή.


βγήκαμε ναι...
 

7/5/14

Μια αφαιρετική ποιητική πεζογραφία


 
Το μπολερό δεν ήταν του Ραβέλ, της Ελένης Γκίκα

εκδόσεις Καλέντη 2013

 
Μια αφαιρετική ποιητική πεζογραφία

 
                                                           Γράφει η Μαρία Λαμπαδαρίδου Πόθου
στο περιοδικό "Κλεψύδρα" του Μαίου

 
Η Ελένη Γκίκα έχει χτίσει ένα δικό της ποιητικό σύμπαν και εκεί περιχαρακωμένη σαν παλιά πυθία ζωντανεύει οράματα και όνειρα και χρησμικές εντολές για να πλάσει πρόσωπα και  προσωπεία, σύμβολα και μουσικές παρτιτούρες και με μια γραφή άκρως ποιητική και αφαιρετική, με λόγο ελλειπτικό κι ωστόσο κυρίαρχο, ξανοίγει τις περιπέτειες των ηρώων της, που είναι περισσότερο περιπέτειες του μυαλού και της αναζήτησης μιας οντολογικής αλήθειας.
    Διαβάζοντας το νέο μυθιστόρημά της “Το Μπολερό δεν ήταν του Ραβέλ”, αισθάνεσαι πως το μόνο συμπαγές και στέρεο σ' αυτό είναι η Μνήμη η ακοίμητη. Η μνήμη η ατομική και η μνήμη η συλλογική, σε μια σύγκλιση εξίσου ποιητική όπου το ατομικό υπερβαίνει το “πρόσωπο” και γίνεται συλλογικό, σαν αυτές τις συλλογικές μνήμες που κουβαλάμε από εμφυλίους και διχασμούς, από παθιασμένους έρωτες προγόνων, από αίμα σε στοιχειωμένα πυργόσπιτα.
   Έγραφα σε παλιότερο κείμενό μου για την πεζογραφία της Ελένης Γκίκα: “Τα πρόσωπά της ροϊκά, σχεδόν αβέβαια, σαν ημιτελή, περιφέρουν από βιβλίο σε βιβλίο την κατακερματισμένη ψυχικότητά τους, πρόσωπα εύθραυστα, που καλούν τον αναγνώστη να συμπληρώσει τον ελλιπή λόγο τους, να επουλώσει τις ανοιχτές πληγές τους, να βιώσει τον απόλυτο ανεκπλήρωτο έρωτά τους που χάθηκε στις ρωγμές της καθημερινότητας”.
   Στο νέο της μυθιστόρημα χρησιμοποιεί, θα έλεγα, μια γλώσσα συμβόλων. Όμως το κάθε  σύμβολο κουβαλά μια ιστορία που μπορεί να είναι από χώμα και μαγική δύναμη, όπως το “γκόλεμ” ή από φως και νόηση όπως το “άλεφ”. Ακόμα και τα πρόσωπα του βιβλίου η συγγραφέας τα “συμβολοποιεί” με τα περίεργα ονόματα που τους δίνει, ονόματα φορτισμένα και σημαίνοντα, προκειμένου να φτάσει στον απώτερο στόχο της. Γιατί, βαθιά στην καρδιά της ποίησης και της μουσικής ροϊκότητας, το μυθιστόρημα αυτό έχει σκοπό και στόχο. Τα μίση και τα πάθη εκδίκησης που άφησαν οι ζοφερές μνήμες του εμφυλίου πρέπει να εξαγνιστούν από μια νέα αγάπη, να μεταποιηθούν σε φωτεινή γαλήνη ή κάθαρση, να φτάσουν στην υπέρβαση του μίσους και της εκδίκησης.
   Και η συγγραφέας βαδίζει τα μονοπάτια που οδηγούν στον εξαγνισμό και στην κάθαρση μέσα από τα πλέον σύγχρονα μέσα της τεχνολογίας. Οι γόνοι του μίσους και του αίματος του εμφυλίου, ο Μίχαελ Σεμπάστιαν και η Εκάτη Ουλρίκα που επιστρέφουν στα γονικά τους ερείπια για να πάρουν καθένας την εκδίκηση που είχε ονειρευτεί, θα αγαπηθούν ως Μπεθ και Άλεφ σε έναν “μη-τόπο”, στο Διαδίκτυο. Έτσι κατορθώνει η συγγραφέας να κάνει το πρόσωπο προσωπείο. Μόνο που το προσωπείο, αργά και σταθερά, με Βάγκνερ και Μπόρχες και Ταρκόφσκι και Χιουζ, γίνεται το “νέο” πρόσωπο, το εξαγνισμένο και καθαρμένο, το ελεύθερο πια να βαδίσει το δικό του πεπρωμένο. Και με αυτό το εύρημα επαληθεύεται και η ρήση “ό,τι γεννιέται γεννιέται ξανά”.
   Έτσι οι τόποι των νεκρομαντείων, όπου η πύλη του Άδη παραμένει ανοιχτή, για να μπαινοβγαίνουν ίσως οι είκοσι ένας νεκροί  και να κρατούν άγρυπνη τη μνήμη της εκδίκησης, μεταποιούνται σε “μη-τόπο”, όπου θα ανθοφορήσει το νέο πεπρωμένο.
   Και ενώ σε όλα σχεδόν τα μυθιστορήματα της Ελένης Γκίκα υπάρχει η αγωνία του χρόνου, η αγωνία της ροής του χρόνου και της φθοράς, στο μυθιστόρημα αυτό ο χρόνος μοιάζει αφασικός, σαν να έχει ακυρωθεί από τις παρτιτούρες της μνήμης ή να έχει ξεχαστεί στις ξερολιθιές. “Πατέρα δεν ξέχασα, μάνα, είμαι εδώ, στην ξερολιθιά, σε κάθε ξερολιθιά, κι ακούω πάντα τον δικό μας Βάγκνερ, θα ξανάρθω, και η τιμωρία θα είναι πορφυρή”, θα πει ο Μιχαήλ Σεμπάστιαν στην αρχή, όταν επιστρέφει για την τιμωρία.
   Κι ύστερα, όταν ανακαλύπτει πως το πρόσωπο που ήθελε να τιμωρήσει ήταν εκείνη που αγάπησε στον “μη-τόπο” του διαδικτύου, θα πει: “Προστάτεψέ με απ' το να είμαι αυτός που ήδη υπήρξα, αυτός που ήδη υπήρξα ανεπανόρθωτα”. 
   Ένα μυθιστόρημα που δύσκολα, είναι η αλήθεια, το αποκωδικοποιείς, κι ακόμα πιο δύσκολα συνταιριάζεις ή ερμηνεύεις τα τόσα σύμβολα. Θα ευχόμουν αυτή η ωραία πεζογραφία, ποιητική ή μαγική, να ήταν πιο στέρεα δομημένη και πιο προσιτό το μυστήριο των γρίφων που δημιουργεί. Όπως και να 'ναι, ένα σαγηνευτικό μυθιστόρημα.

  
Η Μαρία Λαμπαδαρίδου Πόθου είναι συγγραφέας.
Το τελευταίο της μυθιστόρημα “Η δίψα με καίει εμένα και χάνομαι”
μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Πατάκη.




23/4/14

οι τόποι είναι οι άνθρωποι


 
«Η πόλη και η σιωπή» του Κωνσταντίνου Δ. Τζαμιώτη. Εκδ. «Καστανιώτη», σελ. 493

 
«Πάντα ταξιτζής ήσουνα εσύ;»
«Πριν ήμουν κάποιος που μια μέρα θα γινόταν ταξιτζής, μόνο που δεν το ήξερα».

Θα μπορούσε να το χαρακτηρίσει κανείς και «το βιβλίο της κρίσης». Ρεαλιστικό, επώδυνα ατμοσφαιρικό, λιτό και άμεσο, θα μπορούσε να είναι και το μυθιστόρημα – καθρέφτης της επώδυνης παρακμής μας. Ο ήρωάς του, όπως μας συστήνεται, «Αργύρης Τρίκορφος του Ιορδάνη και της Μερόπης» μέσα στα τέσσερα; πέντε; έξι χρόνια της διαρκούς πτώσης του, έπαθε και τα έχασε όλα: τη βιοτεχνία κουμπιών, το σπίτι και το εξοχικό, το αυτοκίνητο και τον τρόπο ζωής του. Τον φίλο του που δεν άντεξε κι έπεσε, τη σχέση του με τη γυναίκα και τα παιδιά του. Κατόρθωσε παρά τούτα και «σηκώθηκε στα γόνατα», έστω και ενοικιάζοντας ταξί και σπίτι, με χρήματα που ακόμα χρωστά στους τοκογλύφους. Ξανάστρωσε τη ζωή του με τρόπο στριμωγμένο μεν αλλά αφάνταστα αξιοπρεπή, κρατώντας ακόμα ανοιχτά τα μάτια της ψυχής του.
«Κι όταν με το καλό επιστρέψεις και είμαστε ακόμη εγώ ταξιτζής κι εσύ ποιητής, με παίρνεις και θα έρθω να σε γυρίσω σπίτι σου. Με πληρώνεις τότε…»
Αντέχει ακόμα να βλέπει, να λυπάται, να συμπονά και να «κερνά κούρσες», να αφουγκράζεται τον λυγμό και την σιωπή της πόλης, να μαγειρεύει μακαρόνια και να φροντίζει τα βράδια τα παιδιά του. Ακόμα και να επιστρέφει τα 349.150 ευρώ που θα τα βρει ανασηκώνοντας το πατάκι στο ταξί του.
Παπαδιαμαντική φιγούρα με μια αγνότητα που παραπέμπει στον πρίγκιπα Μίσκιν, δηλαδή, στον Ηλίθιο του Ντοστογιέφσκι, με αυτή την υπέρτατη πράξη καλοσύνης και δικαιοσύνης θα αντιμετωπίσει όλη την παράνοια της μπερδεμένης εποχής μας. Το καλό είναι κακό σήμερα, σχεδόν για όλους: για τον αξιωματικό υπηρεσίας που αισθάνεται να τον ακυρώνει η ακατανόητα καλοσυνάτη πράξη του Αργύρη και για τους τοκογλύφους, για την γυναίκα του και για τους συναδέλφους στην πιάτσα. Ό,τι υπήρξε ως χθές δίκαιο, σήμερα έχει γίνει άδικο, κι έτσι ο Αργύρης θα βρεθεί διπλά αντιμέτωπος, και με τους άλλους αλλά και με την ίδια την συνείδησή του. Με την δεύτερη, ευτυχώς για λίγο, ακόμα κι όταν συνειδητοποιεί πως η καλοσύνη του κυριολεκτικά «έπεσε» στο κενό. Εκείνος που είχε ξεχάσει εκείνα τα καταραμένα λεφτά, δεν ήταν κάποιος αναγκεμένος αλλά ένας κληρονόμος καιροσκόπος. Ως τραγικός ήρωας, ο Αργύρης που θα μπορούσε να είναι και οποιοσδήποτε από μας, θα σταθεί όρθιος παρ’ όλα αυτά. Στην εποχή μας, εξάλλου, «δεν αποτελούσε ειδική περίπτωση. Χωρίς καμιά εγγύηση επιτυχίας χιλιάδες άλλοι σαν αυτόν έδιναν εκείνη τη στιγμή το δικό τους αγώνα. Ποιος ήταν αυτός που θα σήκωνε ψηλά τα χέρια και θα τα παρατούσε στα μισά;»
Η διαπίστωση και οι επιλογές του μονόδρομος: «το μόνο που απομένει, αν δεν θέλει να μείνει για πάντα στο ίδιο σημείο, που μοιάζει το χειρότερο ενδεχόμενο, είναι να αρχίσει να περπατά ξανά, χωρίς να νοιάζεται αν θα συνεχίσει προς τα μπρος ή θα κάνει μεταβολή για να γυρίσει προς τα πίσω. Μακάρι να μην είχε συμβεί τίποτα απ’ όλα αυτά, μακάρι να μην είχε βρει ποτέ εκείνο το δερμάτινο τσαντάκι και να μη χρειαζόταν ν’ αποφασίσει ό,τι αποφάσιζε».
Και το κακό ή ο πάτος, όταν αρχίζει ο κατήφορος, έχει πάντοτε «και πάρα κάτω». Οι αγανακτισμένοι, τα σάντουιτς, η βίαιη επέμβαση της αστυνομίας, οι διαδηλωτές, οι κουκουλοφόροι, οι τουρίστες, ένα χτυπημένο σκυλί και δυο παιδιά, το αόρατο σύνορο, το ανεπαίσθητο κάτι που κάνει το κάθε τι να γίνεται σε χρόνο μηδέν το αντίθετό του, αλλ’ όταν είσαι στη μάχη, ακόμα κι η ήττα σαν έκβαση αποτελεί πολυτέλεια.
«Μα ο θάνατος είναι κι απόφαση», θα σκεφτεί κι έτσι «ο Αργύρης Τρίκορφος του Ιορδάνη και της Μερόπης θα έφευγε από κει ό,τι και αν χρειαζόταν να κάνει. Όρθιος, μπουσουλώντας, έστω και έρποντας, θα έβρισκε τρόπο να φύγει σώος από κείνον τον παραλογισμό. Ξεκουλουριάστηκε, σηκώθηκε στα γόνατα και κοίταξε γύρω του. Σε ακτίνα μερικών εκατοντάδων τετραγωνικών μέτρων η πραγματικότητα εξαντλούσε την αυστηρότητά της χωρίς διακρίσεις, δημιουργώντας ένα σκηνικό αλληλοεξόντωσης. Όλοι εναντίον όλων».
Και τότε ακριβώς, επειδή έχει κάποιους να νοιάζεται, θα περάσει σε εκείνους που γίνονται οι ήρωες της ζωής «παρά ταύτα»: «σα να μη φοβόταν πια τίποτα και κανέναν, γιατί είχε πάψει ν’ ανήκει πλέον στον εαυτό του και ό,τι έκανε το έκανε για ένα σημαντικότερο σκοπό από την ασφάλειά του».
Ένα μυθιστόρημα που περιδιαβαίνει δρόμους, πλατείες, κλειστά μαγαζιά, ρημαγμένους ανθρώπους. Μια ιστορία που είναι η ζωή μας, οι σκέψεις, οι συγκρούσεις, η μοναξιά και οι φόβοι μας, η απελπισία κι η απληστία. Ένας παπαδιαμαντικός ήρωας που ανοίγει για χάρη μας μέσα στο έρεβος, δύσκολα, φωτεινά μονοπάτια. «Παντού μπορεί ν’ αγιάσει κανείς» ο Πορφύριος επιβεβαιώνεται και το καλό, όσο κι αν ήρθαν τα πάνω- κάτω, εξακολουθεί να υπάρχει, θα υπάρχει. Ένα βιβλίο που είναι ο τόπος κι οι άνθρωποι, η ιστορία που μόλις γράφεται, ακόμα γράφεται, πάντα θα γράφεται: «Έπρεπε να γνωρίζει, οι τόποι είναι οι άνθρωποι’ και αυτό το μέρος μαζί με τους ανθρώπους του είχαν εμπλακεί ξανά σε μια φοβερή δοκιμασία, έναν Αρμαγεδώνα που δεν είχε βέβαια τη δραματικότητα ενός ωκεάνιου κύματος δέκα, είκοσι ή τριάντα μέτρων και δεν θα σκότωνε με τη μια χιλιάδες ούτε θα έθαβε στη λάσπη ολόκληρες πόλεις, μα όποιος είχε μάτια να δει το έβλεπε πως εξελισσόταν σε δοκιμασία εξίσου τρομακτική, γιατί η αβέβαιη έκβασή της ίσως τους στερούσε κάτι σημαντικότερο απ’ τις περιουσίες τους και τον τρόπο ζωής τους’ την περηφάνια τους θα ξεπάστρευε, θα κατάπινε την όρεξή τους για προσπάθεια και διάκριση και θα τους ξέκοβε μια κι έξω τις γενέθλιες αρχές τους, που, όσο και αν είχαν ξεθωριάσει και λησμονηθεί, παρέμεναν σημαντικές. Και έπρεπε όλοι να το σεβαστούν τούτο το επερχόμενο λιάνισμα, ειδικά όσοι ήταν περαστικοί. Αυτό ήταν το σωστό. Όποιος δεν το καταλάβαινε, κακώς βρισκόταν εδώ».
Ένα βαθύτατα ανθρώπινο και σπλαχνικό ιαματικό βιβλίο που αποτελεί ως σπουδαία λογοτεχνία ήδη υπόσχεση: «Κι όμως, τα πράγματα θα καλυτέρευαν κάποτε, αποφάσισε’ πρώτα θα χειροτέρευαν και μετά θα καλυτέρευαν πάλι». Είναι υπόσχεση. Την ανθρωπιά μας δεν μπορεί να την νικήσει κανείς. Ούτε την Τέχνη.
Από τον συγγραφέα που πρωτογνωρίσαμε με την ατμοσφαιρική, υπαινικτική «Συνάντηση» (Ίνδικτος, 2002), συνειδητοποιήσαμε το πόσο υπαρξιακός είναι στο «Βαθύ πηγάδι» (Ίνδικτος, 2003), μας παρέσυρε στην σκοτεινή ανθρώπινη φύση με το «Βαθμό δυσκολίας» (Ίνδικτος, 2004), υπήρξε προφητικός και αλληγορικός στην «Παραβολή» (Καστανιώτης, 2006), μας υπενθύμισε την βαριά σκιά της επταετίας με την «Εφεύρεση της σκιάς» (Καστανιώτης, 2008), και τώρα μας κάνει να ελπίζουμε στην «Πόλη και τη σιωπή» για το καλό που ενυπάρχει στην κόλαση της πραγματικότητας, σαν υπόσχεση παράδεισου. Ένα βιβλίο αφ’ εαυτού του, γαζούλα θεραπευτική. Κι ας τσούζει το ιαματικό ιώδιο…

10/3/14

Η ανθρωπογεωγραφία της Ιστορίας


«14» του Ζακ Εσνόζ, Μετάφραση: Αχιλλέας Κυριακίδης, Εκδ. «Ίκαρος», σελ. 107

Τι μπορεί να σου συμβεί στ’ αλήθεια ένα Σαββατιάτικο απομεσήμερο του Αυγούστου; Όταν ο καιρός προμηνύεται τόσο καλός, δεν δουλεύεις, και πας με το ποδήλατό σου και το βιβλίο σου βόλτα στην εξοχή, τη στιγμή μάλιστα που είναι αρκούντως στρωμένη η ζωή σου; Έτσι ανώδυνα, ανάλαφρα και τόσο πολύ καθημερινά ξεκινά το αριστουργηματικό «14» του Ζακ Εσνόζ, με τον Αντίμ ν’ αποφασίζει να πάει με το ποδήλατό του μια βόλτα στους λόφους. Παραβλέποντας κι αγνοώντας ότι ζει στο 1914, σε μια ιστορικά κομβική χρονιά και ότι πατά σε φλέβα ιστορικών και προσωπικών γεγονότων.
Εκατό χρόνια μετά από την έναρξη του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου και σε μόλις εκατό σελίδες βιβλίου, ξεκινώντας με μια ποδηλατική αυγουστιάτικη βόλτα στην εξοχή και τελειώνοντας με μια γέννα, ο συγγραφέας περιγράφει κι ανατέμνει όλο το ανθρώπινο δράμα: έναν πόλεμο που ξεσπά αναπάντεχα (τουλάχιστον για τους ήρωες του βιβλίου), κρατάει ελάχιστα (γι’ αυτούς ειδικά) και σκορπά τις τακτοποιημένες ζωές τους στον άνεμο. Ο  προστατευόμενος Σαρλ θα υπάρξει – τι τραγική ειρωνεία- ο πρώτος νεκρός, ο Αρσενέλ θ’ αυτομολήσει μη μπορώντας να βρει πουθενά τον Παντιολό, ο Μποσίς στο μεταξύ θα σκοτωθεί και μόνο ο Αντίμ ο ποδηλάτης θα σταθεί κατ’ όλους απίστευτα τυχερός, θα μπορέσει να επιστρέψει αφήνοντας πίσω στη μάχη μονάχα το δεξί του χέρι. Στο μεταξύ και μέσα σε εκατό μόλις σελίδες έχει γίνει απολύτως κατανοητό, ότι   
«Ναι, αλλά απ’ αυτόν τον πόλεμο δε φεύγεις έτσι. Τα πράγματα είναι πολύ απλά: είσαι στριμωγμένος- μπροστά σου ο εχθρός’ πάνω σου, οι αρουραίοι και οι ψείρες’ πίσω σου, οι στρατονόμοι. Κι αφού δεν έχεις άλλη διέξοδο απ’ το να πάψεις να θεωρείσαι ικανός, περιμένεις πώς και πώς, ελλείψει άλλης λύσης, ένα ωραίο τραυματάκι, κάτι σαν αυτό του Αντίμ που να σου εξασφαλίζει την αποχώρηση».
Παρ’ ότι έξω από τον δικό σου εγκλωβισμένο προσωπικό κύκλο ζωής, όλα ανθίζουν, ξαναγεννιούνται, εξακολουθούν να ζουν, αναπνέουν:
«Ο Αρσενέλ αφέθηκε να παρακολουθήσει τα σημάδια της άνοιξης- είναι πάντα συγκλονιστικό να παρατηρείς την άνοιξη, ακόμα κι αν είσαι πια σε μια ηλικία που γνωρίζεις το σύστημα, είναι καλός τρόπος να ξεδίνεις – αλλά προσηλώθηκε και στη σιωπή, μια σιωπή που αμυδρά χρωματιζόταν απ’ τις βροντές του πάντα κοντινού μετώπου, οι οποίες το πρωί εκείνο, έτειναν να εξασθενήσουν’ μια σιωπή ασφαλώς ατελή, όχι πλήρως αποκατεστημένη αλλά σχεδόν, και σχεδόν καλύτερα απ’ ό,τι αν ήταν τέλεια, γιατί την έσπαγαν οι κραυγές των πουλιών που, φτιάχνοντας ένα ηχητικό υπόβαθρο, την εξύψωναν, όπως ένα ελάχιστο πρόστιμο χαλυβδώνει ένα νόμο, λίγο αντίθετο χρώμα δεκαπλασιάζει την εντύπωση μιας μονοχρωμίας, μια τόση δα ακίδα δικαιώνει μιαν ανεπίληπτα λεία επιφάνεια, ένα φευγαλέο φάλτσο καθαγιάζει μια πλήρη μείζονα συγχορδία, αλλά ας μην παρασυρόμαστε κι ας ξαναγυρίσουμε σ’ αυτά που λέγαμε».
Η ζωή μας μια βόλτα που μπορεί και να ξεκινά ευοίωνα ένα αυγουστιάτικο απομεσήμερο στην εξοχή, αλλά η Ιστορία και η αιώνια στιγμή, όπως και να ‘ρθουν τα πράγματα, όσο κανείς κι αν κάνει το μικρό ατομικό του προγραμματισμό, είναι εκείνη που θα είναι ο τελικός νικητής, ο Φρόυντ δεν τόπε; σ’ αυτήν εδώ τη ζωή έχουμε έρθει τελικά για να τα χάσουμε όλα, και την συνείδησή μας ακόμα; Πόσο μάλλον όταν πέσουμε επάνω σε ιστορικά μεγάλη χρονιά.
Ένα βιβλίο που θα μπορούσε να αφορά και τον πόλεμο αν δεν αφορούσε, πρωτίστως, την ανθρώπινη μοίρα. Μια λοξή – όπως έχει ήδη γραφτεί, ειρωνική ματιά στην μεγάλη, τελικά, ανθρώπινη τραγωδία. Εξάλλου το έχει αυτό ο Εσνόζ, γνωρίζει καλά ότι η πτώση και η ήττα αποτελούν μυθιστορηματικά το ανθρώπινο μεγαλείο.
Στις μυθιστορηματικές βιογραφίες του «Ραβέλ», «Δρόμος αντοχής» και «Αστραπές» για τον συνθέτη Μωρίς Ραβέλ, τον δρομέα Εμίλ Ζάτοπεκ και για τον φυσικό και εφευρέτη Νικόλα Τέσλα, η αρρώστια, η δυσμένεια και η απομόνωση διαθέτουν την συμπυκνωμένη κεντρική ιδέα, ουσία. Το «παρά τούτο» της ανθρώπινης μοίρας, ιστορίας.
Η εξαιρετική μετάφραση του Αχιλλέα Κυριακίδη κάνει τελικά την ανθρωπογεωγραφία της Ιστορίας στο βιβλίο να θυμίζει σκακιστική παρτίδα ή εξίσωση.



 

12/2/14

Το τέλος της αυταπάτης και η αθέατη, μυστηριακή πλευρά της ζωής


 
«Η δίψα με καίει εμένα και χάνομαι» της Μαρίας Λαμπαδαρίδου- Πόθου. Εκδ. «Πατάκη», σελ. 300
«Οι λέξεις και οι έννοιες έχουν πολλές προσεγγίσεις. Και μπορούν να ενεργοποιήσουν έναν κόσμο ολόκληρο μέσα μας. Λες μια λέξη ή σχηματίζεις μια εικόνα, και ξυπνά μέσα σου ένα ολόκληρο τοπίο, αναδύεται από την ομίχλη της ψυχής σου και σε γεμίζει ευφροσύνη ή τρόμο».
Με τίτλο – δάνειο από ορφικούς στίχους «η δίψα με καίει εμένα και χάνομαι» η Μαρία Λαμπαδαρίδου-Πόθου της Ποίησης και του Ιστορικού Μυθιστορήματος επιχειρεί ένα ταξίδι διπλό: «απ’ την ψυχή προς την ψυχή» όπως το αποκαλεί η ίδια [και είναι και ο τίτλος του βιβλίου του ήρωά της] και από το παρόν στο παρελθόν.
Η Αλέξια, δημοσιογράφος με ιδεαλιστικό τρόπο [επιθυμεί ακόμα να σώσει τον κόσμο] και ο Έκτωρ, ψυχίατρος με διεθνή απήχηση και ψυχαναλυτής της, συναντούνται κατ’ αρχάς για να σωθεί η Αλέξια από βαρύ ματαιωμένο έρωτα. Ο Στέφανος που τον είχε γνωρίσει στο «Γλυκό πουλί της νιότης» θα την εγκαταλείψει έντρομος στην εποχή της κρίσης, ακολουθώντας εκείνη που θα του εξασφαλίσει μια ζωή σταθερή. Αλλά σταθερές δεν υπάρχουν στη ζωή.
Στο μεταξύ, όλοι οι ήρωες θα επιστρέψουν: ο Έκτωρ, στους νεανικούς του στίχους, στην ποίηση, στο χωριό του, στο πατρικό του και στο παρελθόν. Θα ξαναθρηνήσει τη μάνα, θα ξαναβρεί την θεία Μάρθα, τον αδελφικό παιδικό του φίλο, τον νεανικό, ερωτευμένο του αδελφό. Στο μεταξύ θα επιστρέψει και σε κείνον η Λάουρα, πληγή παλιά από το παρελθόν.
Η Αλέξια, με αλλεπάλληλα πηγαινέλα, θα αναγκαστεί να βυθιστεί στο πιο αληθινό της εαυτό. Επιστρέφοντας, όμως, κι εκείνη. Στον Στέφανο που απόμεινε οίκτος, στο ρεπορτάζ της και στους αστέγους των Αθηνών, στο νησί της και στο στρατιώτη των Βάλτων, στα δικά της φαντάσματα που τη στοιχειώνουν, στο δικό της παρελθόν που λειτουργεί ως παραμορφωτικός καθρέφτης για το παρόν:
«Τίποτα μέσα στο παρελθόν δεν είναι από μόνο του απειλητικό ή δύσβατο.
Εξαρτάται από το πώς εμείς βιώσαμε τον χρόνο μέσα μας.
Απειλητικό είναι μόνο το σκοτάδι που το καλύπτει. Αυτό το κάνει δύσβατο ή και άβατο.
Γι’ αυτό πρέπει να το ανεβάσουμε στο φως. Να το εξευμενίσουμε…»
Κι αυτό ακριβώς θα κάνουν. Με τον Έκτορα στην αρχή ως ψυχαναλυόμενη και ψυχαναλυτής:
«Σύνθεση και αποσύνθεση των γεγονότων που ζήσαμε είναι ολόκληρη η ζωή μας, σκέφτηκε».
Με διαπιστώσεις πικρές στην πορεία:
«Δεν μπορείς να σταματάς, δεν μπορείς ν’ αργοπορείς τα βήματά σου, πρέπει ολοένα ν’ ανεβαίνεις, μια στιγμή να ξεστρατίσεις, η ζωή σ’ αφήνει και προχωρά χωρίς εσένα, και τότε ξόφλησες…»
Με διαδρομή επώδυνη σε μια Αθήνα που φλέγεται κι ερημώνει, με μετανάστες, αστέγους και κλειστά μαγαζιά. «Και τις πταίει η γλαυξ επί των ερειπίων; Πταίουν οι πλάσαντες τα ερείπια, αυτοί οι ανίκανοι κυβερνήται της χώρας» μας θυμίζει η συγγραφέας [Παπαδιαμάντης, Ακρόπολις, Πρωτοχρονιά 1896].
Κι ανάμεσά τους η Ορφική Ποίηση, η Ποίηση. Και το Θέατρο, ο Ανούιγ, ο Στρίνμπεργκ και η σκοτεινιά της ψυχής. Οι ευάλωτες κι εύθραυστες ηρωίδες του Τένεσι  Ουίλιαμς, ο Μπέκετ κι ο Κάφκα, με την αιώνια, αρχετυπική, ακατανόητη ενοχή:
«Πώς την είπες εκείνη τη στιχομυθία του Κάφκα;
“Είμαι αθώος, κύριε…”
“Ναι, όμως η αθωότητά σου δεν θα σε σώσει…”»
Εξάλλου «είμαστε πλάσματα ελλιπή».
Ενδεχομένως και γι’ αυτό να γράφουμε ή να κάνουμε Τέχνη, να ερωτευόμαστε με πάθος, να ζούμε με διαρκείς παλινδρομήσεις, το μυθιστόρημα θέτει άπειρα ζητήματα, από την αιώνια δίψα για το απόλυτο ως την αιωνιότητα της ψυχής, το διαρκές αδιαχείριστο πένθος και την αιώνια επιστροφή. Με εγκιβωτισμένα τρία βιβλία, οι βασικοί ήρωες γράφουν για να επιστρέψουν, και τα φαντάσματα, ακόμα κι εκείνο του αδικοσκοτωμένου Άγγλου στους Βάλτους πάντοτε εκεί. Ενδεχομένως η μνήμη και να αποτελεί τη μόνη δικαίωση και ο τόπος, όπως πάντα στα μυθιστορήματα της Μαρίας, να διαθέτει και να υποβάλει τη δική του ζωή. «Πώς ένα τοπίο μπορεί να κρατήσει για πάντα μέσα του τη μουσική ή τα λόγια που ειπώθηκαν εκεί…» θα επισημάνει σε αρκετά σημεία σε αρχαίους τόπους.
«Αν πολλαπλασιάσεις το άπειρο με τα βάθη της αιωνιότητας και περπατήσεις μια -μια τις παλίρροιες του χρόνου, τότε θα έχεις μια μικρή ιδέα…» θ’ αρχίσει διπλά με κοινή έκφραση ο καθένας την αληθινή μυθιστορία της δικής του ζωής. Σ’ ένα σύγχρονο, υπαρξιακό, ψυχαναλυτικό, κατακερματισμένο μυθιστόρημα που αποτελεί και τον καθρέφτη της δικής μας εποχής. Εξάλλου «η πραγματικότητα γίνεται αμείλικτη όταν ζούμε την ψευδαίσθηση», αλλά το άλγος, επί τω προκειμένω, το ερωτικό άλγος, μπορεί να γίνει η φωτιά και το φως, το πάθος για τη ζωή που, τελικά, θα μας σώσει: «Γιατί η κάθε μέρα της ζωής μας, με όλη τη γαλήνη ή την ομορφιά που εμείς της δώσαμε, βρίσκεται πάντα στο έλεος μιας αιφνίδιας καταιγίδας. Ένα ελάχιστο ασήμαντο συμβάν είναι ικανό να ενεργοποιήσει τεράστια αποθέματα δυνάμεων που πρέπει να ισορροπήσουμε για να μπορέσει να συνεχιστεί η ζωή». Η ζωή διαθέτει την δική της αρχιτεκτονική, μεταφυσική.