10/3/14

Η ανθρωπογεωγραφία της Ιστορίας


«14» του Ζακ Εσνόζ, Μετάφραση: Αχιλλέας Κυριακίδης, Εκδ. «Ίκαρος», σελ. 107

Τι μπορεί να σου συμβεί στ’ αλήθεια ένα Σαββατιάτικο απομεσήμερο του Αυγούστου; Όταν ο καιρός προμηνύεται τόσο καλός, δεν δουλεύεις, και πας με το ποδήλατό σου και το βιβλίο σου βόλτα στην εξοχή, τη στιγμή μάλιστα που είναι αρκούντως στρωμένη η ζωή σου; Έτσι ανώδυνα, ανάλαφρα και τόσο πολύ καθημερινά ξεκινά το αριστουργηματικό «14» του Ζακ Εσνόζ, με τον Αντίμ ν’ αποφασίζει να πάει με το ποδήλατό του μια βόλτα στους λόφους. Παραβλέποντας κι αγνοώντας ότι ζει στο 1914, σε μια ιστορικά κομβική χρονιά και ότι πατά σε φλέβα ιστορικών και προσωπικών γεγονότων.
Εκατό χρόνια μετά από την έναρξη του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου και σε μόλις εκατό σελίδες βιβλίου, ξεκινώντας με μια ποδηλατική αυγουστιάτικη βόλτα στην εξοχή και τελειώνοντας με μια γέννα, ο συγγραφέας περιγράφει κι ανατέμνει όλο το ανθρώπινο δράμα: έναν πόλεμο που ξεσπά αναπάντεχα (τουλάχιστον για τους ήρωες του βιβλίου), κρατάει ελάχιστα (γι’ αυτούς ειδικά) και σκορπά τις τακτοποιημένες ζωές τους στον άνεμο. Ο  προστατευόμενος Σαρλ θα υπάρξει – τι τραγική ειρωνεία- ο πρώτος νεκρός, ο Αρσενέλ θ’ αυτομολήσει μη μπορώντας να βρει πουθενά τον Παντιολό, ο Μποσίς στο μεταξύ θα σκοτωθεί και μόνο ο Αντίμ ο ποδηλάτης θα σταθεί κατ’ όλους απίστευτα τυχερός, θα μπορέσει να επιστρέψει αφήνοντας πίσω στη μάχη μονάχα το δεξί του χέρι. Στο μεταξύ και μέσα σε εκατό μόλις σελίδες έχει γίνει απολύτως κατανοητό, ότι   
«Ναι, αλλά απ’ αυτόν τον πόλεμο δε φεύγεις έτσι. Τα πράγματα είναι πολύ απλά: είσαι στριμωγμένος- μπροστά σου ο εχθρός’ πάνω σου, οι αρουραίοι και οι ψείρες’ πίσω σου, οι στρατονόμοι. Κι αφού δεν έχεις άλλη διέξοδο απ’ το να πάψεις να θεωρείσαι ικανός, περιμένεις πώς και πώς, ελλείψει άλλης λύσης, ένα ωραίο τραυματάκι, κάτι σαν αυτό του Αντίμ που να σου εξασφαλίζει την αποχώρηση».
Παρ’ ότι έξω από τον δικό σου εγκλωβισμένο προσωπικό κύκλο ζωής, όλα ανθίζουν, ξαναγεννιούνται, εξακολουθούν να ζουν, αναπνέουν:
«Ο Αρσενέλ αφέθηκε να παρακολουθήσει τα σημάδια της άνοιξης- είναι πάντα συγκλονιστικό να παρατηρείς την άνοιξη, ακόμα κι αν είσαι πια σε μια ηλικία που γνωρίζεις το σύστημα, είναι καλός τρόπος να ξεδίνεις – αλλά προσηλώθηκε και στη σιωπή, μια σιωπή που αμυδρά χρωματιζόταν απ’ τις βροντές του πάντα κοντινού μετώπου, οι οποίες το πρωί εκείνο, έτειναν να εξασθενήσουν’ μια σιωπή ασφαλώς ατελή, όχι πλήρως αποκατεστημένη αλλά σχεδόν, και σχεδόν καλύτερα απ’ ό,τι αν ήταν τέλεια, γιατί την έσπαγαν οι κραυγές των πουλιών που, φτιάχνοντας ένα ηχητικό υπόβαθρο, την εξύψωναν, όπως ένα ελάχιστο πρόστιμο χαλυβδώνει ένα νόμο, λίγο αντίθετο χρώμα δεκαπλασιάζει την εντύπωση μιας μονοχρωμίας, μια τόση δα ακίδα δικαιώνει μιαν ανεπίληπτα λεία επιφάνεια, ένα φευγαλέο φάλτσο καθαγιάζει μια πλήρη μείζονα συγχορδία, αλλά ας μην παρασυρόμαστε κι ας ξαναγυρίσουμε σ’ αυτά που λέγαμε».
Η ζωή μας μια βόλτα που μπορεί και να ξεκινά ευοίωνα ένα αυγουστιάτικο απομεσήμερο στην εξοχή, αλλά η Ιστορία και η αιώνια στιγμή, όπως και να ‘ρθουν τα πράγματα, όσο κανείς κι αν κάνει το μικρό ατομικό του προγραμματισμό, είναι εκείνη που θα είναι ο τελικός νικητής, ο Φρόυντ δεν τόπε; σ’ αυτήν εδώ τη ζωή έχουμε έρθει τελικά για να τα χάσουμε όλα, και την συνείδησή μας ακόμα; Πόσο μάλλον όταν πέσουμε επάνω σε ιστορικά μεγάλη χρονιά.
Ένα βιβλίο που θα μπορούσε να αφορά και τον πόλεμο αν δεν αφορούσε, πρωτίστως, την ανθρώπινη μοίρα. Μια λοξή – όπως έχει ήδη γραφτεί, ειρωνική ματιά στην μεγάλη, τελικά, ανθρώπινη τραγωδία. Εξάλλου το έχει αυτό ο Εσνόζ, γνωρίζει καλά ότι η πτώση και η ήττα αποτελούν μυθιστορηματικά το ανθρώπινο μεγαλείο.
Στις μυθιστορηματικές βιογραφίες του «Ραβέλ», «Δρόμος αντοχής» και «Αστραπές» για τον συνθέτη Μωρίς Ραβέλ, τον δρομέα Εμίλ Ζάτοπεκ και για τον φυσικό και εφευρέτη Νικόλα Τέσλα, η αρρώστια, η δυσμένεια και η απομόνωση διαθέτουν την συμπυκνωμένη κεντρική ιδέα, ουσία. Το «παρά τούτο» της ανθρώπινης μοίρας, ιστορίας.
Η εξαιρετική μετάφραση του Αχιλλέα Κυριακίδη κάνει τελικά την ανθρωπογεωγραφία της Ιστορίας στο βιβλίο να θυμίζει σκακιστική παρτίδα ή εξίσωση.



 

12/2/14

Το τέλος της αυταπάτης και η αθέατη, μυστηριακή πλευρά της ζωής


 
«Η δίψα με καίει εμένα και χάνομαι» της Μαρίας Λαμπαδαρίδου- Πόθου. Εκδ. «Πατάκη», σελ. 300
«Οι λέξεις και οι έννοιες έχουν πολλές προσεγγίσεις. Και μπορούν να ενεργοποιήσουν έναν κόσμο ολόκληρο μέσα μας. Λες μια λέξη ή σχηματίζεις μια εικόνα, και ξυπνά μέσα σου ένα ολόκληρο τοπίο, αναδύεται από την ομίχλη της ψυχής σου και σε γεμίζει ευφροσύνη ή τρόμο».
Με τίτλο – δάνειο από ορφικούς στίχους «η δίψα με καίει εμένα και χάνομαι» η Μαρία Λαμπαδαρίδου-Πόθου της Ποίησης και του Ιστορικού Μυθιστορήματος επιχειρεί ένα ταξίδι διπλό: «απ’ την ψυχή προς την ψυχή» όπως το αποκαλεί η ίδια [και είναι και ο τίτλος του βιβλίου του ήρωά της] και από το παρόν στο παρελθόν.
Η Αλέξια, δημοσιογράφος με ιδεαλιστικό τρόπο [επιθυμεί ακόμα να σώσει τον κόσμο] και ο Έκτωρ, ψυχίατρος με διεθνή απήχηση και ψυχαναλυτής της, συναντούνται κατ’ αρχάς για να σωθεί η Αλέξια από βαρύ ματαιωμένο έρωτα. Ο Στέφανος που τον είχε γνωρίσει στο «Γλυκό πουλί της νιότης» θα την εγκαταλείψει έντρομος στην εποχή της κρίσης, ακολουθώντας εκείνη που θα του εξασφαλίσει μια ζωή σταθερή. Αλλά σταθερές δεν υπάρχουν στη ζωή.
Στο μεταξύ, όλοι οι ήρωες θα επιστρέψουν: ο Έκτωρ, στους νεανικούς του στίχους, στην ποίηση, στο χωριό του, στο πατρικό του και στο παρελθόν. Θα ξαναθρηνήσει τη μάνα, θα ξαναβρεί την θεία Μάρθα, τον αδελφικό παιδικό του φίλο, τον νεανικό, ερωτευμένο του αδελφό. Στο μεταξύ θα επιστρέψει και σε κείνον η Λάουρα, πληγή παλιά από το παρελθόν.
Η Αλέξια, με αλλεπάλληλα πηγαινέλα, θα αναγκαστεί να βυθιστεί στο πιο αληθινό της εαυτό. Επιστρέφοντας, όμως, κι εκείνη. Στον Στέφανο που απόμεινε οίκτος, στο ρεπορτάζ της και στους αστέγους των Αθηνών, στο νησί της και στο στρατιώτη των Βάλτων, στα δικά της φαντάσματα που τη στοιχειώνουν, στο δικό της παρελθόν που λειτουργεί ως παραμορφωτικός καθρέφτης για το παρόν:
«Τίποτα μέσα στο παρελθόν δεν είναι από μόνο του απειλητικό ή δύσβατο.
Εξαρτάται από το πώς εμείς βιώσαμε τον χρόνο μέσα μας.
Απειλητικό είναι μόνο το σκοτάδι που το καλύπτει. Αυτό το κάνει δύσβατο ή και άβατο.
Γι’ αυτό πρέπει να το ανεβάσουμε στο φως. Να το εξευμενίσουμε…»
Κι αυτό ακριβώς θα κάνουν. Με τον Έκτορα στην αρχή ως ψυχαναλυόμενη και ψυχαναλυτής:
«Σύνθεση και αποσύνθεση των γεγονότων που ζήσαμε είναι ολόκληρη η ζωή μας, σκέφτηκε».
Με διαπιστώσεις πικρές στην πορεία:
«Δεν μπορείς να σταματάς, δεν μπορείς ν’ αργοπορείς τα βήματά σου, πρέπει ολοένα ν’ ανεβαίνεις, μια στιγμή να ξεστρατίσεις, η ζωή σ’ αφήνει και προχωρά χωρίς εσένα, και τότε ξόφλησες…»
Με διαδρομή επώδυνη σε μια Αθήνα που φλέγεται κι ερημώνει, με μετανάστες, αστέγους και κλειστά μαγαζιά. «Και τις πταίει η γλαυξ επί των ερειπίων; Πταίουν οι πλάσαντες τα ερείπια, αυτοί οι ανίκανοι κυβερνήται της χώρας» μας θυμίζει η συγγραφέας [Παπαδιαμάντης, Ακρόπολις, Πρωτοχρονιά 1896].
Κι ανάμεσά τους η Ορφική Ποίηση, η Ποίηση. Και το Θέατρο, ο Ανούιγ, ο Στρίνμπεργκ και η σκοτεινιά της ψυχής. Οι ευάλωτες κι εύθραυστες ηρωίδες του Τένεσι  Ουίλιαμς, ο Μπέκετ κι ο Κάφκα, με την αιώνια, αρχετυπική, ακατανόητη ενοχή:
«Πώς την είπες εκείνη τη στιχομυθία του Κάφκα;
“Είμαι αθώος, κύριε…”
“Ναι, όμως η αθωότητά σου δεν θα σε σώσει…”»
Εξάλλου «είμαστε πλάσματα ελλιπή».
Ενδεχομένως και γι’ αυτό να γράφουμε ή να κάνουμε Τέχνη, να ερωτευόμαστε με πάθος, να ζούμε με διαρκείς παλινδρομήσεις, το μυθιστόρημα θέτει άπειρα ζητήματα, από την αιώνια δίψα για το απόλυτο ως την αιωνιότητα της ψυχής, το διαρκές αδιαχείριστο πένθος και την αιώνια επιστροφή. Με εγκιβωτισμένα τρία βιβλία, οι βασικοί ήρωες γράφουν για να επιστρέψουν, και τα φαντάσματα, ακόμα κι εκείνο του αδικοσκοτωμένου Άγγλου στους Βάλτους πάντοτε εκεί. Ενδεχομένως η μνήμη και να αποτελεί τη μόνη δικαίωση και ο τόπος, όπως πάντα στα μυθιστορήματα της Μαρίας, να διαθέτει και να υποβάλει τη δική του ζωή. «Πώς ένα τοπίο μπορεί να κρατήσει για πάντα μέσα του τη μουσική ή τα λόγια που ειπώθηκαν εκεί…» θα επισημάνει σε αρκετά σημεία σε αρχαίους τόπους.
«Αν πολλαπλασιάσεις το άπειρο με τα βάθη της αιωνιότητας και περπατήσεις μια -μια τις παλίρροιες του χρόνου, τότε θα έχεις μια μικρή ιδέα…» θ’ αρχίσει διπλά με κοινή έκφραση ο καθένας την αληθινή μυθιστορία της δικής του ζωής. Σ’ ένα σύγχρονο, υπαρξιακό, ψυχαναλυτικό, κατακερματισμένο μυθιστόρημα που αποτελεί και τον καθρέφτη της δικής μας εποχής. Εξάλλου «η πραγματικότητα γίνεται αμείλικτη όταν ζούμε την ψευδαίσθηση», αλλά το άλγος, επί τω προκειμένω, το ερωτικό άλγος, μπορεί να γίνει η φωτιά και το φως, το πάθος για τη ζωή που, τελικά, θα μας σώσει: «Γιατί η κάθε μέρα της ζωής μας, με όλη τη γαλήνη ή την ομορφιά που εμείς της δώσαμε, βρίσκεται πάντα στο έλεος μιας αιφνίδιας καταιγίδας. Ένα ελάχιστο ασήμαντο συμβάν είναι ικανό να ενεργοποιήσει τεράστια αποθέματα δυνάμεων που πρέπει να ισορροπήσουμε για να μπορέσει να συνεχιστεί η ζωή». Η ζωή διαθέτει την δική της αρχιτεκτονική, μεταφυσική.
 

10/2/14

Ο άνθρωπος, πάντοτε, «μη μου άπτου»


 
«Ο πότης» του Χανς Φάλλαντα. Μετάφραση: Έμη Βαικούση. Εκδ. «Κίχλη», σελ. 423

«Έχω την αίσθηση ότι δεν αντλείτε πραγματικά ευχαρίστηση από τις αξιοζήλευτες πραγματικά, επιτεύξεις σας. Βασανίζεστε […] Πιστεύω πως με οργή επιβάλλετε στον εαυτό σας τη δουλειά του συγγραφέα (το λέω προβάλλοντας βέβαια επάνω σας ένα κομμάτι του εαυτού μου), ενώ σας τρώει μέσα σας, του τυπογραφείου δεν διώχνει την οσμή του θανάτου που μας πνίγει» [επιστολή του Χέρμαν Μπροχ στον Φάλλαντα, 22.11.1937]
Είτε μονολεκτικά και κατά πρόσωπο [«Ο αλκοολικός» του Τζακ Λόντον, «Ο Παίκτης» του Ντοστογιέφσκι] είτε περιφραστικά και ποιητικά [«Περί μέθης» του Παπαγιώργη, «Κάτω από το Ηφαίστειο» του Μάλκομ Λόουρι] τα πάθη είναι θανατολαγνικά. Ο έχων το πάθος κι ο θάνατος. Δεν θα ξαναγυρίσω πίσω, ο Παπαγιώργης το έχει πει θαρρώ, το αλκοόλ είναι ένας τρόπος ν’ αυτοκτονείς. Ηδονικά κι αργά. Ενώ δυναμώνεις, κατά τα φαινόμενα, στην αρχή. Όπως ο ήρωας στο μυθιστόρημα «Ο Πότης». Όπως ο Ρούντολφ Βίλχελμ Φρήντριχ ή Χανς Φάλλαντα [από τον τυχερό- άτυχο Χανς και το άλογο Φάλλαντα που μιλούσε ανθρώπινα και του έκοψαν το κεφάλι των αδελφών Γκριμ].

«Φως πουθενά, όλοι είναι στα κρεβάτια τους, μόνο εγώ είμαι στο δρόμο, εγώ, ο Έρβιν Ζόμερ, χονδρέμπορος αγροτικών προιόντων. Όχι, όχι πια- κάποτε […] Ήταν κάποτε’ τώρα πάει… βουλιάζει, βουλιάζει ξεχασμένος απ’ όλους…»
Ο Έρβιν Ζόμερ, παρ’ ότι πίνει από την πρώτη σελίδα, από την πρώτη παράγραφο αυτής της, εν τέλει, αληθινής ιστορίας, το πρώτο σναπς, το σιχαινόταν, απ’ ό,τι δηλώνει το ποτό. Εξάλλου όσοι πίνουν, την κατάσταση μέθης επιθυμούν, όχι αυτό καθ’ εαυτό αρχικά το ποτό: «Το ποτό αποκοιμίζει τις σκέψεις, μαλακώνει τους πόνους, μ’ αυτό κεντρίζω τον εαυτό μου κάθε τόσο και προχωράει ένα μισάωρο πιο κάτω. Όμως η στάθμη του ποτού στο μπουκάλι κατεβαίνει, πρέπει να φυλάω τον θησαυρό μου και για μετά».
«Ο θησαυρός σου» σε κάνει αισιόδοξο, σε καθιστά ισχυρό, το λάθος αμβλύνεται όπως η πρώτη επιχειρηματική χασούρα του Έρβιν Ζόμερ, σε κάνει να αντιλαμβάνεσαι με άλλα μάτια ακόμα και αυτό το ασφυκτικά τακτοποιημένο παρόν, επί του βιβλίου, την απίστευτα ικανή σύζυγο –Μάγδα:
«Καλή», είπα εγώ πίνοντας, «είσαι πολύ καλή, Μάγδα! Μόνο τόσο δυνατή να μην ήσουνα, τόσο άψογη, που να πάρει!» Η «αψογίλα» της Μάγδας που είναι για σένα τον αδύναμο, όμως, διαρκής ψόγος, ακόμα κι αυτή μοιάζει να έχει αμβλυνθεί. Εκείνη η παράλληλη ζωή, το δικό σου πια μεθυσμένο σύμπαν, δεν είναι και δύσκολο, ξαφνικά γίνεται πιο ισχυρό και πραγματικό από το όντως παρόν. Η κατρακύλα εξάλλου είναι ανεπαίσθητη, σαν το μισό κιλό και το άλλο μισό βουλιμικό κιλό ακριβώς:  «Τις μέρες εκείνες άλλαξαν όλες οι συνήθειες της ζωής μου, έγινα αιχμάλωτος μυστικών δυνάμεων και κάτι μου ρούφαγε τη δύναμη ν’ αντισταθώ». Διότι αμέσως μετά το ποτό:
«Η ανοιξιάτικη μέρα με υποδέχτηκε με ήλιο και ζέστη, και μ’ ένα αεράκι απαλό σαν μετάξι’ ένιωθα άλλος άνθρωπος! […] Τώρα το ‘βλεπα το σμαραγδί της φύσης που πρασίνιζε, άκουγα τα φτερουγίσματα των κορυδαλλών στο γαλάζιο του ουρανού. Οι σκοτούρες έφυγαν από πάνω μου. «Όλα θα φτιάξουν», είπα εύθυμα…» Και για κάποιο διάστημα το οποίο σου φαίνεται κιόλας χρόνος κυριολεκτικά θεικός «η ζωή είναι απίθανη! Τι ωραίο πράγμα κι αυτή η μέθη! Ν’ αφήνεις να σε παίρνει το ρεύμα της λησμονιάς, να βυθίζεσαι στο λυκόφως, και πιο βαθιά ακόμα, σ’ ένα σκοτάδι βαθύ, χωρίς συναίσθημα- αποτυχίες, τύψεις, όλα ξεμακραίνουν»…
Στη συνέχεια, όλα είναι κατήφορος, κι ο κατήφορος είναι πάντοτε ηδονικός: «Ας βουτήξω κατευθείαν στην άβυσσο. Όσο πιο βαθιά, τόσο πιο καλά. Όσο πιο γρήγορα, τόσο καλύτερα. Τίποτα πια δεν με κρατάει!»
Στις εκατό πρώτες σελίδες, η σταδιακή πτώση του Έρβιν Ζόμερ και η απόλυτη ανατροπή μιας φαινομενικά ήσυχης και ευτυχισμένης οικογενειακής ζωής. Η ατσαλάκωτη, ικανότατη κι επιδέξια Μάγδα, ο αδύναμος γεμάτο ρωγμές Έρβιν που με γκαφατζίδικο αυτοσαρκαστικό τρόπο κατρακυλά από σναπς σε τρια μπουκάλια σναπς. Γκρεμοτσακίζεται από υπόστεγα πανδοχείων, ερωτεύεται –λέμε τώρα- την βασίλισσα του αλκοόλ, τον κατακλέβουν και κλέβει την Μάγδα ή μάλλον τον εαυτό του, ξεγελά σαν κατεργάρικο παιδί σύζυγο, αστυνόμους και γιατρούς, συλλαμβάνεται και κατηγορείται ότι προσπάθησε να σκοτώσει την Μάγδα, φυλακίζεται και παθαίνει κάτι απείρως χειρότερο, «σωφρονίζεται» ακολουθώντας τους γνωστούς δρόμους  του ναζιστικού σωφρονισμού. Στη Γερμανία τη δεκαετία του τριάντα, εκτός των εβραίων, αδύναμοι και εξαρτημένοι, οι απόκληροι, δεν ανήκουν, δεν δικαιούνται να ανήκουν στην σπουδαία άρια φυλή. Ο ιδρυματισμός, από κάποια στιγμή και μετά παραμένει μονόδρομος, η οικεία ασφάλεια, η επαναλαμβανόμενη καθημερινότητα μιας κόλασης εφόσον ο εχθρός παραμένει εκεί έξω, πάντοτε εκεί:
«Η πολύωρη απομόνωση στο κελί όπου με είχαν και δούλευα ενίσχυσε μέσα μου μια τάση μόνωσης απ’ τους ανθρώπους’ ήμουνα μια χαρά στο στενόχωρο δωματιάκι με τις βούρτσες μου, κι όταν σκεφτόμουνα το ανθρωπομάνι στους πολύβουους δρόμους της γενέτειράς μου, ένιωθα αποστροφή». «Ένιωθα, πράγματι, πως ποτέ δεν είχα ευχαριστηθεί τη ζωή μου τόσο βαθιά, όσο στη θαλπωρή αυτού του κελιού».
Ο Έρβιν Ζόμερ, φυσικά, θα παλέψει και θα ελπίσει, θα ονειρευτεί και θα αγωνιστεί, θα οργιστεί στην αρχή. Με οξυδέρκεια, απ’ την πρώτη στιγμή, παρ’ όλη την αρχική μέθη, με παρατηρητικότητα, ειρωνεία προτού να επικρατήσει η απελπισία και αυτοσαρκασμό στην αρχή. Με μια παιδικότητα μέχρι το τέλος, με αφηγηματική δεινότητα και σπαρακτική ειλικρίνεια, εξάλλου κι από ποιον να κρυφτεί;
Το αποτέλεσμα, ένα βιβλίο που είναι μια ζωή και μια ολόκληρη εποχή. Η ζωή ενός αστού που υπέπεσε σε απίστευτα  - για την εποχή- αυτοκαταστροφικά παραπτώματα, αλλά κατόρθωσε πάντοτε να είναι το πείραμα αλλά και ο παρατηρητής. Και μιας εποχής που συνήθιζε όχι απλώς να κρύβει τους αδύναμους ή τους διαφορετικούς κάτω από το χαλάκι, αλλά να τους θάβει, ζωντανούς- νεκρούς. Για τον Έρβιν Ζόμερ, όμως, το αλκοόλ και ο παράδεισός του θα είναι θανατολαγνικά πάντοτε εκεί.  Ευτυχώς, όμως, ήταν- όταν ήταν παιδί- και τα βιβλία εκεί, οι Φλωμπέρ, Ντίκενς, Ντοστογιέφσκι, Δουμάς κι Όσκαρ Ουάιλντ. Και ευτυχώς και για μας, ακόμα και στον επταετή εγκλεισμό του, υπήρχε χαρτί. Για να γράφει τον «Πότη» και τη ζωή του, για να σκιαγραφεί τα πορτραίτα των συνεγκλείστων του μ’ αυτό τον αλλόκοτα αποστασιοποιημένο εξαιρετικό αφηγηματικό τρόπο που μόνο απ’ εκείνον θα μπορούσε να εφευρεθεί: στη μια σελίδα και πίσω στην άλλη, ανάμεσα στις γραμμές της πρώτης και άντε ξανά απ’ την αρχή. «Όπως εκείνος [ο Ντοστογιέφσκι], είχα πάντα μια ακατασίγαστη έλξη για τις σκοτεινές όψεις της ζωής, για χαρακτήρες ασταθείς, νοσηρούς, απελπισμένους» ο ίδιος ο Φάλλαντα θ’ αποδεχτεί. «Δεν έχουν άδικο όσοι τοποθέτησαν αυτό το αριστούργημα δίπλα στον “Παίκτη” του Ντοστογιέφσκι’ όχι μόνο λόγω της μονολεκτικής αναφοράς σε έναν ήρωα- υποχείριο ενός ολέθριου πάθους, αλλά και χάρη στην ψυχολογική και λογοτεχνική δεινότητα του Φάλλαντα» θα πουν [περ.  Untergrund Blattle]. Όπως και να ‘χει «ο Πότης» ήρθε για να προστεθεί μια για πάντα στο Εικονοστάσι των Ταπεινών και Καταφρονεμένων λογοτεχνικών αγίων της αναγνωστικής μας ζωής, αλλά σίγουρα κάποιος έπρεπε να καεί σαν λαμπάδα για να λάμψει με την αλήθεια του όταν γίνει γραφή. «Ένας άνθρωπος “μη μου άπτου”», Χανς Φάλλαντα έστω και ως Έρβιν Ζόμερ’ θ’ αποδεχθεί.
Στο μυθιστόρημα δίνει άλλη πνοή το επίμετρο της Έμης Βαικούση που αναφέρεται στη ζωή του συγγραφέα καθώς και το φωτογραφικό υλικό με αποσπάσματα απ’ όσα κατά καιρούς έχει πει.    

6/2/14

Τι θεωρείται “επιτυχία” στο πένθος; Η επιτυχία έγκειται στο να θυμάσαι ή στο να ξεχνάς;


Τζούλιαν Μπαρνς «Τα τρία επίπεδα της ζωής». Μετάφραση: Θωμάς Σκάσσης. Εκδ. «Μεταίχμιο», σελ. 161  

«Όσοι δεν έχουν διασχίσει τον τροπικό της θλίψης δεν είναι σε θέση να καταλάβουν πως το γεγονός ότι κάποιος είναι νεκρός μπορεί μεν να σημαίνει ότι δεν βρίσκεται πλέον στη ζωή, δεν σημαίνει όμως και ότι έπαψε να υπάρχει».
«Τα τρία επίπεδα της ζωής» τα υπογράφει ο συγγραφέας Τζούλιαν Μπαρνς [«England, England», «Άρθουρ και Τζορτζ», «Ένα κάποιο τέλος», «Ιστορία του κόσμου σε 10 ½ κεφάλαια», «Ο διανοούμενος στην κουζίνα», «Ο παπαγάλος του Φλωμπέρ», «Χωρίς να φοβάμαι τίποτα πια», «Πριν εκείνη με γνωρίσει»] αλλά τα βιογραφικά είναι διπλά: το δικό του, είθισται να υπάρχει το βιογραφικό του συγγραφέα, και το δικό της, η Πατ Κάβανα, τον παντρεύτηκε το 1979 και έζησε μαζί του μέχρι που πέθανε, το 2008. Αλλά και όλα τα χρόνια μετά. Εκείνο το χρονικό διάστημα που ο χρόνος αρχίζει να μετρά αντίστροφα, δηλαδή πια ο χρόνος επτά. Θα πρέπει κανείς να έχει βιώσει κάτι ανάλογο, ειδ’ άλλως, θα πρέπει να αρκεστεί στα μυθιστορηματικά.

«Βάζεις μαζί δυο ανθρώπους που δεν είχαν ξαναβρεθεί ποτέ, και άλλοτε ο κόσμος αλλάζει, άλλοτε όχι. Μπορεί να συντριβούν και να καούν ή να καούν και να συντριβούν. Μερικές φορές όμως συμβαίνει κάτι πρωτόφαντο και τότε ο κόσμος αλλάζει. Μαζί, μες στην πρώτη εκείνη έξαρση, την πρώτη εκείνη φλογερή αίσθηση ανάτασης, είναι καλύτεροι απ’ ό,τι είναι ο καθένας μόνος του. Βλέπουν μακρύτερα και βλέπουν καθαρότερα»
Στο βιβλίο που αρχίζει παράδοξα με τις πρώτες πτήσεις του ανθρώπου, με αερόστατο και με πρόσωπα αναγνωρίσιμα και πραγματικά, συνεχείς με «μοιραίες» συναντήσεις εδάφους για να καταλήξει «κάτω απ’ τη γη» και με άφατο πόνο, εντελώς πια ανοιχτά, εξομολογητικά και σπαρακτικά.

«Τα τρία επίπεδα της ζωής» κατά Μπάρνς: «Το αμάρτημα του ύψους», «Στην επιφάνεια», «Η απώλεια του βάθους». Όλα συγκλίνουν σε εκείνη τη μια και μοναδική ευλογημένη συνάντηση που έρχεται για να επαληθεύσει την κατά Κ.Σ.Λιούις «απαρηγόρητη λαχτάρα της ανθρώπινης καρδιάς για κάτι που δεν ξέρουμε». Κι επειδή κάποιοι είναι τυχεροί από μας. Για να γίνουν, βέβαια, στη συνέχεια οι μεγάλοι άτυχοι, οι μεγάλοι τραγικοί της ζωής, γιατί μετά απ’ αυτή τη συνάντηση τίποτε δεν θα είναι το ίδιο πια. Όπως δεν ήταν το ίδιο μετά από την πτήση με αερόστατο για τον Φρεντ Μπάρναμπι, τον Φελίξ Τουρνασόν και την Σάρα Μπερνάρ! «Όλοι ήξεραν ότι ήταν επικίνδυνο». Αλλά «η πτήση με αερόστατο αντιπροσώπευε την ελευθερία», όσο κι αν «το να μπλέξεις με το πέταγμα σήμαινε να τα βάζεις με το Θεό». Θα πείτε εύλογα ποια η σχέση της πτήσης με την απώλεια και την ανθρώπινη φύση. Όμως, εκείνοι οι ελάχιστοι της ευλογημένης συνάντησης έτσι ακριβώς την έζησαν’ σα να πετούν. Για χρόνια, ο έρωτας υπήρξε για εκείνους η- πτήση, εκεί «όπου ο άνθρωπος είναι απρόσβλητος από κάθε ανθρώπινη εξουσία ή από τις δυνάμεις του κακού, ενώ ο ίδιος αισθάνεται πως ζει σαν να ήταν η πρώτη φορά». Ακόμα και «στην επιφάνεια» οι βλέψεις τους είναι υψιπετείς. Μέχρι την πτώση. Ακόμα και στην περίπτωση που αναγνωρίζεις ότι «όλα αυτά είναι απλώς το σύμπαν που κάνει τη δουλειά του κι εμείς είμαστε το υλικό πάνω στο οποίο γίνεται αυτή η δουλειά», τίποτε, ούτε κι εσύ ο ίδιος δεν πρόκειται να γίνεις όπως και πριν. Αναφερόμενος ο Μπαρνς στον «Ορφέα και την Ευρυδίκη" αποδέχεται ότι ακόμα κι αυτό, την ελπίδα του Κάτω κόσμου, το βάθος, ο πενθών σύγχρονος άνθρωπος την έχει στερηθεί. Οι αναμνήσεις που αποτελούν, κατά κάποιον τρόπο, ύπαρξη μπορεί να επανέλθουν αλλά ο πάσχων αγαπημένος ακόμα και απέναντι σ’ αυτές δυσπιστεί. Ακόμα κι η μνήμη μοιάζει να έχει καεί. Ωστόσο «Όσοι δεν έχουν διασχίσει τον τροπικό της θλίψης δεν είναι σε θέση να καταλάβουν πως το γεγονός ότι κάποιος είναι νεκρός μπορεί μεν να σημαίνει ότι δεν βρίσκεται πλέον στη ζωή, δεν σημαίνει όμως και ότι έπαψε να υπάρχει», ισχυρίζεται ο Μπαρνς και το γνωρίζει καλά ο κάθε πενθών.
Αφιερώνοντας το τρίτο μέρος του αλλόκοτου και ιδιαίτερου αυτού βιβλίου που αποτελεί κι ένα δοκίμιο για την ύβρη όσον αφορά την ανθρώπινη ελευθερία ή την απίστευτα σπάνια σχέση με το άλλο μισό, στην διαχείριση του πένθους με έναν τρόπο οικουμενικό ακριβώς επειδή επιλέγει με όλη του την ειλικρίνεια το προσωπικό:
«“Σε πονάει όσο αξίζει’ έτσι, νομίζω, απολαμβάνουμε κατά κάποιον τρόπο τον πόνο”. Στο δεύτερο μέρος αυτής της πρότασης είναι που σκόνταψα’ μου φάνηκε ως αχρείαστα μαζοχιστική. Τώρα ξέρω ότι εμπεριέχει αλήθεια. Κι αν δεν απολαμβάνει κανείς επακριβώς τον πόνο, αυτός δεν μοιάζει πια μάταιος. Ο πόνος σου δείχνει ότι δεν έχεις ξεχάσει’ ο πόνος εντείνει τη γεύση της ανάμνησης’ ο πόνος είναι απόδειξη αγάπης. “Αν δεν είχε σημασία, δεν θα μας ένοιαζε”». Αποδέχεται αποκαλύπτοντας τις χρησμικές διαστάσεις της γραφής ή της ψυχής. Πριν από σχεδόν τριάντα χρόνια προσπάθησε σε ένα μυθιστόρημα να φανταστεί πως θα ένιωθε ένας εξηντάρης που έμεινε χήρος. Η συγγραφική αμφιβολία θα ενσκήψει αργότερα, όταν το μυθιστόρημά του θα επαληθευτεί στη δική του ζωή: «Ίσως, αντί να έχω επινοήσει τη σωστή θλίψη για τον μυθιστορηματικό ήρωά μου, είχα απλώς προβλέψει τα δικά μου πιθανά συναισθήματα- ευκολότερη δουλειά», θα αποδεχθεί.
Ένα σπονδυλωτό μυθιστόρημα για την πτήση και για την πτώση, για τον έρωτα και την αιώνια συνάντηση, για την απώλεια, για τον χρόνο, τη μνήμη, την τέχνη και τη ζωή. Για το έσχατο καταφύγιο επειδή «σύμφωνα με τον Τζόνσον, μόνο η εργασία και ο χρόνος αμβλύνουν τη θλίψη» και επειδή «η θλίψη είναι μια μορφή σκουριάς της ψυχής, στην εξάλειψη της οποίας συμβάλει δια της τριβής κάθε νέα ιδέα στο διάβα της». Το μεγάλο ερώτημα ωστόσο θα παραμείνει αναπάντητο: «τι θεωρείται “επιτυχία” στο πένθος; Ή επιτυχία έγκειται στο να θυμάσαι ή στο να ξεχνάς; Στο να μένεις ακίνητος ή να προχωράς;» Η απάντηση είναι του καθενός, μπορεί κι αναπάντητη, το βιβλίο παραμένει όπως ξεκίνησε: ανοιχτό, σα ζωή.   
 

30/1/14

οι εμιγκρέ και τα ελάχιστα εκείνα που αντέχουν στο χρόνο


«Οι εμιγκρέ» της Ελένης Λόππα. Εκδ. «Γαβριηλίδη», σελ. 159
 
«Τι περίεργους κύκλους κάνει η ζωή, σκεφτόταν, καθώς την κοίταζε να μιλά με τόσο πάθος. Πώς ξαφνικά εισβάλει το παρόν στο παρελθόν και αντίστροφα, κι εμείς μπλεγμένοι σ’ ένα περίπλοκο γαιτανάκι γυρίζουμε ασταμάτητα, περιστρεφόμαστε σαν τους δερβίσηδες, μη μπορώντας να βάλουμε τέλος στις αέναες περιστροφές, μέχρι το θάνατό μας! Κι ανάμεσά μας, άλλα πρόσωπα μπερδεύονται στους κύκλους μας, έρχονται και χάνονται, σαν τους κομήτες. Ο Μπορίς, η Νίνα, τώρα η Πάολα… Αχ, να μπορούσε κανείς να κρατήσει  για πάντα κάποιες μαγικές στιγμές…
Να μπορούσε να μιλήσει ξάστερα στον άλλον και να του πει, με παιδική αθωότητα, χωρίς να φοβάται, μήπως φανεί στα μάτια του υπερβολικός ή αδύναμος: «Ναι, σε θέλω. Μείνε μαζί μου» ή «Πάρε με μαζί σου». Και η στιγμή η μαγική να συμπίπτει ακριβώς χρονικά με την επιθυμία του άλλου. Όμως… χανόμαστε σε ασύμπτωτους χρόνους ή φοβόμαστε να πάρουμε το ρίσκο μιας απόφασης».
Στο καινούργιο της βιβλίο η Ελένη Λόππα, «Οι εμιγκρέ», «Ιστορίες ανθρώπων» όπως η ίδια το αποκαλεί, τρεις ιστορίες που αποτελούν πορτραίτα της Πάολας, του Μπορίς και της Ελένης, αλλά που κάλλιστα θα μπορούσαν να αποτελούν και ένα μεταμοντέρνο σπονδυλωτό μυθιστόρημα, διασώζει μέσα από τους ήρωές τους και τις εκούσιες ή ακούσιες μετακινήσεις τους έναν αιώνα ζωής.
Στην πρώτη ιστορία, «Η ιστορία της Πάολας, όπως την αποκαλεί, η ηρωίδα της ξεκινά από το Βουκουρέστι του Τσαουσέσκου, διαφεύγει με ταξιδιωτικό πούλμαν και ζητά πολιτικό άσυλο στην Κωνσταντινούπολη, μεταφέρεται για ελάχιστο χρόνο στη Ρώμη για να καταλήξει στην Νέα Υόρκη, στην πολυπόθητη Αμερική. Με αγωνία και αγώνα, με τύψεις, αφήνει πίσω της [μέχρι να τους καλέσει κοντά της] την μάνα της και την κόρη της, κατορθώνει να διεκδικήσει την δική της ζωή. Στην πορεία, βεβαίως κερδίζοντας την πολυπόθητη ελευθερία της, πληρώνει στο ακέραιο το τίμημα: δεν ακολουθεί τον αγαπημένο της, στερείται την γλώσσα της και την χώρα της, δουλεύει σκληρά και βιώνει στο έπακρον την μοναξιά.
Στην δεύτερη ιστορία, «Η Ιστορία του Μπορίς», το Βουκουρέστι θα είναι και πάλι η αφετηρία, μόλις αρχίζουν τα δύσκολα, αλλά ο Μπορίς θα καταφύγει στο Παρίσι ως φοιτητής. Εκεί, παρά την αυτοεξορία του,  σαφώς όλα θα είναι πιο εύκολα, θα βιώσει κι εκείνος, βεβαίως, πολλά: τον χωρισμό του από την Πάολα, τον πρώτο του έρωτα. Τις πολιτικές αναταράξεις, τον πόλεμο, γιατί όχι; με το Αλγέρι, μόλις που διασώζεται την τελευταία στιγμή, και μιαν ιδιότυπη μοναξιά.
Στην τρίτη ιστορία, «Η Ιστορία της Ελένης», οι συνθήκες θα είναι ακόμα πιο σύνθετες, η Ελένη θα φύγει από την Βουλγαρία πριν από την έναρξη του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου, ακολουθώντας στο Παρίσι τον Αλέξιο που αποσχηματίζεται για χατίρι της, με τα δυο παιδιά. Εκεί, θα ζήσει έναν πόλεμο, τον Χίτλερ στη γαλλική πρωτεύουσα, μετά μια έντιμη σχεδόν αποστειρωμένη ζωή. Θ’ ανοίξει τα φτερά της στο σχέδιο και στη μόδα, θα ξαναγυρίσει στην πατρίδα για να αποχαιρετήσει τη μάνα της, νεκρή.
Αρχή των πάντων, ο πατέρας της πανταχού παρούσας, διακριτικά αόρατης αφηγήτριας. Και μια σειρά από γράμματα της Πάολας στα ρουμανικά. Για να τον ξανασυναντήσει στον χρόνο, αφού δεν μπορεί να τον έχει εφόσον είναι απών, δηλαδή, νεκρός, στο παρόν, θα τον αναζητήσει στο παρελθόν του. Η γλώσσα θα αποτελέσει πατρίδα για κείνην, κι έτσι θα συναντήσει η αδελφή της και η μητέρα της στο Βουκουρέστι την Πάολα. Για τον θείο Μπορίς και άκουγε και τον γνώρισε κιόλας, είχε από εκείνον μια πορσελάνινη κούκλα, όσο για την Ελένη υπήρξε κι αυτή φίλη της αδελφής του Μπορίς, δηλαδή, σχεδόν συγγενείς.
Στην πολυεπίπεδη αφήγησή της όλα συμβιώνουν και απλώνονται αρμονικά σαν ζωή. Με όλη την ομορφιά ή τη βία, τη μαγεία και τις αντιξοότητες, τις ανατροπές και τις αντιφάσεις. Εξάλλου μιλάμε για όντως ζωή: Για την εξορία ή αυτοεξορία των ηρώων, τη μοναξιά και τις αντιξοότητες αλλά παράλληλα και για την ίδια την Ιστορία που καθορίζει προσωπικές ιστορίες, ζωές. Κι έτσι με αναγνωστική απόλαυση ζούμε στην πρώτη ιστορία, ένα υπέροχο Βουκουρέστι με τα μνημεία του και τους καλλιτέχνες μέσα στον ιστορικό ζόφο της εποχής. Την Βουλγαρία λίγο πριν από τον δικό της κομμουνισμό με τις εκκλησίες και με τις μικρές καθημερινές τελετουργίες. Το Παρίσι κατά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, το Παρίσι με ανοιχτή πληγή το Αλγέρι, το Παρίσι τον Μάη του ’68, το  παρισινά καφέ και την ιστορία τους, τους συγγραφείς, τους καλλιτέχνες, τους μουσικούς, την τζαζ και τα ρεύματα που ξεκίνησαν απ’ εκεί και καθόρισαν μιαν εποχή, ακόμα και την δική μας εποχή.
Αλλά το σπουδαιότερο νήμα του βιβλίου είναι οι χρονικές συγκυρίες, ο τρόπος που σμίγουν για να χαθούν άνθρωποι και αγάπες μέσα στον χώρο και στον χρόνο, οι προσωπικές επιλογές που κάναμε και δεν κάναμε, τα ρίσκα που πήραμε ή δεν πήραμε, οι δυο ιστορίες, αυτές της Πάολας και της Ελένης που εντέλει διασταυρώνονται μέσα από την ιστορία του Μπορίς.
Η τολμηρή Πάολα που μπορεί να ξέφυγε από τον ζόφο της πατρίδας της αλλά δεν τόλμησε να τον ακολουθήσει στο Παρίσι και η «τυχερή- άτυχη» Ελένη [κι αυτό το τυχερή- άτυχη μέσα σε εισαγωγικά] που τον γνώρισε αργά.
Η συνάντησή τους που κάνει τις τρεις ιστορίες μια Ιστορία, τα όσα ειπώθηκαν ή δεν ειπώθηκαν, εν τέλει, ποτέ:  «Εκεί, καθισμένες η μία απέναντι στην άλλη, άρχισαν να αφηγούνται τις ζωές τους, λες και γνωρίζονταν χρόνια. Στην αρχή πιο συγκρατημένα, ύστερα πιο ελεύθερα. Αναφέρθηκαν στη φυγή τους και στους λόγους που τις ανάγκασαν να απομακρυνθούν από τις πατρίδες τους, στις πρώτες προσπάθειες και δυσκολίες εγκλιματισμού και προσαρμογής στη νέα πατρίδα, στον πόνο της ξενιτιάς, στη νοσταλγία που τις κυρίευε, όταν σκεφτόταν τα αγαπημένα πρόσωπα που άφησαν πίσω τους, και άλλα και άλλα…»
Η εσωτερική κι εξωτερική εξορία και στις τρεις ιστορίες είναι το νήμα, και μαζί με τους κεντρικούς ήρωες, την Πάολα, τον Μπορίς, την Ελένη, κι άλλοι πολλοί:
«Όπως η Σανέλ, έτσι και η Ελένη χρησιμοποίησε στο ατελιέ της Ρώσους εμιγκρέ. Υπήρχε άλλωστε κάποια κοινή μοίρα, σε άλλο βέβαια επίπεδο, με αυτούς. Έτσι αισθανόταν η Ελένη. Ήταν άνθρωποι που έφταναν από τη χώρα τους ή από τις άλλες χώρες του ανατολικού μπλοκ, πολιτικοί πρόσφυγες, φυγάδες ή αυτοεξόριστοι, άνθρωποι φοβισμένοι, ταπεινωμένοι χωρίς γλώσσα, στέγη και χρήματα, που αναζητούσαν μια καλύτερη ζωή. Θεωρούσε, λοιπόν, η Ελένη ότι μπορούσε να συμβάλει, δίνοντάς τους εργασία, στη βελτίωση των συνθηκών της ζωής τους. Η Γαλλία εξάλλου εκείνη την εποχή ήταν η πιο φιλόξενη χώρα, χάρις σε μια δημοκρατική και φιλελεύθερη παράδοση, και ενσωμάτωνε στους κόλπους της όλους τους κατατρεγμένους».
Ένα εξαιρετικά καλογραμμένο βιβλίο που εγκιβωτίζει τον χώρο, τον χρόνο, ζωή και ζωές. Με προβληματισμούς που πάντοτε θα υπάρχουν για να μας γδέρνουν κρυφά και να μας πονάνε:
«Από τη μια αρνούμαστε μια πρόκληση και από την άλλη υποφέρουμε που την αρνηθήκαμε κι αυτή η άρνηση μπορεί να μας καταβάλει μια ολόκληρη ζωή. Γιατί η ζωή φεύγει τόσο γρήγορα, σαν όνειρο, και δεν προλαβαίνουμε να συνειδητοποιήσουμε την αξία της, την αξία κάποιων συγκυριών, γεγονότων, συναντήσεων. Κι όταν γίνει αυτό, έχουμε φτάσει ήδη στο τέρμα. Τι φενακισμός!»
Και με την αποδοχή ότι εν τέλει, ό,τι μπορούμε κάνουμε, η ζωή δεν είναι πρόβα, όσα αντέχει στον καθένα μας η ψυχή.
Μια μικρή σημείωση για το τέλος. Η Ελένη Λόππα ήδη από το πρώτο της βιβλίο «Τ’ άσπρο χαρτί σκληρός καθρέφτης» [Γαβριηλίδης, 2011] απέδειξε ότι έχει τον τρόπο να αναδεικνύει τα ουσιαστικά της ζωής και να την διασώσει μυθιστορηματικά μέσα από τη λογοτεχνία. Διασώζοντας έτσι αγαπημένους, εκείνα τα ελάχιστα που αντέχουν και πρέπει ν’ αντέξουν στον χρόνο, εποχή.

 

25/1/14

Ποιος φταίει αν εμείς/ φεύγουμε μ’ άδεια χέρια;



Ποια είναι η αλήθεια στο «Μπολερό» της Ελένης Γκίκα;

 Της Χρύσας Σπυροπούλου για το βιβλίο «Το μπολερό δεν ήταν του Ραβέλ», εκδ. Καλέντη


Η παρέα της σύγχρονης ελληνικής πεζογραφίας- και όχι μόνο, γιατί η Ελένη επιδίδεται με επιτυχία και σε άλλα λογοτεχνικά είδη όπως στην ποίηση- μεγάλωσε το 1997 όταν κυκλοφόρησε το μυθιστόρημα Αλήθεια, τα τρως ακόμα τα νύχια σου; από τις εκδόσεις Φιλιππότη, αλλά και η συλλογή διηγημάτων με τίτλο Όνειρα από Toplexil, από τον ίδιο εκδοτικό οίκο. Έκτοτε, η συγγραφική της πέννα δουλεύει αδιάλειπτα και αναπαριστά εικόνες και σκέψεις, πολυμορφικές παρουσίες παρόντων και απόντων προσώπων, ονειρικές εκφάνσεις και μορφές που ανακύπτουν από τους σκιερούς και ομιχλώδεις χώρους του ασυνειδήτου. Γραφή ευαίσθητη, ποιητική, ενίοτε κρυπτική και υπαινικτική, δεν αφήνει ασυγκίνητο τον αναγνώστη.
 Έτσι, μετά από την έκδοση δώδεκα μυθιστορημάτων, το δέκατο τρίτο της με τον αινιγματικό τίτλο Το Μπολερό δεν ήταν του Ραβέλ (Καλέντης 2013), έρχεται να μας υπενθυμίσει ότι τίποτε δεν είναι δεδομένο, και άρα η ιστορία που ακολουθεί διαθέτει ποικιλία ερμηνειών και στάσεων. Η αλήθεια των πραγμάτων είναι μια κινούμενη άμμος, μεταβαλλόμενη και αναπροσαρμοζόμενη διαρκώς.

Ας περιοριστούμε, ωστόσο, στο τελευταίο της μυθιστόρημα, για το οποίο συγκεντρωθήκαμε σήμερα εδώ. Διαβάζοντάς το, ο αναγνώστης έχει την αίσθηση ότι  βρίσκεται μπροστά σε παζλ, σε μια σύνθεση την οποία καλείται να ολοκληρώσει, τοποθετώντας το κάθε μέρος του στη σωστή θέση. Εν τω μεταξύ, οι εικόνες, που εμπεριέχουν συγχρόνως ποιητικότητα και αφαιρετικότητα,  συνιστούν έναν κατακερματισμένο κόσμο, στον οποίο ο προσωπικός λόγος ενώνεται, συνδέεται με σπουδαίους συγγραφείς, μουσικούς, αλλά και σύμβολα της μυθολογίας. Ενδεικτικά, αξίζει να αναφερθούν τα ονόματα των: Γκαίτε, Μπόρχες, Ίαν Μακ Γιούαν, Δάντη, Ουγκώ, Ιουλίου Βερν, Μάργκαρετ Μίτσελ με το Όσα παίρνει ο άνεμος, Χώθορν με το Άλικο γράμμα, Λιούις Κάρολ με την Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων, τον Ρουμί και τους στίχους του: «Το απέραντο Έλεός Του/ μας προσφέρει τα πάντα./ Ποιος φταίει αν εμείς/ φεύγουμε μ’ άδεια χέρια;»(σ. 74).  Η αναζήτηση της ταυτότητας, προσφιλές θέμα της Ελένης Γκίκα, επιτείνεται με το απόσπασμα από την Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων: «Ποια είσαι;» ρωτάει η κάμπια την Αλίκη. Κι εκείνη απαντάει: « Δεν ξέρω, κύριε. Ξέρω τουλάχιστον ποια ήμουν όταν ξύπνησα το πρωί, αλλά όμως έχω αλλάξει πολλές φορές από τότε». Εδώ, όμως, και ο μύθος του Ορφέα και της Ευρυδίκης, της Αριάδνης, και οι χθόνιοι θεοί.
Σ’ αυτό το μυθιστόρημα, όπως και στα υπόλοιπα έργα της Γκίκα υπάρχει η έννοια της αναζήτησης, αναζήτηση ταυτότητας, του νοήματος της ζωής, της αλήθεια, αλλά και η αναζήτηση του εταίρου, ενώ η προσδοκία για την αιώνια επιστροφή έρχεται και επανέρχεται, χωρίς ωστόσο, να δίδονται πολλές υποσχέσεις. Άλλωστε, τίποτε δεν είναι βέβαιο και όλα βρίσκονται υπό αμφισβήτηση. Σε κάποιο σημείο διαβάζουμε: « Τα μόνα πράγματα που αντέχουνε στο χρόνο είναι εκείνα που δεν υπήρξαν ποτέ…» (σ. 22), αλλά που δεν τα γνωρίζουμε και άρα αν υπάρχουν, υπάρχουν όσο εμείς τα σκεφτόμαστε και τα φανταζόμαστε.

Η αφήγηση είναι το αποτέλεσμα της γυναικείας φωνής, ενός προσώπου που αγαπά την ζωή και αναζητεί τις τεχνικές εκείνες με τις οποίες θα μπορέσει να εκφράσει το πάθος της γι’ αυτήν, για να ζήσει και να απολαύσει αυτό που δεν φαίνεται, εκείνο που θα ήθελε να υπάρχει και να φωτίζει την καθημερινότητα, να διαλύει την πλήξη και τη μοναξιά. Τα ερωτήματα και η διττή πραγματικότητα δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένα παιχνίδι γι’ αυτό που υπάρχει και γι’ αυτό που φανταζόμαστε και επιθυμούμε. Άραγε τι είναι ο κόσμος; Μήπως αυτό που βλέπουμε ή εκείνο που ονειρεύτηκε η πεταλούδα; Μήπως πρόκειται για ένα όνειρο, για σκιές, όπως διατυπώθηκε από τον Σαίξπηρ; Το μόνο σίγουρο είναι ότι για τους ήρωες της Γκίκα η ζωή είναι ένα μυστήριο, ένα αίνιγμα, ένας γρίφος.
Οι πρωταγωνιστές αυτού του μυθιστορήματος είναι η Εκάτη -Ουλρίκα και ο Μιχαήλ –Σεμπάστιαν. Αξίζει να παραμείνουμε στα ονόματά τους για λίγο για να καταλάβουμε και τα μυστικά του βιβλίου. Μην ανησυχείτε, δεν θα τα αποκαλύψω όλα….  Η Εκάτη, λοιπόν, ήταν χθόνια θεότητα, η θεά της μαγικής τέχνης στον Κάτω Κόσμο, το μοναδικό παιδί των Τιτάνων Πέρση και Αστερία. Από τους γονείς της κληρονόμησε δυνάμεις στη γη, τη θάλασσα και τον ουρανό. Βοήθησε τη θεά Δήμητρα στην αναζήτηση της Περσεφόνης, και μετά την επανένωσή τους έγινε σύντροφος της Περσεφόνης και σύντροφος του Άδη. Σε αγάλματα απεικονίζεται με τρία κεφάλια, τρίμορφη, κάτι που παραπέμπει και στην πολυπλοκότητα των ηρώων της Γκίκα. Το όνομα Ουλρίκα στα σκανδιναβικά σημαίνει «ευγενής/ πλούσιος κυβερνήτης/ άρχοντας», στα αγγλικά σημαίνει «η δύναμη του λύκου».  Το όνομα Μιχαήλ σημαίνει «Ποιος είναι όμοιος με τον Θεό;»· ο Αρχάγγελος Μιχαήλ ήταν ο πρώτος των αρχόντων, ο άρχων, ενώ Σεμπάστιαν είναι το λατινικό όνομα του Σεβαστού. Άρα τα δύο αυτά ονόματα παίζουν με το θέμα της ευγένειας του άρχοντος, του υπέρτατου όντος, του θανάτου; Όλα είναι υποθέσεις και ο αναγνώστης μπορεί να αυθαιρετεί. Σημασία έχει τι εισπράττει από την ανάγνωση του μυθιστορήματος, εφ’ όσον όλα είναι ρευστά και τίποτε δεν εκλαμβάνεται ως απολύτως αληθές.

Η Εκάτη-Ουλρίκα μεγαλώνει σ’ ένα ξενοδοχείο, σ’ ένα χώρο που δεν είναι φυσιολογικό να μεγαλώνουν παιδιά. Το «ξενοδοχείο» περιλαμβάνει το «ξένο» και το «περαστικό», το «εφήμερο», όπως είναι και η ζωή μας, μολονότι επανέρχεται είτε αυτούσιο είτε συγκαλυμμένο το νιτσεϊκό « ό,τι γεννιέται, γεννιέται ξανά»(σ. 47). Η Εκάτη κατασκευάζει κούκλες, μάσκες, δηλ. αντίγραφα ανθρώπων, γίνεται μια μικρή θεά- όπως είναι και ο συγγραφέας, ο οποίος κατασκευάζει το δικό του σύμπαν. Η Εκάτη αναζητεί την ετερότητα μοναχικά, στον υπολογιστή, όχι στην πραγματική ζωή, αλλά σε μια φανταστική/ εικονική «χώρα», όπου νιώθει περισσότερο ασφαλής. Έγνοια της, ανικανοποίητη καθώς είναι με τα δεδομένα της καθημερινότητας,  να επικοινωνήσει με κάποιον που δεν υπάρχει, να συνομιλήσει με κάποιον που δεν βρίσκεται ανάμεσά μας. Εμπόδιο στο να προχωρήσει στη ζωή της είναι οι ενοχές που αισθάνεται για το θάνατο της μητέρας, ενώ ρίχνει τις ευθύνες στον πατέρα της.
Ωστόσο, το μυθιστόρημα αυτό έχει κι άλλα πρόσωπα: την Νίκη, τον Τάκη, την Χάνα. Έχει κανείς την αίσθηση, όμως, ότι αυτά τα πρόσωπα δεν είναι παρά οι εκδοχές, οι πολλές μορφές της Εκάτης-Ουλρίκα, που συναντούν τους λογοτεχνικούς ήρωες μεγάλων συγγραφέων, αλλά και μουσικοσυνθέτες, όπως ο Σοπέν, ο Μάλερ, ο Ραβέλ με το Μπολερό του, ο Βάγκνερ και ο Μπραμς με το Γερμανικό Ρέκβιέμ του.

Πολυεπίπεδο μυθιστόρημα Το Μπολερό δεν ήταν του Ραβέλ, ενώνει και συγχέει το πραγματικό με το πλαστό, το φανταστικό, διατρέχει και ξεκλειδώνει, χωρίς να απογυμνώνει από το μύθο τους, σελίδες λογοτεχνικές, παρτιτούρες, μας ταξιδεύει στο εδώ και στο εκεί, σ’ αυτό που φοβόμαστε να αντικρίσουμε, στον άλλο μας εαυτό, αυτόν τον οικείο και συγχρόνως άγνωστο.
Η Ελένη Γκίκα έχει άνεση να γράφει, να δημιουργεί παράλληλους και επάλληλους κόσμους, να δίνει ζωή στους εσωτερικούς δαίμονες, να τους σχηματοποιεί και να τους αποδίδει με ποιητικότητα. Αγαπάει το ωραίο και το περιγράφει αντλώντας εικόνες από τη φύση, εικόνες του εφήμερου, αλλά κι αιώνιου. Γι’ αυτό οι μυγδαλιές,  οι ροδακινιές,  οι κερασιές, οι αρμπαρόριζες, οι κατιφέδες,  οι δυόσμοι,  οι βασιλικοί συμπληρώνουν την ιστορία. Κι όλα αυτά, έμψυχα- οι ήρωές της- και υλικά, έχουν την ίδια μοίρα: είναι εφήμερα όμορφα…

Το Μπολερό δεν ήταν του Ραβέλ μπορεί με την κατηγορηματικότητα του τίτλου να αποκλείεται η αντίθετη άποψη, ωστόσο οι ιστορίες του- γιατί η ιστορία δεν είναι μόνο μία-ενέχουν την άρνηση και την κατάφαση μαζί. 


Η επαλήθευση της αφήγησης


 «Τα πορφυρά πανιά» του Αλεξάντρ Γκριν. Μετάφραση: Ιοκάστη Καμμένου. Επίμετρο: Αλεξάνδρα Ιωαννίδου, Εκδ. «Κίχλη». σελ. 205

«Σύντομα τα έχασε όλα’ όλα, εκτός από το σημαντικότερο: την ξεχωριστή ψυχή του που πετούσε ψηλά».
Έτσι «χαμένοι» ξεκινούν στη νουβέλα του Ρωσοπολωνού Άλεξάντρ Γκριν, όλοι στην αρχή: ο Λόνγκρεν ο ναύτης ο οποίος επιστρέφοντας δεν βρίσκει πια να τον περιμένει στο κατώφλι η αγαπημένη του Μαίρη, και η μικρή Ασσόλ, η κόρη του. Και στην άλλη άκρη του ορίζοντα ένας μικρός Γκρέυ, ο οποίος θα βρίσκει τα πάντα σε έναν πίνακα απ’ όπου έρχεται κατ’ επάνω του ένα ιστιοφόρο με ολάνοιχτα τα πανιά, κρατώντας μια γεύση απ’ το μέλλον αλλά δεν θα κρατάει για πάντα όταν είναι τόσο νωρίς.
«Πες μου, γιατί δεν μας αγαπάνε;»
«Αχ, Ασσόλ, μήπως ξέρουν ν’ αγαπούν; Πρέπει να ξέρεις ν’ αγαπάς, κι αυτοί δεν μπορούν να το κάνουν».
Ο Λόνγκρεν που φτιάχνει παιχνίδια-καράβια για να ζήσει την Ασσόλ, της οποίας «η πραγματικότητα είχε μπλεχτεί με το υπερφυσικό» εξ’ αρχής, και θα έρθουν γι’ αυτό αντιμέτωποι με όλη την δυσπιστία, την μωρία και την χλεύη του κόσμου.
Αφορμή, η προφητεία του περιηγητή Έγκλ. Ποιητής και μάγος, γνωστός συλλογέας τραγουδιών, μύθων, παραδόσεων και παραμυθιών ο Έγκλ, θα διαβλέψει για την Ασσόλ ένα αλλόκοτα θαυμαστό μέλλον: ένα καράβι με το οποίο θα ‘ρθει για να την πάρει κάποτε ο πρίγκιπάς της και θα ‘χει, σαν το παιχνίδι που πήρε η όχθη μόλις αυτή τη στιγμή, πανιά πορφυρά. Κι απ’ αυτήν ακριβώς τη στιγμή θ’ αρχίσει για τον μικρή Ασσόλ και «η ασύνειδη προσμονή μιας θαυμάσιας ευλογημένης μοίρας». Ο πατέρας της θα συνηγορήσει στο παραμύθι του Έγκλ, ένας ζητιάνος θα το διαδώσει μετά στο χωριό, με αποτέλεσμα η Ασσόλ να γίνει για όλους και μέχρι να μεγαλώσει «η σαλπαρισμένη Ασσόλ», για να το επαληθεύσει κάποτε, επτά χρόνια μετά, κάποιος καπετάνιος Γκρέυ.
Γιατί την ίδια εποχή, κάπου στον κόσμο και μακριά από την Καπέρνα, ο Γκρέυ, μεγαλώνει στο σκοτεινό και μεγαλοπρεπές πατρικό του και αποφασίζει από έναν πίνακα να γίνει καπετάνιος. Εξάλλου «Του άρεσαν οι πίνακες που δεν συνοδεύονταν από εξηγήσεις και επιγραφές, καθώς η εντύπωση που προκαλούν είναι απαράμιλλα πιο ισχυρή. Το περιεχόμενό τους, απαλλαγμένο από τις λέξεις, γίνεται απέραντο, επιβεβαιώνοντας κάθε εικασία και σκέψη».
Παιδί με δική του έντονη εσωτερική ζωή, αναλαμβάνει κατ’ αρχάς να επαληθεύσει και την προσωπική, οικογενειακή τους προφητεία. Για ένα κρασί εξαιρετικό που περιμένει κάποτε έναν Γκρέυ για να το πιει όταν θα βρεθεί στην παράδεισο. Φεύγει, λοιπόν, στα καράβια σαν ναύτης στην αρχή, αναζητώντας αυτό-που-θα-γίνει-για-κείνον-ο-παράδεισος.
Την Ασσόλ θα την συναντήσει σαν την κοιμωμένη βασιλοπούλα, ακριβώς να κοιμάται, όχι τα επτά χρόνια της προφητείας αλλά εκείνο το πρωί που θα την πρωτοβρεί στο ίδιο σημείο που κάποτε η μικρή Ασσόλ είχε χάσει για λίγο το καραβάκι –με-τα-πορφυρά-πανιά-παιχνίδι. Στο μεταξύ θα έχει γίνει ένα ξεχωριστό πλάσμα που θα αφουγκράζεται τα πουλιά, τα φυτά και τα ζώα στη σιωπή. «Ήξερε και της άρεσε να διαβάζει, αλλά και στα βιβλία, όπως και στη ζωή της, διάβαζε κυρίως ανάμεσα στις γραμμές», όπως θα φροντίσει ο Γκριν να μας πει και ειδικά γι’ αυτό το πρωί, που θα ξυπνήσει σαν την Αλίκη στη χώρα του παραμυθιού, κυριολεκτικά μια άλλη: «Ήταν σαν να ξύπνησε από την χειροπιαστή πραγματικότητα σε μιαν άλλη, ακόμη πιο ξεκάθαρη και αδιαμφισβήτητη». Και  «Από εκείνη τη στιγμή δεν την άφησε πια καθόλου η αίσθηση μιας θριαμβευτικά πλούσιας συνείδησης του κόσμου».
Στο μεταξύ, υπομονετικά και λες με αόρατη πολύχρωμη κλωστή μοιάζει να έχει ολοκληρωθεί με μικρές σοφές ακριβείς βελονιές το κέντημα του κόσμου.
Ο Γκρέυ που έχει γίνει καπετάνιος στο Σεκρέτ και θ’ ακούσει την προφητεία στην ταβέρνα του χωριού, θα σπεύσει να κάνει το Σεκρέτ πορφυρό, αγοράζοντας δυο χιλιάδες μέτρα μεταξωτό. Η Συνάντηση, εξάλλου, όπως και η αγάπη είναι μεταμορφωτική και για τους δυο, ο συγγραφέας το γράφει και το υπαινίσσεται με άπειρους θαυμαστούς τρόπους:
«Ό,τι περίμενε τόσον καιρό και με τόση θέρμη έπαιρνε σάρκα και οστά εκεί, στην άκρη του κόσμου»-
«Ήταν σαν να τον είχε καλέσει κάποιος, αλλά να είχε ξεχάσει ποιος και πού»-
«Καθώς λοιπόν δεν έχουν όνομα, μένουν για πάντα έξω από τις λέξεις αλλά και πέρα από κάθε έννοια, σαν την αίσθηση ενός αρώματος»-
«Περιμένω, βλέπω και σύντομα θα γνωρίζω»-
«Όλα πάνω της κοιμόνταν: τα σκούρα μαλλιά της κοιμόνταν, η φούστα της κοιμόταν, το ίδιο και οι πιέτες της φούστας της. Ακόμη και το χορτάρι δίπλα στο σώμα της έμοιαζε να λαγοκοιμάται…»-
«Μια έντονη ροπή προς το ασυνήθιστο τον κατέβαλε ξαφνικά»-
«Έβγαλε από το δάχτυλό του το παλιό πολύτιμο δαχτυλίδι, σκεπτόμενος, και όχι αδικαιολόγητα, πώς μπορεί με αυτόν τον τρόπο να υπαγόρευε στη ζωή κάτι σημαντικό, σαν την ορθογραφία, ας πούμε».

Η αφήγηση θα φτάσει, φυσικά, έως εκείνον, στρεβλή:
«Δεν μπορεί να είναι άλλη από τη “Σαλπαρισμένη Aσσόλ»-
«Πριν από εφτά χρόνια είχε μιλήσει στην ακροθαλασσιά με έναν άντρα που ήταν συλλογέας παραδοσιακών τραγουδιών»,
αλλά «από τη στιγμή που είδε τα μάτια της Ασσόλ, όλη η στενοκεφαλιά της διήγησης του Μέννερς ξεθώριασε»

Και «από εκείνη τη στιγμή και εξής τον είχε κυριεύσει η επίγνωση μιας καταπληκτικής ανακάλυψης, σαν τη σπίθα στο γουδί της πυρίτιδας του Μπέρτολντ- μια από εκείνες τις εκρήξεις της ανθρώπινης ψυχής από τις οποίες απελευθερώνεται ακτινοβολώντας η φωτιά».
Αλλά την ίδια επίδραση θα έχει η Συνάντηση ή η αναμονή της και για τους δυο:
«Μέσα της, λοιπόν, υπάρχουν δυο κοπέλες, δυο Ασσόλ μπερδεμένες σε μια υπέροχη αταξία. Η μία είναι η κόρη του ναυτικού, του χειροτέχνη που κατασκευάζει παιχνίδια, η άλλη είναι ένα ζωντανό ποίημα με όλα τα θαύματα των παρηχήσεων και των εικόνων του, με μια μυστήρια γειτνίαση λέξεων, στην αλληλεπίδραση του φωτός και της σκιάς, καθώς το ένα χύνεται πάνω στο άλλο»-
«Ό,τι περίμενε τόσον καιρό και με τόση θέρμη έπαιρνε σάρκα και οστά εκεί, στην άκρη του κόσμου».
Το ερωτικό παραμύθι τους θα έχει αίσιο τέλος, άξιο να το τραγουδούν τα παιδιά και οι μεγάλοι στο μέλλον:
«Έτσι τα ‘φερε η τύχη, όπως λένε κι οι άνθρωποι που ξέρουν να διαβάζουν και να γράφουν, και ο Γκρέυ και η Ασσόλ βρήκαν ο ένας τον άλλον, ένα πρωινό μιας ημέρας του καλοκαιριού με τόσα μοιραία γεγονότα».
Η πραγματικότητα θα πάρει άλλη όψη, «ζούσε στο μακάριο ύψος ενός πνευματικού οράματος, από το οποίο μπορούσε σαφώς να αντιληφθεί όλους τους υπαινιγμούς και τα νεύματα της πραγματικότητας». Και θ’ αλλάξει μια για πάντα και η αντίληψη για το πραγματικό: «Αυτό που κάνω υπάρχει, όπως η παλιά αντίληψη για το όμορφο και το άπιαστο, το οποίο στην πραγματικότητα, είναι τόσο χειροπιαστό και πιθανό, όσο μια βόλτα στην εξοχή».
Η ελεύθερη βούληση, - εξάλλου, αυτό δεν λένε και οι γραφές; είμαστε ανελέητα ελεύθεροι να επιλέξουμε και το καλό και το κακό; - θα ωθήσει τον αποφασιστικό Γκρέυ να ολοκληρώσει το θαύμα: «Βλέπετε πόσο στενά δεμένες είναι εδώ η μοίρα, η βούληση και οι ιδιαιτερότητες των χαρακτήρων; Πηγαίνω σ’ αυτήν που περιμένει και μπορεί να περιμένει μόνο εμένα, ενώ εγώ δεν θέλω καμία άλλη παρά μόνον αυτή, και τούτο ίσως επειδή, χάρη σ’ αυτή, συνειδητοποίησα μιαν απλή αλήθεια, ότι τα λεγόμενα θαύματα πρέπει εμείς οι ίδιοι να τα πραγματοποιούμε».
Κι όσο για όλους εμάς, το θαύμα της αγάπης έχει πολλές μορφές, ο Γκριν μας παρηγορεί: «Όμως υπάρχουν κι άλλα, το ίδιο μεγαλειώδη θαύματα: ένα χαμόγελο, η ευθυμία, η συγχώρεση και.. πού και πού μια σωστή κουβέντα». Το ίδιο θαύμα που μεταμόρφωσε και την μητέρα του Γκρέυ από μια ανόητη πλούσια σε μια γυναίκα σπλαχνική που προσεύχεται έστω και μέσα από το χρυσό κλουβί: «Ευλόγησον του θαλασσοπόρους, τους ταξιδιώτες, τους ασθενείς, τους βασανισμένους, τους αιχμαλώτους, και τ’ αγόρι μου».
Μια ιστορία που είναι αναλόγως με τον αναγνώστη: παραμύθι, ρομαντική, οντολογική, θεολογική, θαλασσινή, μαγική και μαγευτική. Ένα αλλόκοτο φαινομενικά απλό κείμενο 150 σελίδων που συνεχίζεται και πίσω και κάτω από τις γραμμές, υπάρχει πριν από την αρχή και εξακολουθεί να γράφεται και να μας επηρεάζει και πέρα απ’ το τέλος. Καθόλου τυχαίες οι «παρεξηγήσεις» ανάγνωσης που έχουν συμβεί: ταινίες και κριτικές που την κάνουν να γίνεται ο άλλος.
Ο συγγραφέας της, άλλωστε, έχει φροντίσει να την επαληθεύσει με την δική του ζωή: με πολλά βάσανα και διακυμάνσεις, φυγές συνεχείς, από το σχολείο, μέχρι τη φυλακή, απ’ το καράβι και μέχρι το σπίτι των συγγραφέων. Επαληθεύοντας την άρρητη προφητεία να διαβαστεί όπως του αξίζει, αφού πια πεθάνει.

Όμως, όσο ζούσε αξιώθηκε το πιο ουσιαστικό: να συλλάβει μιαν άλλη πραγματικότητα και να στήσει την δική του «Γκρινλάντια», να φτιάξει έναν κόσμο που είναι τόσο αληθινός όσο η αγάπη και η αναγνώριση, να στήσει μια όντως Συνάντηση.
«Τα πορφυρά πανιά» έχουν την δυνατότητα της επαλήθευσης, σε κάθε παράγραφο, κάθε στιγμή. Κάθε κύμα, κάθε παιχνίδι και κάθε πουλί διασώζουν κάτι από το άδηλο κι άρρητο της αιώνιας αφήγησης. Ένα αριστούργημα που παραμένει ανοιχτό σε κάθε ερμηνεία, μπορεί να σ’ αλλάξει και να σε κυνηγά για καιρό , να σου υπενθυμίζει του καθενός μας την «ασύνειδη προσμονή μιας θαυμάσιας ευλογημένης μοίρας» που μπορεί να είναι τόσο απλά και «μια πλούσια συνείδηση του κόσμου». Και μπορεί ν’ αρχίσει ακριβώς εκεί όπου φαίνεται ότι τελειώνει κάθε πραγματικό, γιατί υπάρχει εκείνο –που-μπορεί-να-μη-φαίνεται-ωστόσο-είναι-πιο-πραγματικό-απ’-το-πραγματικό: «Σύντομα τα έχασε όλα’ όλα, εκτός από το σημαντικότερο: την ξεχωριστή ψυχή του που πετούσε ψηλά». Κι ο Γκριν αυτό το γνωρίζει καλά, στην Γκρινλάντια οι άνθρωποι πετούν και βαδίζουν επάνω στο νερό, στο δικό του το σύμπαν οι ήρωες βιώνουν εμπειρικά και καθημερινά, και επειδή το πιστεύουν, το θαύμα.
Η εξαιρετική έκδοση συνοδεύεται και με ένα επίμετρο που αστράφτει κι αποτελεί σπουδαίο αναγνωστικό οδηγό. Μας υπογραμμίζει, δηλαδή, το ότι η αφήγηση είναι σε επτά κεφάλαια, επτά χρόνια μέχρι την επαλήθευση της προφητείας που αποτελεί και επαλήθευση της ίδιας της αφήγησης.
Η αφήγηση, όπως και η ποίηση, έχει την δυνατότητα ενίοτε να είναι και χρησμική. Και κάποιοι ποιητές και αφηγητές φαίνεται τούτο να το γνωρίζουν.