23/4/15

Για την "Αρχιτεκτονική της ύπαρξης" από τον Βάσο Η. Βογιατζόγλου

Κάποιες φευγαλέες σκέψεις για την «Αρχιτεκτονική της Ύπαρξης» της Ελένης Γκίκα, εκδ. Καλέντη

Γράφει ο ποιητής και δοκιμιογράφος Βάσος Η. Βογιατζόγλου

Βουτηγμένη ως τον λαιμό στη ματαιότητα των πραγμάτων που σφίγγουν ασφυκτικά τη ζωή αλλά δεν καταφέρνουν τελικά να την καταβάλουν, «ζωή που διαρκεί» ξεκινώντας από την άχρονη αιωνιότητα, καταργώντας τον χρόνο, υπερβαίνοντας τη σύμβαση του μέλλοντος υπάρχοντας στο ΠΑΡΟΝ καθώς «όλο προδίδεται από την ίδια της τη φύση».
Ετούτες οι σκέψεις και μόνο θα αρκούσαν να προσδιορίσουν το φυσικό ιδεόγραμμα μιας απέραντης αισθηματικής θάλασσας που καταθέτει η ποίηση της Ελένης Γκίκα, ώριμης, ακέραιης αισθητικά, άψογης τεχνικά, σ’ ένα κλίμα δεξιοτεχνικής λιτότητας, όπου η αίσθηση της λεκτικής και φραστικής οικονομίας υπερβαίνει την δυναστική αναγκαιότητα να ξεχειλίσουν οι συγκινήσεις και να κατακλύσουν τον κόσμο.
Η Ελένη Γκίκα επιχειρεί μια κατάδυση στα μύχια του βιωματικού κόσμου των παιδικών της – και όχι μόνο- ονείρων, αναμνήσεων, ταυτίσεων, προσδοκιών και ελπίδων, πιασμένη χέρι- χέρι με την θεϊκή σκιά του πατέρα, περιδιαβάζοντας σ’ έναν κόσμο που πέρασε, που δεν πέρασε, που αντέχει στο βάρος των εικόνων, των γεγονότων, της θεάς ανάγκης, βαδίζοντας – η ίδια- «σαν την Οφηλία, λευκή και αμόλυντη, τρελή στους πέντε δρόμους», κουβαλώντας τα όλα «δεμάτι για τη δική της πυρά, ως το τέλος».
Η Ελένη Γκίκα συνθέτει μια ποίηση αυστηρή, λιγόλογη, ουσιαστική με απόλυτη γνώση του περιττού, χωρίς ψιμύθια, χωρίς αισθηματικές φιοριτούρες, μ’ έναν λόγο απλό πεντακάθαρο, καίριο, ώριμο. Αποπνέοντας μιαν ειλικρίνεια σπάνια και μιαν αυτοπεποίθηση, κατακτημένη με φοβερούς αγώνες στα Γράμματα και με μιαν επίμοχθη και άκαμπτη επιμονή στην άσκηση του Ελληνικού Λόγου, οικοδομεί ένα απαράμιλλο προσωπικό ύφος, διαρκές, άλλωστε, ζητούμενο για κάθε ενσυνείδητο δημιουργό. Και σ’ αυτή την οικοδόμηση δεν διστάζει να κινηθεί από την έξοχη ρυθμική- και ιδεολογική- οικονομία της σελίδας 38 («Δωμάτιο ίδιο») ως τις πεζές, άχαρες και άχρωμες λέξεις (μπλαβής, άφτερ σέιβ, χλωρίνη κλπ) της σελ. 13.
Θέλω να σημειώσω κάποιες σκέψεις που, αναπόφευκτα, ανασύρει η θέαση του Κόσμου που επιχειρεί η ποίηση της Ελένης Γκίκα. Δύσκολα μπορώ να απομακρυνθώ από κάποιες Καβαφικές απηχήσεις που, τουλάχιστον στο «Δωμάτιο δύο¨, μοιάζουν ιδιαίτερα επίμονες. Το παιχνίδι ανάμεσα στο όνειρο και την πραγματικότητα, την προσδοκία και την απογοήτευση, την ποθούμενη «αλλαγή και το απραγματοποίητο» θυμίζουν απλά, τους «Βαρβάρους» και την «Πόλιν» του μεγάλου Αλεξανδρινού ποιητή. Η καταθλιπτική αύρα του ανέφικτου πλανάται σαν ίσκιος αμάχητος, αναπόφευκτος πάνω απ’ όλη την λεπταίσθητη, εκτυφλωτικά ειλικρινή ποίηση της Ελένης Γκίκα, όμως με τόση μαστοριά υφασμένη, με τόση χαρμολύπη επεξεργασμένη, με τόση εξομολογητική προσέγγιση της Αλήθειας που, εν τέλει, απεργάζεται μια καθαρά- θα το ξαναπώ- προσωπική πορεία στη Ζωή και στο θάνατο- που τόσο έντεχνα κρύβει την απειλή του παντού.
Θαρρώ πως στις τόσο στείρες ημέρες του πνευματικού μας ορίζοντα η «Αρχιτεκτονική της Ύπαρξης» της Ελένης Γκίκα μπορεί ανεπιφύλακτα – και αναπόφευκτα- να αποτελέσει ένα δείγμα γραφής όχι μόνο για την κατάκτηση ενός σεμνού, έντιμου και έντεχνου προσωπικού ύφους αλλά και μιας σπάνιας και σθεναρής αντιμετώπισης τους διαρκώς επερχόμενου και πάντοτε αναπόφευκτου γεγονότος (;) του θανάτου, όπου καμιά φυγή στο παρελθόν, καμιά ανάμνηση των παιδικών μας χρόνων, κανένα όνειρο δεν μπορεί να υπερακοντίσει την μοίρα μας, σύμφυτη με την ίδια την τραγικότητα της ύπαρξης, «δεμάτι που κουβαλάμε για την δική μας πυρά, ως το τέλος» καθώς τόσο εύστοχα γράφει στο ποίημα της σελίδας 41.

Βάσος Ηλίας Βογιατζόγλου

Πάσχα, 12 Απριλίου 2015 

22/3/15

Η ζωγραφιά που ταξιδεύει, γράφει η Μαίρη Μπιρμπίλη

Τίτλος: Η ζωγραφιά που ταξιδεύει
Συγγραφέας: Ελένη Γκίκα

Εικονογράφος: Έφη Λαδά
Εκδόσεις: Καλέντης, 2013


Γράφει η Μαίρη Μπιρμπίλη στο www.elpiplex
Η γιαγιά Σοφία είναι ξετρελαμένη και περήφανη για την εγγονή της. Η μικρή Σοφία όλα της τα κληρονόμησε και κυρίως τα υπέροχα, κόκκινα μαλλιά της. Βλέποντας μέσα από τα μάτια της γιαγιάς η μικρή Σοφία έμαθε να αγαπάει τα μαλλιά της. Όλα αυτά μέχρι που πήγε στον παιδικό σταθμό. Καρότο τη φώναζαν τα παιδιά κι εκείνη έκλαιγε κρυφά. Πάσχιζε να κρύψει τα μαλλιά της μέσα σε σκουφάκια και θα τα είχε κόψει κιόλας αν δεν υπήρχε ο Ορφέας. Ο Ορφέας ήταν ο μοναδικός φίλος της Σοφίας στον παιδικό και λάτρευε τα κόκκινα, μακριά, μαγικά μαλλιά της. Η μικρή Σοφία όμως υποφέρει σιωπηρά μην μπορώντας να διαχειριστεί την κοροϊδία αλλά και τη διαφορετικότητά της. Μια έκθεση ζωγραφικής όμως θα γίνει αφορμή τα παιδιά να δουν με διαφορετικά μάτια τη συμμαθήτριά τους. Αλλά και η Σοφία θα βρει μέσα από τη ζωγραφική έναν τρόπο να εκφραστεί και να νιώσει ενδυναμωμένη.
Τρυφερή και ευαίσθητη η ιστορία της Ελένης Γκίκα. Μας άρεσε η συμπερίληψη στο κείμενο της οπτικής των σημαντικών άλλων που αγαπούν και νοιάζονται και της οπτικής των συμμαθητών που κοροϊδεύουν.Έτσι δεν γίνεται άλλωστε και στη ζωή; “Μαγικά” και “φλόγα στον άνεμο” για τον Ορφέα και τη γιαγιά, “καρότο” για τους συμμαθητές της Σοφίας είναι τα μαλλιά της. Το θέμα είναι η ίδια η ηρωίδα πως θα επιλέξει να βλέπει τον εαυτό της και πως θα διεκδικήσει το σεβασμό στη διαφορετικότητά της.
Η Έφη Λαδά εικονογραφώντας το βιβλίο άλλοτε ακολουθεί το κείμενο κι άλλοτε διακριτικά και με ευαισθησία αφήνει τις εικόνες της να πουν τη δική τους ιστορία. Τα πρόσωπα έχουν αποδοθεί με τη χαρακτηριστική ομορφιά και τα μεγάλα μάτια. Η ηρωίδα της είναι ταυτόχρονα το “κοριτσάκι της διπλανής πόρτας” αλλά και μια αέρινη, παραμυθένια ύπαρξη ενώ οι αποχρώσεις του μπλε και του πράσινου στο φόντο των σελίδων αναδεικνύουν ακόμα περισσότερο τα κατακόκκινα μαλλιά της ηρωίδας.

Η ζωγραφιά που ταξιδεύει… μέσα από δραστηριότητες που μας ταξιδεύουν:
o    Το εξώφυλλο του βιβλίου είναι από μόνο του μια δραστηριότητα. Το πλέγμα στα μαλλιά της ηρωίδας είναι ένα στοιχείο για να συζητήσουμε με τα παιδιά. Γιατί υπάρχει, τι συμβολίζει…
o    Το κατακόκκινο εσώφυλλο θα μπορούσε να “γεμίσει” με σκίτσα από τα παιδιά
o    Το δισέλιδο που αφιερώνεται στα στοιχεία του βιβλίου έχει μια πανέμορφη εικόνα σε κατοπτρισμό που μας δίνει μια θαυμάσια ευκαιρία να πειραματιστούμε με τη διπλοτυπία
o    Μια upside-down εικόνα με καραβάκια μπορεί να αποτελέσει την αφορμή να δουλέψουμε σε δυο ομάδες, σε χαρτί μέτρου με ένα κοινό στοιχείο π.χ. ένα καραβάκι όπως στην εικόνα του βιβλίου ή κάτι  που θα επιλέξουν τα παιδιά. Κάθε ομάδα θα βάλει το δικό της περιβάλλον. Έπειτα μπορούμε να μιλήσουμε για τη διαφορετική οπτική.

o    Με αφορμή τις δημιουργίες των παιδιών του βιβλίου, μπορούμε να οργανώσουμε τη δική μας έκθεση ζωγραφικής με θέμα “Ο κόσμος αύριο”









Η ζωγραφιά που ταξιδεύει, γράφει ο Βασίλης Μόσχης

Ο Βασίλης Μόσχης γράφει για το βιβλίο "Η ζωγραφιά που ταξιδεύει" της Ελένης Γκίκα, εκδ. Καλέντης
Στο Ολύμπιον Βήμα
Είναι δικαιολογία των μεγάλων ότι τα Χριστούγεννα και η Πρωτοχρονιά είναι γιορτές για τα παιδιά; Τι είδους δικαιολογία; Ότι οι μεγάλοι δεν συμμετέχουν στο εορταστικό πνεύμα αυτής της περιόδου; Είναι ένα παραμύθι που το ζούνε μόνο τα παιδιά; Και οι μεγάλοι; Ανεξάρτητα από τη μιζέρια των χρόνων μας, δεν συμμετέχουν και δεν απολαμβάνουν τη γοητεία και την αγαλλίαση των στιγμών τους.
Η φαντασία των παιδιών προφανώς είναι πιο δημιουργική και ζουν το παραμύθι πιο έντονα και πορεύονται με αυτό! Ένα τέτοιο παραμύθι θα απολαύσουν οι μικροί αναγνώστες της Ελένης Γκίκα. “Η ζωγραφιά που ταξιδεύει” από τις εκδόσεις Καλέντη. Και γιατί όχι και οι μεγάλοι, διαβάζοντάς το παρέα με τους μικρούς αναγνώστες των παραμυθιών. 
Η μικρή Σοφία με τα κόκκινα της μαλλιά φαντάζει διαφορετική στα μάτια των συμμαθητών της στον παιδικό σταθμό. Οι μόνοι που την συμπαραστέκονται, η συνονόματη γιαγιά της και ο συμμαθητής της ο Ορφέας. Οι ώρες που περνάει στο σχολείο είναι εφιαλτικές για την Σοφία, αφού δέχεται συνεχώς τα κοροϊδευτικά σχόλια των συμμαθητών της. Η μητέρα της αμέτοχη στο όλο θέμα, δουλεύοντας συνεχώς για την επιβίωση. Ένα άλλο μεγάλο θέμα της εποχής μας. Πόσο κοντά είναι στα παιδιά οι γονείς τους; 
Μέχρι τη στιγμή που η μικρή Σοφία θα αποδείξει ότι δεν διαφέρει από τα άλλα παιδιά και ίσως είναι καλύτερη. Η ζωγραφιά που κάνει είναι η καλύτερη και όλοι μαγεύονται από αυτήν. Είναι μια ζωγραφιά που πετάει, μια ζωγραφιά που ταξιδεύει, μια ζωγραφιά που φτάνει στο αύριο, σε ένα καλύτερο αύριο. 
Ένα παραμύθι  για την ενδοσχολική βία, για το σχολικό εκφοβισμό, για το μπούλινγκ (bullying). Όπως και να το πείτε είναι ένα φαινόμενο που ακόμη καλά κρατεί και επηρεάζει μαθητές με σοβαρές παρενέργειες. Ένα παραμύθι, γενικότερα, για την διαφορετικότητα γιατί όλοι οι άνθρωποι δεν μπορεί να είναι όλοι ίδιοι! Θα ήταν ανιαρό, εξ άλλου! 

Η εικονογράφηση της Έφης Λαδά, εκπληκτική και παραμυθένια, προκαλεί τη φαντασία να ταξιδέψει ακόμη περισσότερο και κάνει το παραμύθι ακόμη περισσότερο παραμύθι. 


1/3/15

«Είμαι λεύτερος. Όποιο δρόμο θέλω, διαλέγω’ διαλέγω τον ανήφορο. Αυτός μου αρέσει».


Ο Νίκος Καζαντζάκης συνεχίζοντας τον Οδυσσέα του Ομήρου

Γράφει η Ελένη Γκίκα

Για τα «Θεατρικά» τραγωδίες με αρχαία θέματα, «Οδυσσέας» και «Μέλισσα»

"Μυαλό, γερό μυαλό μου, Εφτάψυχο χταπόδι που αρμενίζεις μες στ’ αρμυρά νερά μ’ αιώνιες ρίζες". Ο Ν.Καζαντζάκης συνεχίζοντας την παράδοση του Ομήρου και των αρχαίων τραγικών επιστρέφει με τον Οδυσσέα στην Ιθάκη του και φωτίζει την ανθρώπινη συνθήκη με τις αρχετυπικές συγκρούσεις της: πάθος για εξουσία και δικαιοσύνη, πατροκτονία και αυτοθυσία, επιστροφή στην πατρίδα και στο μεγαλείο της ψυχής. Ο "Οδυσσέας" του στις "τραγωδίες με αρχαία θέματα", γέροντας πια κι αγνώριστος επιστρέφει στην Ιθάκη του.
«Να δώσουν οι Θεοί να δουν τα μάτια σου
ό,τι βαθιά ποθεί η καρδιά σου», ελπίζει.
Αλλά εκεί τον περιμένουν απρόσμενες εκπλήξεις.
Διότι μπορεί σε γενικές γραμμές να ακολουθεί τις τελευταίες ραψωδίες της ομηρικής Οδύσσειας, αλλά έχει επισημανθεί και η οφειλή του στο έργο του Χάουπτμαν "Το τόξο του Οδυσσέα". Κατά συνέπεια, ο Καζαντζακικός Οδυσσέας επιστρέφει στην Ιθάκη ακριβώς την ημέρα που η Πηνελόπη αποφασίζει να παντρευτεί όποιον τεντώσει το τόξο του συζύγου της. Εύκολο, λοιπόν, η επιστροφή να τον γεμίσει απογοήτευση και θλίψη: η Ιθάκη είναι φτωχική και ταπεινή, η Πηνελόπη θέλει κάποιον άλλον, ο γιος του ο Τηλέμαχος ανυπομονεί να λυτρωθεί από την πατρική σκιά.
Παρ' όλα αυτά, ο Οδυσσέας αποφασίζει να διεκδικήσει τα δικαιώματά του. Εμφανίζεται γέρος και αγνώριστος στο παλάτι, μαζί με τον Εύμαιο και τον Τηλέμαχο, που αγνοούν την πραγματική του ταυτότητα και οι μνηστήρες γλεντούν ανυπόμονοι για τον αγώνα, χωρίς να δίνουν σημασία στα ζοφερά προαισθήματα του Φήμιου, φέρονται περιφρονητικά στον ξένο, ο οποίος τους αφηγείται φανταστικές περιπέτειες και μιλά αινιγματικά. Όταν, ένας μετά τον άλλον, αποτυγχάνουν στη δοκιμασία του τόξου, ο ξένος πετά τα κουρέλια του και τεντώνει το τόξο, φανερώνοντας ότι είναι ο Οδυσσέας. Στο μεταξύ ήδη έχει αποδεχθεί: «Ποιάς Ιθάκης; Πατρίδα, μάθε, γέροντα,/ ο ναυαγός την πάσα γης λογιάζει», ναυαγός πια κι ο ίδιος στην ίδια του πατρίδα.
Ο «Οδυσσέας» γράφτηκε το 1927 και πρωτοδημοσιεύτηκε με το ψευδώνυμο Λ. Γερανός στο αλεξανδρινό περιοδικό "Νέα Ζωή", στο διάστημα Ιούνη- Νοέμβρη 1927. Κυκλοφόρησε το 1928 από τις εκδόσεις "Στοχαστής" με αφιέρωση στη Lenotschka Dybouk (Ελένη Σαμίου).
Η "Μέλισσα", με κοινό συλλογιστικό μοτίβο και άξονα την σχέση πατέρα- γιου και την πατροκτονία, γράφτηκε το 1937 και πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό "Νέα Εστία" το 1939' πρωτοπαίχτηκε από το Εθνικό Θέατρο στο Ωδείο Ηρώδη Αττικού το καλοκαίρι 1962. Παρουσιάζει την έντονη πάλη ανάμεσα στον πατέρα και το γιο και γενικά την προσπάθεια αποδέσμευσης του ατόμου απ' την πρωτόγονη έννοια του δεσμού με το προγονικό παρελθόν που το καταπιέζει.
«Ψυχή, ω φοβερή πυρκαγιά του ανθρώπου!»
«Είμαι λεύτερος. Όποιο δρόμο θέλω, διαλέγω’ διαλέγω τον ανήφορο. Αυτός μου αρέσει».
Η υπόθεση, εν πολλοίς άγνωστη:
Ο Κύψελος, ο αλαφροϊσκιωτος γιος του τυράννου της Κορίνθου Περίανδρου, φέρνει τον αδελφό του Λυκόφρονα να δουν το φάντασμα της Μέλισσας, της νεκρής μητέρας τους. Ο Λυκόφρων δεν βλέπει τίποτε, αλλά ο Περίανδρος συναντά τη νεκρή, συνομιλεί μαζί της και καταλαμβάνεται από κρίση οργής. Ο Κύψελος φεύγει και ο Λυκόφρων ανακοινώνει στον πατέρα τους ότι αναχωρούν για την Επίδαυρο, για ν' αποχαιρετήσουν τον ετοιμοθάνατο παππού τους. Ο Περίανδρος προσπαθεί να τον εμποδίσει, χωρίς όμως αποτέλεσμα. 
Στην Επίδαυρο, ο Προκλής πατέρας της Μέλισσας, αποκαλύπτει στον Λυκόφρονα ότι ο Περίανδρος δολοφόνησε τη μητέρα του και του δίνει το χρυσό μαχαίρι του φόνου. Επιστρέφοντας στην Κόρινθο, ο Λυκόφρων συγκρούεται με τον πατέρα του και του δίνει τελετουργικά το μαχαίρι. Ο Περίανδρος καταλαβαίνει ποιος αποκάλυψε το μυστικό και διατάζει να κάψουν τον Προκλή ζωντανό μέσα στο παλάτι του.
Στη συνέχεια, καλεί τους άρχοντες και το λαό, αναγγέλλει τη διεξαγωγή αγώνων για την αποδοχή της διονυσιακής λατρείας και ονομάζει το Λυκόφρονα συμβασιλέα' ο νέος όμως πετά το στέμμα καταγής, βγάζει τα βασιλικά του ρούχα και προκαλεί τον πατέρα του να τον σκοτώσει. Ο τύραννος τον διώχνει απαγορεύοντας στους υπηκόους του ακόμη και να του μιλήσουν.
Ο Λυκόφρων περιφέρεται στην πόλη ρακένδυτος, διψώντας για εκδίκηση. Τον συναντά ο Κύψελος και του λέει ότι ονειρεύτηκε τη Μέλισσα, που του ανέθεσε να πει στον Περίανδρο ότι κρυώνει. Ο Λυκόφρων τον συμβουλεύει να το κάνει μεταμφιεσμένος σε φάντασμα της νεκρής. Πράγματι, έτσι γίνεται, ο Περίανδρος αντιλαμβάνεται τη μεταμφίεση και σκοτώνει το μικρό γιο του. Μετά από μια ακόμη σύγκρουση με τον Λυκόφρονα, σχεδόν παραφρονεί και αποφασίζει να θυσιάσει τις αρχόντισσες της πόλης στο μνήμα της γυναίκας του.
Ενώ οι αρχόντισσες θρηνούν, εμφανίζεται ο Λυκόφρων. Ο Περίανδρος τον πληροφορεί ότι έχει πάρει δηλητήριο και του ζητά συγχώρεση, αλλά ο νέος είναι ανυποχώρητος και του λέει σκληρά ότι η Μέλισσα τον μισούσε σε όλη της τη ζωή. Έξαλλος ο Περίανδρος τον σκοτώνει με το χρυσό μαχαίρι' ύστερα ξεψυχά στο παλάτι, που κατά την τελευταία του διαταγή, πυρπολείται από τους φρουρούς.
Ο αγώνας του ανθρώπου τιτάνιος, μέχρι την ύστατη στιγμή: «Καρδιά μου, ετούτη είναι η φοβερή τελευταία σου στιγμή’ μη ντροπιαστούμε». Όπως ο αγώνας του λαού, εν πλήρη επιγνώσει: «Εγώ να φοβηθώ; Μα εγώ ‘μαι λαός, θεριό παντοδύναμο! Ένα κεφάλι μου κόβεις, δέκα φυτρώνουν! Σαν τα γαϊδουράγκαθα, σαν τις τσουκνίδες, σαν το χαμομήλι…»
Η ελεύθερη επιλογή μέχρι την τελική πτώση: «Βάστα, καρδιά! Κι ως την τελευταία ετούτη στιγμή είμαι λεύτερος να διαλέξω…» Το δίλημμα, αυτό που συνιστά την τραγωδία στα ανθρώπινα: «Κακόμοιροι άνθρωποι… Έχουν παιδιά, έχουν γυναίκα, μια βάρκα, ένα χωράφι, δυο τρία σύνεργά… Πώς να μην είναι δειλοί… πώς να σηκώσουν κεφάλι; Κακόμοιροι άνθρωποι…» Και η αυτοθυσία μητρική ή του ήρωα: «Πέφτω για να σου κάμω τόπο. Πεθαίνω για να ζήσεις».

Δυο από τις σπουδαιότερες Καζαντζακικές τραγωδίες με επίκεντρο την ύψιστη αναμέτρηση: αυτή του Κρόνου που τρώει ή τον τρώνε τα παιδιά του. Και της εξουσίας που δεν σκοντάφτει πουθενά παρά στην ύβρη και στην οίηση. Τ’ ανθρώπινα δεν αλλάζουν δυστυχώς μέσα στον χρόνο.



1/1/15

«Η καθημερινή της διαδρομή, απ’ την κουζίνα στο γραφείο την κάνει ένα σώμα κομμένο στα δύο, άλλοτε να μυρίζει μελάνι κι άλλοτε ζυμαράκι αρωματικό»


Για την Λίλιθ, το Μπολερό, και τη Γυναίκα της Βορινής Κουζίνας

Γράφει η Γιόλα Πετρίτση

[στον απόηχο μιας υπέροχης βραδιάς από τη Λέσχη Ανάγνωσης Dega στο Μοσχάτο για να μπει το 2015 με αγάπη και τις ευχές του 2014, Καλή Χρονιά]

Τι να πει κανείς για τη συγγραφέα Ελένη Γκίκα! Τον Κολοσσό της λογοτεχνίας! Μια σεμνή και πολύ χαμηλών τόνων προσωπικότητα.Λένε μερικοί πως δεν την καταλαβαίνουν όταν την πρωτοδιαβάζουν, γιατί τα μυθιστορήματά της είναι πυκνά σε νοήματα, φορτωμένα με πολλές πληροφορίες και μυστήρια πλοκής, οπότε χρειάζονται δεύτερη και ίσως και τρίτη ανάγνωση. Αυτό όμως συμβαίνει γιατί η Ελένη είναι μία συγγραφέας που έχει πολλές γνώσεις και θέλει να τις μοιραστεί με τους αναγνώστες και πιστεύω ότι αυτό κάνει τη διαφορά και την καθιστά μοναδική.
Ο λόγος της ποιητικός, μοναδικός, εκφράσεις με σαφήνεια, με βαθιά νοήματα και με σωστή επιλογή λέξεων.
Πολυγραφότατη σε πεζά και ποιήματα, όμως εγώ έχω διαβάσει μόνο τρία, για τα οποία μιλώ παρακάτω.
«ΛΙΛΙΘ»
Ένα μυθιστόρημα  με πολλές πληροφορίες, που για να τις μάθει κανείς θα πρέπει να διαβάσει τουλάχιστον 30 βιβλία. Διαβάζοντάς το συναντάμε υπέροχες περιληπτικές αναφορές άλλων μυθιστορημάτων, όπου φαίνεται το υπέροχο ταλέντο της Ελένης, που είναι η περιληπτική διήγηση των μυθιστορημάτων. Διακρίνουμε λοιπόν πολλά μυθιστορήματα μέσα στο μυθιστόρημα. Επιπλέον μέσα σ’ αυτό έχουμε πληροφορίες για: ψυχολογικά τεστ, ποιος είναι ή πώς πρέπει να είναι ο ιδανικός αναγνώστης, το πείραμα του Μίλγκραμ, το ανθρώπινο σώμα, επεξήγηση του εγκεφάλου, των αισθήσεων, της αναπαραγωγής, κλπ,κλπ.
Κατά τη γνώμη μου εκτός από ένα μυθιστόρημα είναι ένα πολυσέλιδο λεξικό. Βέβαια το ουσιαστικότερο κομμάτι του μυθιστορήματος είναι οι υπέροχες ερωτικές επιστολές, χάριν στις οποίες πλέκεται το μυθιστόρημα.
Είναι ένα βιβλίο με πολλές αναγνώσεις και ακόμα έχει τη δυνατότητα επιλεκτικής ανάγνωσης, όπως μας έχει πει παλαιότερα και η συγγραφέας.

«Το Μπολερό δεν ήταν του Ραβέλ»
Είναι ένα ποιητικότατο μυθιστόρημα, με μυστήριο πλοκής λόγω των κατά συρροήν δολοφονιών, που διαβάζοντάς το ανακαλύπτει κανείς την πολύ καλή γνώση της συγγραφέας επιστημονικών στοιχείων της ψυχολογίας και της μουσικής. Το θέμα της παρουσιάζει καινοτομία βάζοντας την Εκάτη- Ουλρίκα, την ηρωίδα του μυθιστορήματος, να κάνει τα μυστικά της και τα πρόσωπα, προσωπεία και τους πεθαμένους της, μαριονέτες.

«Η Γυναίκα της Βορινής Κουζίνας»
Ένα μυθιστόρημα άκρως ποιητικό, τρυφερό και πολύ ψυχολογικό.
Βλέπουμε την ηρωίδα μεσάνυχτα να δραπετεύει απ’ το κρεβάτι της και να βρίσκει καταφύγιο στη βορινή κουζίνα της, για να ανακατέψει ζάχαρη, αλεύρι, ν’ αλείψει με βούτυρο τα ταψάκια της και να πλάσει μοσχομυριστές μαντλέν, αναπολώντας το χαμένο της χρόνο και τα λάθη της. Τη βλέπουμε επίσης όταν δεν είναι στην κουζίνα της να είναι στο γραφείο της, να μεταφράζει Πρεβέρ και όχι  μόνο, να διαβάζει βιβλία και ν’ ασχολείται με την ηλεκτρονική της αλληλογραφία.
Η καθημερινή της διαδρομή, απ’ την κουζίνα στο γραφείο την κάνει ένα σώμα κομμένο στα δύο, άλλοτε να μυρίζει μελάνι κι άλλοτε ζυμαράκι αρωματικό.
Ένα μυθιστόρημα που παλεύει ανάμεσα σ’ εκείνη και την άλλη, τον εαυτό και το ψεύδος, που δε συναντήθηκαν ποτέ, μονάχα στον καθρέφτη, γιατί η ηρωίδα ακροβατεί ανάμεσα στο όνειρο και στην αληθινή ζωή, όπου γράφει για να ξεχάσει και μαγειρεύει για να υπάρξει.
Όπως γράφει και η συγγραφέας μέσα στο βιβλίο της σελ. 404, «Ο καθένας, όνειρο στο όνειρο ενός άλλου. Κι όλο αυτό αλυσίδα αδιάκοπη και ατέρμονη και αδιαίρετη, που κρατά και μια και δεύτερη και χιλιοστή αιώνια ζωή» και στη σελ. 412 « Τελικά, ο κόσμος δεν είναι αυτός που φαίνεται, αλλά ένας άλλος που υπάρχει και που πρέπει εμείς να τον διακρίνουμε».

 

17/12/14

Ανασκαφή και Μυθιστόρημα


Για την «Λίλιθ» της Ελένης Γκίκα, εκδ. Καλέντη,
 
γράφει ο Βασίλης Βασιλικός

 Δημοσιεύθηκε στο literature

Το «βιβλιοφιλικό» όπως σωστά το χαρακτηρίζει το οπισθόφυλλο μυθιστόρημα της Ελένης Γκίκα θέλει να μας μεταφέρει ένα μήνυμα πολύ απλό: ότι αγαπάς έναν «άλλον» άνθρωπο για να μπορέσεις πραγματικά ν’ αγαπήσεις τον εαυτό σου. Ή για να το πούμε διαφορετικά: η δίοδος για ν’ αγαπηθείς από σένα είναι το πρόσωπο μιας άλλης αγάπης.
662 σελίδες και με τις τέσσερις σελίδες που περιέχουν τα προηγούμενα έργα της φτάνουμε στο 6-6-6. Αυτό όμως δεν παραπέμπει στο γνωστό νούμερο της Αποκάλυψης ή στους παλιοημερολογίτες, αλλά στο έτος 2666 που αναφέρεται, μελλοντολογικά, σε κάποια σελίδα του βιβλίου.
Αρχίσαμε με τη λέξη βιβλιοφιλικό, επειδή υπάρχει στο οπισθόφυλλο. Που όμως, δεν είναι καθόλου τέτοιο. Ναι, είναι αλήθεια ότι παρεμβάλλει ανάμεσα στις επιστολές βιβλία άλλων, ωστόσο αυτό γίνεται για απόλυτα δραματουργικούς λόγους, για να συντηρηθεί το σασπένς και για να φανεί η διαφορά της αθωότητας των νεανικών επιστολών από την ωρίμανση της ηρωίδας της Λιλίθ ή Μ. Με το χρόνο που έχει περάσει από τότε που τις έγραψε.
Γιατί δεν αναφέρεται στα βιβλία που μας παρουσιάζει σε μιάμισυ δυο το πολύ σελίδες ως κριτικός της λογοτεχνίας (που είναι άλλωστε στην επαγγελματική της ζωή), αλλά ως συμπληρωματική εμπειρία της ηρωίδας που τα διάβασε. Και εστιάζεται μόνο σε ένα γεγονός: στο αδυσώπητο άλγος της αγάπης. Της γυναικείας αγάπης, θα πρέπει να πω, που συνήθως καταλήγει στην συντριβή εκείνης που αγαπάει. (Πάντα μέσα από τα μυθιστορήματα των άλλων).
Έτσι η βιβλιοφιλία είναι όρος εμπορικός και σωστά μπήκε στο εξώφυλλο. Σκεφτείτε να έμπαινε αυτό που πραγματικά είναι και που χαρακτηρίζει μεγάλο μέρος της σύγχρονης πεζογραφίας, παντού στο κόσμο: είναι «διακειμενικό» μυθιστόρημα. Που σημαίνει ότι χρησιμοποιεί ιστορίες άλλων για να διηγηθώ τη δική μου καλύτερα.
Στο οπισθόφυλλο διαβάζουμε πάλι για το βιβλίο ότι είναι υπαρξιακό θρίλερ. Και πράγματι είναι τέτοιο. Διαβάζεται σαν αστυνομικό μυθιστόρημα, γιατί, ξέρετε γιατί; γιατί δεν υπάρχει φόνος. Αναζητούμε το έγκλημα και δεν το βρίσκουμε, ενώ η συγγραφέας, με τον τρόπο που γράφει, αφήνει καθαρά τον αναγνώστη να υποπτευθεί ότι το έγκλημα έγινε από τον βλοσυρό κύριο, τον άρχοντα της καρδιάς της, που η σκέψη της καταδυναστεύεται απ’ αυτόν. Κι ενώ δεν ξέρουμε τίποτα για τον χαρακτήρα του είμαστε πεπεισμένοι ως αναγνώστες ότι εγκλημάτησε. Και  δεν τον συναντούμε πουθενά στο βιβλίο, αλλά κι αν τον συναντούμε μια φορά, δεν θα σας πω πού και γιατί. Αυτό σημαίνει θρίλερ. Θα το ανακαλύψετε ή όχι ανάλογα με την ευαισθησία σας και με την τραυματική, όσες τη διαθέτουν, εμπειρία τους από τα μυστήρια της αγάπης.
Εκείνο που επίσης πολύ μου άρεσε σ’ αυτό το κορυφαίο μυθιστόρημα της Ελένης (αποφεύγω το Γκίκα γιατί δημιουργεί συνειρμούς με το νέο υπουργό οικονομικών που τα θαλάσσωσε) είναι οι τηλεγραφικές σχεδόν αναφορές στα νέα επιστημονικά δεδομένα, είναι: είναι της μοριακής βιολογίας είτε των μαθηματικών είτε της φιλοσοφικής αποδόμησης. Μαθαίνεις πολλά διαβάζοντάς το. Έμαθα κι εγώ πολλά που αγνοούσε. Έχοντας πρόσφατα διαβάσει τη βιογραφία του Τρότσκι του Βικτόρ Σέρζ, κλασικό του είδους εδώ και δεκαετίες, έμαθα για ένα άλλο βιβλίο, για τη μαρτυρία του εγγονού του Τρότσκι που αφορά την άγνωστη ζωή του Τρότσκι στο Μεξικό του Εστεμπάν Βολκόφ που είναι σήμερα 86 χρονών και ζει στο Μεξικό, κάι που το θεωρεί «μαθηματικά παράδοξο». Καθώς «στην οικογένειά μου, γράφει, όλοι πεθάναν νέοι εξολοθρεμένοι από τον Στάλιν. Εγώ είμαι ο μόνος που ισοπεδώνει το στατιστικό προσδόκιμο της ζωής». Κι ακόμα έμαθα ότι ο Τρότσκι δολοφονήθηκε στις 21 Αυγούστου, ημερομηνία σημαδιακή για όσους θυμούνται την εισβολή των σοβιετικών τάνκς στην Πράγα του 1968, που σήμανε και την αρχή της κατάρρευσης εκείνου που συνέβη μετά από εικοσιένα χρόνια, δηλαδή, η πτώση του Τείχους το 1989.
Και τώρα η γραφή: ακονισμένη, συνοπτική, εμπεριέχει μια τεράστια θητεία στη γλώσσα. Σπάνια πια διαβάζει κανείς, στην πλημμυρίδα των τούβλων που μας κατακλύζουν, κυρίως από γυναίκες που ανήκουν στην πρωτοβάθμια ψυχολογία πασπαλισμένη με ολίγη άχνα Φρόυντ και Γιούνγκ, τέτοια λαγαρά, ξελαμπικαρισμένα ελληνικά. Γιατί αν η γλώσσα είναι προνόμιο της ποίησης, όταν ένας πεζογράφος έχει το οξύ αισθητήριο της γλώσσας όπως η Ελένη, ανέρχεται δικαιωματικά στο επίπεδο της ποίησης ενώ γράφει πρόζα.
Το βιβλίο είναι διάχυτο από την τρυφερότητα της παιδικής κούκλας που μεγάλωσε όλες τις γυναίκες, όπως τα όπλα τους αρσενικούς. Η συγγραφέας δεν νοσταλγεί τον χαμένο παιδικό παράδεισο, αλλά όταν θέλει να αλώσει συναισθηματικά τον αναγνώστη μια φράση για μια κούκλα της αποτελεί πάρθειο βέλος στην καρδιά του.
Διαβάστε λοιπόν τη Λιλίθ. Είναι σα να διαβάσατε τελειώνοντας πενήντα βιβλία. Έχει το Θ του θηλυκού και η άγνωστη συνώνυμή της, ο σωσίας της ή το άλτερ έγκο της, ή η αντανάκλασή της στον καθρέφτη της Αλίκης στη χώρα των Θαυμάτων, έχει το γράμμα Μ., δηλαδή την Παρθένο Μαρία.
10/12/2014

Από λέξη σε λέξη και από συμβολισμό σε συμβολισμό


 
Ελένη Γκίκα, Η αρχιτεκτονική της ύπαρξης, ποιήματα, εκδόσεις Καλέντη,2014

Γράφει η Κατερίνα Καριζώνη

Δημοσιεύθηκε στο Literature   http://www.literature.gr/i-katerina-karizoni-grafi-gia-tin-piisi-tis-elenis-gkika-i-architektoniki-tis-iparxis-ekdosis-kalenti-2014/

Με αρχιτεκτονική διάθεση και  λόγο  ποιητικό ανιχνεύει η Ελένη Γκίκα  τον εσωτερικό  χώρο  της ύπαρξης στην  καινούργια ποιητική της συλλογή, η οποία ήδη απ’ τον τίτλο προδιαθέτει τον αναγνώστη  για την ιδιαίτερη αισθητική της. Ποίηση, αρχιτεκτονική, μουσική, μαθηματικά, αλλά και  παραμύθι  είναι τα στοιχεία που εμπλέκονται στην πρωτότυπη αυτή τεχνική και  της δίνουν  μια ξεχωριστή  ταυτότητα. Πρόκειται για ένα  ποιητικό ιδίωμα «δομημένο» με κοφτές φράσεις-υλικά  και εσωτερικό ρυθμό,  μια αυστηρή αριθμητική των λέξεων που αναπτύσσεται  πάνω σε κρυφούς μουσικούς και μαθηματικούς κανόνες. Αν και πεζογράφος η Ελένη Γκίκα  και μάλιστα με πλούσια –ενίοτε χειμαρρώδη- αφηγηματική γραφή, διακρίνεται για την  οικονομία του λόγου της, όταν γράφει ποίηση. Άλλωστε η ποίηση είναι ελλειπτικός λόγος και χάρη σ’ αυτή την ιδιότητά της, υπερβαίνει τα όρια της συμβατικής γλώσσας  και μετουσιώνεται σε τέχνη.
                                  Από  λέξη σε λέξη λοιπόν και από συμβολισμό  σε συμβολισμό,  μας ταξιδεύει η Ελένη Γκίκα  στην  ενδέκατη ποιητική  της συλλογή μέσα στα αχανή δωμάτια της ύπαρξης και  τα μυστικά τους: στο αυριοδωμάτιο, στο  σώμα-δωμάτιο, στο  άσπρο δωμάτιο, στο δωμάτιο-alef, στο  δωμάτιο-τέλος, στο  δωμάτιο-αρχή…. Μας ξεναγεί στην αρχιτεκτονική ενός δικού της  ποιητικού κόσμου, σε μια προσωπική χωροταξία των λέξεων- για να χρησιμοποιήσω ένα στίχο της-  όπου κυριαρχούν μυθικές μορφές  : ιππότες -ναίτες, μωρά σε κούνιες, άνθρωποι-δέντρα,
ο πατέρας-γερασμένη βελανιδιά, κούκλες που μιλούν, αλλά και  ονειρικά σκηνικά και  υλικά  όπως  το  δάσος του πουθενά,  οι εκατό χουρμαδιές όπου φτάνει η σιωπή,  το σεντονάκι –καθρέφτης- γυαλί, το σπαθάκι –μολύβι- φτερό, οι-Κυριακές-του-μπαμπά,  το αγριομυστήριο.

                 Ο  χρόνος  στα ποιήματα  είναι ρευστός, αξεδιάλυτος , το τώρα είναι αιώνιο, το αύριο επτά αιώνες πριν,- «ξύπνησα και ήταν χθες»  γράφει κάπου η ποιήτρια-, η αρχή αέναη, το  τέλος διαρκές. Τα πρόσωπα υπάρχουν μέσα στην απουσία , συνεπώς στη μνήμη.  Τα πράγματα  χάνονται  και επιστρέφουν μέσα από μια  συνεχή  περιδίνηση ανάμεσα στην ύπαρξη και την ανυπαρξία, στο θάνατο και  τη ζωή. Οι  λέξεις μετατρέπονται σε κώδικες της  προσωπικής  μυθολογίας , η οποία συντίθεται από τραύματα και  θραύσματα  που  η ποιήτρια αποκαλύπτει  και  αποκρύπτει  συνεχώς, προκαλώντας έτσι  τον αναγνώστη. Το ποιητικό  σύμπαν που δημιουργεί η Ελένη  Γκίκα  είναι  αινιγματικό, αλλά  όχι  σκοτεινό. Οι  γρίφοι  της φωτίζονται απ’ το συναίσθημα, που όμως  χρησιμοποιείται με οικονομία και εκφράζεται  μέσα απ’ την ελλειπτική γραφή. Καμιά λέξη δεν περισσεύει.    
                   Πίσω απ’ την  ποιήτρια βέβαια  κινείται πάντα η αφηγήτρια, κάτι  που γίνεται αντιληπτό εξαρχής. Ίπταται  και πεζοπορεί  ταυτόχρονα. Με  λόγο αφαιρετικό, όπως αυτός  της  ποίησης,  επιχειρεί να ανασυνθέσει  κομμάτια από κατακερματισμένες  ιστορίες ή να επινοήσει καινούργιες. Έτσι κάθε λέξη είναι φορτωμένη και φορτισμένη από βιώματα. Ποίηση βιωματική, λοιπόν και  ταυτόχρονα ερωτική, προσανατολισμένη στη  μνήμη και στους μύθους της,  ποίηση –ξόρκι απέναντι  στην απώλεια και στην  απουσία  των  αγαπημένων προσώπων, στο κενό και στον θάνατο. Ποίηση  υπαρξιακή. Ξεχωρίζω ένα απόσπασμα απ’ το ποίημα: Δεμάτι για τη δική μου πυρά

Έτσι κι αλλιώς, κουβαλά ο καθένας μας
Το δεμάτι για τη δική του πυρά
Όπως κι αν το βαφτίζει
Πέπλα πρώτα, κουνουπιέρα,
Η κούκλα μου Μάνια που μιλά,
Χωράφι μου, αμάξι μου, γοβάκι
Σταχτοπούτας, χρέος
Και η μεγαλύτερη δυναστεία
Δεν ζει όσο τρεις βελανιδιές
Ακόμα κι ο χρόνος γερνά
Στο ίδιο δωμάτιο…

Τα ποιήματα  κλείνουν στο τέλος με ημερομηνίες, ώρες και τόπους,  όπου γράφτηκαν που λειτουργούν ως υποσημειώσεις στο ποιητικό σώμα. Κάπου δεσπόζει η θρυλική Μάνη και οι ιστορίες της, αλλού η Ρόδος των Ιπποτών, η Βιέννη των κατόπτρων με το τυπογραφείο του Ρήγα και τα γκρίζα νερά του Δούναβη. Διηγήσεις σκόρπιες κρυμμένες μέσα στις ποιητικές εικόνες, που πάνε πίσω μπρος στο χρόνο, δημιουργώντας μια εξόχως μαγική ατμόσφαιρα.
         Εντύπωση μου έκανε η  προσεγμένη γραφή των ποιημάτων με σιωπές, διαστήματα,  ρυθμική  παράθεση λέξεων, ερωτηματικά, κενά και σχήματα που ενισχύουν  την εικαστική πλευρά  της γραφής. Πάντα  πίστευα ότι η ποίηση είναι χορός των λέξεων πάνω στο χαρτί . Μοιάζει με το χορό  των  περιστρεφόμενων δερβίσηδων, με το στροβίλισμα των ουράνιων σωμάτων  στο σύμπαν. Κάπως έτσι το συλλαμβάνει και η ποιήτρια και το καταγράφει σ’ ένα ποίημά της με τον τίτλο «μουσικό κουτί», με το οποίο κλείνει την συλλογή της:

Δερβίσης και
Χάθηκα
Στην τελευταία περιστροφή.

                     Μόνο που τίποτα δεν χάνεται στην ποίηση και ειδικά στην καλή ποίηση που αποτελεί κιβωτό μέσα στη γλώσσα, ύψιστη τέχνη και άνθος της γραφής. «Η αρχιτεκτονική της ύπαρξης»  λοιπόν, το νέο ποιητικό βιβλίο της Ελένης Γκίκα, μας συγκινεί με τον καίριο ποιητικό λόγο του, την πρωτότυπη αισθητική του και  το πηγαίο –αν και διακριτικό συναίσθημα  που φέρουν οι στίχοι του. Μας υπενθυμίζει  το αξεδιάλυτο της ζωής και του θανάτου, του χρόνου και του ονείρου, το μυστήριο της ύπαρξης αλλά και της ίδιας της  ποιητικής δημιουργίας. 

 Οι  Κυριακές του μπαμπά
Οι-Κυριακές-του-μπαμπά
Θα το πω
Και θα’ ναι η ζωή μας
Από κυριακάτικο σε
Κυριακάτικο ξύπνημα
Τώρα που το νήμα
Κόπηκε σε μένα
Κι εκείνος έγινε αστεράκι
Αστρική σκόνη και φως
Ασημένια κλωστή
Κι εγώ μαριονέτα
Που ν’ αρχίζω πάλι
Και να χορεύω
Που αγνοώ τον
Καινούργιο ρυθμό
Τώρα που δίχως
Εκείνον είμαι ξανά
Τίποτα.
Από τις Κυριακές θα πιαστώ
Να ξαναβρώ την αρχή
Θα μου δώσεις το βήμα;
Λοιπόν, μπαμπά, πάμε
Ξανά
Κυριακή…
Τρίτη 9 Αυγούστου 2011