08/02/2010

“Το χείλι μου δαγκώνω και σιωπώ”

“Ο ΦΥΛΑΚΑΣ ΣΤΗ ΣΙΚΑΛΗ” του J. D. Salinger. Μετάφραση: Τζένη Μαστοράκη. Εκδ. “Επίκουρος”, σελ. 255, € 15.15

“Ο μπαμπάς θα σε σκοτώσει. Θα σε σκοτώσει”, μου λέει.
Δεν την άκουγα όμως. Σκεφτόμουνα κάτι άλλο- κάτι τρελό. “Ξέρεις τι θα 'θελα να 'μαι;” της λέω. “Ξέρεις τι θα 'θελα να 'μαι; Θέλω να πω αν μπορούσα να διαλέξω μόνος μου, διάολε; Ξέρεις εκείνο το τραγούδι που λέει, “Όταν πιάνεις κάποιον που 'ρχεται μεσ' απ' τη σίκαλη;” Θα 'θελα... Το ξέρω πως είναι ποίημα του Ρόμπερτ Μπερνς. Έτσι λέει: “Όταν ανταμώνεις κάποιον που 'ρχεται μεσ' απ' τη σίκαλη”. Τέλος πάντων, να, φαντάζομαι όλα κείνα τα πιτσιρίκια να παίζουνε ένα παιχνίδι σ' ένα μεγάλο σικαλοχώραφο και τα ρέστα. Χιλιάδες πιτσιρίκια, και δεν είναι κανένας εκεί- θέλω να πω, κανένας μεγάλος- εκτός από μένα. Και γω στέκομαι φύλακας, στο χείλος ενός τρελογκρεμού. Αυτό που πρέπει να κάνω, είναι να τα πιάνω άμα κάνουνε να πέσουνε στο γκρεμό- θέλω να πω, άμα τρέχουνε και δε βλέπουνε πού πάνε, πρέπει να πετάγομαι από κάπου και να τα πιάνω. Αυτό θα κάνω όλη μέρα. Θα 'μαι μονάχα ο φύλακας στη σίκαλη, να πιάνω τα παιδάκια και τα ρέστα. Το ξέρω πως είναι παλαβωμάρα, αλλά είναι το μόνο πράγμα που θα 'θελα να 'μαι στ' αλήθεια...”
'Εγραψε κι έπραξε. Τουλάχιστον με αυτό το εμβληματικό βιβλίο. Διότι “Ο φύλακας στη Σίκαλη” που γράφτηκε από τον “Μεγάλο Σιωπηλό”, όπως επωνομάστηκε ο Τζερόμ Ντέιβιντ Σάλιντζερ (1919-2010) το 1951, αυτό ακριβώς κάνει εδώ και 59 χρόνια! Τον φύλακα – άγγελο κάθε επαναστατημένου πιτσιρικά που ονειρεύεται ελεύθερα να γίνει φύλακας στη Σίκαλη και σώζεται για να σώσει: την αδελφή του την Φοίβη.
Μεσήλιξ πια ο κεντρικός ήρωας, ο Χόλντεν Κόλφιλντ, αποτελώντας κατά τον συγγραφέα του(“επειδή όλα είναι εκεί”) “μια παγωμένη στιγμή στον χρόνο”, παραμένει εσαεί έφηβος που φεύγει από ένα ακόμα σχολείο- πάντα θα φεύγει από κάποιο σχολείο- το Πένσυ “με τους κάλπηδες” που δεν αντέχει πια. Τίποτε “κάλπικο” δεν αντέχει, ούτε ανθρώπους, ούτε εκφράσεις, ούτε χαμόγελα, μονάχα οικείους νεκρούς, εκείνο το αγόρι που δεν πήρε τίποτε πίσω αλλά “έφυγε” απ' το παράθυρο φορώντας το δικό του πουλόβερ με τον γυριστό γιακά, και τον σοφό 'Αλι, που αγαπούσε τους πάντες και όλα τα μπορούσε αλλά πέθανε από λευχαιμία, κι εκείνες τις καλόγριες με το παλιό ψάθινο πανεράκι που μάζευαν χρήματα για τους φτωχούς κι έτρωγαν παξιμάδι με τον καφέ, αλλά πιο πολύ την αδελφή του την Φοίβη που ήξερε να χορεύει και να κάνει πλάκες και ήξερε και να τον ακολουθεί σέρνοντας εκείνη την πελώρια βαλίτσα με τα απαραίτητα, τόσα όσα να τον γυρίσει πίσω... Το βιβλίο κυκλοφόρησε το 1977 στα ελληνικά με την αριστουργηματικά ποιητική μετάφραση της Τζένης Μαστοράκη απ' τις εκδόσεις “Επίκουρος”, στην λιτά αυστηρή έκδοση με το ασημένιο εξώφυλλο (ίδιο ακριβώς οπισθόφυλλο) που δεν γερνά ποτέ, δεν ενηλικώνεται ποτέ, δεν γίνεται κάλπικο ποτέ (ακριβώς σαν τον συγγραφέα του) και πάντοτε πουλάει σταθερά.

ΥΓ. Όταν το πρωτοδιάβασα, Φοίβη και μόλις εγκατέλειπα τον Χόλντεν της δικής μου ζωής (τον εγκατέλειπα; μ' εγκατέλειπε; το σίγουρο είναι ότι κάπου τότε βρέθηκα να σέρνω μια μεγάλη βαλίτσα με τα απαραίτητα σ' ένα λάθος σταθμό). Τον ξαναδιάβασα εχθές, επειδή εδώ και λίγο καιρό στην εφημερίδα έχουμε κάνει μια καινούργια μικρή συμφωνία, μαζί με τα νέα βιβλία να επιστρέφουμε σε κάτι αγέραστο κι ακατάβλητο στο χρόνο (ναι δεν μου πάει να το πω “παλιό”, εξάλλου παλιώνει ο “Γατόπαρδος” του Λαμπεντούζα; τα “Ανεμοδαρμένα ύψη” της Μπροντέ; “Η Ρεβέκκα” της Ντι Μωριέ; “Ο εκδικητής” του Ντε Κουίντσι;) και ξανάγινα Φοίβη, κι ακόμα να συνέλθω απ' αυτό! Παρ' ό,τι ως παιδί (και ως μεγάλη, κι ως έφηβη) εγώ ήμουν που έπαιρνα μαύρο δρόμο, την ώρα που δεν το περίμενε κανείς! Μπούκωνα, μπούκωνα, μπούκωνα, μη βλέποντας όλους αυτούς τους κάλπηδες και τα κάλπικα, αργούσα να πάρω δρόμο, γιατί είχα ανάγκη να αγαπάω πολύ, είχα ανάγκη την επαφή, ε και ερχότανε εκείνη η ώρα που δεν έλεγχα πια τα βήματά μου. Ακόμα κι αν γύριζα, επί της ουσίας, δεν ξαναγύριζα ποτέ. Που δεν ξαναγύριζα, δηλαδή.
Αλλά και πάλι,
“Θέλω να πω, πώς μπορείς να ξέρεις τί θα κάνεις ώσπου να το κάνεις;”
Θέλω να πω πως κάτι μου είπε τελικά αυτή η καλύβα του Χόλντεν με εκείνον τον παλαβό κανονισμό “κανένας δε θα μπορούσε να κάνει τίποτα κάλπικο όταν ερχότανε να με δει”. Κι “αν προσπαθούσε κανείς να κάνει τίποτε κάλπικο, θα 'φευγε αμέσως”.
Και θα την κάνω την καλύβα, ή μάλλον υπάρχει αυτή η καλύβα, κι αν όχι τώρα πότε, δηλαδή;
Τώρα που απ' το Σάββατο κρατώ με συγκίνηση τα “Ποιήματα” του Τζων Μπέρρυμαν, που είχα αγαπήσει πρωτού καλογνωρίσει πολύ- “έγραψε κάποτε ο Λίνκολν σ' έναν φίλο: “Το χείλι μου δαγκώνω και σιωπώ”. Στις “Όψεις του εαυτού μου”, προτού πηδήσει απ' τη γέφυρα στα παγωμένα νερά του Μισισιπή.
“Ξάφνιασέ με, μια μέρα καθημερινή
με μια άνευ αιτίας ευλογία...”
“Να μ' έχεις κατά νου, Εμένα που τίποτα δεν ξέχασα,
και συνεχίζω...”
“Δεν χρειάζεται παρά λίγα λεπτά για την μεγάλη απόφαση.
Μια συγκέντρωση στο εδώ και στο τώρα.
Ξαφνικά, όχι όπως ο Μπαχ,
και φρικτά, όχι όπως ο Μπαχ, μου πέρασε από το μυαλό
τη νύχτα εκείνη, αντί για τις ζεστές πυτζάμες,
να βγάλω όλα μου τα ρούχα
και να διασχίσω την κρύα νοτισμένη πελούζα και να πέσω απ' τον κάβο
στο φοβερό νερό και για πάντα να περπατήσω
προς το νησί υποβρυχίως”.
(Τζων Μπέρρυμαν “Ποιήματα”, Επιλογή- εισαγωγή- μετάφραση: Γιάννης Λειβαδάς, Εκδ. “Ηριδανός”)

YG-SOS: Τι τόθελα και τόλεγα για την καλύβα; Εκεί που καλοκαθόμουνα στην Εύα και έσβηνα κινητό, δεν μου ξανάναψε ποτέ! Κάηκε η οθόνη! Αμνησία, λέει, στον Γερμανό! Μόνο τα: μαμά, μάρω, νίκος, αναστασία, σώθηκαν που είχαν περαστεί στην κάρτα, όλα τα άλλα... κανείς, κατά κανείς, σαν παιδί, άγραφος νους ένα πράγμα, όταν συνέλθω θα αποκωδικοποιήσω και... μήνυμα. Για την ώρα, ψιλοχαμένα τα έχω και ψάχνομαι μπας και το κινητό μου είναι από μένα πιο σοφό, πιο εγκρατές, πιο αποφασιστικό αλλά πάλι ξέρω; Δεν ξέρω, δεν ξέρω τίποτα. Ξανά. Απ' την αρχή. Σιγά, πρώτη φορά?

05/02/2010

Η ποιητικότητα του Κόσμου, το Αίνιγμα και το Άνοιγμα στο Επερχόμενο

“Η τέχνη και οι διάφορες τέχνες στο σύνολό τους και μέσα στην ιστορία τους, συγκροτούν ανοίγματα, μας χαρίζουν ανοίγματα και συμβάλλουν στην ποιητικότητα του κόσμου που περιέχει και ξεπερνάει την ποίηση. Αστερισμοί του ανήκουστου, του αφανούς, του ανίδωτου, βοηθούν εμάς τους θνητούς όχι να νικήσουμε το θάνατο και να εγκατασταθούμε στην αιωνιότητα, αλλά να τον παραδεχτούμε, να τον ζήσουμε και να τον αναλάβουμε με φιλικότητα...”
Έγραψε κι έφυγε.
Αρχές της εβδομάδας έφτασε το βιβλίο του
“Το άνοιγμα στο επερχόμενο και Το αίνιγμα της τέχνης” απ' τις εκδόσεις “Νεφέλη”.
Στα μέσα της εβδομάδας, η είδηση: Ο Κώστας Αξελός πέθανε. Πλήρης ημερών, λέει.
Αλλά τί θα πει “πλήρης ημερών” για έναν δικό σου άνθρωπο; Και τί θα πει “πλήρης ημερών” για τον Αξελό, εντέλει;
“Η εποχή μας έχει πέσει χαμηλά και η φιλοσοφία ζει το τέλος της. Μετά από αυτήν υπάρχει χώρος για μια ανοιχτή ποιητική σκέψη”.
“Έρωτας είναι η αναζήτηση που έγκειται στη συνάντηση και τη μη συνάντηση με τον άλλον”.
“Το θηλυκό είναι το ήμισυ του κόσμου. Κάτι πολύ κυρίαρχο, όχι σε επίπεδο διάκρισης φύλων, άντρας – γυναίκα. Είναι σαν δύο δυνάμεις στον κόσμο. Η σχέση με το θηλυκό είναι ένα από τα σημεία συνάντησης των ανθρώπων μεταξύ τους και με τον κόσμο, και μαζί και απομάκρυνσης. Δεν μπορεί ποτέ να πραγματοποιηθεί η απόλυτη συνάντηση αρσενικού και θηλυκού”.
“Υπάρχει κρίση πολιτισμού, κρίση στον ψυχισμό των ανθρώπων, σε όλον τον κόσμο”.
“Να παίξουμε το παιχνίδι. Αφήνοντας τον εαυτό μας να παρασυρθεί από το παιχνίδι του χρόνου... Οχι για να περάσει ο χρόνος, αλλά για να περάσουμε μαζί με τον χρόνο”...
Ναι,
“σε μας εναπόκειται να μάθουμε να παίζουμε το παιχνίδι από το οποίο δεν μπορούμε να ξεφύγουμε”,
“να ζεις με ορμή τη ζωή σου και να ετοιμάζεσαι ήρεμα για τον θάνατο. Με επιθυμίες ανεκπλήρωτες”.
Ακόμα και τώρα “φεύγοντας” μας παρηγορεί για το “επερχόμενο”, μαθαίνοντάς μας ασκήσεις αναπνοής, και την αξιοπρεπή ήττα της μισοτελειωμένης κίνησης, την τολμηρή απόγνωση της μη συνάντησης, την σοβαρότητα που θα πρέπει να διαθέτει, ακόμα και με το προαναγγελθέν φινάλε, το Παιχνίδι.
'Η παίζουμε ή δεν παίζουμε,
σαν τα παιδιά,
με την ίδια σοβαρότητα,
την ίδια μάταιη
απεγνωσμένη ελπίδα.
Ε ναι, αυτό είναι το καλύτερο αναμενόμενο φινάλε.
Μα το αίνιγμα και με το άνοιγμα. Στο επερχόμενο.
Ας είμαστε περίεργοι, σάμπως και κάτι άλλο μας απομένει;
Θα υπάρχει πάντα η Ποίηση. Κι αυτή η ανήκουστη, ανίδωτη, Ποιητικότητα του Κόσμου.
Την σύντροφό του σκέφτομαι. Η Κατερίνα Δασκαλάκη, η τυχερότερη και η πλέον άτυχη στον κόσμο.
Αλλά και τόσα χρόνια δίπλα του; Ποιητική Καθημερινότητα, Παράδεισος Γήινος ανοιχτός στο Ενδεχόμενο. Γεμάτη ζωή, να φεύγεις και να τα έκανες όλα, ως όφειλες... Επειδή μάλλον δεν υπάρχει μάταιη παρτίδα.

03/02/2010

Τι εννοείτε, δεν υπάρχει μυστήριο; Προσποιηθείτε ότι είμαι αόρατη...

“Το Μακρύ ταξίδι μέχρι να φτάσω στην πιο διάφανη περιοχή του Κόσμου με είχε αδειάσει από πολλά πράγματα”

“ΟΙ ΑΓΡΙΟΙ ΝΤΕΤΕΚΤΙΒ” του Ρομπέρτο Μπολάνιο. Μετάφραση: Κώστας Αθανασίου. Εκδ. “Καστανιώτη”, σελ. 711, € 25

“Υπάρχει μια λογοτεχνία για όταν βαριέσαι. Αφθονεί. Υπάρχει μια λογοτεχνία για όταν είσαι ήρεμος. Αυτή είναι η καλύτερη λογοτεχνία, νομίζω εγώ. Υπάρχει επίσης μια λογοτεχνία για όταν είσαι χαρούμενος. Υπάρχει μια λογοτεχνία για όταν διψάς για γνώση. Και υπάρχει μια λογοτεχνία για όταν είσαι απελπισμένος. Αυτή την τελευταία θέλησαν να κάνουν ο Ουίλσες Λίμα και ο Μπελάνο. Μέγα σφάλμα, όπως θα φανεί στη συνέχεια...”
Όλα αρχίζουν από “Μεξικανούς χαμένους στο Μεξικό” κι από την πρωτοπρόσωπη αφήγηση του πρωτοετούς φοιτητή της Νομικής Χουάν Γκαρσία Μαδέρο, ο οποίος αποδέχθηκε την εγκάρδια και τιμητική πρόσκληση να ενταχθεί στο ρεύμα του ενστικτορεαλισμού. Και ας πούμε ότι το πρώτο μεγάλο κεφάλαιο- αφήγηση αποτελεί τρόπον τινά... τελετή μύησης.
Ο Ρομπέρτο Μπολάνιο που μεσουρανεί τελικά μετά θάνατον, στο μυθιστόρημά του “Άγριοι Ντετέκτιβ” που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τον “Καστανιώτη”, στην κυριολεξία, κεντά, παραδίδοντας μαθήματα ύφους, δομής, ανάλυσης και σύνθεσης, ιστορίας, αλληγορίας, ποιητικής τέχνης, ταξιδιωτικής αναζήτησης και περιπλάνησης, ειρωνείας.
Οι δυο πρωταγωνιστές του μυθιστορήματος, και βασικοί συντελεστές του ρεύματος, Αρτούρο Μπελάνο και Ουίλσες Λίμα, για τους οποίους οι πάντες μιλούν, αφανείς. Αφηγητές με πανταχού παρόντες αυτούς, όλοι οι άλλοι. Αλλά και η ιδρύτρια του ενστικτορεαλισμού Σεσάρεα Τιναχέρο, επινόηση ή πλάσμα μυθικό, δεν θα διαφανεί στο βιβλίο παρά μονάχα πριν το τέλος. Ένα τέλος άκρως σουρεαλιστικά ειρωνικό, κάτι σαν ματαιότης- ματαιοτήτων- τα- πάντα- ματαιότης, σ' αυτό τον κόσμο.
Κι όμως, μεξικανοί εντός κι εκτός Μεξικού, χιλιανοί μέσα και έξω από την πατρίδα, ενστικτορεαλιστές που ήλπισαν όπως όλοι όσοι νέοι ξεκινούν κι ελπίζουν γράφοντας, να αλλάξουν εαυτόν και τον κόσμο, ταξιδεύουν ανά την Ευρώπη, Γαλλία, Αγγλία, Ισπανία, φτάνοντας μέχρι και μετά το Ισραήλ, αναζητώντας την χαμένη ιέρεια- Μητέρα για να της χαρίσουν τον πιο κουφό θάνατο και φινάλε!
Σε ένα μυθιστορηματικό ποταμό απ' όπου παρελαύνει όλη η λατινοαμερικάνικη κουλτούρα, ψυχή και ιστορία, οι επιδιώξεις των ανθρώπων να σηκωθούν λιγάκι ψηλότερα από το χώμα.
Η δομή του μυθιστορήματος, αριστουργηματική: στο πρώτο μέρος μια τεράστια πρωτοπρόσωπη αφήγηση ενός φοιτητή όπου από την σχεδόν παρθένα ματιά του αντικρίζουμε ό,τι αντικρίζει, κατανοεί και βιώνει. Ακολουθεί ένα μεγάλο μέρος με πάμπολλες πολυπρισματικές αφηγήσεις, αφηγητών που επαναλαμβάνονται ξαναπιάνοντας τον αφηγηματικό μίτο απ' τους οποίους μαθαίνουμε την περιήγηση των αρχηγών του ενστικτορεαλισμού Μπελάνο και Λίμα ανά τον κόσμο, ενώ το φινάλε αναλαμβάνει το τελευταίο ζευγάρι ενστικτορεαλιστών, καταδικασμένο ή ευνοημένο, όπως το δει κανείς, να βρει μαζί με τους δυο πανταχού παρόντες αφανείς πρωταγωνιστές, την μυθική πια Σεσάρεα Τιναχέρο και να την δει βλακωδώς και να ξεψυχά, όπως κάθε φιλόδοξο, ανθρώπινο... κίνημα, βήμα.
Στο μεταξύ, ζωή, ιστορία, πολιτική, ποιητική, κοινωνία, ελπίδες, τόλμη και φόβος, γίνονται δράση και ήρωες και καθημερινή ζωή, χάνονται, επανεμφανίζονται, προδίδουν και προδίδονται, επιβιώνουν.
Με κεντρικό άξονα, την λαχτάρα για την Ποίηση, για την όντως Λογοτεχνία, που την μαθαίνουμε από έναν πια έγκλειστο ενστικτορεαλιστή, τον Χοακίν Φοντ, στην Ψυχιατρική Κλινική “Η Ανάπαυσις στο δρόμο προς την Έρημο των Λεόντων”:
“Και τους το είπα. Τους προειδοποίησα. Τους υπέδειξα την τεχνικά τέλεια σελίδα. Τους επισήμανα τους κινδύνους. Μην εξαντλείτε τη φλέβα! Ταπεινοφροσύνη! Αναζητείστε, χαθείτε σε αγνώστους τόπους! Αλλά με μίτο, με ψίχουλα ψωμιού ή με λευκά βοτσαλάκια! Ωστόσο εγώ ήμουν τρελός, με είχαν τρελάνει οι κόρες μου, αυτοί οι ίδιοι, η Λάουρα Νταμιάν, και δεν μου έδωσαν σημασία”.
Η κεντρική ιδέα, θα μας δοθεί από έναν άσχετο, αριθμομνήμονα άτυχο-τυχερό τον Αντρές Ραμίρες στο μπαρ “Το Χρυσό κέρατο” στη Βαρκελώνη: “Μπελάνο, του είπα, η ουσία του ζητήματος είναι να ξέρει κανείς αν το κακό (ή το άδικο ή το έγκλημα ή όπως θέλετε πείτε το) είναι τυχαίο ή έχει κάποια αιτία. Αν έχει αιτία, μπορούμε να αγωνιστούμε εναντίον του, είναι δύσκολο να το νικήσουμε αλλά υπάρχει μια πιθανότητα, περίπου όπως δυο μποξέρ του ιδίου βάρους. Αν είναι τυχαίο, αντίθετα, την έχουμε γαμήσει. Ο Θεός, αν υπάρχει, ας μας λυπηθεί. Και σε αυτό συνοψίζονται όλα”.
'Ενα βιβλίο τεράστιο που εύχεσαι να μη σου τελειώσει ποτέ, για την ζωή και την επανάσταση, για την ποίηση και για την περιπλάνηση, για την αναγκαιότητα και το τυχαίο. Για τον έρωτα και τον θάνατο. Για το μάταιο και την αναζήτηση, για τον ίλιγγο της ζωής ή την θανάσιμη ανία. Όπου όλα είναι εδώ και αποκωδικοποιούνται αναλόγως.

ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ-
ΠΟΙΟΣ ΕΙΝΑΙ:
Ο Ρομπέρτο Μπολάνιο (Σαντιάγο Χιλής, 1953 - Βαρκελώνη, 2003), μυθιστοριογράφος και ποιητής, επέβαλε την παρουσία του μέσα σε πολύ λίγα χρόνια ανάμεσα στους σπουδαιότερους Λατινοαμερικανούς συγγραφείς. Στα δεκαπέντε του μετανάστευσε με την οικογένειά του στο Μεξικό από όπου επέστρεψε στη Χιλή το 1973 για να υποστηρίξει το κόμμα του Σαλβαδόρ Αλιέντε. Μετά το πραξικόπημα αναγκάστηκε να καταφύγει στο Μεξικό και στη συνέχεια στην Ισπανία, όπου και εγκαταστάθηκε. Τιμήθηκε με τα βραβεία «Herralde» και «Romulo Gallegos».
Από τα βιβλία του έχουν εκδοθεί στα ελληνικά οι συλλογές διηγημάτων «Πουτάνες φόνισσες» (Αγρα, 2008) και «Τηλεφωνήματα» (Αγρα, 2009) και τα μυθιστορήματα «Μακρινό αστέρι» (Καστανιώτης, 2007), «Τελευταία νύχτα στη Χιλή» (Μεταίχμιο, 2004), «Αγριοι ντετέκτιβ» (Καστανιώτης, 2009).
Θα πρέπει να επισημάνουμε ότι πεθαίνοντας (στις 15 Ιουλίου το 2003, σε ηλικία 50 χρόνων, σε νοσοκομείο της Βαρκελώνης) δεν είχε προλάβει να ολοκληρώσει το μεγάλο του μυθιστόρημα “2666” και παρά την επιθυμία του να εκδοθεί σε πέντε ξεχωριστά μέρη, ο εκδότης του Χόρχε Εράλδε, με τη σύμφωνη γνώμη της χήρας του Καρολίνα Λόπεθ, χάρη της συνοχής του έργου εκδίδει σε έναν μόνο τόμο το μνημειώδες μυθιστόρημα των 1.128 σελίδων. Το μυθιστόρημα χαιρετίζεται από την κριτική ως αριστούργημα.

YG1. Ενα μυθιστόρημα που μας υποδεικνύει όσα πρέπει να αναζητά η Λογοτεχνία. Κι όμως είναι ζωή του Μπολάνιο όλα αυτά, ο Αρτούρο Μπελάνο είναι ο Ρομπέρτο Μπολάνιο! Κι όλα είναι εδώ, ζωή και ποίηση, φως και σκοτάδι, διαμάντια και στάχτες, σπαραγμός και γέλιο μέχρι εγκεφαλικού ή έστω δακρύων.

YG- SOS: Tελικά, ναι, είμαστε οι εμμονές μας! Και ο Κύκλος που επαναλαμβάνεται είτε Ζωή είναι είτε Γραφή, εφόσον αυτά τα δυο είμαστε οι ίδιοι. Ο Αλτουσέρ δεν το είπε ότι οι ψευδαισθήσεις μας είναι πραγματικότητα, τελικά; Και ο Μανόλης Πρατικάκης με ξάφνιασε απίστευτα την Κυριακή λέγοντάς μου ότι η ψυχιατρική δέχεται όχι μονάχα την έκτη αίσθηση αλλά και τον... έκτο Πλανήτη! Δεν είναι άλλος παρά ο Κόσμος των Ιστοριών, μοναδικοί του κάτοικοι, αιώνιοι εκείνοι, οι μυθιστορηματικοί ήρωες! Γι' αυτό όσοι γράφουμε, ας το προσέξουμε λίγο αυτό, με έναν περίεργο, αλλόκοτα παράδοξο τρόπο, βρυκολακιάζουν οι ήρωές μας, τεράστιοι γίνονται, δεν εκδικούνται κανέναν, εμάς εκδικούνται.

YG3: Και με αφορμή έναν θάνατο, η... μετά Θάνατον όντως Ζωή, επειδή στη σιωπή, εν τέλει, αν αναπνέει, αναπνέει, Τέχνη και Χρόνος:
“Ήταν σ' αυτόν τον κόσμο, δεν ήταν αυτού του κόσμου”, “Τζ.Ντ.Σάλιντζερ, έμβλημα μιας γενιάς”, “Το μυστήριο Σάλιντζερ” που δεν λύθηκε ποτέ, ήρθε για να επαληθεύσει φεύγοντας στα 91 του χρόνια, ότι στα σκοτεινά και στη σιωπή κτίζεται το Φως. Και ότι ενίοτε το δημιούργημα μας υπερβαίνει. Πρέπει να μας υπερβαίνει. Όπως υπερβαίνει μέσα στον Χρόνο, κάθε δημιουργό. Η Ιλιάδα και η Οδύσσεια, αθάνατες, αλλά ο Όμηρος ήταν δεν ήταν ο Οδυσσέας; Το “Αναζητώντας τον Χρόνο” κερδίζει τον Χρόνο, όχι ο Προυστ. Ο Σαίξπηρ ήταν άγγλος; ιταλός που βρήκε φιλόξενη στέγη στην Αγγλία; Κι ο Πεσσόα εβδομήντα δύο ποιητικά κομματάκια- ετερώνυμοι.
Αλλά “Ο φύλακας στη Σίκαλη” ένας, ο Σάλιντζερ που έγραφε ως οφείλει να γράφει κάθε γεννημένος συγγραφέας. Αφήνοντας το δημιουργηθέν παιδί του στον Κόσμο, και γράφοντας κατ' ιδίαν, γι' αυτή καθ' εαυτή την ιαματική ηδονή της γραφής.
“Το να εκδίδω είναι μια τρομερή παραβίαση της ιδιωτικής μου ζωής. Μου αρέσει να γράφω. Το λατρεύω. Γράφω όμως μόνο για τον εαυτό μου και για την προσωπική μου ευχαρίστηση”, είπε στους New York Times το 1975 και σιώπησε. Έγινε ο ερημίτης του Νιου Χαμσάιρ.
“Από το 1953 είχε εγκαταλείψει τα γήινα”. Αλλά γήινα δεν είναι η ύπαιθρος, ο κόσμος μιας μικρής επαρχιακής πόλης που σε θεωρεί δικό του άνθρωπο, σέβεται τη σιωπή και τη στάση σου και την προστατεύει “στέλνοντας σε κυνήγι αγριόχηνας”, όσους αναζητούν αδιακρίτως να κερδοσκοπήσουν σε βάρος σου;
Ταυτισμένος με τον “Φύλακα στη σίκαλη” που δημοσιεύθηκε το 1947, “έγινε” ο επαναστατημένος Χόλντεν Κόλφιλντ παραμένοντας έφηβος για πάντα.
Γεννήθηκε στη Νέα Υόρκη την Πρωτοχρονιά του 1919, έφυγε αρχές 2010, αφήνοντας μια φωτογραφία του ασπρόμαυρη, ελάχιστα διηγήματα κι ένα βιβλίο που μας αλλάζει κι αλλάζει στον Χρόνο. Ήτοι, την πεμπτουσία του συγγραφέα, που είναι η ζωή και το έργο του. Κι ίσως μια έκπληξη- δώρο στα κλειστά του συρτάρια. Όσο για τη Σιωπή του, σιωπή από σιωπή φτάνει κι ως το αντίθετο: σιωπή του σοφού, του προφήτη, του δημιουργού, του ερημίτη, αλλά κι η μπερδεμένη σιωπή, η αμήχανη, του κενού, του ενόχου, του βλάκα ή του πανούργου.

YG finale> Μπεν- Χουρ- ποστ, αλλά ίσως λείψω για όσο, όσο...

02/02/2010

“Στη ζωή, όπως και στο πόκερ, τίποτα δεν είναι όπως φαίνεται. Η μπλόφα υπάρχει παντού”

Για τον Βαγγέλη Γαρουφάλλου και την “Βασίλισσα του βυθού”


“Αγαπητή Ιουλιέτα, (134)
Δεν είμαι μαλάκας. Ξέρω πως είναι μάταιο να γράφει κανείς γράμμα σε κάποιον που είναι νεκρός, πόσο μάλλον όταν δεν το γράφει καν, απλώς το επεξεργάζεται στο μυαλό του. Καταλαβαίνουμε επομένως και οι δυο ότι είναι παντελώς αδύνατο να διαβάσεις τα όσα σου γράφω.
Παρ' όλα αυτά θα συνεχίσω αυτό τον ψυχικά ανισόρροπο εσωτερικό μονόλογο, γιατί θέλω να μοιραστώ με κάποιον τις περιπέτειες που περνάω. Καλά δεν κάνω, Ιουλιέτα μου;
Έτυχε κι εγώ να γνωρίσω τον έρωτα. Ευτυχώς όχι στη φυλακή, αλλά πολύ όμορφα, με μια κοπέλα της ηλικίας μου. Να ερωτευτώ πραγματικά. Γιατί μέχρι τότε πίστευα πως έρωτας δεν υπάρχει, Ιουλιέτα μου.
Ένα κυνικό καθίκι ήμουνα. Να όμως που μου συνέβη. Με την κολλητή μου φίλη. Τράβηξα πολλά μέχρι να συνειδητοποιήσω ότι όντως την αγαπάω και δεν τη βλέπω φιλικά. Όταν τελικά το αποδέχτηκα, πέρασα μερόνυχτα ολόκληρα αγωνιώντας για το αν εκείνη θα δει αυτή την αλλαγή θετικά ή αρνητικά. Και σε αυτό το ταξίδι ήλπιζα να μάθω. Αυτό που με έκαιγε πάνω από όλα: Η περιέργειά μου για το τί συνέβαινε σ' αυτή την ιστορία. Και αυτό δεν μπορώ να το μάθω. Τη μια μου λέει πως δε με θέλει και δεν της έχει περάσει από το μυαλό, την άλλη με φιλάει και με λέει “κουφετάκι” επειδή φοράω ροζ μπλουζάκι. Εχω μπλέξει με μια σχιζοφρενή; Ιουλιέτα' πρέπει να με βοηθήσεις. Εσύ που ζεις στον κόσμο των πνευμάτων και προφανώς θα μπορείς να επηρεάζεις καταστάσεις περί τα εγκόσμια, αν με εννοείς, πρέπει να βάλεις ένα χεράκι. Να μάθεις τι ακριβώς γίνεται στο μυαλό αυτής της κοπέλας και να μου το πεις. Τώρα το με ποιον τρόπο θα το κάνεις αυτό, δεν ξέρω, αλλά μόνο μην εμφανιστείς μπροστά μου, γιατί αυτά τετ α τετ με φαντάσματα εγώ δεν τα θέλω. Αυτά είχα να σου πω. Φιλιά στον Ρωμαίο”.

Τους ανθρώπους τους αγαπάμε με μιας ή ποτέ!
Θυμάμαι ότι όταν είχα διαβάσει αυτή την φράση – την απλούστατη φράση- στην “Ξέφρενη Πορεία” του Κριστιάν Μπομπέν, αιστάνθηκα σα να μου είχε έρθει επιφοίτηση.
Με τον Βαγγέλη έτσι ακριβώς συνέβη. Μου ήταν συμπαθέστατος, με τη μια. Από την πρώτη στιγμή. Και ως πλάσμα- ο γιος που θα επιθυμούσα, ο συνεργάτης που θα ονειρευόμουν, ο νέος φίλος που θα μου έκανε την τιμή να με κάνει παρέα- και ως συγγραφέας.
Μια πρώτη γεύση ήδη την πήρατε!
Ο Μίλτος, - διπλανός μας,- πηγαίνει ταξίδι στη Βενετία με την κολλητή του με την οποία χρόοονια και παιδιόθεν είναι ερωτευμένος και που άλλοτε το ξέρει και άλλοτε δεν το ξέρει, συνευρίσκονται, ταξιδεύουν ως την Βερόνα κι επειδή άκρη δεν βγάζει γράφει ένα γράμμα στην Ιουλιέτα, μια που η Ιουλιέτα, Βασίλισσα Βικτόρια της καρδιάς του (η οποία εντελώς κυνικά στην αρχή θα του θυμίσει... στάση τρένου) του έχει κάνει την καρδιά πατίνι, το μόνο που του απομένει, είναι εκείνη η πανάρχαια, πρώτη διδάξασα, η σοφή.
Κι αν απ' το γράμμα του στην Ιουλιέτα νομίζετε ότι τα είπε όλα και ότι είναι έτσι απλά μια ερωτική ιστορία μεταξύ φίλων, έχετε πολύ γελαστεί!
Εξάλλου “ένας αγάπησε μια” δεν είναι και η Καρένινα?
Ας μη ξεχνάμε ότι ο έρως είναι υπαρξιακόν, και βαθύτατα ψυχαναλυτικόν, και μετρώ τα όριά μου είναι και... εάν σε ένα χερούλι πόρτας – όπως είχε πει εύστοχα ο Βίκτωρ Ουγκώ, κρύβεται μια ολόκληρη εποχή, πόσο μάλλον σε μια ερωτική ιστορία.
Απελπισμένη, αστεία, ευφάνταστη, αυτοσαρκαστική, και ολότελα ανοιχτή στους άλλους, στην κοινωνία, στο ταξίδι, στο ενδεχόμενο...
Μια ιστορία αγάπης με την βασίλισσα του βυθού που τον φτάνει ως τον δικό του βυθό (τον εαυτό μας αγαπάμε μέσα απ' τα μάτια του άλλου). Σε μια πολιτεία που βουλιάζει, βουλιάζει στο ίδιο της το μεγαλείο, σαν τον έρωτα, στο νερό.
Βενετία και Βικτόρια. Σαγήνη, νερό και βυθός και δυο.
Με έναν συγγραφικό τρόπο απολύτως ανατρεπτικό. Με εκείνα τα συγκλονιστικά του ιντερμέδια που τα είχε απ' τα πρώτα του διηγήματα ήδη εφεύρει (“Πρωινά ξυπνήματα”, τι ξάφνιασμα κι αυτό!) και με τα άλλα, τα εντελώς δικά του δαιμονικά εύστροφα μότο του, ολότελα δικής του κοπής (και ραφής!)

“Ο έρωτας είναι ένα παιχνίδι ποδοσφαίρου. Πρέπει να πιέζεις ψηλά, αλλά να μην ανοίγεσαι πολύ γιατί θα το φας στην αντεπίθεση” (Ροδόλφος Φαν Άμπααλεν, Ολλανδός μεροκαματιάρης προπονητής).
“Αν τραβήξεις για το βασίλειο των ουρανών, να ξέρεις πως είναι μακρύς ο δρόμος. Πάρε μαζί σου καμιά πορτοκαλάδα” (Ιωάννης ο βαδιστής, Ελληνας τζόκει επί πάγου)
“Αν όποιος χάνει στα χαρτιά κερδίζει στην αγάπη, ο Τζον Τάραμας θα έπρεπε να είναι παρθένος” (Λας Ρέγκας, μεξικάνος νεροπιστολάς)
“Όποιος είναι έξω απ' το Ζορό, πολλά τραγούδια λέει” (Παλιά Ισπανική παροιμία)
“Φούντα, φούντα, τα χρόνια που 'ντα” (Δε μαν, Τζαμαικανός ντίλερ)
“Αν πετύχει η μαλακία, τύφλα να 'χει το γαμήσι” (Πάουλο Τρομπέιρο, Πορτογάλος πιστός του αυνανισμού).
“Εγώ πότε θα γίνω μάνα;” (Έλα Νας Εγλίψο, Αφγανή τρανσέξουαλ)
“Μεγάλη τσουτσού φάε, μεγάλο λόγο μη λες” (Έντουαρντ Νόρτον Αντιβάιρους, Καναδός οδοντίατρος)
“Το τέλος θα έρθει με μεγάλες καταστροφές” (Νοστράδαμος, Διαχρονικός Παπατζής)

"Η Εύα βγήκε από το πλευρό του Αδάμ και μετά την είχε στο πλευρό του. Ποιο το νόημα;" (Σφαζ Ο' Παρθένες, Ιρλανδοισπανός σατανιστής)
"Γιαλό να πας, γιαλό να ρθεις, γιαλό να πας να γαμηθείς" (Μπάμπης Μανούρας, Ελληνας μούτσος)
"Μπεεεεεε" (Ντόλι, Πρόβατο).
“Ο έρωτας πάντα θριαμβεύει” (Κάποιος μαλάκας)

Ε εντάξει όχι και κατά όλα!
“Να πάνε στο διάολο όλοι” (Βασίλης Λεβέντης, Ελληνας πολιτικός)
“Και τώρα τρέχουμε” (Παναγιώτης Αβαβάς, Ελληνας διαιτητής)

 «Υπάρχει μια σκέψη που με γεμίζει ελπίδα.
Μια και μοναδική, για την ακρίβεια. Ότι αργά ή γρήγορα, όλοι σπανάκι θα γίνουμε».
Γλώσσα ατακαριστή, αυτοσαρκαστική, ειρωνική, ύφος ανατρεπτικό, γραφή ατμοσφαιρική με ακριβείς και λιτούς σχεδόν θεατρικούς διαλόγους, δομή ευφυής και πρωτότυπη, ένα αναγνωστικό ξάφνιασμα αυτή η πρώτη συλλογή.
Με τον τίτλο «Πρωινά ξυπνήματα» ο Βαγγέλης Γαροφάλλου σκιαγραφεί με αδρές ανατρεπτικές και αποκαλυπτικές πινελιές τη ζωή. Εφόσον το κάθε ένα «πρωινό ξύπνημα» αποτελεί κι έναν τρόπο! Μια μέθοδο. Τρόπο ή μεθοδολογία ζωής!

Θυμάμαι έγραφα ξαφνιασμένη πριν από λίγο καιρό.

Μια ανατρεπτική συλλογή ιστοριών- ξάφνιασμα, που διαθέτει στο μέγιστο: ύφος, ατμόσφαιρα, χιούμορ και αυτοσαρκασμό, πρωτοτυπία και κοινωνική κριτική. Δεν αποφεύγει τα δύσκολα, χωρίς να προσποιείται τίποτε το σπουδαίο. Μια φρέσκια, αφηγηματικά δυνατή, καινούργια, μοντέρνα, φωνή. Τα ιντερμέδια, σε ρόλο πανεπόπτη Θεού ή υποσυνειδήτου, συγγραφική σύλληψη μοναδική.
Κατέληγα.

Συγγραφικές αρετές που περιλαμβάνει στο έπακρον και το πρώτο του μυθιστόρημα “Η βασίλισσα του βυθού”. Εξάλλου πρόκειται για τρόπο σκέψης, τρόπο ζωής, ματιά ζωής. Στα συναισθήματα, στον τόπο, στην εποχή, στον χρόνο. Στην γλώσσα πάνω απ' όλα. Με έναν τρόπο σπαρταριστό και ολοζώντανο. Αυτοσαρκαστικό και τρυφερό. Διαφορετικό.

Επιτρέψατέ μου να τελειώσω με λόγια του:

“Οι κρισιμότερες στιγμές της ζωής μας είναι αυτές στις οποίες τείνουμε να τα κάνουμε θάλασσα”
Στην Πόλη του έρωτα, όπου...
“Μια πόλη που σιγά σιγά βυθίζεται, χάνεται, μέσα στο ίδιο το στοιχείο που της προσδίδει το μεγαλείο της. Το νερό. Μια υδάτινη πριγκίπισσα με προορισμό να γίνει η βασίλισσα του βυθού”.

Βικτόρια και Βενετία. Βυθίζονται στο ίδιο τους το στοιχείο που τους προσδίδει το μεγαλείο.
Βασίλισσες κι οι δυο του Βυθού.

Εξάλλου είπαμε, ή μάλλον ο συγγραφέας μας είπε:
“Στη ζωή, όπως και στο πόκερ, τίποτα δεν είναι όπως φαίνεται. Η μπλόφα υπάρχει παντού” Ετσι ώστε “Κάθε φράση να έχει διπλή ανάγνωση. Μπορεί και τριπλή, και τετραπλή”.
Αλλά στο παιχνίδι και στον έρωτα πρέπει να ξέρει πότε πρέπει να φεύγει κανείς.

YG. Ως κείμενο το είπα στη Σβούρα κατά την παρουσίαση του βιβλίου που μου κρατούσε εκπλήξεις ευχάριστες (τον εκδότη του, για χρόνια τον εκτιμούσα χωρίς ποτέ να τον δω, για χρόνια τον έχασα και τώρα χαρήκαμε αμφότεροι που βρεθήκαμε και έχουμε και.. πρόσωπο, δηλαδή είδε επιτέλους ο ένας τον άλλον) και ένα μέρος του δημοσιεύτηκε στο Έθνος της Κυριακής.

YG2- SOS: ΕΙΜΑΣΤΕ οι εμμονές μας, αλίμονο! Για να γνωρίσεις κάποιον, αρκεί να μάθεις αυτές, αλλά δεν... Γιαυτό και... Αποκάλυψη όμως διότι μια ζωή ο ίδιος κι ο ίδιος και ο ίδιος κύκλος... Οι δικές μου εμμονές, επιθυμία και ενοχές, ο συνδιασμός του εύκολου θύματος που σκοτώνει (το θύμα πάντα) (εκτός και αν ενηλικιωθεί) (κάποτε) Αλλά το ό,τι είμεθα οι εμμονές μας, ούτε λόγος! Και όσο για την μέλλουσα ζωή, αρκεί η παρελθούσα, τα ίδια επακριβώς! Αρα...

01/02/2010

Το παραβάν

“Δεν καταλαβαίνεις, το παραβάν έχει συμβολική σημασία. Γιατί εκείνη τη στιγμή κατάλαβα ότι είχα περάσει όλη τη ζωή μου πίσω από ένα παραβάν. Κρυφοκοιτάζοντας τι κάνουν οι άλλοι, καραδοκώντας την κατάλληλη ευκαιρία. Γιατί έγινα κλέφτης; ρώτησα τον εαυτό μου. Γιατί; Γιατί;”
“Εύα” λέγεται το βιβλίο, αλλά εκεί να σκέπτομαι πόσοι από μας έχουν περάσει μια ζωή πίσω απ' το παραβάν. Με πάμπολλους τρόπους, ακόμα κι εκείνους που εξαπατητητικά δείχνουν εκτός παραβάν...
Φανταχτερά αρχίζει. Με ρεβεγιόν Πρωτοχρονιάς. Μπούκλες, φορέματα, γέλια, όλη η αφρόκρεμα του βιβλίου, συγγραφείς, εκδότες, κριτικοί, παρατρεχάμενοι, όλοι εκεί.
Και σ' ένα μπορντέλο τελειώνει. Αφού κάνει τον σκοτεινό γύρο της πιο αυθεντικής κρυφής Αθήνας. Με μια πόρνη σοφή, έναν κλέφτη φιλόσοφο- ποιητή και μια Εύα – Αλίκη στους λαβυρίνθους της ύπαρξής της.
Είχαν αποπειραθεί να την κλέψουν πριν από λίγο καιρό. Αλλ' όμως τον πρόφτασε, του πήρε τη τσάντα, “να είναι όλα εδώ” της είπε, αλλά ήταν όλα εδώ;
Ο κλέφτης της έγινε έκτοτε έμμονη ιδέα. Η ίδια έγινε ο κλέφτης, σχεδόν. 'Εως αυτό το βράδυ Πρωτοχρονιάς. Ο Εντι ο κλέφτης, δεν είναι ο δικός της, αλλά έχει αγγίξει πίσω από το δικό του παραβάν, ακριβώς όπως κι εκείνη, πίσω από το δικό της, την ίδια “λεπτή σαν τρίχα” και “σαν αχτίδα φεγγαριού” κλωστή.
“Ξέρετε πόσες φορές παρουσιάζεται αυτή η ευκαιρία σε άνθρωπο; Η ευκαιρία ν' αρπάξει αυτή την κλωστή, να την ακολουθήσει με ευλάβεια για να καταλάβει επιτέλους τι συμβαίνει; Πόσες; Δυο τρεις φορές το πολύ. Σε μερικούς καθόλου”. Κι όμως αυτή “η κλωστή μπορεί να οδηγήσει στο νόημα της ζωής. Να απαντήσει στο κορυφαίο ερώτημα: γιατί βρίσκομαι εδώ και τι θέλουν αυτοί γύρω μου;”
Κι έτσι Εύα και Εντι ο κλέφτης, από διαφορετική την πλευρά του ίδιου παραβάν, αν τελικά σταθούν τυχεροί, μια νύχτα λαμπερά σκοτεινή Πρωτοχρονιάς “μπορεί και να τα δουν όλα μέσα στο άπλετο φως”. Αν και δεν πρόκειται ακριβώς για φως αλλά και πάλι, για σκοτάδι πήχτρα. Αλλά ένα σκοτάδι πηχτά αποκαλυπτικό, κάτι που κάνει κι εκείνη, την Εύα, τόσο βασανιστικά να αναρωτιέται “σαν το λάθος να ήταν δικό της”, “σαν να έφταιγε εκείνη που της πήρε το πορτοφόλι αυτός”.
Αφού βρεθήκανε κι οι δυο αντιμέτωποι στο ίδιο παραβάν...
Στο καινούργιο της μυθιστόρημα η Έρση Σωτηροπούλου με αδυσώπητη ειρωνεία κάνει θαύματα πάλι, με ζιγκ ζαγκ στους έρημους δρόμους της Αθήνας και στην ανθρώπινη άβυσσο και καταχνιά.

YG1. Καλό και άγιο... Φεβρουάριο, ναι; Και χωρίς... παραβάν. Αρκετή συσκότιση εκ του φυσικού υπάρχει, αρκεί, εκ του περισσού όλη η άλλη...
YG2: Mohaki, μήπως να το καθιερώναμε αυτό το τσαγάκι-απόγευμα-Κυριακή; Μου είχε λείψει λέμε πολύ...
Πριγκίπισσα- Νεφέλη, η Μαίρη Πόππινς θέλει μαζί σου και με την καινούργια ομπρέλα της να πετά κάθε Σάββατο πια, ναι?

Και όσο για το “Παραβάν” δημοσιεύθηκε στο Έθνος της Κυριακής (άνευ) (παραβάν) (του... παραβάντος! Με τρελαίνει!)

28/01/2010

“Μόνο ο παράφορος έρωτας και το πένθος για λίγο μας ξεκουνάνε”.

“Πριν με ονόμασες κοφτερή...”
“Μη με παρεξηγείς, απάντησα. Για μένα υπήρξες αυτές τις μέρες ένας καθρέφτης. Με χάιδεψες και σε χάιδεψα. Με δάγκωσες και σε δάγκωσα. Ακόμη και χωρίς να το ξέρεις, βρήκες το στόχο και τον τρύπησες”.
“Το στόχο;”
“Ναι, την ψυχή μου. Έπεσες σαν σταγόνα βροχής στο κεφάλι μου κι αυτομάτως το μυαλό μου έπαψε να δουλεύει. Δεν ξέρεις πόσο είχα ανάγκη αυτή τη σιωπή. Ήταν μια γεμάτη σιωπή. Εσύ, μια άγνωστη, μ' έκανες να ξανανιώσω παιδί και να ξαναβρώ τον ανδρισμό μου. Να ξαναγίνω άνθρωπος. Γι' αυτό ήρθε η ώρα να φύγω...”

“ΤΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑ ΤΗΣ” του Κωστή Γκιμοσούλη. Εκδ. “Κέδρος”, σελ. 264, € 14

“Μια ιστορία θα σου αφηγηθώ όμοια με εκατομμύρια άλλες. Κι όμως εμείς οι άνθρωποι θέλουμε ν' ακούμε ιστορίες κι ας τις έχουμε ξανακούσει με διαφορετικούς τρόπους χιλιάδες φορές. Λες και μας παρηγορούν, επειδή στην ουσία μένουμε ακίνητοι όπως οι πέτρες. Μόνο ο παράφορος έρωτας και το πένθος για λίγο μας ξεκουνάνε”.
Ισχυρίζεται η Περσεφόνη, η ηρωίδα στο καινούργιο του μυθιστόρημα “Το φάντασμά της” αλλά ο συγγραφέας της το πραγματοποιεί κατ' επανάληψη. Παράφορος έρωτας, πένθος και ταξίδι, και η ζωή, η ύπαρξη, αλλάζει πλευρό.
Μυθιστορήματα δρόμου, τα τελευταία του μυθιστορήματα, κι υπαρξιακού θάμβους, παντελώς ανοιχτά στο ενδεχόμενο, τελικά.
“Το Φάντασμά της” αρχίζει με ένα... πραγματικό φάντασμα. Ο αφηγητής, έχοντας χάσει την πίστη του και τον προσανατολισμό του, χάνει και την μηχανή του στη μέση του πουθενά ακολουθώντας μιαν άγνωστη που γνωρίζει στο κοιμητήριο μετά από παρότρυνση του νεκρού άνδρα της που του μοιάζει: “αγάπα την για να μπορέσω να αναληφθώ στον ουρανό” σχεδόν του το λέει.
Και για όσο, όπως, αμήχανα κι άτσαλα, τραυματισμένα, στο μέτρο του δυνατού, “την αγαπά”. Ταξιδεύουν μαζί, κοιμούνται μαζί, μαγειρεύει γι' αυτόν και τρώει απ' τα φαγάκια της, γίνεται φίλος με τα παιδιά της, συνεννοείται μαζί τους ωσεί παιδί.
Την γιατρεύει και γιατρεύεται, αγγίζει μαζί της απίστευτα συνειδησιακά βάθη, συμφιλιώνεται με τα προσωπικά ψεύδη και προσεύχεται στον πατέρα, τον προσωπικό άγιο. Αποποιείται τον ψεύτικο εαυτό και επανεξετάζει την θανάσιμη αίσθηση της επιστροφής, αναζητώντας το βλέμμα εκείνου που επειδή φοβήθηκε πολύ δεν έχει πια τίποτε να φοβηθεί.
Τα λυμένα ζητήματα πολλά, παρ' ό,τι “όλα είναι δρόμος”. Ενδεχομένως επειδή “όλα είναι δρόμος”! “Η ζωή, μέσα κι έξω από το κεφάλι, είναι για μένα αποτελεσματική μόνο όταν μετακινούμαι”, ο ήρωας και αφηγητής θα μας το πει απ' την αρχή. Και η Συνάντηση, μάλλον γρίφος επίσης που μέλει να αποδειχθεί: “Τη διάλεξα; Με διάλεξε εκείνη; Μάλλον το δεύτερο. Δεν ήμουν παρά ένας περιπλανώμενος, κάποιος που έχει χάσει το ενδιαφέρον του για τα πάντα”. Που τον τρομάζει απίστευτα, όμως, ο ψεύτικος εαυτός.
Τελειώνοντας, θα είναι όπως σ' εκείνο “Το γεράκι της Μάλτας” του Χάμετ, ακριβώς το ίδιο μετά από έναν έρωτα και από μια περιπλάνηση, και σε εκείνον θα του έχει συμβεί: “Ένιωσε σαν κάποιος να είχε βγάλει το καπάκι απ' τη ζωή και τον άφησε να δει πώς δουλεύουν τα γρανάζια μέσα”. Και το φάντασμά της, φάντασμά του στα δικά του γρανάζια, τελικά.
Ενδεχομένως και ο πλέον αποκαλυπτικός και ψυχαναλυτικός Γκιμοσούλης. Με το φάντασμα του πατέρα αλλά και αντίπαλου εραστή και με την Μητέρα και τον άλυτο γρίφο της, το ημιτελές χάδι να μπαίνει επί τάπητος στην πεζογραφική του μυθολογία για πρώτη φορά.
Ατμοσφαιρικός, αισθησιακός, ποιητικός, ηρωικά απελπισμένος, πηγαινοέρχεται με την “Περσεφόνη” (καθόλου τυχαία) στα κρυφά και στα φανερά, στη ζωή τη ζώσα και στον πανταχού παρόντα θάνατο, αφήνοντας φινάλε, όπως κι ο ήρωας την πόρτα: ανοιχτή.
Μια ιστορία που ξεκίνησε ως μεταφυσική και τελειώνοντας έχει γίνει αλληγορική, διαδρομή αυτογνωσίας, ιαματικά παραβολική. Όπου “Το θηρίο (που) είναι παντού” κι εδώ γίνεται “Το φάντασμά της” αλλά που υπάρχει μόνον και εφόσον το εμπεριέχεις.
“Πριν με ονόμασες κοφτερή...”
“Μη με παρεξηγείς, απάντησα. Για μένα υπήρξες αυτές τις μέρες ένας καθρέφτης. Με χάιδεψες και σε χάιδεψα. Με δάγκωσες και σε δάγκωσα. Ακόμη και χωρίς να το ξέρεις, βρήκες το στόχο και τον τρύπησες”.
“Το στόχο;”
“Ναι, την ψυχή μου. Έπεσες σαν σταγόνα βροχής στο κεφάλι μου κι αυτομάτως το μυαλό μου έπαψε να δουλεύει. Δεν ξέρεις πόσο είχα ανάγκη αυτή τη σιωπή. Ήταν μια γεμάτη σιωπή. Εσύ, μια άγνωστη, μ' έκανες να ξανανιώσω παιδί και να ξαναβρώ τον ανδρισμό μου. Να ξαναγίνω άνθρωπος. Γι' αυτό ήρθε η ώρα να φύγω...”
Με μια επιστροφή όπου δεν θα είναι θάνατος, αυτή τη φορά...


ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ-
ΕΡΓΑ ΤΟΥ:
Ο Κωστής Γκιμοσούλης γράφει διηγήματα, που καμιά φορά μεγαλώνουν και γίνονται μυθιστορήματα, όπως "Ο άγγελος της μηχανής", "Μια νύχτα με την Κόκκινη", "Ανατολή" και "Χέρι στη φωτιά". Επίσης ποιητικές συλλογές, όπως "Ο ξυλοκόπος πυρετός", "Αγία μελάνη", "Το στόμα κλέφτης", "Επικίνδυνα παιδιά", αλλά και το "ανάμεικτο" "Μαύρος χρυσός" (Ποιήματα + διηγήματα + ζωγραφιές).
Εργα του:
Ποιήματα:
“Ο ξυλοκόπος πυρετός”, 1983
“Η αγία μελάνη”, 1983
“Το στόμα κλέφτης”, 1986
“Επικίνδυνα παιδιά”, 1992
“Αγάπη από ζήλια”, 2004
Πεζά:
“Στάχτη στα μάτια”, 1988
“Ο άγγελος της μηχανής”, 1990
“Μια νύχτα με την κόκκινη”, 1995
“Ανατολή”, 1998
“Χέρι στη φωτιά”, 1999
“Βρέχει φως”, 2002
“Το θηρίο είναι παντού”, 2003
“Εξομολόγηση σ' ένα κολομβιανό σκύλο”, 2006
“Η κραυγή της πεταλούδας”, 2007
“Το φάντασμά της”, 2009
Ανάμεικτα:
“Μαύρος χρυσός (ποιήματα + ζωγραφιές), 2000


ΥΓ1. Με τον Κωστή, κατά ένα μυστηριώδη τρόπο συμπίπτουμε: στις ιστορίες ζωής, στις χάρτινες ιστορίες. Το κουφό είναι το ότι αυτό συμβαίνει και την ίδια χρονική στιγμή! 'Ασχετο...

ΥΓ2. Σχετικό. Σάββατο δωδεκάμιση μεσημέρι στην ΕΤ3 η μεγάλη αναμέτρηση με την... σπατάλη και το εύθραυστο που είναι παντού, τουλάχιστον στη δική μου ζωή. Με τον Βασίλη Βασιλικό και με αφορμή “Το βιβλίο του Κακού” (Μαγικό Κουτί) κι εκείνον το απίστευτο Σκοτ Φιτζέραλντ (το εύθραυστο ζεύγος Φιτζέραλντ, τελικά, που δεν έπαψε σε όλη του τη ζωή να αγαπιέται και να αλληλολαβώνεται). Ούτε και τώρα το καταλαβαίνω γιατί η Σπατάλη είναι Αμάρτημα, και γιατί έβδομο κύκλο Κόλασης, παρακαλώ, κύριε Δάντη? Ευχαριστώ, πάντα θα τον ευχαριστώ, τον φίλο που μου χάρισε την ιδέα. Το “Ράγισε” βγήκε μια ενδιαφέρουσα ιστορία και ναι “στην αρχή της λογοτεχνίας βρίσκεται ο μύθος, και στο τέλος της πάλι ο μύθος”, κύριε Μπόρχες! Και στην αρχή της ζωής και στο τέλος της, πάλι ο μύθος! (ε να μη πω κι εγώ το σύνηθες κάτι τις μου?)

ΥΓ3.Σιωπή από σιωπή, έχει μεγάλη διαφορά. Το σκεφτόμουν με αφορμή τη Σιωπή του Σάλιντζερ με έναν "Φύλακα" ωστόσο τόσο βροντερό. Υπάρχει η Σιωπή του ασκητή, του σοφού, του ενόχου, του δειλού, του μπουρδουκλωμένου, του κενού... Και δεν είναι πάντα χρυσός! Χωρίς αποδείξεις μπορεί να είναι και... αέρας κοπανιστός! (υπάρχει κι αυτό το "δεν μιλώ δεν λαλώ για να καλοπαντρευτώ!" τι φρίκη!)

27/01/2010

Η Νεφέλη στο Νησί του Παντός

Για την Νεφέλη που σήμερα γίνεται τεσσάρων, για την Ντανιέλα και τη Dorothy Snot που όταν μπερδεύομαι με ξανακάνουν παιδί, για εκείνα τα γοβάκια που κάποτε τα είχα κάνει ποίημα και πάει, χάθηκαν, λέει (στο ποίημα)...

Της Νεφέλης, λοιπόν, που τα βρήκε σ’ ένα περίπτερο αυτά τα γοβάκια,
με την αγάπη μου που είναι τόοοοοοσο μεγάλη και φτάνει παντού, ως το Νησί του Παντός. Και της Αναστασίας που, σαν την Πολυάννα και την Σταχτοπούτα, ακόμα τα φορά. Με την φιλία μου που είναι τόοοοοση μεγάλη που με στηρίζει και φτάνει παντού, ως και την Μαγική Καθημερινότητα, τελικά.


(Ένα Παραμύθι για
Το Θαύμα της Τέχνης,
τον Σωστό Χρόνο και
το Νόημα στη Ζωή).


Η Νεφέλη είχε μάθει να ταξιδεύει από μικρή. Η Νεφέλη ήξερε να ταξιδεύει μέσα στα όνειρά της. Κι έβλεπε όνειρα πολλά. Περνούσε καλά σε όλα τα όνειρά της.
Έφτανε μόνο να κλείσει τα μάτια της η Νεφέλη για να μπορέσει να ονειρευτεί και να μεταφερθεί στη Χώρα του Ποτέ- Ποτέ, στο Νησί του Παντός, στην Πολιτεία του Πράσινου και του Κίτρινου Ήλιου, στον πλανήτη του Κόκκινου Παπαγάλου, στο ποτάμι του Ροζ Ελέφαντα, στο δάσος της Ντόροθι Σνοτ, στη λίμνη του Κίτρινου Κύκνου, στην έρημο της Πορτοκαλιάς Καμήλας, στη στέπα της Γαλάζιας Αρκούδας, στον πλανήτη του Εξωγήινου που μιλά με εικόνες, στο φεγγάρι με τα Ασημένια Ζαχαρωτά, στη πλατεία με τους πολύχρωμους Φτερωτούς Κλόουν, στη σοφίτα της Άσπρης Νεράιδας, στο Πύργο του Κόμη της Σοκολάτας, στο σπιτάκι στο δάσος όπου μιλούν με ανθρώπινη φωνή τα πουλιά, στην Αλεξανδρινή Βιβλιοθήκη με τον φίλο της τον κυρ- Παντογνώστη, στη Πολιτεία του Νερού με τον καπετάν Φουρτούνα, στο Μουσείο της Γνώσης με την κυρία Ξερόλα, στο πειρατικό του Κάπτεν Χουκ.
Το δωμάτιό της είναι ένα δωμάτιο που περπατά. Αλλά και ποιος θα την πιστέψει; Αποφάσισε να μην το αποκαλύψει σε κανέναν. «Θα το δουν μόνοι τους», σκέφτηκε. Αλλά τα μάτια των μεγάλων συνήθισαν. Και πια δεν βλέπουν πολλά. Και όσο για τα μυστικά, παύουν να υπάρχουν έτσι και αρχίσεις να τα λες στον καθένα.

Το πρώτο ταξίδι της έγινε μια ηλιόλουστη Κυριακή. Το σπίτι κοιμόταν. Μονάχα η Ζαχαρούλα η κούκλα της ήταν ξύπνια. Και αυτή είχε και την ιδέα.
Με την Ζαχαρούλα δεν χρειαζόταν καν να μιλά. Για να καταλάβει ό,τι σκεφτόταν, έφτανε απλώς να το σκεφτεί. Ή να της ρίξει ένα έξυπνο βλέμμα.
Το τεράστιο μολύβι ο Πινόκιο ήταν ήδη εκεί. Δίπλα στο ροζ- μοβ κομοδίνο. Και το σημειωματάριο με τις γαλάζιες πεταλούδες κι ένα αυτοκίνητο που ήταν άμαξα πρώτα και πολύ παλιά, κολοκύθα.
Για να πάει την Σταχτοπούτα στο χορό. Αλλά τώρα για να ταξιδεύει την Νεφέλη, κάποιες φορές, μπορεί να γίνει και ένα αμάξι με φτερά.

Στην πρώτη σελίδα είχε ζωγραφίσει τις κούκλες της, η Νεφέλη. Τη Ζαχαρούλα με ροζ πουέντ και φουρό μπαλαρίνας. Τη Δωροθέα, με γαλάζιο φόρεμα, έτοιμη κι αυτή για το χορό. Τη Μεταξία την είχε ντύσει με τις πιζάμες της, σα λιβάδι με φράουλες, μόλις είχε βγάλει τη ροζ χνουδάτη της ρόμπα.
Έτσι, προτού κοιμηθεί, χάζευε λίγο τον χορό της Ζαχαρούλας, ευχόταν «καλή διασκέδαση» στη Δωροθέα και «Καληνύχτα» στη Μεταξούλα.

Σήμερα, όμως, είναι πολύ πρωί, Κυριακή, και όλοι κοιμούνται στο σπίτι. Παίρνει το μολύβι- Πινόκιο που μπορεί και γράφει σε όλα τα χρώματα, καφέ για τα βουνά, γαλάζιο για τον ουρανό και τη θάλασσα, πράσινο για τους κάμπους, κίτρινο για τα χωράφια και τα σπαρτά, κόκκινο για τα λουλούδια, τα μήλα και τα κεραμίδια, και αρχίζει να ζωγραφίζει μια χώρα που ονειρεύεται συχνά.
Ένα νησί καταπράσινο με καταρράχτες, ποτάμια, μικρές λίμνες και γεμάτο μέλισσες και πεταλούδες και πουλιά.
«Εκεί κατοικούν οι ήρωες των παραμυθιών», της είχε πει η μαμά. «Κι αν το μπορέσει κάποιος να πάει, θα βρει οπωσδήποτε την Σταχτοπούτα και την Χιονάτη, τον πραγματικό Πινόκιο του παραμυθιού, τον Πήτερ Παν, τον Ροβινσώνα Κρούσο, τον πλοίαρχο Νέμο και τον Οδυσσεβάχ. Αν είναι τυχερός, και την Πολυάννα μικρή που, κάποιες φορές, επιστρέφει».

Η θάλασσα γύρω είναι γλυκιά, σα να ‘χουνε λειώσει χίλια γλειφιτζούρια. Γι’ αυτό και τα καράβια των μεγάλων, δεν ταξιδεύουνε συχνά, επειδή κολλάνε. Βλέπετε, το Νησί του Παντός για να σε δεχτεί, θα πρέπει να σε περιμένει και να το πιστεύεις.

Η Νεφέλη, όμως, το ονειρεύεται συχνά. Και είναι σα να το έχει κιόλας επισκεφθεί, σα να το ξέρει.
Το βλέπει ολοζώντανο πρώτα στο χαρτί. Φροντίζει γι’ αυτό ο Πινόκιο-μολύβι.
Τα σμαραγδιά νερά του νησιού αστράφτουν σαν διαμαντάκια μέσα στον ήλιο. Τ’ αηδόνια την καλούν και της τραγουδούν «έλα να παίξουμε όλοι μαζί Νεφέλη». Η Χιονάτη με τους εφτά νάνους της έχουν ξαπλώσει στην καταπράσινη χλόη. Η Σταχτοπούτα με το ένα γοβάκι της έχει μόλις γυρίσει απ’ το χορό. Ο Πήτερ Παν βρήκε επιτέλους το νησί των ονείρων του και σκέφτηκε «για πάντα εδώ να μείνει». Κι ο Ροβινσώνας Κρούσος έχει φτιάξει σπιτάκια ξύλινα, έχει ψαρέψει και ετοιμάζει φαγητό. Ο Κοντορεβιθούλης, για να μην ανησυχεί κανείς, έχει γεμίσει σποράκια τη θάλασσα και τον ουρανό. Με όποιον τρόπο κι αν ταξιδέψει κανείς, δεν πρόκειται να χάσει ποτέ τον δρόμο.

Η Ζαχαρούλα είναι σύμφωνη. Η Δωροθέα, πετά τη σκούφια της για εκδρομές. Η Μεταξούλα, λίγο, νυστάζει. Αλλά είναι φίλες της, και τους αρέσει πολύ η συντροφιά με τη Νεφέλη.

Κοιτά ένα γύρω, η Νεφέλη, κανείς. Ανοίγει τ’ αυτιά της, η μαμά κι ο μπαμπάς της ακόμα κοιμούνται. Κι έχει έναν ήλιο στο Νησί του Παντός που την καλεί, μα έναν ήλιο…

Πρώτα στέλνει τη Ζαχαρούλα και την Δωροθέα με το ιπτάμενό της αμάξι. Δεν χρειάζεται κανείς να είναι καλός οδηγός, το αυτοκίνητο που ζωγραφίζει είναι σαν το Νησί του Παντός, πηγαίνει παντού. Είναι ένα μαγικό αμάξι.
Μετά, ανεβαίνει και η ίδια η Νεφέλη. Η Μεταξούλα, μόλις που προλαβαίνει να βγάλει τις πιζάμες με τις φράουλες και την ροζ ρόμπα.
Και μόλις τελειώνει και την τελευταία μπλε, μοβ, σμαραγδί μολυβιά έχουν βρεθεί στο Νησί του Παντός και επιτέλους η Νεφέλη γνωρίζει κι από κοντά όλους όσους αγάπησε τόσο πολύ μέσα από τα παραμύθια.
Η Χιονάτη, είναι ακόμα ωραιότερη και αστραφτερή. Οι νάνοι, τόσο καλοί, κάνουν τούμπες απ’ την χαρά τους.
Η Σταχτοπούτα φορά το ασημένιο γοβάκι της και τους δείχνει την άμαξα- κολοκύθα. Ο Πινόκιο έχει τελειώσει τις περιπέτειές του στον κόσμο και είναι φίλοι καλοί με τον Πήτερ Παν, η Πολυάννα έρχεται εδώ, της λέει, συχνά, γιατί σ’ αυτό το Νησί μπορεί και γίνεται πάντα παιδί. Και από τώρα και στο εξής, όποτε θέλει, θα μπορεί να έρχεται και η Νεφέλη.
Η Ζαχαρούλα, η Δωροθέα και η Μεταξούλα είναι χαρούμενες γιατί όλα είναι ζωντανά εδώ και μιλούν: τα πουλιά, τα λουλούδια, τα ποτάμια, οι πολυθρόνες, τα παράθυρα στο ξύλινο σπίτι στο δάσος.
Περνούν την ώρα τους με ιστορίες που αφηγείται ο καθένας, γνωρίζουν το νησί, παίζουν και τρέχουν και τραγουδούν με τις ώρες. Μέχρι που ο ήλιος χαμηλώνει πέρα στην θάλασσα και πίσω από τα βουνά.
Εκείνη την ώρα βλέπει τον Αχιλλέα η μικρή Νεφέλη. Ακόμα δεν ξέρει ότι τον λένε Αχιλλέα, το μόνο που ξέρει, όμως, είναι ότι τον γνωρίζει καλά. Το μόνο που ξέρει είναι πως είναι σα να τον ξέρει. Αυτά τα μπλε μάτια που σε κανένα μολύβι δεν είχε συναντήσει ποτέ, την ατίθαση τούφα που είναι σα να την χαιρετά.
Τον φέρνει η Κλο- Κλο, δεν την ξέρει, επειδή ειδικά η Κλο- Κλο αφήνει τον καθένα να την φωνάζει όπως θέλει. Όμως η Νεφέλη το ξέρει, και την φωνάζει Κλο- Κλο. Τους βλέπει να έρχονται, να έρχονται, μαζί με τη μέρα στο Νησί του Παντός που μοιάζει να φεύγει. Ο Αχιλλέας θα φύγει πίσω από τα βουνά με τον Πήτερ Παν. Η Νεφέλη θα κοιτάξει με απορία τη Χιονάτη που είναι φίλη της πια, θα ρωτήσει τη Σταχτοπούτα που ξέρει: “Δεν έχει έρθει ακόμα εκείνη η ώρα για τον χορό! Θα πρέπει να περιμένεις, να ταξιδέψεις πάλι και πάλι, να μάθεις τα βήματα στην εντέλεια!”
Η Νεφέλη, όμως, βιάζεται, αφήνει πίσω και Μεταξία και Δωροθέα και Ζαχαρούλα. Βιάζεται και θέλει να συναντήσει τον Πήτερ Παν. Μα πιο πολύ βιάζεται για να βρει πάλι τον Αχιλλέα.
Το μονοπάτι είναι κλεισμένο με πέτρες, τα βράχια γλιστρούν, δεν ξέρει ποιο δρόμο να πάρει.
Θα χαθεί και μια και δυο και πολλές φορές, αλλά δεν θα τα χάσει, ξέρει ακριβώς τι ζητά. Σ' ένα ξέφωτο θα βρει το αηδόνι που μιλά, θα την οδηγήσει σοφά η χελώνα Μαρίνα.
Ο Αχιλλέας είναι σ' ένα κάστρο παλιό και μαζί με τον Πήτερ Πάν, ετοιμάζει το μέλλον! Έτσι της λέει: “Το μέλλον που μπορείς να ετοιμάσεις κι εσύ με τις ζωγραφιές. Τώρα που είδες και κάστρο και βουνό, τώρα που πάτησες στο δύσκολο και κρυφό μονοπάτι. Για ό,τι χρειαστείς, θα έχεις δίπλα σου την Κλο- Κλο. Ακόμα κι όταν φαίνεται ότι απουσιάζει. Κι εγώ θα είμαι στο κάστρο ή θα γυρίζω τον κόσμο. Θα ταξιδεύω και θα 'ρχομαι να σου λέω ιστορίες για να τις κάνεις ζωγραφιστές. Και για να μείνουν αθάνατες μέσα απ' τις ζωγραφιές σου. Και για την βραδιά του χορού, θα σου πει η Κλο- Κλο. Μόλις γυρίσω από ένα μεγάλο ταξίδι”.
Και μαζί με τον Πήτερ Παν, ο Αχιλλέας την χαιρετά. Την οδηγεί απ' το κρυφό μονοπάτι στους άλλους που έχουν αρχίσει ν' ανησυχούν, η σοφή χελώνα Μαρίνα.

Όταν επιστρέφουν, έχει νυχτώσει για τα καλά. Αλλά η Κλο- Κλο που είναι πάντα δίπλα της είναι εκεί και είναι για όλους, η καλή Νεράιδα, δεν την αφήνει καθόλου ν' ανησυχεί.
Ο Κοντορεβιθούλης, που δεν αφήνει τίποτα στην τύχη, έχει φροντίσει τα πάντα, και με τα αθάνατα σποράκια του, τους δείχνει τον δρόμο για την επιστροφή. Και η Νεφέλη βλέποντας λάδι τη θάλασσα, αποφασίζει να ταξιδέψουν γυρίζοντας μ’ ένα καράβι. Θ’ αφήσει το ιπτάμενο αυτοκίνητο στους φίλους της για να μπορούν να έρχονται όποτε θέλουν στο δωμάτιό της για να την βρουν. Να είναι εκεί για τη μεγάλη βραδιά του χορού, όπως της έχει υποσχεθεί ο φίλος της ο Αχιλλέας. Έτσι λοιπόν, φτιάχνει άσπρο και μπλε καράβι και ζωγραφίζει ολόλευκα πανιά, ανοιχτά και γερά, για να ‘ναι καλοτάξιδο και για ν’ αντέχει μέσ’ στους ανέμους.
Πρώτα ανεβαίνει στην ξύλινη σκάλα η Ζαχαρούλα, ύστερα η Δωροθέα και τελευταία η Μεταξούλα που κλαίει γιατί θέλει να μείνει.
Για την Νεφέλη είναι αρκετές τρεις μολυβιές. Τα μαλλιά της που ανεμίζουν στον άνεμο, το ροζ φόρεμα και τα γοβάκια που της χάρισε η Σταχτοπούτα.
Τον δρόμο, τον ξέρει.

Έτσι, μεσημεράκι λοιπόν, όταν η μαμά θα της πει «ξύπνα, υπναρού, Καλημέρα», εκτός από την υπέροχη ζωγραφιά με το Νησί του Παντός, θα πρέπει να λύσει και ένα αίνιγμα.
Για τα γοβάκια που αστράφτουν στο πλευρό της Νεφέλης.

Αύγουστος 2009

Ελένη Γκίκα

ΥΓ. Ευχαριστώ (αιώνια) όσους συνέβαλαν ηθελημένα ή αθέλητα στο να έρθει η Νεφέλη στη ζωή μου.