“ΠΙΚΝΙΚ ΔΙΠΛΑ ΣΤΟ ΔΡΟΜΟ” (Στάλκερ) των Αρκάντι & Μπόρις Στρουγκάτσκι. Μετάφραση: Μανώλης Ασημιάδης. Εκδ. “Αω”, σελ. 233, € 15
“Ένα πικνίκ... Φανταστείτε ένα δάσος, έναν επαρχιακό δρόμο, ένα λιβάδι. Ένα αυτοκίνητο βγαίνει από το δρόμο και μπαίνει στο λιβάδι, μια ομάδα νέων ανθρώπων βγαίνει από το αυτοκίνητο κουβαλώντας μπουκάλια, καλάθια με φαγητό, ραδιοφωνάκια και φωτογραφικές μηχανές. Ανάβουν φωτιές, στήνουν σκηνές, βάζουν μουσική. Το πρωί φεύγουν. Τα ζώα, τα πουλιά και τα έντομα που αγρυπνούσαν με τρόμο τη νύχτα, βγαίνουν από τις φωλιές τους. Και τι βλέπουν; Βενζίνη και λάδια πάνω στη χλόη. Παλιά μπουζί και παλιά φίλτρα διασκορπισμένα κάτω. Κουρέλια, καμένα φλας κι ένα γαλλικό κλειδί, παρατημένα. Κηλίδες λαδιού στη λίμνη. Και φυσικά, το γνωστό χάλι' κουκούτσια μήλων, περιτυλίγματα από καραμέλες, καμένα υπολείμματα από τη φωτιά, τενεκεδάκια, μπουκάλια, το μαντίλι κάποιου, το σουγιαδάκι κάποιου άλλου, σχισμένες εφημερίδες, κέρματα, μαραμένα λουλούδια που είχαν μαζευτεί από ένα άλλο λιβάδι”.
“Κατάλαβα. Ένα πικνίκ δίπλα στο δρόμο”.
“Ακριβώς. 'Ενα πικνίκ δίπλα στο δρόμο, σε κάποια οδό του σύμπαντος....”
Η οδός του Σύμπαντος είναι “το μικρό Χάρμοντ”. “Το πικνίκ” έχει αφήσει υπόλοιπα πίσω του και πάνω απ' όλα την επικίνδυνη άλλα και άκρως κερδοφόρα “Επισκεπτήρια ζώνη”. Το Διεθνές Ινστιτούτο Εξωγήινων Πολιτισμών για να βγάλει μιαν άκρη, κάνει τα πάντα. Αλλά τα πάντα κάνουν, με κίνδυνο και συχνά με κόστος την ίδια τους τη ζωή και οι “κυνηγοί”, οι στάλκερ, οδηγοί μαζί και τελικά χρυσοθήρες.
Στάλκερ και ο ήρωας του βιβλίου, ο Ρέντρικ Σούχαρτ, σε διαφορετικές ηλικίες με άλλες προθέσεις στη κάθε μια και σε διαφορετικές εποχές. Οι συγγραφείς τον παρακολουθούν άγαμο και ετών 23, βοηθό εργαστηρίου στο τμήμα Χάρμοντ του Διεθνούς Ινστιτούτου Εξωγήινων Πολιτισμών, έγγαμο, ετών 28 και δίχως μόνιμη απασχόληση και αποφυλακισθέντα, ετών τριάντα ενός. Παρεμβάλλεται η φωνή του νομπελίστα φυσικού δρ Βαλεντάιν Πίλμαν και η καθημερινότητα του Ρίτσαρντ Χ. Ντούναν, προισταμένου εφοδιασμού ηλεκτρονικού εξοπλισμού για το τμήμα Χάρμοντ.
Στο μεταξύ, δεκάδες, εκατοντάδες “κυνηγοί”, δοκιμάζουν την τύχη τους σ' αυτή τη μαγικά σατανική “Ζώνη των Επιθυμιών”, πλουτίζουν πρόσκαιρα, φυλακίζονται, ακρωτηριάζονται ή γίνονται νεκρές σημαδούρες προς αποφυγή στην ίδια την επικίνδυνη Ζώνη.
Τα πανάκριβα λάφυρά τους, ασήκωτα “κενά”, “δαχτυλίδια”, “μπαταρίες”, “φαγούρια”, “μαύρες σταγόνες”, “αλοιφή των μαγισσών”, “φονικοί λαμπτήρες” και “άλλα τέτοια μπιχλιμπίδια”. Σκουπίδια ενός άλλου, εξωγήινου πολιτισμού, που ήρθε και χτύπησε σ' αυτήν την άκρη της γης, προξενώντας φονικές τρύπες και κινούμενο χώμα, εσκεμμένα ή και τυχαία. Οι επιστήμονες, διακινδυνεύουν φιλοδοξώντας να βγάλουν άκρη και να δοξαστούν. Και οι “κυνηγοί”, να πλουτίσουν ή απλώς και μόνο να επιζήσουν.
Το μήλο της έριδος, “η χρυσή σφαίρα”, για την οποία ο θρύλος επιμένει ότι υλοποιεί την κάθε τους, όσο τρελή και αλλόκοτη να είναι, επιθυμία.
Έτσι ο Ρέντρικ θα ξεκινήσει μαζί με τον Άρθουρ, τον νεαρό γιο ενός παλιού και πανούργου κυνηγού, το τελευταίο του, εν τέλει, μοιραίο ταξίδι. Χρησιμοποιώντας τον Άρθουρ ως αναλώσιμο υλικό όπως είχε κάνει ήδη χρόνια και χρόνια με άλλους ανθρώπους ο ίδιος του ο πατέρας.
Αλλά ο Άρθουρ, ως άλλος αμνός, με χαρά προχωρά και θα θυσιαστεί, προσδοκώντας “ευτυχία για όλους, δίχως αντίτιμο, και κανείς να μη μείνει ανικανοποίητος”, καθαγιάζοντας και τον στάλκερ που τον ακολουθεί.
Μια αριστουργηματική, αλληγορική, θεολογική κατά βάση ιστορία, που έγινε ταινία από τον Ταρκόφσκι (“Στάλκερ”) με σεναριογράφους τους μυθιστοριογράφους του βιβλίου.
Πανανθρώπινα διλήμματα και το αίνιγμα του κόσμου τίθενται επί.. ζώνης ξανά και ξανά, χαρακτήρες που τα παίζουν όλα για όλα για να βγουν στο φως ή στο σκοτάδι. Η άβυσσος της ανθρώπινης ψυχής η οποία μπροστά στα μεγάλα της “επιθυμώ”, γίνεται άλλη. Ο εαυτός και ο άλλος, το σημαντικό και το μάταιο, το γνωστό και το άγνωστο, στο συγγραφικό μικροσκόπιο σχηματίζουν ανείπωτες ερωτήσεις με απάντηση διαφορετική ή και καμία, για τον καθένα.
Μοναδική κραυγή απόγνωσης του Ρέντρικ η τελευταία κραυγή “Θεέ μου, πού είναι οι λέξεις, πού είναι οι σκέψεις μου; Σε όλη μου τη ζωή δεν έχω κάνει μια σκέψη!” να επαληθεύει ότι “εν αρχή ην ο Λόγος”.
Μια βαθύτατα ποιητική, φιλοσοφική, θεολογική, παραβολική, πολυπεπίπεδη ιστορία που όταν γράφτηκε είχε χαρακτηριστεί ως επιστημονική φαντασία, αλλά με τις ραδιενεργές συνέπειες του Τσερνομπίλ και τη “Ζώνη αποκλεισμού”, αποδείχθηκε, τελικά, απλώς προφητεία.
Συγκλονιστική η αναμέτρηση του Στάλκερ με την ίδια του την ψυχή, ήτοι με την... μαγική σφαίρα: “Είμαι ένα κτήνος, το καταλαβαίνεις αυτό. Δεν βρίσκω τις λέξεις, δεν μου έμαθαν τις λέξεις. Δεν ξέρω πώς να σκεφτώ, οι μπάσταρδοι δεν με δίδαξαν πώς να σκέφτομαι. Όμως, αν είσαι πραγματικά... παντοδύναμη... παντογνώστρια... ανακάλυψέ το εσύ! Κοίτα στην καρδιά μου. Ξέρω πως ό,τι χρειάζεσαι βρίσκεται εκεί. Έτσι πρέπει να είναι. Ποτέ δεν πούλησα την ψυχή μου σε κανέναν! Είναι δική μου, είναι ανθρώπινη! Βγάλε από μέσα μου αυτό που θέλω- δεν θα μπορούσα να επιθυμώ κάτι κακό!...”
ΠΟΙΟΙ ΕΙΝΑΙ:
Οι αδελφοί Στρουγκάτσκι είναι οι πλέον γόνιμοι και αγαπητοί Σοβιετικοί συγγραφείς επιστημονικής φαντασίας των δεκαετιών '60 και '70. Είναι μάλιστα οι μοναδικοί συγγραφείς αυτού του τύπου από τις πρώην σοσιαλιστικές χώρες που, μαζί με τον μεγάλο Πολωνό Στάνισλαβ Λεμ, είδαν διψήφιο αριθμό βιβλίων τους να μεταφράζεται στις δυτικές χώρες.
Ο Αρκάντι Νατάνοβιτς Στρουγκάτσκι (1925- 1991) γεννήθηκε στο Μπατούμι της Γεωργίας και μεγάλωσε στο Λένινγκραντ. Κατά τη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου πολέμου προσχώρησε στον κόκκινο στρατό από όπου και απέκτησε το πτυχίο διερμηνέα Αγγλικών και Ιαπωνικών (1949). Από τότε μετέφρασε αρκετά βιβλία από τις γλώσσες αυτές. Εργάστηκε ως διερμηνέας και μεταφραστής στη μακρινή Ανατολή μέχρι το 1995, που εγκαταστάθηκε στη Μόσχα όπου και εργάστηκε ως εκδότης.
Από το 1959 άρχισε, σε συνεργασία με τον αδελφό του να γράφει βιβλία. Έχει συμμετάσχει σε πολλές εργασίες άλλων Ρώσων συγγραφέων, έχει προεδρεύσει σε διάφορες λογοτεχνικές επιτροπές, και έχει γράψει διάφορα σενάρια για κινηματογραφικές ταινίες.
Ο Μπόρις Νατάνοβιτς Στρουγκάτσκι (1931-) γεννήθηκε στο Λένινγκραντ, όπου και σπούδασε αστρονομία. Μετά την αποφοίτησή του το 1956 εργάστηκε στο αστεροσκοπείο του Πούλκοβο, κοντά στο Λένινγκραντ, μέχρι το 1964.
Τα δύο αδέλφια κατάφεραν να συν-συγγράψουν, ένα μεγάλο αριθμό έργων, τα περισσότερα των οποίων πραγματεύονται σημαντικότατα θέματα, τόσο στον τομέα της ε.φ. όσο και και στους τομείς της ανθρώπινης ψυχολογίας και κοινωνιολογίας.
ΥΓ: Δημοσιεύτηκε στο Έθνος της Κυριακής και δεν έβρισκα κάτι πιο εύστοχο σήμερα, μέρα που 'ναι!
17/11/2009
11/11/2009
Στο παιχνίδι, όπως και στον έρωτα, πρέπει να ξέρεις πότε να φεύγεις.
“ΟΛΑ ΣΤΟ ΜΗΔΕΝ” της Αργυρώς Μαντόγλου, Εκδ. “Ελληνικά Γράμματα, σελ. 384, e 16
“Ο στόχος του, τα συστήματά του, η συνεχής περιφορά του, λες και ήταν ο ίδιος η μπίλια που εκτοξευόταν, από διάθεση σε διάθεση, από όνειρο σε όνειρο, από γυναίκα σε γυναίκα, από εαυτό σε εαυτό, ένας καταδικασμένος που τρέχει ξοπίσω από τις φαντασιώσεις του”.
Καθένας μας είναι ο στόχος! Στη ζωή. Και το αποδεικνύει στο καινούργιο της μυθιστόρημα η Αργυρώ Μαντόγλου “Όλα στο μηδέν”. Όπου όλα είναι περιστροφή, σημαδάκια αυτοσχέδια στην άβυσσο, τύχη, τζόγος, παιχνίδι, ρουλέτα.
Η Αυγή (όχι τυχαία Αυγή, η ζωή της μια σχεδόν αξημέρωτη μέρα) συναντά τον Σταύρο (όχι τυχαία Σταύρος, για την Αυγή, σαν σταυρός) στο καζίνο. Μια νύχτα των 36 γενεθλίων της για τα οποία οι οιωνοί ενός ινδού στο παρελθόν ήταν ολέθριοι! Παρ' όλα αυτά, εκείνη πόνταρε και κέρδισε! Εμμονικά, στα τυφλά! Και όσον αφορά τους αριθμούς και όσον αφορά τον γκρουπιέρη! Εξάλλου ρουλέτα και Σταύρος εκείνη την γενέθλια νύχτα ήταν εκεί για να την επιβεβαιώσουν ότι ακόμα την ευνοούσε η Τύχη. Και ό,τι “υπήρχε ζωή, υπήρχε χρόνος” Η ακύρωση της πρόβλεψης την κάνει παράτολμη, την εξάπτει. Διότι με τα χρόνια ο χρησμός του ινδού σταθμάρχη “σαν θάνατος” έγινε “θάνατος”, αψηφώντας την οδύνη που εμπερικλύει το “σαν”.
Ολότελα ανοιχτή στο ενδεχόμενο θα την γονατίσει ένα “σαν” παρασύροντας της σε έναν τοξικό ανεξέλεγκτο έρωτα, απολύτως εξαρτημένη από έναν απολύτως παρόμοια εξαρτημένο, υποταγμένοι ο καθένας στον στον δικό του Θεό και ο Σταύρος στην απόλυτη Θεά Τύχη. Αν και εκείνος επιμένει ότι τα πάντα στη ζωή αυτό είναι, “αρπαγή”: “Κι εσύ, Αυγή μου, χωμένη στις επιφάσεις είσαι, κι εσύ αρπάζεις, αλλά αρνείσαι να το δεις. Όλοι αρπάζουν ό,τι μπορούν. Λεφτά, ανθρώπους, ηδονή, ιδέες, επιβεβαίωση' όλοι”, αυτό θα ήθελε να της πει, αν μπορούσε. Διότι κανείς απ' τους δυο δεν θα πει “αυτά που μπορούσε”. Βυθισμένοι ο καθένας στην δική του εξάρτηση και εξαρτημένοι ανεπανόρθωτα από τα δικά τους μυστικά, θα κάνουν αυτό που λίγο έως πολύ, κάνουμε όλοι, τρέχοντας “απερίσκεπτα προς την άβυσσο έχοντας φροντίσει να βάλουμε κάτι μπροστά μας για να σταματήσουμε να τη βλέπουμε” (Μπλαιζ Πασκάλ- Στοχασμοί, “Αφορισμοί”)
Παρ' ότι: “Στο παιχνίδι, όπως και στον έρωτα, πρέπει να ξέρεις πότε να φεύγεις. Στον έρωτα, όπως και στο παιχνίδι, δύσκολα φεύγεις. Περιμένεις. Περιμένεις την εύνοια της τύχης, την ευφορία που κάποτε απρόσμενα δοκίμασες. Περιμένεις την επανεμφάνισή της- μέχρι να εξαντληθείς και να υποχρεωθείς να φύγεις από εξάντληση”.
Ένα ψυχολογικό θρίλερ για γερά νεύρα, παραβολικό, αλληγορικό και υπαρξιακό, εφόσον όλα στη ζωή, τελικά, είναι ρουλέτα, παιχνίδι.
Η συγγραφέας σκιαγραφεί τους δυο κόσμους (του Σταύρου και της Αυγής) με οξυδέρκεια και ατμοσφαιρικότητα, ξεναγώντας μας ταυτοχρόνως στον φαντασμαγορικό κόσμο του καζίνου αλλά και στην αρχέγονη σχέση μας με την Τύχη.
Με δάνεια από Ντοστογιέφκσι (Παίκτης) και Βιρτζίνια Γουλφ που δεδηλωμένα της έχει αδυναμία, επιτυγχάνει το διπλό πορτρέτο του μέγιστου παίχτη' η εξάρτηση του Σταύρου με τον τζόγο δεν φρενάρει πουθενά αλλά και η Αυγή δεν κάνει άλλο από το να τζογάρει με τη ζωή της. Την ίδια της τη ζωή.
Η δομή του μυθιστορήματος αριστοτεχνική και σε επίπεδο αφήγησης και αρίθμησης των κεφαλαίων. Η Αυγή ταυτοχρόνως γράφει και ζει. Κι έτσι διαβάζουμε τη ζωή της σε τρίτο πρόσωπο και το μυθιστόρημά της στο δεύτερο. Ο,τι δεν αντιλαμβάνεται στη ζωή, αναλαμβάνει να συμπληρώσει το υποσυνείδητο στην γραφή, διότι ακόμα κι αν αγνοούμε, κάτι μέσα μας ξέρει. Τα δε κεφάλαια, ενίοτε με μονάδα μέτρησης το μηδέν (0, 00, 000, 0000...)
Και έτσι από ένα σημείο και μετά, το τραυματισμένο χειρόγραφο θα γίνει η τραυματισμένη ζωή της.
Κατ' αυτό τον τρόπο η διαδικασία (το παιχνίδι και η διαδρομή) θα γίνει τριπλή: η διαδικασία του παιχνιδιού και της γραφής, η διαδικασία αυτής καθ' εαυτής της ζωής. Εξάλλου, είπαμε: “Ο στόχος του, τα συστήματά του, η συνεχής περιφορά του, λες και ήταν ο ίδιος η μπίλια που εκτοξευόταν, από διάθεση σε διάθεση, από όνειρο σε όνειρο, από γυναίκα σε γυναίκα, από εαυτό σε εαυτό, ένας καταδικασμένος που τρέχει ξοπίσω από τις φαντασιώσεις του”.
Η μπίλια πάντα και στα πάντα, είμαστε εμείς!
Ένα απολαυστικό ερωτικό και μυστηριώδες παιχνίδι με ζευγάρι που εναλλάσσεται: η Αυγή και ο Σταύρος, ο Σταύρος και η ρουλέτα, η Αυγή και η γραφή, η Αυγή και η ζωή. Ένα σημαντικό μυθιστόρημα για το παιχνίδι και την τύχη, με ήρωες, αν και τόσο αναγνωρίσιμους, σχεδόν αρχετυπικούς. Οι διάλογοι του βιβλίου, καλοδουλεμένη δαντέλα. Και οι σκέψεις τους, εφάμιλλοι μ' εκείνους που κάνει κανείς στο ντιβάνι του ψυχαναλυτή.
ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ-
ΕΡΓΑ ΤΗΣ:
Η Αργυρώ Μαντόγλου είναι συγγραφέας τριών μυθιστορημάτων, μιας συλλογής διηγημάτων, μιας νουβέλας και δυο ποιητικών συλλογών.
Σπούδασε Αγγλική Λογοτεχνία, Κριτική Θεωρία και Φιλοσοφία.
Έχει δημοσιεύσει ποιήματα, διηγήματα, κριτικά δοκίμια για θέματα φύλου και λογοτεχνίας, καθώς και βιβλιοκριτικές.
Έχει επίσης μεταφράσει έργα των Τζορτζ Έλιοτ, Βιρτζίνια Γουλφ, Χένρι Τζέιμς, Άντζελα Κάρτερ, Τζιν Ρις, Τζάνετ Γουίντερσον, ΤζόιςΚάρολ Όουτς, Κέιτ Άτκινσον, Πίτερ Κάρει, Άλι Σμιθ, Ουίλιαμ Κάρει, Άλι Σμιθ, Ουίλιαμ Τρέβορ κ.α.
Βιβλία της:
“Κατήχηση της Άνοιξης” (ποίηση, 1992, Γκοβόστης)
“Γενέθλια βροχή” (ποίηση, 1995, Δελφίνι)
“Βιρτζίνια Γουλφ cafe” (μυθιστόρημα, 1999, Απόπειρα)
“Βλέφαρα με τατουάζ” (μυθιστόρημα, 2001, Πατάκης)
“Νύφη από πολυεστέρα” (νουβέλα, 2003, Μεταίχμιο)
“Bodyland- Χωρασωμάτων” (ιστορίες δρόμου+τρόμου), 2005, Κέδρος)
“Όλα στο μηδέν” (μυθιστόρημα, 2009, Ελληνικά Γράμματα).
ΥΓ. Σταυρόλεξο για... δυνατούς λύτες. Το ερωτικόν είναι πρόσχημα (όπως ο έρωτας στη ζωή μας). Το μέσον για την μεγάλη αναμέτρηση. Χάνονται όσοι ποντάρουν εκ του... ασφαλούς. Αλλά ο καθένας μας, ό,τι μπορεί κάνει.
Δημοσιεύτηκε στο Εθνος της Κυριακής.
E ναι, στο μπλογκ, για δικούς μου λόγους, πάλι!
“Ο στόχος του, τα συστήματά του, η συνεχής περιφορά του, λες και ήταν ο ίδιος η μπίλια που εκτοξευόταν, από διάθεση σε διάθεση, από όνειρο σε όνειρο, από γυναίκα σε γυναίκα, από εαυτό σε εαυτό, ένας καταδικασμένος που τρέχει ξοπίσω από τις φαντασιώσεις του”.
Καθένας μας είναι ο στόχος! Στη ζωή. Και το αποδεικνύει στο καινούργιο της μυθιστόρημα η Αργυρώ Μαντόγλου “Όλα στο μηδέν”. Όπου όλα είναι περιστροφή, σημαδάκια αυτοσχέδια στην άβυσσο, τύχη, τζόγος, παιχνίδι, ρουλέτα.
Η Αυγή (όχι τυχαία Αυγή, η ζωή της μια σχεδόν αξημέρωτη μέρα) συναντά τον Σταύρο (όχι τυχαία Σταύρος, για την Αυγή, σαν σταυρός) στο καζίνο. Μια νύχτα των 36 γενεθλίων της για τα οποία οι οιωνοί ενός ινδού στο παρελθόν ήταν ολέθριοι! Παρ' όλα αυτά, εκείνη πόνταρε και κέρδισε! Εμμονικά, στα τυφλά! Και όσον αφορά τους αριθμούς και όσον αφορά τον γκρουπιέρη! Εξάλλου ρουλέτα και Σταύρος εκείνη την γενέθλια νύχτα ήταν εκεί για να την επιβεβαιώσουν ότι ακόμα την ευνοούσε η Τύχη. Και ό,τι “υπήρχε ζωή, υπήρχε χρόνος” Η ακύρωση της πρόβλεψης την κάνει παράτολμη, την εξάπτει. Διότι με τα χρόνια ο χρησμός του ινδού σταθμάρχη “σαν θάνατος” έγινε “θάνατος”, αψηφώντας την οδύνη που εμπερικλύει το “σαν”.
Ολότελα ανοιχτή στο ενδεχόμενο θα την γονατίσει ένα “σαν” παρασύροντας της σε έναν τοξικό ανεξέλεγκτο έρωτα, απολύτως εξαρτημένη από έναν απολύτως παρόμοια εξαρτημένο, υποταγμένοι ο καθένας στον στον δικό του Θεό και ο Σταύρος στην απόλυτη Θεά Τύχη. Αν και εκείνος επιμένει ότι τα πάντα στη ζωή αυτό είναι, “αρπαγή”: “Κι εσύ, Αυγή μου, χωμένη στις επιφάσεις είσαι, κι εσύ αρπάζεις, αλλά αρνείσαι να το δεις. Όλοι αρπάζουν ό,τι μπορούν. Λεφτά, ανθρώπους, ηδονή, ιδέες, επιβεβαίωση' όλοι”, αυτό θα ήθελε να της πει, αν μπορούσε. Διότι κανείς απ' τους δυο δεν θα πει “αυτά που μπορούσε”. Βυθισμένοι ο καθένας στην δική του εξάρτηση και εξαρτημένοι ανεπανόρθωτα από τα δικά τους μυστικά, θα κάνουν αυτό που λίγο έως πολύ, κάνουμε όλοι, τρέχοντας “απερίσκεπτα προς την άβυσσο έχοντας φροντίσει να βάλουμε κάτι μπροστά μας για να σταματήσουμε να τη βλέπουμε” (Μπλαιζ Πασκάλ- Στοχασμοί, “Αφορισμοί”)
Παρ' ότι: “Στο παιχνίδι, όπως και στον έρωτα, πρέπει να ξέρεις πότε να φεύγεις. Στον έρωτα, όπως και στο παιχνίδι, δύσκολα φεύγεις. Περιμένεις. Περιμένεις την εύνοια της τύχης, την ευφορία που κάποτε απρόσμενα δοκίμασες. Περιμένεις την επανεμφάνισή της- μέχρι να εξαντληθείς και να υποχρεωθείς να φύγεις από εξάντληση”.
Ένα ψυχολογικό θρίλερ για γερά νεύρα, παραβολικό, αλληγορικό και υπαρξιακό, εφόσον όλα στη ζωή, τελικά, είναι ρουλέτα, παιχνίδι.
Η συγγραφέας σκιαγραφεί τους δυο κόσμους (του Σταύρου και της Αυγής) με οξυδέρκεια και ατμοσφαιρικότητα, ξεναγώντας μας ταυτοχρόνως στον φαντασμαγορικό κόσμο του καζίνου αλλά και στην αρχέγονη σχέση μας με την Τύχη.
Με δάνεια από Ντοστογιέφκσι (Παίκτης) και Βιρτζίνια Γουλφ που δεδηλωμένα της έχει αδυναμία, επιτυγχάνει το διπλό πορτρέτο του μέγιστου παίχτη' η εξάρτηση του Σταύρου με τον τζόγο δεν φρενάρει πουθενά αλλά και η Αυγή δεν κάνει άλλο από το να τζογάρει με τη ζωή της. Την ίδια της τη ζωή.
Η δομή του μυθιστορήματος αριστοτεχνική και σε επίπεδο αφήγησης και αρίθμησης των κεφαλαίων. Η Αυγή ταυτοχρόνως γράφει και ζει. Κι έτσι διαβάζουμε τη ζωή της σε τρίτο πρόσωπο και το μυθιστόρημά της στο δεύτερο. Ο,τι δεν αντιλαμβάνεται στη ζωή, αναλαμβάνει να συμπληρώσει το υποσυνείδητο στην γραφή, διότι ακόμα κι αν αγνοούμε, κάτι μέσα μας ξέρει. Τα δε κεφάλαια, ενίοτε με μονάδα μέτρησης το μηδέν (0, 00, 000, 0000...)
Και έτσι από ένα σημείο και μετά, το τραυματισμένο χειρόγραφο θα γίνει η τραυματισμένη ζωή της.
Κατ' αυτό τον τρόπο η διαδικασία (το παιχνίδι και η διαδρομή) θα γίνει τριπλή: η διαδικασία του παιχνιδιού και της γραφής, η διαδικασία αυτής καθ' εαυτής της ζωής. Εξάλλου, είπαμε: “Ο στόχος του, τα συστήματά του, η συνεχής περιφορά του, λες και ήταν ο ίδιος η μπίλια που εκτοξευόταν, από διάθεση σε διάθεση, από όνειρο σε όνειρο, από γυναίκα σε γυναίκα, από εαυτό σε εαυτό, ένας καταδικασμένος που τρέχει ξοπίσω από τις φαντασιώσεις του”.
Η μπίλια πάντα και στα πάντα, είμαστε εμείς!
Ένα απολαυστικό ερωτικό και μυστηριώδες παιχνίδι με ζευγάρι που εναλλάσσεται: η Αυγή και ο Σταύρος, ο Σταύρος και η ρουλέτα, η Αυγή και η γραφή, η Αυγή και η ζωή. Ένα σημαντικό μυθιστόρημα για το παιχνίδι και την τύχη, με ήρωες, αν και τόσο αναγνωρίσιμους, σχεδόν αρχετυπικούς. Οι διάλογοι του βιβλίου, καλοδουλεμένη δαντέλα. Και οι σκέψεις τους, εφάμιλλοι μ' εκείνους που κάνει κανείς στο ντιβάνι του ψυχαναλυτή.
ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ-
ΕΡΓΑ ΤΗΣ:
Η Αργυρώ Μαντόγλου είναι συγγραφέας τριών μυθιστορημάτων, μιας συλλογής διηγημάτων, μιας νουβέλας και δυο ποιητικών συλλογών.
Σπούδασε Αγγλική Λογοτεχνία, Κριτική Θεωρία και Φιλοσοφία.
Έχει δημοσιεύσει ποιήματα, διηγήματα, κριτικά δοκίμια για θέματα φύλου και λογοτεχνίας, καθώς και βιβλιοκριτικές.
Έχει επίσης μεταφράσει έργα των Τζορτζ Έλιοτ, Βιρτζίνια Γουλφ, Χένρι Τζέιμς, Άντζελα Κάρτερ, Τζιν Ρις, Τζάνετ Γουίντερσον, ΤζόιςΚάρολ Όουτς, Κέιτ Άτκινσον, Πίτερ Κάρει, Άλι Σμιθ, Ουίλιαμ Κάρει, Άλι Σμιθ, Ουίλιαμ Τρέβορ κ.α.
Βιβλία της:
“Κατήχηση της Άνοιξης” (ποίηση, 1992, Γκοβόστης)
“Γενέθλια βροχή” (ποίηση, 1995, Δελφίνι)
“Βιρτζίνια Γουλφ cafe” (μυθιστόρημα, 1999, Απόπειρα)
“Βλέφαρα με τατουάζ” (μυθιστόρημα, 2001, Πατάκης)
“Νύφη από πολυεστέρα” (νουβέλα, 2003, Μεταίχμιο)
“Bodyland- Χωρασωμάτων” (ιστορίες δρόμου+τρόμου), 2005, Κέδρος)
“Όλα στο μηδέν” (μυθιστόρημα, 2009, Ελληνικά Γράμματα).
ΥΓ. Σταυρόλεξο για... δυνατούς λύτες. Το ερωτικόν είναι πρόσχημα (όπως ο έρωτας στη ζωή μας). Το μέσον για την μεγάλη αναμέτρηση. Χάνονται όσοι ποντάρουν εκ του... ασφαλούς. Αλλά ο καθένας μας, ό,τι μπορεί κάνει.
Δημοσιεύτηκε στο Εθνος της Κυριακής.
E ναι, στο μπλογκ, για δικούς μου λόγους, πάλι!
09/11/2009
Η Απαγορευμένη Ζώνη
Καλοκαίρι στο Ζέφυρο, το θυμάμαι σαν τώρα.
Μόνη μου. Ούτε ήξερα κατά πού πέφτει ο Ζέφυρος, Κάτω; 'Ανω; Πετράλωνα διάβασα. Τα κατάφερα, όμως. Κι ενώ δεν θυμάμαι σήμερα ούτε πώς έφτασα, ούτε πού πάρκαρα, θυμάμαι τόσο καλά εκείνο το τοξικό έργο.
“Στάλκερ” του Αντρέι Ταρκόφσκι, λέει. Θυμάμαι την μεταδοτική σαν ασθένεια ή θεία Χάρη, όπως το πάρει κανείς, εκείνη τη θαυματουργική “Ζώνη των επιθυμιών”, εκείνους τους τρεις ήταν; στο βιβλίο είναι δυο, που διακινδύνευσαν για να φτάσουν, την ίδια τους τη ζωή. Και έφτασαν, τελικά. Εκεί σε εκείνη την περίεργη “άκρη του κόσμου”. Που είχε τη δύναμη σαν της καλής μάγισσας το ραβδί, να τους υλοποιήσει την κάθε τους, ακόμα και την πιο τρελή, πιο μύχια επιθυμία.
Αλλά ποια είναι η πιο μύχια επιθυμία;
Και τελικά ποιος... φοβάται την Βιρτζίνια Γουλφ;
Κι όταν βγήκα από το σινεμά, ήμουν “άλλη”! Αμήχανη και αθώα, θεότυφλη μπροστά τον πραγματικό άγνωστό μου εαυτό, τόσο που να μη ξέρω κατά πού να κάνω. Πού είναι το σπίτι μου, ποιοι οι οικείοι ξένοι και σ' εκείνους να επιστρέψω, τελικά, αν το επιθυμώ. Αν επιθυμώ να επιστρέψω σ' αυτούς ζωντανή ή αν είναι καλύτερα για μένα να χαθώ ή να πεθάνω.
“Πικνίκ δίπλα στο δρόμο” (Στάλκερ) έγραφε το βιβλίο που μου τα θύμισε όλα αυτά (η ζωή που τόλμησα κι έζησα έχει φροντίσει να μην τα ξεχάσω). Το υπογράφουν οι αδελφοί Αρκάντι & Μπόρις Στρουγκάτσκι, επιστημονική φαντασία δηλώνει και είναι οι ίδιοι που υπέγραψαν και το σενάριο της ταινίας.
Στο βιβλίο, κάποιοι που αφήνουν τα απόβλητα, λάφυρα για τους χρυσοθήρες, ενδεχομένως δειπνώντας δίπλα στο χορτάρι. Ο στάλκερ κατά τη διάρκεια του χρόνου, να αναζητά θησαυρό, σωτηρία, την ψυχή και την χαμένη του σκέψη στην αποκλεισμένη επισκέψιμη Ζώνη. Οι κυνηγοί που γίνονται σημαδούρες προς αποφυγή και πληρώνουν με την ίδια τους τη ζωή μιαν επιπόλαιη απληστία. Ο αθώος Άρθουρ, θυσιαζόμενος αμνός, που ανακαλύπτει τις λέξεις, σώζει και σώζεται.
Οι χαμένες μας λέξεις και “εν αρχή ην ο Λόγος”. Ο χαμένος μας Λόγος. Ύπαρξης.
Τελειώνοντας συνειδητοποιούσα για ακόμα μια φορά την ταρκοφσκική εμμονή με τη “Θυσία”. Μια μικρή θυσία πριν τη μεγάλη κινηματογραφική του “Θυσία”, όπου και πάλι ο Λόγος θυσιάζεται για το καλό της ανθρωπότητας. Μια ιστορία επιστημονικής φαντασίας που αποδείχθηκε, τελικά, προφητεία. Για την “Ζώνη αποκλεισμού” στη μετά Τσερνομπίλ εποχή και για τους ριψοκίνδυνους τυχοδιώκτες που χαιδευτικά “στάλκερ” τους βάφτισαν...
ΥΓ. Δημοσιεύθηκε ως “άποψη” στο 'Έθνος της Κυριακής. Και ναι, αλήθεια είναι, ο ταρκοφσκικός “Στάλκερ” μου άλλαξε τη ζωή.
Μόνη μου. Ούτε ήξερα κατά πού πέφτει ο Ζέφυρος, Κάτω; 'Ανω; Πετράλωνα διάβασα. Τα κατάφερα, όμως. Κι ενώ δεν θυμάμαι σήμερα ούτε πώς έφτασα, ούτε πού πάρκαρα, θυμάμαι τόσο καλά εκείνο το τοξικό έργο.
“Στάλκερ” του Αντρέι Ταρκόφσκι, λέει. Θυμάμαι την μεταδοτική σαν ασθένεια ή θεία Χάρη, όπως το πάρει κανείς, εκείνη τη θαυματουργική “Ζώνη των επιθυμιών”, εκείνους τους τρεις ήταν; στο βιβλίο είναι δυο, που διακινδύνευσαν για να φτάσουν, την ίδια τους τη ζωή. Και έφτασαν, τελικά. Εκεί σε εκείνη την περίεργη “άκρη του κόσμου”. Που είχε τη δύναμη σαν της καλής μάγισσας το ραβδί, να τους υλοποιήσει την κάθε τους, ακόμα και την πιο τρελή, πιο μύχια επιθυμία.
Αλλά ποια είναι η πιο μύχια επιθυμία;
Και τελικά ποιος... φοβάται την Βιρτζίνια Γουλφ;
Κι όταν βγήκα από το σινεμά, ήμουν “άλλη”! Αμήχανη και αθώα, θεότυφλη μπροστά τον πραγματικό άγνωστό μου εαυτό, τόσο που να μη ξέρω κατά πού να κάνω. Πού είναι το σπίτι μου, ποιοι οι οικείοι ξένοι και σ' εκείνους να επιστρέψω, τελικά, αν το επιθυμώ. Αν επιθυμώ να επιστρέψω σ' αυτούς ζωντανή ή αν είναι καλύτερα για μένα να χαθώ ή να πεθάνω.
“Πικνίκ δίπλα στο δρόμο” (Στάλκερ) έγραφε το βιβλίο που μου τα θύμισε όλα αυτά (η ζωή που τόλμησα κι έζησα έχει φροντίσει να μην τα ξεχάσω). Το υπογράφουν οι αδελφοί Αρκάντι & Μπόρις Στρουγκάτσκι, επιστημονική φαντασία δηλώνει και είναι οι ίδιοι που υπέγραψαν και το σενάριο της ταινίας.
Στο βιβλίο, κάποιοι που αφήνουν τα απόβλητα, λάφυρα για τους χρυσοθήρες, ενδεχομένως δειπνώντας δίπλα στο χορτάρι. Ο στάλκερ κατά τη διάρκεια του χρόνου, να αναζητά θησαυρό, σωτηρία, την ψυχή και την χαμένη του σκέψη στην αποκλεισμένη επισκέψιμη Ζώνη. Οι κυνηγοί που γίνονται σημαδούρες προς αποφυγή και πληρώνουν με την ίδια τους τη ζωή μιαν επιπόλαιη απληστία. Ο αθώος Άρθουρ, θυσιαζόμενος αμνός, που ανακαλύπτει τις λέξεις, σώζει και σώζεται.
Οι χαμένες μας λέξεις και “εν αρχή ην ο Λόγος”. Ο χαμένος μας Λόγος. Ύπαρξης.
Τελειώνοντας συνειδητοποιούσα για ακόμα μια φορά την ταρκοφσκική εμμονή με τη “Θυσία”. Μια μικρή θυσία πριν τη μεγάλη κινηματογραφική του “Θυσία”, όπου και πάλι ο Λόγος θυσιάζεται για το καλό της ανθρωπότητας. Μια ιστορία επιστημονικής φαντασίας που αποδείχθηκε, τελικά, προφητεία. Για την “Ζώνη αποκλεισμού” στη μετά Τσερνομπίλ εποχή και για τους ριψοκίνδυνους τυχοδιώκτες που χαιδευτικά “στάλκερ” τους βάφτισαν...
ΥΓ. Δημοσιεύθηκε ως “άποψη” στο 'Έθνος της Κυριακής. Και ναι, αλήθεια είναι, ο ταρκοφσκικός “Στάλκερ” μου άλλαξε τη ζωή.
03/11/2009
Μυστικοί δεσμοί αίματος
“Ο ΖΟΦΕΡΟΣ ΟΙΚΟΣ” του Τσαρλς Ντίκενς, Μετάφραση: Κλαίρη Παπαμιχαήλ. Εκδ. “Gutenberg”, σελ. 729 και 676, € 60
Η εφημερίδα Saturday Reviews, το 1858, γράφει για τον Ντίκενς: “Δεν πιστεύουμε ότι η φήμη αυτού του συγγραφέα θα διαρκέσει ακόμα πολύ. Μετά από 50 χρόνια, θα είναι δύσκολο να καταλάβει κάποιος τα κείμενά του και τα παιδιά μας θα αναρωτιούνται τί σκεφτήκαμε όταν τοποθετήσαμε αυτόν τον συγγραφέα μπροστά από τους άλλους συγγραφείς της εποχής του”.
Έχουν περάσει, πόσα χρόνια από τότε; Κοντά τρεις αιώνες! Kαι από τις εκδόσεις “Gutenberg” στην εξαιρετική κλασσική σειρά “Orbis Literae” κυκλοφορεί για πρώτη φορά στα καθ' ημάς “Ο Ζοφερός Οίκος” του, και όχι απλώς τον δικαιώνει, αλλά αποδεικνύοντας τη συγγραφική μεγαλοφυία του, ακτινογραφεί εις το διηνεκές θεσμούς και ανθρωπογεωγραφία.
Στις 1400 σελίδες του (δίτομο και σε σπουδαία σύγχρονη μετάφραση Κλαίρης Παπαμιχαήλ το έργο), εμπεριέχει σχεδόν τα πάντα: Οικογενειακή σάγκα και μυστικά που κληροδοτούνται από γενιά σε γενιά, τα μεγάλα όχι και τόσο απρόσμενα γυρίσματα της Ιστορίας, την παρακμή των αριστοκρατικών οίκων και την υποκρισία της Βικτωριανής εποχής, την ανισότητα, την φτώχεια, την κακοποίηση των παιδιών και των ασθενεστέρων, και πάνω απ' όλα τον φονικό δικαστικό κυκεώνα τον μηχανισμό του οποίου ο συγγραφέας γνώριζε εκ των ένδον και καλά!
Όλα αρχίζουν και τελειώνουν με την υπόθεση Τζάρννταις και Τζαρνντάις. Παιδιά υιοθετούνται και αριστοκράτες ναυαγούν, άνθρωποι ερωτεύονται και μυστικοί δεσμοί αίματος βγαίνουν αλλόκοτα στην επιφάνεια, άνθρωποι αρρωσταίνουν, παραμορφώνονται, πεθαίνουν από φυσικό θάνατο ή αυτοκτονούν, και το μοναδικό στον κόσμο που μοιάζει σχεδόν αμετακίνητο είναι, τελικά εκείνη η υπόδικη περιουσία. Όταν ο χρόνος θέσει ένα τέρμα, στο μεταξύ όλα θα έχουν διπλά και τριπλά χαθεί στους δικηγόρους.
Το απολαυστικό μυθιστόρημα που εναλλάσσεται αφηγηματικά στην πρωτοπρόσωπη αφήγηση της πεντάρφανης Έστερ και τριτοπρόσωπη του αφηγητή, ξεκινά με την απομάκρυνση της μικρής Έστερ από το σπίτι της πεθαμένης πια θείας.
Στη διαδρομή της, η ομοιότητά της με την λαίδη Ντέντλοκ θα περιπλέξει τα πράγματα, η συγκατοίκησή της με την Έιντα και τον Ρίτσαρντ στο Μπλικ Χάους του κηδεμόνα τους Τζων Τζάρννταις.
“Για όνομα του Θεού, μη βασίζεις τις ελπίδες ή τις προσδοκίες σου στην οικογενειακή κατάρα! Ό,τι κι αν κάνεις όσο ζεις, ποτέ μη ρίξεις ούτε μια ματιά στο φρικτό φάντασμα που τόσα χρόνια μας στοιχειώνει. Καλύτερα να δανειστείς, καλύτερα να ζητιανέψεις, καλύτερα να πεθάνεις!” συμβουλεύει ματαίως τον Ρίτσαρντ – έναν από τους ήρωες και κληρονόμους- ο κηδεμόνας του κύριος Τζάρνντάις.
Με δυο τεράστιες γοητευτικές ηρωίδες, την Έστερ, προσωποποίηση του καλού και την λαίδη Ντέντλοκ, μυστηριώδη και μοιραία, στους βασικούς κόμβους του μύθου, ξεδιπλώνεται απολαυστικά και σπαρταριστά η τοιχογραφία μιας εποχής με έντονες γωνίες και αντιθέσεις.
Ένα πολυεπίπεδο, πολυδαίδαλο, πολυπρόσωπο και άκρως απαιτητικό έργο που διαθέτει σχεδόν τα πάντα: κριτική οξυδέρκεια και ψυχαναλυτικό βάθος, μεγάλα και αιώνια ζητήματα και αφηγηματικό εύρος, ζωντάνια, σπαρταριστό και ευφυές χιούμορ, μυστήριο, δομή και εξαιρετικά καίριους διαλόγους. Χαρακτήρες διαχρονικούς και δομές και θεσμούς που δεν άλλαξαν επειδή παραμένουμε ίδιοι κι εμείς, μέσα στους αιώνες. Τολμώντας να ανοίξει ζητήματα σε μιαν εποχή που ακόμα και στην δική μας εποχή, ταμπού παραμένουν. Όπως αυτό της αυτοανάφλεξης του Κρουκ του παλαιοβιβλιοπώλη.
Συνδυάζοντας έρευνα με απόλαυση, ταλέντο με γνώση, την Ιστορία με Κοινωνική κριτική, κι όλα αυτά – ας μη το ξεχνάμε- τον 19ο αιώνα.
Ταυτότητα-
Ποιος είναι:
Από τους μεγαλύτερους και πιο αγαπημένους κλασσικούς λογοτέχνες της Αγγλίας, το 19ο αιώνα.
Γεννήθηκε στις 7 Φεβρουαρίου 1812 στο Portsmouth, Hampshire, στην Αγγλία, ήταν το δεύτερο από τα οκτώ παιδιά της οικογένειας του John Huffan Dickens.
Η οικογένειά του δεν τα έβγαζε πέρα, καθώς ο πατέρας ήταν αντιμέτωπος με πάρα πολλά χρέη, αποτέλεσμα των οποίων ήταν ο πατέρας να φυλακιστεί στο Λονδίνο κι έτσι ολόκληρη η οικογένεια εγκαθίσταται μαζί του στην ειδική φυλακή Μάρσαλσι. Ο μικρός Τσαρλς βρίσκει δουλειά (σ΄ ένα εργοστάσιο βερνικιών για παπούτσια) και ζει μόνος του σ΄ ένα νοικιασμένο δωμάτιο.
O John Huffan Dickens, αποφυλακίζεται, ο μικρός Τσαρλς αφήνει τη δουλειά και επιστρέφει στο σχολείο.
Δυστυχώς, παρά τη φιλότιμη προσπάθεια για μια καινούρια αρχή, ο Τσαρλς, μετά από τρία χρόνια φοίτησης στο σχολείο, 15 χρονών, αναγκάζεται να παρατήσει το σχολείο και να ξαναπιάσει δουλειά.
Δούλεψε ως υπάλληλος σε δικηγορικό γραφείο, ως πρακτικογράφος στη βουλή και ως ρεπόρτερ, όπου έγινε γνωστός για τα ρεπορτάζ του.
Τα πρώτα του βήματα στη λογοτεχνία, τα έκανε σε σχετικά μικρή ηλικία. “Τα Σκίτσα του Μποζ” (1833) τον έκαναν ιδιαίτερα γνωστό, ενώ το 1834, στα 22 του χρόνια, έγινε μόνιμος συνεργάτης της εφημερίδας Morning Chronicl. To “Pickwick Papers” (1837), ήταν το πρώτο βιβλίο που εξέδωσε, το βιβλίο, όμως, που τον έκανε να ξεχωρίσει ήταν ο “Όλιβερ Τουίστ” (1838).
Ακολουθούν, “Το Παλαιοπωλείο” (1838-1839), φτάνοντας τα 100.000 αντίτυπα.
“Τα Αμερικανικά σημειώματα” (1842), αποτέλεσμα ταξιδιού του στην Αμερική.
Το μυθιστόρημα “Μάρτιν Τσάσλουαιτ” (1843-44).
“Τα Χριστουγεννιάτικα βιβλία” (1843), τα οποία έγραψε σε πολύ δύσκολη οικονομική περίοδο με πιο διάσημη την “Χριστουγεννιάτικη ιστορία” (με τον γνωστό μας τσιγκούνη Σκρουτζ).
Από το 1846 έως το 1857, δημοσίευσε πέντε μυθιστορήματα: “Ντόμπι και Υιός”, “Ντέιβιντ Κόπερφιλντ”, “Έρημο Σπίτι”, “Σκληροί καιροί”, “Η μικρή Ντόριτ”. Σπουδαία έργα του, επίσης τα: “Νίκολας Νίκλεμπι” (1839), “Copperfield”(1850), “Ιστορία δύο πόλεων” (1859), “Οι μεγάλες προσδοκίες” (1861),”Ο Κοινός μας Φίλος” (1864).
Το καλοκαίρι του 1870, στο Λονδίνο, καθώς διάβαζε αποσπάσματα έργων του στο κοινό, έπαθε συμφόρηση και την επόμενη μέρα πέθανε, χωρίς να προλάβει να ολοκληρώσει το τελευταίο του μυθιστόρημα “Έντουιν Ντρουτ”.
Δημοσιεύτηκε στο Έθνος της Κυριακής
ΥΓ. Το απέκτησα πρώτη (alef), όμως το διάβασε πρώτος (Librofilo). Του άρεσε η Έσθερ, ταυτίστηκα φυσικά με τη... λαίδη Ντέντλοκ. Απίστευτο χιούμορ και χαρακτήρες με τόσο φως και τόσο σκοτάδι... πανάρχαιες, σημαντικές ψυχές.
Η εφημερίδα Saturday Reviews, το 1858, γράφει για τον Ντίκενς: “Δεν πιστεύουμε ότι η φήμη αυτού του συγγραφέα θα διαρκέσει ακόμα πολύ. Μετά από 50 χρόνια, θα είναι δύσκολο να καταλάβει κάποιος τα κείμενά του και τα παιδιά μας θα αναρωτιούνται τί σκεφτήκαμε όταν τοποθετήσαμε αυτόν τον συγγραφέα μπροστά από τους άλλους συγγραφείς της εποχής του”.
Έχουν περάσει, πόσα χρόνια από τότε; Κοντά τρεις αιώνες! Kαι από τις εκδόσεις “Gutenberg” στην εξαιρετική κλασσική σειρά “Orbis Literae” κυκλοφορεί για πρώτη φορά στα καθ' ημάς “Ο Ζοφερός Οίκος” του, και όχι απλώς τον δικαιώνει, αλλά αποδεικνύοντας τη συγγραφική μεγαλοφυία του, ακτινογραφεί εις το διηνεκές θεσμούς και ανθρωπογεωγραφία.
Στις 1400 σελίδες του (δίτομο και σε σπουδαία σύγχρονη μετάφραση Κλαίρης Παπαμιχαήλ το έργο), εμπεριέχει σχεδόν τα πάντα: Οικογενειακή σάγκα και μυστικά που κληροδοτούνται από γενιά σε γενιά, τα μεγάλα όχι και τόσο απρόσμενα γυρίσματα της Ιστορίας, την παρακμή των αριστοκρατικών οίκων και την υποκρισία της Βικτωριανής εποχής, την ανισότητα, την φτώχεια, την κακοποίηση των παιδιών και των ασθενεστέρων, και πάνω απ' όλα τον φονικό δικαστικό κυκεώνα τον μηχανισμό του οποίου ο συγγραφέας γνώριζε εκ των ένδον και καλά!
Όλα αρχίζουν και τελειώνουν με την υπόθεση Τζάρννταις και Τζαρνντάις. Παιδιά υιοθετούνται και αριστοκράτες ναυαγούν, άνθρωποι ερωτεύονται και μυστικοί δεσμοί αίματος βγαίνουν αλλόκοτα στην επιφάνεια, άνθρωποι αρρωσταίνουν, παραμορφώνονται, πεθαίνουν από φυσικό θάνατο ή αυτοκτονούν, και το μοναδικό στον κόσμο που μοιάζει σχεδόν αμετακίνητο είναι, τελικά εκείνη η υπόδικη περιουσία. Όταν ο χρόνος θέσει ένα τέρμα, στο μεταξύ όλα θα έχουν διπλά και τριπλά χαθεί στους δικηγόρους.
Το απολαυστικό μυθιστόρημα που εναλλάσσεται αφηγηματικά στην πρωτοπρόσωπη αφήγηση της πεντάρφανης Έστερ και τριτοπρόσωπη του αφηγητή, ξεκινά με την απομάκρυνση της μικρής Έστερ από το σπίτι της πεθαμένης πια θείας.
Στη διαδρομή της, η ομοιότητά της με την λαίδη Ντέντλοκ θα περιπλέξει τα πράγματα, η συγκατοίκησή της με την Έιντα και τον Ρίτσαρντ στο Μπλικ Χάους του κηδεμόνα τους Τζων Τζάρννταις.
“Για όνομα του Θεού, μη βασίζεις τις ελπίδες ή τις προσδοκίες σου στην οικογενειακή κατάρα! Ό,τι κι αν κάνεις όσο ζεις, ποτέ μη ρίξεις ούτε μια ματιά στο φρικτό φάντασμα που τόσα χρόνια μας στοιχειώνει. Καλύτερα να δανειστείς, καλύτερα να ζητιανέψεις, καλύτερα να πεθάνεις!” συμβουλεύει ματαίως τον Ρίτσαρντ – έναν από τους ήρωες και κληρονόμους- ο κηδεμόνας του κύριος Τζάρνντάις.
Με δυο τεράστιες γοητευτικές ηρωίδες, την Έστερ, προσωποποίηση του καλού και την λαίδη Ντέντλοκ, μυστηριώδη και μοιραία, στους βασικούς κόμβους του μύθου, ξεδιπλώνεται απολαυστικά και σπαρταριστά η τοιχογραφία μιας εποχής με έντονες γωνίες και αντιθέσεις.
Ένα πολυεπίπεδο, πολυδαίδαλο, πολυπρόσωπο και άκρως απαιτητικό έργο που διαθέτει σχεδόν τα πάντα: κριτική οξυδέρκεια και ψυχαναλυτικό βάθος, μεγάλα και αιώνια ζητήματα και αφηγηματικό εύρος, ζωντάνια, σπαρταριστό και ευφυές χιούμορ, μυστήριο, δομή και εξαιρετικά καίριους διαλόγους. Χαρακτήρες διαχρονικούς και δομές και θεσμούς που δεν άλλαξαν επειδή παραμένουμε ίδιοι κι εμείς, μέσα στους αιώνες. Τολμώντας να ανοίξει ζητήματα σε μιαν εποχή που ακόμα και στην δική μας εποχή, ταμπού παραμένουν. Όπως αυτό της αυτοανάφλεξης του Κρουκ του παλαιοβιβλιοπώλη.
Συνδυάζοντας έρευνα με απόλαυση, ταλέντο με γνώση, την Ιστορία με Κοινωνική κριτική, κι όλα αυτά – ας μη το ξεχνάμε- τον 19ο αιώνα.
Ταυτότητα-
Ποιος είναι:
Από τους μεγαλύτερους και πιο αγαπημένους κλασσικούς λογοτέχνες της Αγγλίας, το 19ο αιώνα.
Γεννήθηκε στις 7 Φεβρουαρίου 1812 στο Portsmouth, Hampshire, στην Αγγλία, ήταν το δεύτερο από τα οκτώ παιδιά της οικογένειας του John Huffan Dickens.
Η οικογένειά του δεν τα έβγαζε πέρα, καθώς ο πατέρας ήταν αντιμέτωπος με πάρα πολλά χρέη, αποτέλεσμα των οποίων ήταν ο πατέρας να φυλακιστεί στο Λονδίνο κι έτσι ολόκληρη η οικογένεια εγκαθίσταται μαζί του στην ειδική φυλακή Μάρσαλσι. Ο μικρός Τσαρλς βρίσκει δουλειά (σ΄ ένα εργοστάσιο βερνικιών για παπούτσια) και ζει μόνος του σ΄ ένα νοικιασμένο δωμάτιο.
O John Huffan Dickens, αποφυλακίζεται, ο μικρός Τσαρλς αφήνει τη δουλειά και επιστρέφει στο σχολείο.
Δυστυχώς, παρά τη φιλότιμη προσπάθεια για μια καινούρια αρχή, ο Τσαρλς, μετά από τρία χρόνια φοίτησης στο σχολείο, 15 χρονών, αναγκάζεται να παρατήσει το σχολείο και να ξαναπιάσει δουλειά.
Δούλεψε ως υπάλληλος σε δικηγορικό γραφείο, ως πρακτικογράφος στη βουλή και ως ρεπόρτερ, όπου έγινε γνωστός για τα ρεπορτάζ του.
Τα πρώτα του βήματα στη λογοτεχνία, τα έκανε σε σχετικά μικρή ηλικία. “Τα Σκίτσα του Μποζ” (1833) τον έκαναν ιδιαίτερα γνωστό, ενώ το 1834, στα 22 του χρόνια, έγινε μόνιμος συνεργάτης της εφημερίδας Morning Chronicl. To “Pickwick Papers” (1837), ήταν το πρώτο βιβλίο που εξέδωσε, το βιβλίο, όμως, που τον έκανε να ξεχωρίσει ήταν ο “Όλιβερ Τουίστ” (1838).
Ακολουθούν, “Το Παλαιοπωλείο” (1838-1839), φτάνοντας τα 100.000 αντίτυπα.
“Τα Αμερικανικά σημειώματα” (1842), αποτέλεσμα ταξιδιού του στην Αμερική.
Το μυθιστόρημα “Μάρτιν Τσάσλουαιτ” (1843-44).
“Τα Χριστουγεννιάτικα βιβλία” (1843), τα οποία έγραψε σε πολύ δύσκολη οικονομική περίοδο με πιο διάσημη την “Χριστουγεννιάτικη ιστορία” (με τον γνωστό μας τσιγκούνη Σκρουτζ).
Από το 1846 έως το 1857, δημοσίευσε πέντε μυθιστορήματα: “Ντόμπι και Υιός”, “Ντέιβιντ Κόπερφιλντ”, “Έρημο Σπίτι”, “Σκληροί καιροί”, “Η μικρή Ντόριτ”. Σπουδαία έργα του, επίσης τα: “Νίκολας Νίκλεμπι” (1839), “Copperfield”(1850), “Ιστορία δύο πόλεων” (1859), “Οι μεγάλες προσδοκίες” (1861),”Ο Κοινός μας Φίλος” (1864).
Το καλοκαίρι του 1870, στο Λονδίνο, καθώς διάβαζε αποσπάσματα έργων του στο κοινό, έπαθε συμφόρηση και την επόμενη μέρα πέθανε, χωρίς να προλάβει να ολοκληρώσει το τελευταίο του μυθιστόρημα “Έντουιν Ντρουτ”.
Δημοσιεύτηκε στο Έθνος της Κυριακής
ΥΓ. Το απέκτησα πρώτη (alef), όμως το διάβασε πρώτος (Librofilo). Του άρεσε η Έσθερ, ταυτίστηκα φυσικά με τη... λαίδη Ντέντλοκ. Απίστευτο χιούμορ και χαρακτήρες με τόσο φως και τόσο σκοτάδι... πανάρχαιες, σημαντικές ψυχές.
02/11/2009
Αγαπώ τον... τρόπο που μ' αγαπάς!
'Ερωτας για τον έρωτα
ή άλλως
“με ξετρελαίνει ο τρόπος που μ' αγαπάς”
Τον εαυτό μας στα μάτια του άλλου ερωτευόμαστε, αποκαλύπτει ο Όσκαρ Ουάιλντ με τον μύθο του Νάρκισσου. Εκείνος έβλεπε το όμορφο πρόσωπό του στα κρυστάλλινα νερά της κι εκείνη ούτε και που τον πρόσεχε, διότι η Λίμνη στα δικά του μάτια έβλεπε μοναχά μιαν... όμορφη λίμνη!
Τον έρωτα ερωτευόμαστε, όχι τον άλλον, επιμένει η Ντυράς.
Και η Μαρία Μήτσορα σε συνέντευξη
“ερωτευόμαστε μ' ό,τι δεν έχουμε, ό,τι δεν είμαστε”.
“Ιστορίες ερωτικής τρέλας” ή το χρονικό μιας διαχρονικής ψευδαίσθησης, σχεδόν υπαρξιακής, θα μπορούσε να ονομαστεί του Νίκου αυτό το βιβλίο.
Μετά την “Κρεμάλα”,
το “κρέμασμα” που οικειοθελώς επιχειρούμε στους εαυτούς.
Ο τίτλος σοφός, αλληγορικός και υπαινικτικός, από μια φίνα, γαλλική παροιμία.
“Με τον έρωτα περνάει ο καιρός
με τον καιρό περνάει ο έρωτας”.
Περιλαμβάνει, βεβαίως, τα πάντα:
τον έρωτα απλώς για να περάσουμε τον καιρό,
τον έρωτα του άλλου, που μας βοηθά ν' αντέξουμε το βάρος του χρόνου.
Γουρλίδικο βιβλίο. Ώσπου να τυπωθεί χάρισε και στον συγγραφέα το άλλο μισό του: με κεφαλαία τον Έρωτα.
Και μέχρι να παρουσιαστεί και έτερον έρωτα' ήτοι τις δυο γυναίκες της ζωής του.
Όμως, τέρμα με τα προσωπικά, έχει έρωτες κι έρωτες να σας αφηγηθεί αυτό το βιβλίο: μοιραίους, τυχαίους, καθοριστικούς, καιροσκοπικούς, λαγνικούς, υπολογιστικούς, χλιαρούς, παθιασμένους, ιψενικούς, φιλικούς, εχθρικούς, αντιφατικούς, γειτονικούς, εσπεράντο, καταναγκαστικούς, νοσταλγικούς, μυθιστορηματικούς, αποσπασματικούς, κατακερματισμένους. Καρπερούς, άκαρπους, με καλό και κακό τέλος, σαιξπηρικούς, αθεράπευτους, ηρωικούς, συγγραφικούς, αλλόκοτους, συνηθισμένους...
Για έναν Σάκη και μια Καίτη,
για έναν Πέτρο και μια μυστηριώδη φοιτήτρια στον Παρθενώνα,
για έναν Γιώργο και μια Μαργαρίτα,
για έναν Κώστα και μια Γιώτα,
για έναν Μπάμπη και μια Σβετλάνα,
για έναν Μάνο και έναν Θάνο για μια Νάντια και μια Κάτια,
για μιαν Αφροδίτη και έναν Αλέξη και έναν Σπύρο,
για μιαν Ελένη και έναν Δήμο,
για μια Μαρία, μια Μαργαρίτα και έναν Γιάννη,
για μια Σούζαν και έναν Θωμά,
για έναν Νίκο και μια Σοφία,
για μια Νίκη και έναν Τάκη.......
Ιστορίες μέσα στην ιστορία και εγκιβωτισμένοι έρωτες στην αφήγηση και την καλειδοσκοπική παρατήρηση του ενός.
Ατμοσφαιρικοί, σπαρταριστοί, με αναγνωρίσιμους χαρακτήρες, προοπτική, ψυχαναλυτική ροπή κι χιούμορ.
Έρωτες αδιέξοδοι ή διεξοδικοί.
Σ' ένα βιβλίο που ανοιγοκλείνει σαν νομοτελειακό περιστατικό ζωής, σαν μαγική βεντάλια.
Με ερωτικά κεφάλαια που
ανοίγουν τσιτάτα σοφά:
“αγάπα τον πλησίον σου ως εαυτόν, αλλά επέλεξε τη γειτονιά σου”,
“Η ανάγκη κάνει σοφό ακόμα και τον βλάκα”,
“Στις μέρες μας οι γυναίκες θεωρούν υποχρέωση των αντρών κάτι που για αιώνες ήταν αγγαρεία γι' αυτές”,
“Μερικές φορές οι καλύτερες επενδύσεις είναι εκείνες που δεν έκανες”,
“Εγωιστής είναι αυτός που δεν μπορεί να αντιληφθεί τον εγωισμό των άλλων”,
“Η μητέρα ξέρει καλύτερα αλλά κανείς δεν την ακούει ποτέ”,
“Όχι μόνο παίζει ζάρια ο Θεός, αλλά μερικές φορές τα ρίχνει σε μέρη που δεν μπορούμε να τα δούμε”,
ο συγγραφέας αποδεικνύει ότι ο έρωτας είναι βάσανο και αίνιγμα, γρίφος μας πρωταρχικός και αρχετυπικός, υπαρξιακός και διαχρονικός.
Και μελετώντας τον καλά έγραψε ένα “περί έρωτος” σπαρταριστό και απολαυστικό, σχεδόν δοκιμιακή σπουδή επ' αυτού, βιβλίο. Και κατέστη άξιος
να δει κατά πού τα ρίχνει
γι' αυτόν ο Θεός τα ζάρια.
Στο μυθιστόρημα του Νίκου “Με τον έρωτα περνάει ο καιρός/ με τον καιρό περνάει ο έρωτας”
δεν υπάρχει μορφή έρωτα
που να μην αναπτυχθεί, αναλυθεί, απλωθεί, εξελιχθεί,
αλλά τον όντως έρωτα,
τον λένε Δήμητρα
και θα τον βρείτε στη ζωή του!
Ευχαριστώ,
Νίκο μου καλέ,
πολλά όμορφα βιβλία σου εύχομαι και έναν Έρωτα, αυτόν που έχεις, αιώνιο και καθοριστικό.
Να είσαι καλά.
ΥΓ. Για το βιβλίο του Νίκου Παργινού το Σάββατο στη Στοά του Βιβλίου, μετά της Ρίτσας Μασούρα, η έτερη αδελφή Τατά (ήτοι alef).
Ριτσάκι, μας κλείσανε για... περιοδεία λέει?
ή άλλως
“με ξετρελαίνει ο τρόπος που μ' αγαπάς”
Τον εαυτό μας στα μάτια του άλλου ερωτευόμαστε, αποκαλύπτει ο Όσκαρ Ουάιλντ με τον μύθο του Νάρκισσου. Εκείνος έβλεπε το όμορφο πρόσωπό του στα κρυστάλλινα νερά της κι εκείνη ούτε και που τον πρόσεχε, διότι η Λίμνη στα δικά του μάτια έβλεπε μοναχά μιαν... όμορφη λίμνη!
Τον έρωτα ερωτευόμαστε, όχι τον άλλον, επιμένει η Ντυράς.
Και η Μαρία Μήτσορα σε συνέντευξη
“ερωτευόμαστε μ' ό,τι δεν έχουμε, ό,τι δεν είμαστε”.
“Ιστορίες ερωτικής τρέλας” ή το χρονικό μιας διαχρονικής ψευδαίσθησης, σχεδόν υπαρξιακής, θα μπορούσε να ονομαστεί του Νίκου αυτό το βιβλίο.
Μετά την “Κρεμάλα”,
το “κρέμασμα” που οικειοθελώς επιχειρούμε στους εαυτούς.
Ο τίτλος σοφός, αλληγορικός και υπαινικτικός, από μια φίνα, γαλλική παροιμία.
“Με τον έρωτα περνάει ο καιρός
με τον καιρό περνάει ο έρωτας”.
Περιλαμβάνει, βεβαίως, τα πάντα:
τον έρωτα απλώς για να περάσουμε τον καιρό,
τον έρωτα του άλλου, που μας βοηθά ν' αντέξουμε το βάρος του χρόνου.
Γουρλίδικο βιβλίο. Ώσπου να τυπωθεί χάρισε και στον συγγραφέα το άλλο μισό του: με κεφαλαία τον Έρωτα.
Και μέχρι να παρουσιαστεί και έτερον έρωτα' ήτοι τις δυο γυναίκες της ζωής του.
Όμως, τέρμα με τα προσωπικά, έχει έρωτες κι έρωτες να σας αφηγηθεί αυτό το βιβλίο: μοιραίους, τυχαίους, καθοριστικούς, καιροσκοπικούς, λαγνικούς, υπολογιστικούς, χλιαρούς, παθιασμένους, ιψενικούς, φιλικούς, εχθρικούς, αντιφατικούς, γειτονικούς, εσπεράντο, καταναγκαστικούς, νοσταλγικούς, μυθιστορηματικούς, αποσπασματικούς, κατακερματισμένους. Καρπερούς, άκαρπους, με καλό και κακό τέλος, σαιξπηρικούς, αθεράπευτους, ηρωικούς, συγγραφικούς, αλλόκοτους, συνηθισμένους...
Για έναν Σάκη και μια Καίτη,
για έναν Πέτρο και μια μυστηριώδη φοιτήτρια στον Παρθενώνα,
για έναν Γιώργο και μια Μαργαρίτα,
για έναν Κώστα και μια Γιώτα,
για έναν Μπάμπη και μια Σβετλάνα,
για έναν Μάνο και έναν Θάνο για μια Νάντια και μια Κάτια,
για μιαν Αφροδίτη και έναν Αλέξη και έναν Σπύρο,
για μιαν Ελένη και έναν Δήμο,
για μια Μαρία, μια Μαργαρίτα και έναν Γιάννη,
για μια Σούζαν και έναν Θωμά,
για έναν Νίκο και μια Σοφία,
για μια Νίκη και έναν Τάκη.......
Ιστορίες μέσα στην ιστορία και εγκιβωτισμένοι έρωτες στην αφήγηση και την καλειδοσκοπική παρατήρηση του ενός.
Ατμοσφαιρικοί, σπαρταριστοί, με αναγνωρίσιμους χαρακτήρες, προοπτική, ψυχαναλυτική ροπή κι χιούμορ.
Έρωτες αδιέξοδοι ή διεξοδικοί.
Σ' ένα βιβλίο που ανοιγοκλείνει σαν νομοτελειακό περιστατικό ζωής, σαν μαγική βεντάλια.
Με ερωτικά κεφάλαια που
ανοίγουν τσιτάτα σοφά:
“αγάπα τον πλησίον σου ως εαυτόν, αλλά επέλεξε τη γειτονιά σου”,
“Η ανάγκη κάνει σοφό ακόμα και τον βλάκα”,
“Στις μέρες μας οι γυναίκες θεωρούν υποχρέωση των αντρών κάτι που για αιώνες ήταν αγγαρεία γι' αυτές”,
“Μερικές φορές οι καλύτερες επενδύσεις είναι εκείνες που δεν έκανες”,
“Εγωιστής είναι αυτός που δεν μπορεί να αντιληφθεί τον εγωισμό των άλλων”,
“Η μητέρα ξέρει καλύτερα αλλά κανείς δεν την ακούει ποτέ”,
“Όχι μόνο παίζει ζάρια ο Θεός, αλλά μερικές φορές τα ρίχνει σε μέρη που δεν μπορούμε να τα δούμε”,
ο συγγραφέας αποδεικνύει ότι ο έρωτας είναι βάσανο και αίνιγμα, γρίφος μας πρωταρχικός και αρχετυπικός, υπαρξιακός και διαχρονικός.
Και μελετώντας τον καλά έγραψε ένα “περί έρωτος” σπαρταριστό και απολαυστικό, σχεδόν δοκιμιακή σπουδή επ' αυτού, βιβλίο. Και κατέστη άξιος
να δει κατά πού τα ρίχνει
γι' αυτόν ο Θεός τα ζάρια.
Στο μυθιστόρημα του Νίκου “Με τον έρωτα περνάει ο καιρός/ με τον καιρό περνάει ο έρωτας”
δεν υπάρχει μορφή έρωτα
που να μην αναπτυχθεί, αναλυθεί, απλωθεί, εξελιχθεί,
αλλά τον όντως έρωτα,
τον λένε Δήμητρα
και θα τον βρείτε στη ζωή του!
Ευχαριστώ,
Νίκο μου καλέ,
πολλά όμορφα βιβλία σου εύχομαι και έναν Έρωτα, αυτόν που έχεις, αιώνιο και καθοριστικό.
Να είσαι καλά.
ΥΓ. Για το βιβλίο του Νίκου Παργινού το Σάββατο στη Στοά του Βιβλίου, μετά της Ρίτσας Μασούρα, η έτερη αδελφή Τατά (ήτοι alef).
Ριτσάκι, μας κλείσανε για... περιοδεία λέει?
30/10/2009
"Τι θα συνέβαινε αν ο Οιδίπους και προ αυτού ο Λάιος υπήκουαν στον χρησμό?"
Είμαστε ό,τι αφήνουμε πίσω μας
Επαναλάμβανα, διαβάζοντας τον υπέροχο τίτλο του Δημήτρη “Ό,τι αγαπήσαμε πίσω έμεινε” κι έμοιαζε αυτή η φραστική εμμονή μου, σαν επιβεβλημένη απάντηση.
Ποιος στη χάρη μου σήμερα, έτσι?
Ανάμεσα σε δυο άντρες, σε δυο συγγραφείς που αποδεδειγμένα αγαπούν τη γυναίκα.
Το υποστηρίζουν με όλους τους τρόπους, με τη ζωή, με το έργο τους.
Φίλος αδελφικός, άνθρωπος του σπιτιού τολμώ να πω ο Δημήτρης, μου έχει ήδη προσφέρει μεγάλες χαρές.
Με την “Υπατία” του αξιώθηκα να ταξιδέψω μιλώντας για το σπουδαίο βιβλίο του αυτό στη Βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας.
Στο “Υστερόγραφο μιας συγγνώμης”, ε πια η αγάπη του στο “δεύτερο φύλλο” που πρώτο το έκανε, ήταν πλέον ολοφάνερη.
Ο Μίμης Ανδρουλάκης, γνωστός σε όλους, και μόνο το να σταθείς στο πλάι του και να μιλάς, καταντά τουλάχιστον αποκοτιά. Αλλά εδώ έχω τολμήσει να μιλήσω για βιβλίο του, τώρα θα κάνω πίσω? Εξάλλου σαν τη Μαρία Ρόζα του Δημήτρη είμαι και λίγο του vivere pericolozamente, τελικά.
Με το καινούργιο του βιβλίο, λοιπόν, ο Δημήτρης Βαρβαρήγος επιστρέφει. Στο ιστορικό μυθιστόρημα που μοιάζει να το κατέχει καλά. Και στην γυναικεία μοίρα σε εποχές που άνδρες νομοθετούν. (Θα μου πείτε και τώρα με την γυναίκα ανδρόγυνη? ας είναι) Επαληθεύοντας εκείνη τη σπουδαία και γενναία ρήση του Μάρκες πως
“την ιστορία μας και την ιστορία της οικογένειάς μας γράφουμε τελικά ξανά και ξανά”. Ακόμα κι όταν μιλάμε για άλλους, για τα δικά του πάλι ο καθένας μιλά.
Τα διλήμματα και τους φόβους μας δανείζουμε στους ήρωες, τις πολυθρόνες που καθήσαμε και τη θάλασσα π' αγαπήσαμε περιγράφουμε θέλοντας και μη στο χαρτί.
Πόσο μάλλον στην παρούσα περίπτωση που κάτι μου λέει πως η Ζωή- Μαρία Μοντανάρη είναι, Δημήτρη μου καλέ, η μαμά?
Ας είναι!
“Ό,τι αγαπήσαμε πίσω έμεινε”,
στο βιβλίο θα παραμείνουμε κι ό,τι αγαπήσαμε γίνεται εμείς.
Επειδή ένα δεν γίνεται να χάσουμε ή πίσω ν' αφήσουμε, τον εαυτό μας, που είναι “ό,τι αγαπήσαμε” και μας ακολουθεί.
“Στον έρωτα πάμε μ' ότι δεν είμαστε κι ό,τι δεν έχουμε”, μου έχει πει η Μαρία Μήτσορα σε συνέντευξη και θυμάμαι είχα ενθουσιαστεί.
Στη μυθιστορία του Δημήτρη, όμως, η Μαρία Ρόζα Καλτσέτι και ο Σαλιβέρι Μοντανάρι ερωτεύθηκαν με ό,τι ήταν, είχαν, και νίκησαν.
Ξεκινώντας από τη Φλωρεντία του 1860, αρχοντοπούλα αυτή, κατώτερος ταξικά ο Σαλιβέρι, πολεμώντας για τον έρωτά τους, δραπέτες της αγάπης στη Ζάκυνθο για να ζήσουν και μια και δυο φορές τον ξεριζωμό με τον μεγάλο σεισμό. Μέχρι να καταλήξουν στην ανοιχτή αγκαλιά της Αθήνας που όλα τα καταπίνει και τα χωρά.
Προτάσσοντας, πρόλογο και καταλήγοντας σε επίλογο ο συγγραφέας, χωρίζει την αφήγησή του σε πρωτοπρόσωπη και τριτοπρόσωπη, αφήνοντας και εκείνο το προσωπικό στοιχείο που ήδη είπαμε να εννοηθεί.
Μια γυναίκα, γυναίκα που του έχει δώσει τα πάντα, θυμάται και αναζητώντας για τον επίγονο ρίζες, αφηγείται την ιστορία της προγιαγιάς.
Η ιστορία της Μαρίας Ρόζας τριτοπρόσωπη εξελίσσεται, όσον αφορά τον χρόνο, γραμμικά. Η ζωή των ηρώων στη Φλωρεντία και ο παράφορος και παράνομος έρωτάς τους, ο εγκλεισμός της ηρωίδας στο σπίτι και η αναγκαστική φυγή. Ακολουθώντας τη γυναικεία μοίρα της μητέρας, αλλά τολμώντας να ζήσει τη ζωή που δεν επέτρεπαν οι καιροί, αλλ' ούτε και τόλμησε να ζήσει κι αυτή. Ο ερχομός του ζευγαριού στη Ζάκυνθο. Ξένοι ανάμεσα σε ξένους. Η βάφτιση, ο γάμος, η ένταξη. Οι εγκυμοσύνες και τα νεκρά παιδιά. Ο κύκλος της ζωής και η πικρή διαπίστωση “απ' τα λάθη μας” και “υποφέροντας μαθαίνει κανείς”. Η ελπίδα, ο γιος, το σπίτι, ο σεισμός, το παρελθόν και τα κρυμμένα του μυστικά, η ζωή ξανά και ξανά απ' την αρχή, και γέννα και θάνατος και ελπίδα και “χτίζω στην άμμο σα να 'ναι στην πέτρα” και ξανά και ξανά απ' την αρχή, η ζωή με τους αποχαιρετισμούς, ο ερχομός στην Αθήνα και τα “Χρόνια που περνούσαν σαν σελίδες βιβλίου”,
σ' ένα βιβλίο που τα έχει όλα, ευθύς εξαρχής:
Ατμόσφαιρα εποχής, στη Φλωρεντία του 19ου αιώνα, στη Ζάκυνθο και στην Αθήνα της ίδιας σχεδόν εποχής.
Ιστορικό πλαίσιο, η ταξική κοινωνία στην ιταλική κοινωνία που επεμβαίνει στ' ανθρώπινα κι απαγορεύει ή επιτρέπει, υπαγορεύοντας γάμους, συμφέροντα, αγάπες και συμπεριφορές. Η Ένωση της Επτανήσου με την Ελλάδα και οι μικροί προσωπικοί αγώνες που καθορίζουν ζωές.
Χαρακτήρες, με βασικούς τη Μαρία Ρόζα και τον Σαλιβέριο, που επαναστατούν, τολμούν και ξεπερνούν τη μοίρα τους, εκείνη τη γυναικεία, κι αυτός τη ταξική, τον σκληρό πατριαρχικό πατέρα, την υποταγμένη αυστηρή κυρία Νίνα- μαμά, τη στοργική, πιστή Φραντζέσκα, την ιδανική αδελφή Οφηλία και τους απλούς ανθρώπους της Ζακύνθου με όλες τις αντιφάσεις που μπορεί ένας άνθρωπος να εμπεριέχει, όλοι μας είμαστε σκοτάδια και φως.
Μια ιστορία που περικλείει όλον τον κύκλο και τη χαρμολύπη της ζωής. Τον άνθρωπο που σηκώνει ανάστημα στο ίδιο του το πεπρωμένο. Την αγάπη που όλα τα νικά. Την Ιστορία και τα Φυσικά Φαινόμενα που υψώνονται πάνω από τη μικρή ιστορία του καθενός και τη σοφή Νομοτέλεια, πως, ό,τι και να γίνει, στην πορεία η ζωή συνεχίζεται: γέννηση, θάνατος, επανάσταση, καταστολή, φόβος, ελπίδα, φως και σκοτάδι, ξανά και ξανά απ' την αρχή.
Επιτρέψατέ μου να τελειώσω με ένα μικρό απόσπασμα που μου επιβάλει το ίδιο το βιβλίο του Δημήτρη, το τόσο απολαυστικό και σπαρακτικό:
“... Τι θα συνέβαινε αν ο Οιδίπους και προ αυτού ο Λάιος υπήκουαν στον χρησμό? Αν δηλαδή και οι δυο δεν σήκωναν κεφάλι στο θείο θέλημα? Βεβαίως δεν θα υπήρχε λόγος να γραφτεί το έργο, θα έλειπε το δράμα απ' τη ζωή. Κι αλλιώς: ο άνθρωπος θα δεχόταν αυτόματα την τάξη των πραγμάτων, όπως ένα μυρμήγκι δέχεται ενστικτωδώς το φυσικό νόμο.
Η τραγωδία αρχίζει με την παρακοή του ανθρώπου στην κοσμική μοίρα, εκείνη των βιβλικών πρωτοπλάστων... Η απουσία του δράματος προυποθέτει παραίτηση από τον ελεύθερο εαυτό, απόλυτη παραδοχή των τεταγμένων γεγονότων. Το δράμα συνιστά εξέγερση, ανατρεπτική προσπάθεια της ιδρυμένης θείας τάξεως, η οποία δεν έχει καμία σχέσην με ηθική κακότητα....”
Στέλιος Ράμφος “Το αίνιγμα κι η μοίρα” (ποιητική τέχνη στον Οιδίποδα Τύραννον).
Δημήτρη μου καλέ, πολύ σ' ευχαριστώ, για την απόλαυση, την φιλία, την τιμή.
Κύριε Ανδρουλάκη μας, χαίρομαι τόσο πολύ που σας ξανασυναντώ.
Αναστασία και Χαρά μου (ε ναι, έχουμε εδώ και την εκδότριες, τρίτη, τέταρτη, πέμπτη γενιά? Φίλη της καρδιάς μου η Αναστασία και η Χαρά η τελευταία μου αισθητική, με ανέλαβε, να με ντύνει, να με στολίζει, να μου φιλοτεχνεί εξώφυλλα με τις υπέροχες ατμοσφαιρικές της φωτογραφίες, και τη ζωή.
Και αποχαιρετώντας σας να σας αποκαλύψω και ένα δικό μας οικογενειακό μυστικό που μπορεί και να εξηγεί πολλά. Πως η γιαγιά μου η Χρυσούλα, Σάββα, Σαβίνα, αψηφώντας τον πατρικό νόμο έκλεψε τον παππού Γιώργη και αποκληρώθηκε γι' αυτό.
Σας ευχαριστώ.
YΓ. Το... ποίημά μου στον Ιανό χθες για τον Δημήτρη.
Επαναλάμβανα, διαβάζοντας τον υπέροχο τίτλο του Δημήτρη “Ό,τι αγαπήσαμε πίσω έμεινε” κι έμοιαζε αυτή η φραστική εμμονή μου, σαν επιβεβλημένη απάντηση.
Ποιος στη χάρη μου σήμερα, έτσι?
Ανάμεσα σε δυο άντρες, σε δυο συγγραφείς που αποδεδειγμένα αγαπούν τη γυναίκα.
Το υποστηρίζουν με όλους τους τρόπους, με τη ζωή, με το έργο τους.
Φίλος αδελφικός, άνθρωπος του σπιτιού τολμώ να πω ο Δημήτρης, μου έχει ήδη προσφέρει μεγάλες χαρές.
Με την “Υπατία” του αξιώθηκα να ταξιδέψω μιλώντας για το σπουδαίο βιβλίο του αυτό στη Βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας.
Στο “Υστερόγραφο μιας συγγνώμης”, ε πια η αγάπη του στο “δεύτερο φύλλο” που πρώτο το έκανε, ήταν πλέον ολοφάνερη.
Ο Μίμης Ανδρουλάκης, γνωστός σε όλους, και μόνο το να σταθείς στο πλάι του και να μιλάς, καταντά τουλάχιστον αποκοτιά. Αλλά εδώ έχω τολμήσει να μιλήσω για βιβλίο του, τώρα θα κάνω πίσω? Εξάλλου σαν τη Μαρία Ρόζα του Δημήτρη είμαι και λίγο του vivere pericolozamente, τελικά.
Με το καινούργιο του βιβλίο, λοιπόν, ο Δημήτρης Βαρβαρήγος επιστρέφει. Στο ιστορικό μυθιστόρημα που μοιάζει να το κατέχει καλά. Και στην γυναικεία μοίρα σε εποχές που άνδρες νομοθετούν. (Θα μου πείτε και τώρα με την γυναίκα ανδρόγυνη? ας είναι) Επαληθεύοντας εκείνη τη σπουδαία και γενναία ρήση του Μάρκες πως
“την ιστορία μας και την ιστορία της οικογένειάς μας γράφουμε τελικά ξανά και ξανά”. Ακόμα κι όταν μιλάμε για άλλους, για τα δικά του πάλι ο καθένας μιλά.
Τα διλήμματα και τους φόβους μας δανείζουμε στους ήρωες, τις πολυθρόνες που καθήσαμε και τη θάλασσα π' αγαπήσαμε περιγράφουμε θέλοντας και μη στο χαρτί.
Πόσο μάλλον στην παρούσα περίπτωση που κάτι μου λέει πως η Ζωή- Μαρία Μοντανάρη είναι, Δημήτρη μου καλέ, η μαμά?
Ας είναι!
“Ό,τι αγαπήσαμε πίσω έμεινε”,
στο βιβλίο θα παραμείνουμε κι ό,τι αγαπήσαμε γίνεται εμείς.
Επειδή ένα δεν γίνεται να χάσουμε ή πίσω ν' αφήσουμε, τον εαυτό μας, που είναι “ό,τι αγαπήσαμε” και μας ακολουθεί.
“Στον έρωτα πάμε μ' ότι δεν είμαστε κι ό,τι δεν έχουμε”, μου έχει πει η Μαρία Μήτσορα σε συνέντευξη και θυμάμαι είχα ενθουσιαστεί.
Στη μυθιστορία του Δημήτρη, όμως, η Μαρία Ρόζα Καλτσέτι και ο Σαλιβέρι Μοντανάρι ερωτεύθηκαν με ό,τι ήταν, είχαν, και νίκησαν.
Ξεκινώντας από τη Φλωρεντία του 1860, αρχοντοπούλα αυτή, κατώτερος ταξικά ο Σαλιβέρι, πολεμώντας για τον έρωτά τους, δραπέτες της αγάπης στη Ζάκυνθο για να ζήσουν και μια και δυο φορές τον ξεριζωμό με τον μεγάλο σεισμό. Μέχρι να καταλήξουν στην ανοιχτή αγκαλιά της Αθήνας που όλα τα καταπίνει και τα χωρά.
Προτάσσοντας, πρόλογο και καταλήγοντας σε επίλογο ο συγγραφέας, χωρίζει την αφήγησή του σε πρωτοπρόσωπη και τριτοπρόσωπη, αφήνοντας και εκείνο το προσωπικό στοιχείο που ήδη είπαμε να εννοηθεί.
Μια γυναίκα, γυναίκα που του έχει δώσει τα πάντα, θυμάται και αναζητώντας για τον επίγονο ρίζες, αφηγείται την ιστορία της προγιαγιάς.
Η ιστορία της Μαρίας Ρόζας τριτοπρόσωπη εξελίσσεται, όσον αφορά τον χρόνο, γραμμικά. Η ζωή των ηρώων στη Φλωρεντία και ο παράφορος και παράνομος έρωτάς τους, ο εγκλεισμός της ηρωίδας στο σπίτι και η αναγκαστική φυγή. Ακολουθώντας τη γυναικεία μοίρα της μητέρας, αλλά τολμώντας να ζήσει τη ζωή που δεν επέτρεπαν οι καιροί, αλλ' ούτε και τόλμησε να ζήσει κι αυτή. Ο ερχομός του ζευγαριού στη Ζάκυνθο. Ξένοι ανάμεσα σε ξένους. Η βάφτιση, ο γάμος, η ένταξη. Οι εγκυμοσύνες και τα νεκρά παιδιά. Ο κύκλος της ζωής και η πικρή διαπίστωση “απ' τα λάθη μας” και “υποφέροντας μαθαίνει κανείς”. Η ελπίδα, ο γιος, το σπίτι, ο σεισμός, το παρελθόν και τα κρυμμένα του μυστικά, η ζωή ξανά και ξανά απ' την αρχή, και γέννα και θάνατος και ελπίδα και “χτίζω στην άμμο σα να 'ναι στην πέτρα” και ξανά και ξανά απ' την αρχή, η ζωή με τους αποχαιρετισμούς, ο ερχομός στην Αθήνα και τα “Χρόνια που περνούσαν σαν σελίδες βιβλίου”,
σ' ένα βιβλίο που τα έχει όλα, ευθύς εξαρχής:
Ατμόσφαιρα εποχής, στη Φλωρεντία του 19ου αιώνα, στη Ζάκυνθο και στην Αθήνα της ίδιας σχεδόν εποχής.
Ιστορικό πλαίσιο, η ταξική κοινωνία στην ιταλική κοινωνία που επεμβαίνει στ' ανθρώπινα κι απαγορεύει ή επιτρέπει, υπαγορεύοντας γάμους, συμφέροντα, αγάπες και συμπεριφορές. Η Ένωση της Επτανήσου με την Ελλάδα και οι μικροί προσωπικοί αγώνες που καθορίζουν ζωές.
Χαρακτήρες, με βασικούς τη Μαρία Ρόζα και τον Σαλιβέριο, που επαναστατούν, τολμούν και ξεπερνούν τη μοίρα τους, εκείνη τη γυναικεία, κι αυτός τη ταξική, τον σκληρό πατριαρχικό πατέρα, την υποταγμένη αυστηρή κυρία Νίνα- μαμά, τη στοργική, πιστή Φραντζέσκα, την ιδανική αδελφή Οφηλία και τους απλούς ανθρώπους της Ζακύνθου με όλες τις αντιφάσεις που μπορεί ένας άνθρωπος να εμπεριέχει, όλοι μας είμαστε σκοτάδια και φως.
Μια ιστορία που περικλείει όλον τον κύκλο και τη χαρμολύπη της ζωής. Τον άνθρωπο που σηκώνει ανάστημα στο ίδιο του το πεπρωμένο. Την αγάπη που όλα τα νικά. Την Ιστορία και τα Φυσικά Φαινόμενα που υψώνονται πάνω από τη μικρή ιστορία του καθενός και τη σοφή Νομοτέλεια, πως, ό,τι και να γίνει, στην πορεία η ζωή συνεχίζεται: γέννηση, θάνατος, επανάσταση, καταστολή, φόβος, ελπίδα, φως και σκοτάδι, ξανά και ξανά απ' την αρχή.
Επιτρέψατέ μου να τελειώσω με ένα μικρό απόσπασμα που μου επιβάλει το ίδιο το βιβλίο του Δημήτρη, το τόσο απολαυστικό και σπαρακτικό:
“... Τι θα συνέβαινε αν ο Οιδίπους και προ αυτού ο Λάιος υπήκουαν στον χρησμό? Αν δηλαδή και οι δυο δεν σήκωναν κεφάλι στο θείο θέλημα? Βεβαίως δεν θα υπήρχε λόγος να γραφτεί το έργο, θα έλειπε το δράμα απ' τη ζωή. Κι αλλιώς: ο άνθρωπος θα δεχόταν αυτόματα την τάξη των πραγμάτων, όπως ένα μυρμήγκι δέχεται ενστικτωδώς το φυσικό νόμο.
Η τραγωδία αρχίζει με την παρακοή του ανθρώπου στην κοσμική μοίρα, εκείνη των βιβλικών πρωτοπλάστων... Η απουσία του δράματος προυποθέτει παραίτηση από τον ελεύθερο εαυτό, απόλυτη παραδοχή των τεταγμένων γεγονότων. Το δράμα συνιστά εξέγερση, ανατρεπτική προσπάθεια της ιδρυμένης θείας τάξεως, η οποία δεν έχει καμία σχέσην με ηθική κακότητα....”
Στέλιος Ράμφος “Το αίνιγμα κι η μοίρα” (ποιητική τέχνη στον Οιδίποδα Τύραννον).
Δημήτρη μου καλέ, πολύ σ' ευχαριστώ, για την απόλαυση, την φιλία, την τιμή.
Κύριε Ανδρουλάκη μας, χαίρομαι τόσο πολύ που σας ξανασυναντώ.
Αναστασία και Χαρά μου (ε ναι, έχουμε εδώ και την εκδότριες, τρίτη, τέταρτη, πέμπτη γενιά? Φίλη της καρδιάς μου η Αναστασία και η Χαρά η τελευταία μου αισθητική, με ανέλαβε, να με ντύνει, να με στολίζει, να μου φιλοτεχνεί εξώφυλλα με τις υπέροχες ατμοσφαιρικές της φωτογραφίες, και τη ζωή.
Και αποχαιρετώντας σας να σας αποκαλύψω και ένα δικό μας οικογενειακό μυστικό που μπορεί και να εξηγεί πολλά. Πως η γιαγιά μου η Χρυσούλα, Σάββα, Σαβίνα, αψηφώντας τον πατρικό νόμο έκλεψε τον παππού Γιώργη και αποκληρώθηκε γι' αυτό.
Σας ευχαριστώ.
YΓ. Το... ποίημά μου στον Ιανό χθες για τον Δημήτρη.
29/10/2009
H Ασκητική της Αγάπης
"Πόσο μικρός γίνεται ο κόσμος γι' αυτούς που θέλει ο Θεός να συναντηθούν" (γερόντισσα Γαβριηλία, από την "Ασκητική της αγάπης")
ΥΓ. Το ξαναβρήκα στο fb, το διανοείστε? Εντέλει ναι, "παντού μπορεί να αγιάσει κανείς".
ΥΓ. Το ξαναβρήκα στο fb, το διανοείστε? Εντέλει ναι, "παντού μπορεί να αγιάσει κανείς".
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)