28/5/14

Λίλιθ - από γράμμα σε γράμμα

 
Έγινε Λίλιθ από μια παραξενιά της μάνας της. Σκότωσε γράφοντας –μόλις τεσσάρων χρονών– μιαν Ευτυχία που αγάπησε Κεραυνό. Φοβήθηκε έκτοτε τον έρωτα και το γράψιμο. Για χρόνια, αρχαιολογία και ιστορία, χρόνος τετελεσμένος, υπήρξαν μονόδρομοι. Μέχρι που υπάκουσε, αθέλητα, σ’ αυτή την αλλόκοτη παράκληση που κατά βάθος υπήρξε για κείνη διαταγή. Σαράντα έξι ερωτικές επιστολές σε ένα παλαιοβιβλιοπωλείο και η τοξίνη των λέξεων θα της αλλάξουν έκτοτε τη ζωή.
Ερωτικό, βιβλιοφιλικό, υπαρξιακό θρίλερ, με αλληλογραφία αληθινή.


βγήκαμε ναι...
 

7/5/14

Μια αφαιρετική ποιητική πεζογραφία


 
Το μπολερό δεν ήταν του Ραβέλ, της Ελένης Γκίκα

εκδόσεις Καλέντη 2013

 
Μια αφαιρετική ποιητική πεζογραφία

 
                                                           Γράφει η Μαρία Λαμπαδαρίδου Πόθου
στο περιοδικό "Κλεψύδρα" του Μαίου

 
Η Ελένη Γκίκα έχει χτίσει ένα δικό της ποιητικό σύμπαν και εκεί περιχαρακωμένη σαν παλιά πυθία ζωντανεύει οράματα και όνειρα και χρησμικές εντολές για να πλάσει πρόσωπα και  προσωπεία, σύμβολα και μουσικές παρτιτούρες και με μια γραφή άκρως ποιητική και αφαιρετική, με λόγο ελλειπτικό κι ωστόσο κυρίαρχο, ξανοίγει τις περιπέτειες των ηρώων της, που είναι περισσότερο περιπέτειες του μυαλού και της αναζήτησης μιας οντολογικής αλήθειας.
    Διαβάζοντας το νέο μυθιστόρημά της “Το Μπολερό δεν ήταν του Ραβέλ”, αισθάνεσαι πως το μόνο συμπαγές και στέρεο σ' αυτό είναι η Μνήμη η ακοίμητη. Η μνήμη η ατομική και η μνήμη η συλλογική, σε μια σύγκλιση εξίσου ποιητική όπου το ατομικό υπερβαίνει το “πρόσωπο” και γίνεται συλλογικό, σαν αυτές τις συλλογικές μνήμες που κουβαλάμε από εμφυλίους και διχασμούς, από παθιασμένους έρωτες προγόνων, από αίμα σε στοιχειωμένα πυργόσπιτα.
   Έγραφα σε παλιότερο κείμενό μου για την πεζογραφία της Ελένης Γκίκα: “Τα πρόσωπά της ροϊκά, σχεδόν αβέβαια, σαν ημιτελή, περιφέρουν από βιβλίο σε βιβλίο την κατακερματισμένη ψυχικότητά τους, πρόσωπα εύθραυστα, που καλούν τον αναγνώστη να συμπληρώσει τον ελλιπή λόγο τους, να επουλώσει τις ανοιχτές πληγές τους, να βιώσει τον απόλυτο ανεκπλήρωτο έρωτά τους που χάθηκε στις ρωγμές της καθημερινότητας”.
   Στο νέο της μυθιστόρημα χρησιμοποιεί, θα έλεγα, μια γλώσσα συμβόλων. Όμως το κάθε  σύμβολο κουβαλά μια ιστορία που μπορεί να είναι από χώμα και μαγική δύναμη, όπως το “γκόλεμ” ή από φως και νόηση όπως το “άλεφ”. Ακόμα και τα πρόσωπα του βιβλίου η συγγραφέας τα “συμβολοποιεί” με τα περίεργα ονόματα που τους δίνει, ονόματα φορτισμένα και σημαίνοντα, προκειμένου να φτάσει στον απώτερο στόχο της. Γιατί, βαθιά στην καρδιά της ποίησης και της μουσικής ροϊκότητας, το μυθιστόρημα αυτό έχει σκοπό και στόχο. Τα μίση και τα πάθη εκδίκησης που άφησαν οι ζοφερές μνήμες του εμφυλίου πρέπει να εξαγνιστούν από μια νέα αγάπη, να μεταποιηθούν σε φωτεινή γαλήνη ή κάθαρση, να φτάσουν στην υπέρβαση του μίσους και της εκδίκησης.
   Και η συγγραφέας βαδίζει τα μονοπάτια που οδηγούν στον εξαγνισμό και στην κάθαρση μέσα από τα πλέον σύγχρονα μέσα της τεχνολογίας. Οι γόνοι του μίσους και του αίματος του εμφυλίου, ο Μίχαελ Σεμπάστιαν και η Εκάτη Ουλρίκα που επιστρέφουν στα γονικά τους ερείπια για να πάρουν καθένας την εκδίκηση που είχε ονειρευτεί, θα αγαπηθούν ως Μπεθ και Άλεφ σε έναν “μη-τόπο”, στο Διαδίκτυο. Έτσι κατορθώνει η συγγραφέας να κάνει το πρόσωπο προσωπείο. Μόνο που το προσωπείο, αργά και σταθερά, με Βάγκνερ και Μπόρχες και Ταρκόφσκι και Χιουζ, γίνεται το “νέο” πρόσωπο, το εξαγνισμένο και καθαρμένο, το ελεύθερο πια να βαδίσει το δικό του πεπρωμένο. Και με αυτό το εύρημα επαληθεύεται και η ρήση “ό,τι γεννιέται γεννιέται ξανά”.
   Έτσι οι τόποι των νεκρομαντείων, όπου η πύλη του Άδη παραμένει ανοιχτή, για να μπαινοβγαίνουν ίσως οι είκοσι ένας νεκροί  και να κρατούν άγρυπνη τη μνήμη της εκδίκησης, μεταποιούνται σε “μη-τόπο”, όπου θα ανθοφορήσει το νέο πεπρωμένο.
   Και ενώ σε όλα σχεδόν τα μυθιστορήματα της Ελένης Γκίκα υπάρχει η αγωνία του χρόνου, η αγωνία της ροής του χρόνου και της φθοράς, στο μυθιστόρημα αυτό ο χρόνος μοιάζει αφασικός, σαν να έχει ακυρωθεί από τις παρτιτούρες της μνήμης ή να έχει ξεχαστεί στις ξερολιθιές. “Πατέρα δεν ξέχασα, μάνα, είμαι εδώ, στην ξερολιθιά, σε κάθε ξερολιθιά, κι ακούω πάντα τον δικό μας Βάγκνερ, θα ξανάρθω, και η τιμωρία θα είναι πορφυρή”, θα πει ο Μιχαήλ Σεμπάστιαν στην αρχή, όταν επιστρέφει για την τιμωρία.
   Κι ύστερα, όταν ανακαλύπτει πως το πρόσωπο που ήθελε να τιμωρήσει ήταν εκείνη που αγάπησε στον “μη-τόπο” του διαδικτύου, θα πει: “Προστάτεψέ με απ' το να είμαι αυτός που ήδη υπήρξα, αυτός που ήδη υπήρξα ανεπανόρθωτα”. 
   Ένα μυθιστόρημα που δύσκολα, είναι η αλήθεια, το αποκωδικοποιείς, κι ακόμα πιο δύσκολα συνταιριάζεις ή ερμηνεύεις τα τόσα σύμβολα. Θα ευχόμουν αυτή η ωραία πεζογραφία, ποιητική ή μαγική, να ήταν πιο στέρεα δομημένη και πιο προσιτό το μυστήριο των γρίφων που δημιουργεί. Όπως και να 'ναι, ένα σαγηνευτικό μυθιστόρημα.

  
Η Μαρία Λαμπαδαρίδου Πόθου είναι συγγραφέας.
Το τελευταίο της μυθιστόρημα “Η δίψα με καίει εμένα και χάνομαι”
μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Πατάκη.




23/4/14

οι τόποι είναι οι άνθρωποι


 
«Η πόλη και η σιωπή» του Κωνσταντίνου Δ. Τζαμιώτη. Εκδ. «Καστανιώτη», σελ. 493

 
«Πάντα ταξιτζής ήσουνα εσύ;»
«Πριν ήμουν κάποιος που μια μέρα θα γινόταν ταξιτζής, μόνο που δεν το ήξερα».

Θα μπορούσε να το χαρακτηρίσει κανείς και «το βιβλίο της κρίσης». Ρεαλιστικό, επώδυνα ατμοσφαιρικό, λιτό και άμεσο, θα μπορούσε να είναι και το μυθιστόρημα – καθρέφτης της επώδυνης παρακμής μας. Ο ήρωάς του, όπως μας συστήνεται, «Αργύρης Τρίκορφος του Ιορδάνη και της Μερόπης» μέσα στα τέσσερα; πέντε; έξι χρόνια της διαρκούς πτώσης του, έπαθε και τα έχασε όλα: τη βιοτεχνία κουμπιών, το σπίτι και το εξοχικό, το αυτοκίνητο και τον τρόπο ζωής του. Τον φίλο του που δεν άντεξε κι έπεσε, τη σχέση του με τη γυναίκα και τα παιδιά του. Κατόρθωσε παρά τούτα και «σηκώθηκε στα γόνατα», έστω και ενοικιάζοντας ταξί και σπίτι, με χρήματα που ακόμα χρωστά στους τοκογλύφους. Ξανάστρωσε τη ζωή του με τρόπο στριμωγμένο μεν αλλά αφάνταστα αξιοπρεπή, κρατώντας ακόμα ανοιχτά τα μάτια της ψυχής του.
«Κι όταν με το καλό επιστρέψεις και είμαστε ακόμη εγώ ταξιτζής κι εσύ ποιητής, με παίρνεις και θα έρθω να σε γυρίσω σπίτι σου. Με πληρώνεις τότε…»
Αντέχει ακόμα να βλέπει, να λυπάται, να συμπονά και να «κερνά κούρσες», να αφουγκράζεται τον λυγμό και την σιωπή της πόλης, να μαγειρεύει μακαρόνια και να φροντίζει τα βράδια τα παιδιά του. Ακόμα και να επιστρέφει τα 349.150 ευρώ που θα τα βρει ανασηκώνοντας το πατάκι στο ταξί του.
Παπαδιαμαντική φιγούρα με μια αγνότητα που παραπέμπει στον πρίγκιπα Μίσκιν, δηλαδή, στον Ηλίθιο του Ντοστογιέφσκι, με αυτή την υπέρτατη πράξη καλοσύνης και δικαιοσύνης θα αντιμετωπίσει όλη την παράνοια της μπερδεμένης εποχής μας. Το καλό είναι κακό σήμερα, σχεδόν για όλους: για τον αξιωματικό υπηρεσίας που αισθάνεται να τον ακυρώνει η ακατανόητα καλοσυνάτη πράξη του Αργύρη και για τους τοκογλύφους, για την γυναίκα του και για τους συναδέλφους στην πιάτσα. Ό,τι υπήρξε ως χθές δίκαιο, σήμερα έχει γίνει άδικο, κι έτσι ο Αργύρης θα βρεθεί διπλά αντιμέτωπος, και με τους άλλους αλλά και με την ίδια την συνείδησή του. Με την δεύτερη, ευτυχώς για λίγο, ακόμα κι όταν συνειδητοποιεί πως η καλοσύνη του κυριολεκτικά «έπεσε» στο κενό. Εκείνος που είχε ξεχάσει εκείνα τα καταραμένα λεφτά, δεν ήταν κάποιος αναγκεμένος αλλά ένας κληρονόμος καιροσκόπος. Ως τραγικός ήρωας, ο Αργύρης που θα μπορούσε να είναι και οποιοσδήποτε από μας, θα σταθεί όρθιος παρ’ όλα αυτά. Στην εποχή μας, εξάλλου, «δεν αποτελούσε ειδική περίπτωση. Χωρίς καμιά εγγύηση επιτυχίας χιλιάδες άλλοι σαν αυτόν έδιναν εκείνη τη στιγμή το δικό τους αγώνα. Ποιος ήταν αυτός που θα σήκωνε ψηλά τα χέρια και θα τα παρατούσε στα μισά;»
Η διαπίστωση και οι επιλογές του μονόδρομος: «το μόνο που απομένει, αν δεν θέλει να μείνει για πάντα στο ίδιο σημείο, που μοιάζει το χειρότερο ενδεχόμενο, είναι να αρχίσει να περπατά ξανά, χωρίς να νοιάζεται αν θα συνεχίσει προς τα μπρος ή θα κάνει μεταβολή για να γυρίσει προς τα πίσω. Μακάρι να μην είχε συμβεί τίποτα απ’ όλα αυτά, μακάρι να μην είχε βρει ποτέ εκείνο το δερμάτινο τσαντάκι και να μη χρειαζόταν ν’ αποφασίσει ό,τι αποφάσιζε».
Και το κακό ή ο πάτος, όταν αρχίζει ο κατήφορος, έχει πάντοτε «και πάρα κάτω». Οι αγανακτισμένοι, τα σάντουιτς, η βίαιη επέμβαση της αστυνομίας, οι διαδηλωτές, οι κουκουλοφόροι, οι τουρίστες, ένα χτυπημένο σκυλί και δυο παιδιά, το αόρατο σύνορο, το ανεπαίσθητο κάτι που κάνει το κάθε τι να γίνεται σε χρόνο μηδέν το αντίθετό του, αλλ’ όταν είσαι στη μάχη, ακόμα κι η ήττα σαν έκβαση αποτελεί πολυτέλεια.
«Μα ο θάνατος είναι κι απόφαση», θα σκεφτεί κι έτσι «ο Αργύρης Τρίκορφος του Ιορδάνη και της Μερόπης θα έφευγε από κει ό,τι και αν χρειαζόταν να κάνει. Όρθιος, μπουσουλώντας, έστω και έρποντας, θα έβρισκε τρόπο να φύγει σώος από κείνον τον παραλογισμό. Ξεκουλουριάστηκε, σηκώθηκε στα γόνατα και κοίταξε γύρω του. Σε ακτίνα μερικών εκατοντάδων τετραγωνικών μέτρων η πραγματικότητα εξαντλούσε την αυστηρότητά της χωρίς διακρίσεις, δημιουργώντας ένα σκηνικό αλληλοεξόντωσης. Όλοι εναντίον όλων».
Και τότε ακριβώς, επειδή έχει κάποιους να νοιάζεται, θα περάσει σε εκείνους που γίνονται οι ήρωες της ζωής «παρά ταύτα»: «σα να μη φοβόταν πια τίποτα και κανέναν, γιατί είχε πάψει ν’ ανήκει πλέον στον εαυτό του και ό,τι έκανε το έκανε για ένα σημαντικότερο σκοπό από την ασφάλειά του».
Ένα μυθιστόρημα που περιδιαβαίνει δρόμους, πλατείες, κλειστά μαγαζιά, ρημαγμένους ανθρώπους. Μια ιστορία που είναι η ζωή μας, οι σκέψεις, οι συγκρούσεις, η μοναξιά και οι φόβοι μας, η απελπισία κι η απληστία. Ένας παπαδιαμαντικός ήρωας που ανοίγει για χάρη μας μέσα στο έρεβος, δύσκολα, φωτεινά μονοπάτια. «Παντού μπορεί ν’ αγιάσει κανείς» ο Πορφύριος επιβεβαιώνεται και το καλό, όσο κι αν ήρθαν τα πάνω- κάτω, εξακολουθεί να υπάρχει, θα υπάρχει. Ένα βιβλίο που είναι ο τόπος κι οι άνθρωποι, η ιστορία που μόλις γράφεται, ακόμα γράφεται, πάντα θα γράφεται: «Έπρεπε να γνωρίζει, οι τόποι είναι οι άνθρωποι’ και αυτό το μέρος μαζί με τους ανθρώπους του είχαν εμπλακεί ξανά σε μια φοβερή δοκιμασία, έναν Αρμαγεδώνα που δεν είχε βέβαια τη δραματικότητα ενός ωκεάνιου κύματος δέκα, είκοσι ή τριάντα μέτρων και δεν θα σκότωνε με τη μια χιλιάδες ούτε θα έθαβε στη λάσπη ολόκληρες πόλεις, μα όποιος είχε μάτια να δει το έβλεπε πως εξελισσόταν σε δοκιμασία εξίσου τρομακτική, γιατί η αβέβαιη έκβασή της ίσως τους στερούσε κάτι σημαντικότερο απ’ τις περιουσίες τους και τον τρόπο ζωής τους’ την περηφάνια τους θα ξεπάστρευε, θα κατάπινε την όρεξή τους για προσπάθεια και διάκριση και θα τους ξέκοβε μια κι έξω τις γενέθλιες αρχές τους, που, όσο και αν είχαν ξεθωριάσει και λησμονηθεί, παρέμεναν σημαντικές. Και έπρεπε όλοι να το σεβαστούν τούτο το επερχόμενο λιάνισμα, ειδικά όσοι ήταν περαστικοί. Αυτό ήταν το σωστό. Όποιος δεν το καταλάβαινε, κακώς βρισκόταν εδώ».
Ένα βαθύτατα ανθρώπινο και σπλαχνικό ιαματικό βιβλίο που αποτελεί ως σπουδαία λογοτεχνία ήδη υπόσχεση: «Κι όμως, τα πράγματα θα καλυτέρευαν κάποτε, αποφάσισε’ πρώτα θα χειροτέρευαν και μετά θα καλυτέρευαν πάλι». Είναι υπόσχεση. Την ανθρωπιά μας δεν μπορεί να την νικήσει κανείς. Ούτε την Τέχνη.
Από τον συγγραφέα που πρωτογνωρίσαμε με την ατμοσφαιρική, υπαινικτική «Συνάντηση» (Ίνδικτος, 2002), συνειδητοποιήσαμε το πόσο υπαρξιακός είναι στο «Βαθύ πηγάδι» (Ίνδικτος, 2003), μας παρέσυρε στην σκοτεινή ανθρώπινη φύση με το «Βαθμό δυσκολίας» (Ίνδικτος, 2004), υπήρξε προφητικός και αλληγορικός στην «Παραβολή» (Καστανιώτης, 2006), μας υπενθύμισε την βαριά σκιά της επταετίας με την «Εφεύρεση της σκιάς» (Καστανιώτης, 2008), και τώρα μας κάνει να ελπίζουμε στην «Πόλη και τη σιωπή» για το καλό που ενυπάρχει στην κόλαση της πραγματικότητας, σαν υπόσχεση παράδεισου. Ένα βιβλίο αφ’ εαυτού του, γαζούλα θεραπευτική. Κι ας τσούζει το ιαματικό ιώδιο…

10/3/14

Η ανθρωπογεωγραφία της Ιστορίας


«14» του Ζακ Εσνόζ, Μετάφραση: Αχιλλέας Κυριακίδης, Εκδ. «Ίκαρος», σελ. 107

Τι μπορεί να σου συμβεί στ’ αλήθεια ένα Σαββατιάτικο απομεσήμερο του Αυγούστου; Όταν ο καιρός προμηνύεται τόσο καλός, δεν δουλεύεις, και πας με το ποδήλατό σου και το βιβλίο σου βόλτα στην εξοχή, τη στιγμή μάλιστα που είναι αρκούντως στρωμένη η ζωή σου; Έτσι ανώδυνα, ανάλαφρα και τόσο πολύ καθημερινά ξεκινά το αριστουργηματικό «14» του Ζακ Εσνόζ, με τον Αντίμ ν’ αποφασίζει να πάει με το ποδήλατό του μια βόλτα στους λόφους. Παραβλέποντας κι αγνοώντας ότι ζει στο 1914, σε μια ιστορικά κομβική χρονιά και ότι πατά σε φλέβα ιστορικών και προσωπικών γεγονότων.
Εκατό χρόνια μετά από την έναρξη του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου και σε μόλις εκατό σελίδες βιβλίου, ξεκινώντας με μια ποδηλατική αυγουστιάτικη βόλτα στην εξοχή και τελειώνοντας με μια γέννα, ο συγγραφέας περιγράφει κι ανατέμνει όλο το ανθρώπινο δράμα: έναν πόλεμο που ξεσπά αναπάντεχα (τουλάχιστον για τους ήρωες του βιβλίου), κρατάει ελάχιστα (γι’ αυτούς ειδικά) και σκορπά τις τακτοποιημένες ζωές τους στον άνεμο. Ο  προστατευόμενος Σαρλ θα υπάρξει – τι τραγική ειρωνεία- ο πρώτος νεκρός, ο Αρσενέλ θ’ αυτομολήσει μη μπορώντας να βρει πουθενά τον Παντιολό, ο Μποσίς στο μεταξύ θα σκοτωθεί και μόνο ο Αντίμ ο ποδηλάτης θα σταθεί κατ’ όλους απίστευτα τυχερός, θα μπορέσει να επιστρέψει αφήνοντας πίσω στη μάχη μονάχα το δεξί του χέρι. Στο μεταξύ και μέσα σε εκατό μόλις σελίδες έχει γίνει απολύτως κατανοητό, ότι   
«Ναι, αλλά απ’ αυτόν τον πόλεμο δε φεύγεις έτσι. Τα πράγματα είναι πολύ απλά: είσαι στριμωγμένος- μπροστά σου ο εχθρός’ πάνω σου, οι αρουραίοι και οι ψείρες’ πίσω σου, οι στρατονόμοι. Κι αφού δεν έχεις άλλη διέξοδο απ’ το να πάψεις να θεωρείσαι ικανός, περιμένεις πώς και πώς, ελλείψει άλλης λύσης, ένα ωραίο τραυματάκι, κάτι σαν αυτό του Αντίμ που να σου εξασφαλίζει την αποχώρηση».
Παρ’ ότι έξω από τον δικό σου εγκλωβισμένο προσωπικό κύκλο ζωής, όλα ανθίζουν, ξαναγεννιούνται, εξακολουθούν να ζουν, αναπνέουν:
«Ο Αρσενέλ αφέθηκε να παρακολουθήσει τα σημάδια της άνοιξης- είναι πάντα συγκλονιστικό να παρατηρείς την άνοιξη, ακόμα κι αν είσαι πια σε μια ηλικία που γνωρίζεις το σύστημα, είναι καλός τρόπος να ξεδίνεις – αλλά προσηλώθηκε και στη σιωπή, μια σιωπή που αμυδρά χρωματιζόταν απ’ τις βροντές του πάντα κοντινού μετώπου, οι οποίες το πρωί εκείνο, έτειναν να εξασθενήσουν’ μια σιωπή ασφαλώς ατελή, όχι πλήρως αποκατεστημένη αλλά σχεδόν, και σχεδόν καλύτερα απ’ ό,τι αν ήταν τέλεια, γιατί την έσπαγαν οι κραυγές των πουλιών που, φτιάχνοντας ένα ηχητικό υπόβαθρο, την εξύψωναν, όπως ένα ελάχιστο πρόστιμο χαλυβδώνει ένα νόμο, λίγο αντίθετο χρώμα δεκαπλασιάζει την εντύπωση μιας μονοχρωμίας, μια τόση δα ακίδα δικαιώνει μιαν ανεπίληπτα λεία επιφάνεια, ένα φευγαλέο φάλτσο καθαγιάζει μια πλήρη μείζονα συγχορδία, αλλά ας μην παρασυρόμαστε κι ας ξαναγυρίσουμε σ’ αυτά που λέγαμε».
Η ζωή μας μια βόλτα που μπορεί και να ξεκινά ευοίωνα ένα αυγουστιάτικο απομεσήμερο στην εξοχή, αλλά η Ιστορία και η αιώνια στιγμή, όπως και να ‘ρθουν τα πράγματα, όσο κανείς κι αν κάνει το μικρό ατομικό του προγραμματισμό, είναι εκείνη που θα είναι ο τελικός νικητής, ο Φρόυντ δεν τόπε; σ’ αυτήν εδώ τη ζωή έχουμε έρθει τελικά για να τα χάσουμε όλα, και την συνείδησή μας ακόμα; Πόσο μάλλον όταν πέσουμε επάνω σε ιστορικά μεγάλη χρονιά.
Ένα βιβλίο που θα μπορούσε να αφορά και τον πόλεμο αν δεν αφορούσε, πρωτίστως, την ανθρώπινη μοίρα. Μια λοξή – όπως έχει ήδη γραφτεί, ειρωνική ματιά στην μεγάλη, τελικά, ανθρώπινη τραγωδία. Εξάλλου το έχει αυτό ο Εσνόζ, γνωρίζει καλά ότι η πτώση και η ήττα αποτελούν μυθιστορηματικά το ανθρώπινο μεγαλείο.
Στις μυθιστορηματικές βιογραφίες του «Ραβέλ», «Δρόμος αντοχής» και «Αστραπές» για τον συνθέτη Μωρίς Ραβέλ, τον δρομέα Εμίλ Ζάτοπεκ και για τον φυσικό και εφευρέτη Νικόλα Τέσλα, η αρρώστια, η δυσμένεια και η απομόνωση διαθέτουν την συμπυκνωμένη κεντρική ιδέα, ουσία. Το «παρά τούτο» της ανθρώπινης μοίρας, ιστορίας.
Η εξαιρετική μετάφραση του Αχιλλέα Κυριακίδη κάνει τελικά την ανθρωπογεωγραφία της Ιστορίας στο βιβλίο να θυμίζει σκακιστική παρτίδα ή εξίσωση.



 

12/2/14

Το τέλος της αυταπάτης και η αθέατη, μυστηριακή πλευρά της ζωής


 
«Η δίψα με καίει εμένα και χάνομαι» της Μαρίας Λαμπαδαρίδου- Πόθου. Εκδ. «Πατάκη», σελ. 300
«Οι λέξεις και οι έννοιες έχουν πολλές προσεγγίσεις. Και μπορούν να ενεργοποιήσουν έναν κόσμο ολόκληρο μέσα μας. Λες μια λέξη ή σχηματίζεις μια εικόνα, και ξυπνά μέσα σου ένα ολόκληρο τοπίο, αναδύεται από την ομίχλη της ψυχής σου και σε γεμίζει ευφροσύνη ή τρόμο».
Με τίτλο – δάνειο από ορφικούς στίχους «η δίψα με καίει εμένα και χάνομαι» η Μαρία Λαμπαδαρίδου-Πόθου της Ποίησης και του Ιστορικού Μυθιστορήματος επιχειρεί ένα ταξίδι διπλό: «απ’ την ψυχή προς την ψυχή» όπως το αποκαλεί η ίδια [και είναι και ο τίτλος του βιβλίου του ήρωά της] και από το παρόν στο παρελθόν.
Η Αλέξια, δημοσιογράφος με ιδεαλιστικό τρόπο [επιθυμεί ακόμα να σώσει τον κόσμο] και ο Έκτωρ, ψυχίατρος με διεθνή απήχηση και ψυχαναλυτής της, συναντούνται κατ’ αρχάς για να σωθεί η Αλέξια από βαρύ ματαιωμένο έρωτα. Ο Στέφανος που τον είχε γνωρίσει στο «Γλυκό πουλί της νιότης» θα την εγκαταλείψει έντρομος στην εποχή της κρίσης, ακολουθώντας εκείνη που θα του εξασφαλίσει μια ζωή σταθερή. Αλλά σταθερές δεν υπάρχουν στη ζωή.
Στο μεταξύ, όλοι οι ήρωες θα επιστρέψουν: ο Έκτωρ, στους νεανικούς του στίχους, στην ποίηση, στο χωριό του, στο πατρικό του και στο παρελθόν. Θα ξαναθρηνήσει τη μάνα, θα ξαναβρεί την θεία Μάρθα, τον αδελφικό παιδικό του φίλο, τον νεανικό, ερωτευμένο του αδελφό. Στο μεταξύ θα επιστρέψει και σε κείνον η Λάουρα, πληγή παλιά από το παρελθόν.
Η Αλέξια, με αλλεπάλληλα πηγαινέλα, θα αναγκαστεί να βυθιστεί στο πιο αληθινό της εαυτό. Επιστρέφοντας, όμως, κι εκείνη. Στον Στέφανο που απόμεινε οίκτος, στο ρεπορτάζ της και στους αστέγους των Αθηνών, στο νησί της και στο στρατιώτη των Βάλτων, στα δικά της φαντάσματα που τη στοιχειώνουν, στο δικό της παρελθόν που λειτουργεί ως παραμορφωτικός καθρέφτης για το παρόν:
«Τίποτα μέσα στο παρελθόν δεν είναι από μόνο του απειλητικό ή δύσβατο.
Εξαρτάται από το πώς εμείς βιώσαμε τον χρόνο μέσα μας.
Απειλητικό είναι μόνο το σκοτάδι που το καλύπτει. Αυτό το κάνει δύσβατο ή και άβατο.
Γι’ αυτό πρέπει να το ανεβάσουμε στο φως. Να το εξευμενίσουμε…»
Κι αυτό ακριβώς θα κάνουν. Με τον Έκτορα στην αρχή ως ψυχαναλυόμενη και ψυχαναλυτής:
«Σύνθεση και αποσύνθεση των γεγονότων που ζήσαμε είναι ολόκληρη η ζωή μας, σκέφτηκε».
Με διαπιστώσεις πικρές στην πορεία:
«Δεν μπορείς να σταματάς, δεν μπορείς ν’ αργοπορείς τα βήματά σου, πρέπει ολοένα ν’ ανεβαίνεις, μια στιγμή να ξεστρατίσεις, η ζωή σ’ αφήνει και προχωρά χωρίς εσένα, και τότε ξόφλησες…»
Με διαδρομή επώδυνη σε μια Αθήνα που φλέγεται κι ερημώνει, με μετανάστες, αστέγους και κλειστά μαγαζιά. «Και τις πταίει η γλαυξ επί των ερειπίων; Πταίουν οι πλάσαντες τα ερείπια, αυτοί οι ανίκανοι κυβερνήται της χώρας» μας θυμίζει η συγγραφέας [Παπαδιαμάντης, Ακρόπολις, Πρωτοχρονιά 1896].
Κι ανάμεσά τους η Ορφική Ποίηση, η Ποίηση. Και το Θέατρο, ο Ανούιγ, ο Στρίνμπεργκ και η σκοτεινιά της ψυχής. Οι ευάλωτες κι εύθραυστες ηρωίδες του Τένεσι  Ουίλιαμς, ο Μπέκετ κι ο Κάφκα, με την αιώνια, αρχετυπική, ακατανόητη ενοχή:
«Πώς την είπες εκείνη τη στιχομυθία του Κάφκα;
“Είμαι αθώος, κύριε…”
“Ναι, όμως η αθωότητά σου δεν θα σε σώσει…”»
Εξάλλου «είμαστε πλάσματα ελλιπή».
Ενδεχομένως και γι’ αυτό να γράφουμε ή να κάνουμε Τέχνη, να ερωτευόμαστε με πάθος, να ζούμε με διαρκείς παλινδρομήσεις, το μυθιστόρημα θέτει άπειρα ζητήματα, από την αιώνια δίψα για το απόλυτο ως την αιωνιότητα της ψυχής, το διαρκές αδιαχείριστο πένθος και την αιώνια επιστροφή. Με εγκιβωτισμένα τρία βιβλία, οι βασικοί ήρωες γράφουν για να επιστρέψουν, και τα φαντάσματα, ακόμα κι εκείνο του αδικοσκοτωμένου Άγγλου στους Βάλτους πάντοτε εκεί. Ενδεχομένως η μνήμη και να αποτελεί τη μόνη δικαίωση και ο τόπος, όπως πάντα στα μυθιστορήματα της Μαρίας, να διαθέτει και να υποβάλει τη δική του ζωή. «Πώς ένα τοπίο μπορεί να κρατήσει για πάντα μέσα του τη μουσική ή τα λόγια που ειπώθηκαν εκεί…» θα επισημάνει σε αρκετά σημεία σε αρχαίους τόπους.
«Αν πολλαπλασιάσεις το άπειρο με τα βάθη της αιωνιότητας και περπατήσεις μια -μια τις παλίρροιες του χρόνου, τότε θα έχεις μια μικρή ιδέα…» θ’ αρχίσει διπλά με κοινή έκφραση ο καθένας την αληθινή μυθιστορία της δικής του ζωής. Σ’ ένα σύγχρονο, υπαρξιακό, ψυχαναλυτικό, κατακερματισμένο μυθιστόρημα που αποτελεί και τον καθρέφτη της δικής μας εποχής. Εξάλλου «η πραγματικότητα γίνεται αμείλικτη όταν ζούμε την ψευδαίσθηση», αλλά το άλγος, επί τω προκειμένω, το ερωτικό άλγος, μπορεί να γίνει η φωτιά και το φως, το πάθος για τη ζωή που, τελικά, θα μας σώσει: «Γιατί η κάθε μέρα της ζωής μας, με όλη τη γαλήνη ή την ομορφιά που εμείς της δώσαμε, βρίσκεται πάντα στο έλεος μιας αιφνίδιας καταιγίδας. Ένα ελάχιστο ασήμαντο συμβάν είναι ικανό να ενεργοποιήσει τεράστια αποθέματα δυνάμεων που πρέπει να ισορροπήσουμε για να μπορέσει να συνεχιστεί η ζωή». Η ζωή διαθέτει την δική της αρχιτεκτονική, μεταφυσική.
 

10/2/14

Ο άνθρωπος, πάντοτε, «μη μου άπτου»


 
«Ο πότης» του Χανς Φάλλαντα. Μετάφραση: Έμη Βαικούση. Εκδ. «Κίχλη», σελ. 423

«Έχω την αίσθηση ότι δεν αντλείτε πραγματικά ευχαρίστηση από τις αξιοζήλευτες πραγματικά, επιτεύξεις σας. Βασανίζεστε […] Πιστεύω πως με οργή επιβάλλετε στον εαυτό σας τη δουλειά του συγγραφέα (το λέω προβάλλοντας βέβαια επάνω σας ένα κομμάτι του εαυτού μου), ενώ σας τρώει μέσα σας, του τυπογραφείου δεν διώχνει την οσμή του θανάτου που μας πνίγει» [επιστολή του Χέρμαν Μπροχ στον Φάλλαντα, 22.11.1937]
Είτε μονολεκτικά και κατά πρόσωπο [«Ο αλκοολικός» του Τζακ Λόντον, «Ο Παίκτης» του Ντοστογιέφσκι] είτε περιφραστικά και ποιητικά [«Περί μέθης» του Παπαγιώργη, «Κάτω από το Ηφαίστειο» του Μάλκομ Λόουρι] τα πάθη είναι θανατολαγνικά. Ο έχων το πάθος κι ο θάνατος. Δεν θα ξαναγυρίσω πίσω, ο Παπαγιώργης το έχει πει θαρρώ, το αλκοόλ είναι ένας τρόπος ν’ αυτοκτονείς. Ηδονικά κι αργά. Ενώ δυναμώνεις, κατά τα φαινόμενα, στην αρχή. Όπως ο ήρωας στο μυθιστόρημα «Ο Πότης». Όπως ο Ρούντολφ Βίλχελμ Φρήντριχ ή Χανς Φάλλαντα [από τον τυχερό- άτυχο Χανς και το άλογο Φάλλαντα που μιλούσε ανθρώπινα και του έκοψαν το κεφάλι των αδελφών Γκριμ].

«Φως πουθενά, όλοι είναι στα κρεβάτια τους, μόνο εγώ είμαι στο δρόμο, εγώ, ο Έρβιν Ζόμερ, χονδρέμπορος αγροτικών προιόντων. Όχι, όχι πια- κάποτε […] Ήταν κάποτε’ τώρα πάει… βουλιάζει, βουλιάζει ξεχασμένος απ’ όλους…»
Ο Έρβιν Ζόμερ, παρ’ ότι πίνει από την πρώτη σελίδα, από την πρώτη παράγραφο αυτής της, εν τέλει, αληθινής ιστορίας, το πρώτο σναπς, το σιχαινόταν, απ’ ό,τι δηλώνει το ποτό. Εξάλλου όσοι πίνουν, την κατάσταση μέθης επιθυμούν, όχι αυτό καθ’ εαυτό αρχικά το ποτό: «Το ποτό αποκοιμίζει τις σκέψεις, μαλακώνει τους πόνους, μ’ αυτό κεντρίζω τον εαυτό μου κάθε τόσο και προχωράει ένα μισάωρο πιο κάτω. Όμως η στάθμη του ποτού στο μπουκάλι κατεβαίνει, πρέπει να φυλάω τον θησαυρό μου και για μετά».
«Ο θησαυρός σου» σε κάνει αισιόδοξο, σε καθιστά ισχυρό, το λάθος αμβλύνεται όπως η πρώτη επιχειρηματική χασούρα του Έρβιν Ζόμερ, σε κάνει να αντιλαμβάνεσαι με άλλα μάτια ακόμα και αυτό το ασφυκτικά τακτοποιημένο παρόν, επί του βιβλίου, την απίστευτα ικανή σύζυγο –Μάγδα:
«Καλή», είπα εγώ πίνοντας, «είσαι πολύ καλή, Μάγδα! Μόνο τόσο δυνατή να μην ήσουνα, τόσο άψογη, που να πάρει!» Η «αψογίλα» της Μάγδας που είναι για σένα τον αδύναμο, όμως, διαρκής ψόγος, ακόμα κι αυτή μοιάζει να έχει αμβλυνθεί. Εκείνη η παράλληλη ζωή, το δικό σου πια μεθυσμένο σύμπαν, δεν είναι και δύσκολο, ξαφνικά γίνεται πιο ισχυρό και πραγματικό από το όντως παρόν. Η κατρακύλα εξάλλου είναι ανεπαίσθητη, σαν το μισό κιλό και το άλλο μισό βουλιμικό κιλό ακριβώς:  «Τις μέρες εκείνες άλλαξαν όλες οι συνήθειες της ζωής μου, έγινα αιχμάλωτος μυστικών δυνάμεων και κάτι μου ρούφαγε τη δύναμη ν’ αντισταθώ». Διότι αμέσως μετά το ποτό:
«Η ανοιξιάτικη μέρα με υποδέχτηκε με ήλιο και ζέστη, και μ’ ένα αεράκι απαλό σαν μετάξι’ ένιωθα άλλος άνθρωπος! […] Τώρα το ‘βλεπα το σμαραγδί της φύσης που πρασίνιζε, άκουγα τα φτερουγίσματα των κορυδαλλών στο γαλάζιο του ουρανού. Οι σκοτούρες έφυγαν από πάνω μου. «Όλα θα φτιάξουν», είπα εύθυμα…» Και για κάποιο διάστημα το οποίο σου φαίνεται κιόλας χρόνος κυριολεκτικά θεικός «η ζωή είναι απίθανη! Τι ωραίο πράγμα κι αυτή η μέθη! Ν’ αφήνεις να σε παίρνει το ρεύμα της λησμονιάς, να βυθίζεσαι στο λυκόφως, και πιο βαθιά ακόμα, σ’ ένα σκοτάδι βαθύ, χωρίς συναίσθημα- αποτυχίες, τύψεις, όλα ξεμακραίνουν»…
Στη συνέχεια, όλα είναι κατήφορος, κι ο κατήφορος είναι πάντοτε ηδονικός: «Ας βουτήξω κατευθείαν στην άβυσσο. Όσο πιο βαθιά, τόσο πιο καλά. Όσο πιο γρήγορα, τόσο καλύτερα. Τίποτα πια δεν με κρατάει!»
Στις εκατό πρώτες σελίδες, η σταδιακή πτώση του Έρβιν Ζόμερ και η απόλυτη ανατροπή μιας φαινομενικά ήσυχης και ευτυχισμένης οικογενειακής ζωής. Η ατσαλάκωτη, ικανότατη κι επιδέξια Μάγδα, ο αδύναμος γεμάτο ρωγμές Έρβιν που με γκαφατζίδικο αυτοσαρκαστικό τρόπο κατρακυλά από σναπς σε τρια μπουκάλια σναπς. Γκρεμοτσακίζεται από υπόστεγα πανδοχείων, ερωτεύεται –λέμε τώρα- την βασίλισσα του αλκοόλ, τον κατακλέβουν και κλέβει την Μάγδα ή μάλλον τον εαυτό του, ξεγελά σαν κατεργάρικο παιδί σύζυγο, αστυνόμους και γιατρούς, συλλαμβάνεται και κατηγορείται ότι προσπάθησε να σκοτώσει την Μάγδα, φυλακίζεται και παθαίνει κάτι απείρως χειρότερο, «σωφρονίζεται» ακολουθώντας τους γνωστούς δρόμους  του ναζιστικού σωφρονισμού. Στη Γερμανία τη δεκαετία του τριάντα, εκτός των εβραίων, αδύναμοι και εξαρτημένοι, οι απόκληροι, δεν ανήκουν, δεν δικαιούνται να ανήκουν στην σπουδαία άρια φυλή. Ο ιδρυματισμός, από κάποια στιγμή και μετά παραμένει μονόδρομος, η οικεία ασφάλεια, η επαναλαμβανόμενη καθημερινότητα μιας κόλασης εφόσον ο εχθρός παραμένει εκεί έξω, πάντοτε εκεί:
«Η πολύωρη απομόνωση στο κελί όπου με είχαν και δούλευα ενίσχυσε μέσα μου μια τάση μόνωσης απ’ τους ανθρώπους’ ήμουνα μια χαρά στο στενόχωρο δωματιάκι με τις βούρτσες μου, κι όταν σκεφτόμουνα το ανθρωπομάνι στους πολύβουους δρόμους της γενέτειράς μου, ένιωθα αποστροφή». «Ένιωθα, πράγματι, πως ποτέ δεν είχα ευχαριστηθεί τη ζωή μου τόσο βαθιά, όσο στη θαλπωρή αυτού του κελιού».
Ο Έρβιν Ζόμερ, φυσικά, θα παλέψει και θα ελπίσει, θα ονειρευτεί και θα αγωνιστεί, θα οργιστεί στην αρχή. Με οξυδέρκεια, απ’ την πρώτη στιγμή, παρ’ όλη την αρχική μέθη, με παρατηρητικότητα, ειρωνεία προτού να επικρατήσει η απελπισία και αυτοσαρκασμό στην αρχή. Με μια παιδικότητα μέχρι το τέλος, με αφηγηματική δεινότητα και σπαρακτική ειλικρίνεια, εξάλλου κι από ποιον να κρυφτεί;
Το αποτέλεσμα, ένα βιβλίο που είναι μια ζωή και μια ολόκληρη εποχή. Η ζωή ενός αστού που υπέπεσε σε απίστευτα  - για την εποχή- αυτοκαταστροφικά παραπτώματα, αλλά κατόρθωσε πάντοτε να είναι το πείραμα αλλά και ο παρατηρητής. Και μιας εποχής που συνήθιζε όχι απλώς να κρύβει τους αδύναμους ή τους διαφορετικούς κάτω από το χαλάκι, αλλά να τους θάβει, ζωντανούς- νεκρούς. Για τον Έρβιν Ζόμερ, όμως, το αλκοόλ και ο παράδεισός του θα είναι θανατολαγνικά πάντοτε εκεί.  Ευτυχώς, όμως, ήταν- όταν ήταν παιδί- και τα βιβλία εκεί, οι Φλωμπέρ, Ντίκενς, Ντοστογιέφσκι, Δουμάς κι Όσκαρ Ουάιλντ. Και ευτυχώς και για μας, ακόμα και στον επταετή εγκλεισμό του, υπήρχε χαρτί. Για να γράφει τον «Πότη» και τη ζωή του, για να σκιαγραφεί τα πορτραίτα των συνεγκλείστων του μ’ αυτό τον αλλόκοτα αποστασιοποιημένο εξαιρετικό αφηγηματικό τρόπο που μόνο απ’ εκείνον θα μπορούσε να εφευρεθεί: στη μια σελίδα και πίσω στην άλλη, ανάμεσα στις γραμμές της πρώτης και άντε ξανά απ’ την αρχή. «Όπως εκείνος [ο Ντοστογιέφσκι], είχα πάντα μια ακατασίγαστη έλξη για τις σκοτεινές όψεις της ζωής, για χαρακτήρες ασταθείς, νοσηρούς, απελπισμένους» ο ίδιος ο Φάλλαντα θ’ αποδεχτεί. «Δεν έχουν άδικο όσοι τοποθέτησαν αυτό το αριστούργημα δίπλα στον “Παίκτη” του Ντοστογιέφσκι’ όχι μόνο λόγω της μονολεκτικής αναφοράς σε έναν ήρωα- υποχείριο ενός ολέθριου πάθους, αλλά και χάρη στην ψυχολογική και λογοτεχνική δεινότητα του Φάλλαντα» θα πουν [περ.  Untergrund Blattle]. Όπως και να ‘χει «ο Πότης» ήρθε για να προστεθεί μια για πάντα στο Εικονοστάσι των Ταπεινών και Καταφρονεμένων λογοτεχνικών αγίων της αναγνωστικής μας ζωής, αλλά σίγουρα κάποιος έπρεπε να καεί σαν λαμπάδα για να λάμψει με την αλήθεια του όταν γίνει γραφή. «Ένας άνθρωπος “μη μου άπτου”», Χανς Φάλλαντα έστω και ως Έρβιν Ζόμερ’ θ’ αποδεχθεί.
Στο μυθιστόρημα δίνει άλλη πνοή το επίμετρο της Έμης Βαικούση που αναφέρεται στη ζωή του συγγραφέα καθώς και το φωτογραφικό υλικό με αποσπάσματα απ’ όσα κατά καιρούς έχει πει.    

6/2/14

Τι θεωρείται “επιτυχία” στο πένθος; Η επιτυχία έγκειται στο να θυμάσαι ή στο να ξεχνάς;


Τζούλιαν Μπαρνς «Τα τρία επίπεδα της ζωής». Μετάφραση: Θωμάς Σκάσσης. Εκδ. «Μεταίχμιο», σελ. 161  

«Όσοι δεν έχουν διασχίσει τον τροπικό της θλίψης δεν είναι σε θέση να καταλάβουν πως το γεγονός ότι κάποιος είναι νεκρός μπορεί μεν να σημαίνει ότι δεν βρίσκεται πλέον στη ζωή, δεν σημαίνει όμως και ότι έπαψε να υπάρχει».
«Τα τρία επίπεδα της ζωής» τα υπογράφει ο συγγραφέας Τζούλιαν Μπαρνς [«England, England», «Άρθουρ και Τζορτζ», «Ένα κάποιο τέλος», «Ιστορία του κόσμου σε 10 ½ κεφάλαια», «Ο διανοούμενος στην κουζίνα», «Ο παπαγάλος του Φλωμπέρ», «Χωρίς να φοβάμαι τίποτα πια», «Πριν εκείνη με γνωρίσει»] αλλά τα βιογραφικά είναι διπλά: το δικό του, είθισται να υπάρχει το βιογραφικό του συγγραφέα, και το δικό της, η Πατ Κάβανα, τον παντρεύτηκε το 1979 και έζησε μαζί του μέχρι που πέθανε, το 2008. Αλλά και όλα τα χρόνια μετά. Εκείνο το χρονικό διάστημα που ο χρόνος αρχίζει να μετρά αντίστροφα, δηλαδή πια ο χρόνος επτά. Θα πρέπει κανείς να έχει βιώσει κάτι ανάλογο, ειδ’ άλλως, θα πρέπει να αρκεστεί στα μυθιστορηματικά.

«Βάζεις μαζί δυο ανθρώπους που δεν είχαν ξαναβρεθεί ποτέ, και άλλοτε ο κόσμος αλλάζει, άλλοτε όχι. Μπορεί να συντριβούν και να καούν ή να καούν και να συντριβούν. Μερικές φορές όμως συμβαίνει κάτι πρωτόφαντο και τότε ο κόσμος αλλάζει. Μαζί, μες στην πρώτη εκείνη έξαρση, την πρώτη εκείνη φλογερή αίσθηση ανάτασης, είναι καλύτεροι απ’ ό,τι είναι ο καθένας μόνος του. Βλέπουν μακρύτερα και βλέπουν καθαρότερα»
Στο βιβλίο που αρχίζει παράδοξα με τις πρώτες πτήσεις του ανθρώπου, με αερόστατο και με πρόσωπα αναγνωρίσιμα και πραγματικά, συνεχείς με «μοιραίες» συναντήσεις εδάφους για να καταλήξει «κάτω απ’ τη γη» και με άφατο πόνο, εντελώς πια ανοιχτά, εξομολογητικά και σπαρακτικά.

«Τα τρία επίπεδα της ζωής» κατά Μπάρνς: «Το αμάρτημα του ύψους», «Στην επιφάνεια», «Η απώλεια του βάθους». Όλα συγκλίνουν σε εκείνη τη μια και μοναδική ευλογημένη συνάντηση που έρχεται για να επαληθεύσει την κατά Κ.Σ.Λιούις «απαρηγόρητη λαχτάρα της ανθρώπινης καρδιάς για κάτι που δεν ξέρουμε». Κι επειδή κάποιοι είναι τυχεροί από μας. Για να γίνουν, βέβαια, στη συνέχεια οι μεγάλοι άτυχοι, οι μεγάλοι τραγικοί της ζωής, γιατί μετά απ’ αυτή τη συνάντηση τίποτε δεν θα είναι το ίδιο πια. Όπως δεν ήταν το ίδιο μετά από την πτήση με αερόστατο για τον Φρεντ Μπάρναμπι, τον Φελίξ Τουρνασόν και την Σάρα Μπερνάρ! «Όλοι ήξεραν ότι ήταν επικίνδυνο». Αλλά «η πτήση με αερόστατο αντιπροσώπευε την ελευθερία», όσο κι αν «το να μπλέξεις με το πέταγμα σήμαινε να τα βάζεις με το Θεό». Θα πείτε εύλογα ποια η σχέση της πτήσης με την απώλεια και την ανθρώπινη φύση. Όμως, εκείνοι οι ελάχιστοι της ευλογημένης συνάντησης έτσι ακριβώς την έζησαν’ σα να πετούν. Για χρόνια, ο έρωτας υπήρξε για εκείνους η- πτήση, εκεί «όπου ο άνθρωπος είναι απρόσβλητος από κάθε ανθρώπινη εξουσία ή από τις δυνάμεις του κακού, ενώ ο ίδιος αισθάνεται πως ζει σαν να ήταν η πρώτη φορά». Ακόμα και «στην επιφάνεια» οι βλέψεις τους είναι υψιπετείς. Μέχρι την πτώση. Ακόμα και στην περίπτωση που αναγνωρίζεις ότι «όλα αυτά είναι απλώς το σύμπαν που κάνει τη δουλειά του κι εμείς είμαστε το υλικό πάνω στο οποίο γίνεται αυτή η δουλειά», τίποτε, ούτε κι εσύ ο ίδιος δεν πρόκειται να γίνεις όπως και πριν. Αναφερόμενος ο Μπαρνς στον «Ορφέα και την Ευρυδίκη" αποδέχεται ότι ακόμα κι αυτό, την ελπίδα του Κάτω κόσμου, το βάθος, ο πενθών σύγχρονος άνθρωπος την έχει στερηθεί. Οι αναμνήσεις που αποτελούν, κατά κάποιον τρόπο, ύπαρξη μπορεί να επανέλθουν αλλά ο πάσχων αγαπημένος ακόμα και απέναντι σ’ αυτές δυσπιστεί. Ακόμα κι η μνήμη μοιάζει να έχει καεί. Ωστόσο «Όσοι δεν έχουν διασχίσει τον τροπικό της θλίψης δεν είναι σε θέση να καταλάβουν πως το γεγονός ότι κάποιος είναι νεκρός μπορεί μεν να σημαίνει ότι δεν βρίσκεται πλέον στη ζωή, δεν σημαίνει όμως και ότι έπαψε να υπάρχει», ισχυρίζεται ο Μπαρνς και το γνωρίζει καλά ο κάθε πενθών.
Αφιερώνοντας το τρίτο μέρος του αλλόκοτου και ιδιαίτερου αυτού βιβλίου που αποτελεί κι ένα δοκίμιο για την ύβρη όσον αφορά την ανθρώπινη ελευθερία ή την απίστευτα σπάνια σχέση με το άλλο μισό, στην διαχείριση του πένθους με έναν τρόπο οικουμενικό ακριβώς επειδή επιλέγει με όλη του την ειλικρίνεια το προσωπικό:
«“Σε πονάει όσο αξίζει’ έτσι, νομίζω, απολαμβάνουμε κατά κάποιον τρόπο τον πόνο”. Στο δεύτερο μέρος αυτής της πρότασης είναι που σκόνταψα’ μου φάνηκε ως αχρείαστα μαζοχιστική. Τώρα ξέρω ότι εμπεριέχει αλήθεια. Κι αν δεν απολαμβάνει κανείς επακριβώς τον πόνο, αυτός δεν μοιάζει πια μάταιος. Ο πόνος σου δείχνει ότι δεν έχεις ξεχάσει’ ο πόνος εντείνει τη γεύση της ανάμνησης’ ο πόνος είναι απόδειξη αγάπης. “Αν δεν είχε σημασία, δεν θα μας ένοιαζε”». Αποδέχεται αποκαλύπτοντας τις χρησμικές διαστάσεις της γραφής ή της ψυχής. Πριν από σχεδόν τριάντα χρόνια προσπάθησε σε ένα μυθιστόρημα να φανταστεί πως θα ένιωθε ένας εξηντάρης που έμεινε χήρος. Η συγγραφική αμφιβολία θα ενσκήψει αργότερα, όταν το μυθιστόρημά του θα επαληθευτεί στη δική του ζωή: «Ίσως, αντί να έχω επινοήσει τη σωστή θλίψη για τον μυθιστορηματικό ήρωά μου, είχα απλώς προβλέψει τα δικά μου πιθανά συναισθήματα- ευκολότερη δουλειά», θα αποδεχθεί.
Ένα σπονδυλωτό μυθιστόρημα για την πτήση και για την πτώση, για τον έρωτα και την αιώνια συνάντηση, για την απώλεια, για τον χρόνο, τη μνήμη, την τέχνη και τη ζωή. Για το έσχατο καταφύγιο επειδή «σύμφωνα με τον Τζόνσον, μόνο η εργασία και ο χρόνος αμβλύνουν τη θλίψη» και επειδή «η θλίψη είναι μια μορφή σκουριάς της ψυχής, στην εξάλειψη της οποίας συμβάλει δια της τριβής κάθε νέα ιδέα στο διάβα της». Το μεγάλο ερώτημα ωστόσο θα παραμείνει αναπάντητο: «τι θεωρείται “επιτυχία” στο πένθος; Ή επιτυχία έγκειται στο να θυμάσαι ή στο να ξεχνάς; Στο να μένεις ακίνητος ή να προχωράς;» Η απάντηση είναι του καθενός, μπορεί κι αναπάντητη, το βιβλίο παραμένει όπως ξεκίνησε: ανοιχτό, σα ζωή.