27/8/07

Για ένα νεύμα που δεν έγινε ποτέ, για μια λέξη που παρέμεινε ανείπωτη…


Αφιερωμένο σε όσους δίστασαν στη ζωή ή εξακολουθούν να είναι δολοφονικά διστακτικοί τύποι…
Και σε όσους και όσες είχαν δύσκολη… γαμήλια πρώτη! (ω ναι- και δεν θέλω ου!- υπάρχουν κι αυτοί και ιδού μία!)

«ΣΤΗΝ ΑΚΤΗ» του Ίαν ΜακΓιούαν

Τον Ίαν ΜακΓιούαν τον έχουμε συνδυάσει με «μεγάλα θέματα», «μεγάλα ζητήματα». Τρομοκρατία, κοινωνική και πολιτική πραγματικότητα, ιστορίες με πολύχρονες έρευνες πίσω τους… Ποιος είπε όμως ότι χρειάζεται λιγότερη παρατήρηση και έρευνα η ανθρώπινη ψυχή; Χωρίς να παραγνωρίζουμε, εξάλλου, ότι το «μεγάλο» ή «μικρό» έργο κρίνεται στα σημεία, το καινούργιο βιβλίο του βρετανού συγγραφέα διαθέτει στο έπακρον όλες τις μεγάλες του συγγραφικές αρετές.
Την γνωστή «ήρεμη χάρη» του που «μοιάζει σχεδόν αβάσταχτη».
Την «αργή πρόζα» η οποία κινείται «αργά κι αριστοτεχνικά, με ακρίβεια και βάθος και ξαφνικά, απροειδοποίητα, γίνεται αιχμηρή και ανατρεπτική». Το μαλακό και σίγουρο χέρι (σχεδόν εντομολόγου) του ανθρώπου που τολμά να υπαινιχθεί για το «πώς μπορούν ολόκληρες ζωές να μεταμορφωθούν από μια χειρονομία που δεν έγινε ή μια λέξη που δεν ειπώθηκε ποτέ». Διότι δεν υπάρχει συγγραφέας που να τα καταφέρνει καλύτερα στους υπαινιγμούς.
Η ιστορία του απλή και αδρή, σχεδόν… εξωπραγματική για το αφάνταστα σεξουαλικά ελεύθερο τώρα.
Τον Ιούλιο του 1962, ο Έντουαρντ και η Φλόρενς, δυο αθώοι νεαροί νιόπαντροι, φτάνουν στο ξενοδοχείο τους στην ακτή του Ντόρσετ. Καθώς δειπνούν στα δωμάτιά τους, παλεύουν να καταπνίξουν τους κρυφούς φόβους για τη γαμήλια νύχτα που έρχεται…
Τι φόβους και εφιάλτες μπορεί να κρύβει μια γαμήλια νύχτα; Και πώς γίνεται μια νύχτα τόσο πολυαναμενόμενη ν’ αλλάξει – τι λέω- να μεταμορφώσει σε δυο ανθρώπους τη ζωή;
Εξάλλου φαίνεται να έχουν τακτοποιήσει (και συμφωνήσει) τα πάντα: «πού και πώς θα ζούσαν, ποιοι θα ήταν οι καλύτεροί τους φίλοι, η δουλειά του στην εταιρεία του πατέρα της, η μουσική της καριέρα και τι να κάνουν με τα χρήματα που της είχε δώσει ο πατέρας της και πώς δεν θα έμοιαζαν με τους άλλους ανθρώπους, τουλάχιστον όχι μέσα τους».
Όλα τα είχαν τακτοποιήσει, εκτός από το τι θα έκαναν, τελικά, τη γαμήλια νύχτα.
Διότι «αυτό που την απασχολούσε (την Φλόρενς) ήταν ανείπωτο, δεν μπορούσε ούτε μέσα της σχεδόν να το διατυπώσει. Ενώ εκείνος υπέφερε απλώς από τον τυπικό εκνευρισμό της πρώτης νύχτας, εκείνη βίωνε έναν τρόμο βαθιά στα σπλάχνα της, μια ανεξέλεγκτη αηδία τόσο χειροπιαστή όσο η θαλασσινή ναυτία».
Το ζήτημα σοβαρό, καθόλου «παίξε- γέλασε»: «ολόκληρο το είναι της επαναστατούσε ενάντια στην προοπτική της σωματικής συμπλοκής και της σαρκικής λαγνείας. Η γαλήνη της και η ουσία της ευτυχίας της επρόκειτο να παραβιαστούν. Απλώς δεν ήθελε να υποστεί ούτε «εισχώρηση» ούτε «διείσδυση». Το σεξ με τον Εντουαρντ δεν μπορούσε να είναι η ολοκλήρωση της ευτυχίας της αλλά το τίμημα που έπρεπε να πληρώσει γι’ αυτήν».
Το παρελθόν τους, εξάλλου, ευνοεί κατά πολύ τις παρανοήσεις. Μιλάμε για «άλλη χώρα», ούτε καν για «άλλη ζωή». Χωρικός εκείνος (παρά τις σπουδές που θ’ ακολουθήσουν) μεγαλωμένος από μια μαμά με απολύτως διαταραγμένη υγεία. Εκείνη, αστή, μια ζωή στα πούπουλα. Με απούσα, καθ’ ολοκληρία, μητέρα. Διανοούμενη καθόλου διαθέσιμη για την κόρη της. Και ο πατέρας, όπως κάθε «καθωσπρέπει πατέρας», απασχολημένος με τις επιχειρήσεις.
Οι δρόμοι τους διασταυρώθηκαν πριν από την τελική τυχαία αλλά και «μοιραία» στην έκβασή της συνάντηση, αρκετές φορές. Στην ίδια πόλη, σε διπλανά πανεπιστήμια, έτσι ώστε «αργότερα, αυτό ακριβώς τους συνάρπαζε περισσότερο, το πόσο εύκολα θα μπορούσε αυτή η συνάντηση να μην έχει γίνει».
Άλλωστε και όλο το μυθιστόρημα σ’ αυτόν ακριβώς τον άξονα φαίνεται να κινείται: στο ότι όλα θα μπορούσαν να συμβούν ή και να μη συμβούν σ’ αυτή τη ζωή, αρκούσε μια λέξη, ένα νεύμα, ένα βλέμμα.
Κι αυτό στην τελευταία πράξη απολύτως θα διαφανεί.
Θα χωρίσουν «δι’ ασήμαντον αφορμή», θα χαθούν «κατά λάθος».
Η ζωή έτσι όπως θα εξελιχθεί («ποιος μπορούσε να έχει προβλέψει τέτοιες μεταλλαγές, την ξαφνική αποενοχοποιημένη ανύψωση της αισθησιακής απόλαυσης, τη χωρίς περιπλοκές προθυμία τόσων πολλών όμορφων γυναικών;) θα κάνει ακόμα πιο ασήμαντο και… φαιδρό εκείνο το λάθος. Θα χρειαστεί να περάσουνε χρόνια για να μπορέσει ν’ αποδεχτεί «ότι ποτέ δεν γνώρισε άλλον που να την είχε αγαπήσει τόσο». Αλλά κι εκείνος, παρότι αρνιόταν να μάθει το πώς συνέχισε χωρίς εκείνον στον χρόνο «όταν τη σκεφτόταν, τον κατέπλησσε, το γεγονός ότι είχε αφήσει αυτό το κορίτσι με το βιολί να του φύγει. Τώρα φυσικά έβλεπε ότι η αυτοκαταστροφική της πρόταση ήταν άσχετη. Το μόνο που ζητούσε ήταν η βεβαιότητα της αγάπης του και να την καθησυχάσει λέγοντάς της πως δεν υπήρχε βιασύνη, όταν είχαν μπροστά τους όλη τη ζωή. Η αγάπη και η υπομονή- αν μπορούσε να τα διαθέτει και τα δυο μαζί- σίγουρα θα τους είχαν βοηθήσει να τα καταφέρουν». Αλλ’ έτσι είναι ο έρωτας, προχωρά μέσα από παρανοήσεις, γεμάτος παρανοήσεις.
Το αποτέλεσμα, ένα σημαντικό, αποκαλυπτικό μυθιστόρημα όπου χωρά σε μια νύχτα, δυο ιδιοσυγκρασίες, δυο κόσμους. Φλερτάρουν, γοητεύονται και συντρίβονται εν τέλει κι οι δυο.
Κι ό,τι απομένει, η μεγάλη επιστροφή στο γνωστό, διότι το «ανείπωτο ελάχιστο» απαιτεί και υπέρβαση και ρίσκο.
Η γοητεία του εγχειρήματος: ο σεισμός στο ανεπαίσθητο, η ανατροπή που έρχεται ή δεν έρχεται από ένα νεύμα ή από μια φράση.
Ένα βιβλίο που αποδεικνύει ότι το μεγάλο έργο δεν χρειάζεται καθόλου την οργιαστική πλοκή διότι η ανθρώπινη φύση κι όλο το μεγαλείο της αποκαλύπτεται στα σημεία. Κι ο ΜακΓιούαν είναι μάστορας του μέγιστου στο ελάχιστο. Εξάλλου δυο οι τρόποι να δεις το σύμπαν, σφαιρικά ή βυθιζόμενος στη λεπτομέρεια.
Εν τέλει σ’ αυτή την ιστορία που είναι σαν τη ζωή – ολότελα ανοιχτή στο ενδεχόμενο- όλα θα μπορούσαν να είχαν ή να μην είχαν συμβεί. Κι όμως πρόκειται μόνον για μια… νύχτα γάμου. Που σε πολλούς μπορεί και να φανεί υπερβολική, ενώ κάποιους άλλους ίσως και να τους κάνει να αναθεωρήσουν.
Αλλ’ ούτε λόγος, το μεγαλείο κρύβεται και κρίνεται στα σημεία. Και ο Ίαν ΜακΓιούαν το αποδεικνύει περίτρανα για ακόμα μια φορά.

«ΣΤΗΝ ΑΚΤΗ» του Ίαν ΜακΓιούαν, Μετάφραση: Ελένη Ηλιοπούλου, Εκδ. «Πατάκη», σελ. 224, τιμή: 13.20 ευρώ.

ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΕΡΓΑ ΤΟΥ:
Πολυβραβευμένος από το κοινό και την κριτική ο βρετανός Ίαν ΜακΓιούαν (γεννήθηκε το 1948 και σπούδασε στα πανεπιστήμια Sussex και East Anglia και θεωρείται ένας από τους μεγαλύτερους σύγχρονους συγγραφείς), είναι ήδη γνωστός τα καθ’ ημάς από τα έργα:
«Ο τσιμεντόκηπος», εκδ. «Γράμματα», 1982
«Πρώτος έρωτας», εκδ. «Οδυσσέας», 1985
«Ξένοι στη Βενετία», εκδ. «Σέλλας», 1991
«Ο αθώος», εκδ. «Σέλλας», 1993
«Μαύρα σκυλιά», εκδ. «Σέλλας», 1994
«Άμστερνταμ», εκδ. «Νεφέλη», 1999
«Έμμονη αγάπη», εκδ. «Νεφέλη», 1999
«Εξιλέωση», εκδ. «Νεφέλη», 2002
«Σάββατο», εκδ. «Νεφέλη», 2006.
Κέρδισε το Βραβείο Μπούκερ το 1998 για το «Άμστερνταμ».
Το «Στην ακτή» κυκλοφόρησε στα αγγλικά τον Απρίλιο του 2007 και είναι το πρώτο του βιβλίο που κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις Εκδόσεις «Πατάκη».

ΥΓ. Όσον αφορά το βιβλίο του Ιαν ΜακΓιούαν «Στην Ακτή» προηγήθηκε με εξαιρετικό τρόπο η Anagnostria, και χάρηκα αφάνταστα την συγκυρία να το διαβάζουμε ταυτόχρονα.



Ήθελα να παίζει η μουσική του Nyman για "Το τέλος μιας σχέσης". Θα παίξει. Αλλά από αύριο.

Moha

21/8/07

Αν δεν έγραφα, θα ήμουν ένα σκουπίδι….

Για τον «σκληρό μήνα Αύγουστο» (κι ας είναι ο μήνας της Παναγιάς) έχουνε γράψει πολλοί, σημειώνω ενδεικτικά την Εντνα Ο’ Μπράιαν που είναι και αγαπημένη. Ας λένε για τον Ιούλη, ο Αύγουστος είναι που κάνει τον ξεσκαρτάρισμα: δεν σου αφήνει τίποτα όρθιο! Ψευδαίσθηση, καμιά! Όσο κι αν του φωνάζεις, «άσ’ τη μου λίγο ακόμα, την έχω ανάγκη!» Τίποτε, εκεί, Θεός τιμωρός, μέσα σε εκείνο το γοητευτικότατο άδειο! Στο άδειο που λατρεύω και που με γονατίζει κιόλας! Στο άδειο που τα κατάπιε όλα! Πάει, πάπαλα! Ενας ολόκληρος χρόνος, εκείνος της αποκατάστασης ξέρετε «με λένε άλεφ και είμαι καλά», εξαφανιζόλ! Σαν την «Εφεύρεση του Μορέλ», οφθαλμαπάτη ένα πράγμα! Δεν άφησε τίποτα λέμε παρά μονάχα εκείνο το «πάλι τα κατασκεύασες, στο κεφάλι σου γίνονται όλα, πάρε το πια απόφαση, δεν είναι τίποτε αληθινό, είσαι μυθιστοριογράφος» της Μάρως.
Αλλά επειδή εκτός από μεγάλη παραμυθούλα είμαι κι έξυπνη, ε όσο και να τα κάνω τα στραβά μάτια, τα βλέπω μετά! Τίποτα, τίποτα, τίποτα, ένα άσπλαχνο μονάχα καλοκαίρι! Ένας Αύγουστος αμείλικτος και διαρκώς σε αναμονή, το τέλος που ΘΑ έρθει, το σπίτι που ΘΑ αλλάξει, το τεύχος που ΘΑ βγει ή δεν θα βγει ποτέ. Κι εμείς που συν τω χρόνω γίναμε άλλοι. Μιλάμε για άλλη χώρα, ελπίδα καμιά!
Καλώς γυρίσαμε, όμως, καλώς σας βρήκαμε κι εσάς, έτσι γενναία θα βαδίζουμε στην αυριανή άγραφη κάτασπρη χώρα, διότι στο φινάλε πάντοτε τα βιβλία θα βρίσκονται εκεί! Η βασική, μοναδική σταθερά μας στο χρόνο. Ο βράχος μας για να γραπωθούμε όταν πια τίποτα δεν θα βρίσκεται εκεί! Και ας προσποιηθούμε ότι όλο αυτό είναι η κανονική ζωή. Η δική μας κανονική ζωή μέσα από ένα παράλληλο σύμπαν.
Και επειδή υπήρξε ο αγαπημένος μου, λέω να ξαναβρεθούμε με Κάφκα και με επιστολογραφία που επίσης λατρεύω.
Να τον αφιερώσω στο Moha και να μας ευχηθώ Καλό Σεπτέμβρη. Με τον τρόπο της άσπρης σελίδας, αλλά αυτή είναι η ζωή. Δίχως αυτήν ακριβώς τη δυνατότητα (εκείνος λέει) «θα ήμουν ένα σκουπίδι».
Καλό Φθινόπωρο, να είστε σίγουροι ότι θα είναι καλό, υπάρχουν τόσα αδιάβαστα και τόσα άγραφα βιβλία! Έτσι ν’ απλώσεις το χέρι, μια ιστορία σου γνέφει να κρατηθείς! Ε λέω να το κάνω! Δεν έχω να χάσω απολύτως τίποτα, παρά μονάχα τις… αλυσίδες, όπως υποστηρίζει ο απόηχος απ’ το νεανικό, μαρξιστικό παρελθόν. Αλλά τον Κάφκα, όχι, ποτέ δεν θα τον χάσω!
Καλώς σας βρήκαμε λέμε!

ΥΓ. Το κείμενο που προηγείται το είχα γράψει πριν από τις τελευταίες ολιγοήμερες διακοπές. Μέσα σε τέσσερις μόλις μέρες όλα έγιναν άλλα. Ναι, άλλαξαν όλα και σίγουρα γυρίζω – θέλω δεν θέλω- σελίδα. Όμως το αίσθημα είναι, εν τέλει, εκείνο που κάνει κάτι «καλό» ή «κακό», τον θρήνο, θρίαμβο και τη μελαγχολία, ελπίδα.
Το σίγουρο, ένα: Ποτέ δεν ξεμπερδεύει κανείς με την αγάπη.
Κι αυτό όλα τα κάνει υπέροχα αλλιώς!

«ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΣΤΗ ΦΕΛΙΤΣΕ» του Φραντς Κάφκα

«Η ζωή μου σε γενικές γραμμές αποτελείται και αποτελούνταν ανέκαθεν από προσπάθειες να γράψω, ως επί τω πλείστον αποτυχημένες. Αν όμως δεν έγραφα, θα είχα καταρρεύσει, θα ήμουν ένα σκουπίδι».
«Ο τρόπος ζωής μου συνδέεται αποκλειστικά με το γράψιμο, και οι όποιες αλλαγές γίνονται μόνο και μόνο για να ανταποκριθεί κατά το δυνατόν καλύτερα στο γράψιμο, διότι ο χρόνος είναι λίγος, οι δυνάμεις ελάχιστες, το γραφείο φρίκη, το σπίτι θορυβώδες και πρέπει κανείς να ξεγλιστράει με διάφορα τεχνάσματα, εφόσον δεν μπορεί να ζήσει μια ωραία, κανονική ζωή».
Τίποτα ενδεχομένως δεν θα γνωρίζαμε απ’ όλα αυτά, εάν έλειπαν αυτά τα γράμματα! Το «Γράμματα στη Φελίτσε» που κυκλοφόρησαν μόλις από τις εκδόσεις «Γαβριηλίδη».
«Αξιότιμη δεσποινίς!
Για την αμυδρώς πιθανή περίπτωση που δεν μπορείτε επ’ ουδενί να με θυμηθείτε, συστήνομαι εκ νέου: ονομάζομαι Φραντς Κάφκα και είμαι ο άνθρωπος που σας χαιρέτησε πρώτη φορά εκείνο το βράδυ στο σπίτι του διευθυντή κυρίου Μπροντ στην Πράγα’ αυτός που σας έδειξε στο τραπέζι φωτογραφίες από ένα μορφωτικό ταξίδι, και που, τελικά, μέσα σ’ αυτό το χέρι, με το οποίο τώρα χτυπάει τούτα τα πλήκτρα, κράτησε το χέρι σας, με το οποίο εσείς επιβεβαιώσατε την υπόσχεση να πραγματοποιήσετε μαζί του τον επόμενο χρόνο ένα ταξίδι στην Παλαιστίνη…»
Επάνω – επάνω: Πράγα, την 20η Σεπτεμβρίου 1912.
Κάτω- κάτω: Εγκάρδια αφοσιωμένος, δρ Φραντς Κάφκα/ Πόριτς 7, Πράγα.
Η πολυπόθητη απάντηση της Φελίτσε θα ρθεί, τελικά, στις 23 Οκτωβρίου και από κει και πέρα θα αρχίσει ουσιαστικά η αλληλογραφία τους η οποία διαρκεί έως το 1917 και αριθμεί 716 γράμματα και κάρτες.
Στην πορεία θα αλλάξει ως και αυτή η συγκρατημένη προσφώνηση «Αξιότιμη δεσποινίς Φελίτσε». Θα γίνει σε λιγότερο από ένα μήνα «Πολυαγαπημένη». Θα της γράφει καθημερινά και θα την ρωτά για τα πάντα: τη ζωή στο γραφείο, στο σπίτι, τους φίλους και τις διατροφικές της συνήθειες, τη διαρρύθμιση του χώρου και την κατανομή του χρόνου της.
Θα της αποκαλύπτει το παν: την αυπνία του, την αναποφασιστικότητα και την κακή του μνήμη, την προβληματική υγεία του που αποτελεί ανασταλτικό παράγοντα για γάμο ή για παιδί…
Σχεδόν θα την εκλιπαρεί κάθε μέρα για να του γράφει. Καθόλου τυχαία. Διότι όπως υποστηρίζει ο Ελίας Κανέττι τα συγκεκριμένα γράμματα δεν είχαν φιλάρεσκο χαρακτήρα, αλλά αποτελούν για τον Κάφκα το καθημερινό του οξυγόνο, απολύτως απαραίτητα για να γράψει, τελικά! Μια ματιά στην εργογραφία του Κάφκα αρκεί για να διαπιστώσει κανείς ότι τον πρώτο χρόνο της αλληλογραφίας τους θα βρεθεί σε συγγραφικό οργασμό («Η κρίση» - γράφτηκε μέσα σε δέκα μέρες- ο «Θερμαστής», πέντε κεφάλαια της «Αμερικής» και η «Μεταμόρφωση»- σε δεκατέσσερις μέρες). Στην Φελίτσε είχε βρει αυτό που του ήταν απολύτως απαραίτητο στη ζωή: «Κάποιον που να του παρέχει ασφάλεια ενώ θα βρίσκεται μακριά, μια πηγή δύναμης που δεν θα αναστάτωνε την υπερευαισθησία του μέσω της σωματικής επαφής, μια γυναίκα που θα υπήρχε κάπου, χωρίς να περιμένει απ’ αυτόν τίποτε άλλο παρά μόνο λέξεις, ένα είδος μετασχηματιστή, του οποίου τα αλλόκοτα τεχνικά ελαττώματα κατείχε τόσο καλά, που μπορούσε να τα επιδιορθώνει επιτόπου, γράφοντας γράμματα».
Εξάλλου ο Κάφκα υπήρξε μανιώδης της επιστολογραφίας. Τα «Γράμματα στον πατέρα» του άκρως αποκαλυπτικά και ανυπέρβλητης συγγραφικής σημασίας και αξίας, τα «Γράμματα στην Μίλενα» εξίσου σημαντικά, φωτίζουν ακόμα και τα σκοτεινότερα συγγραφικά του σημεία, και πάνω απ’ όλα αποκαλύπτουν τον ιδιαίτερο χαρακτήρα, την απόλυτη αφοσίωσή του στην συγγραφή, μετασχηματίζοντας και την ίδια τη ζωή του σε γράμμα.
Τα «Γράμματα στη Φελίτσε», όμως, αποτελούν την ίδια του τη ζωή, ή τουλάχιστον το υποκατάστατό της. Κατά την διάρκεια αυτής της αλληλογραφίας θα την συναντήσει, θα την αρραβωνιαστεί, θα προσπαθήσει κοινωνικά να ενταχθεί, θα προσπαθήσει να κάνουν μαζί διακοπές, θα αρραβωνιαστούν επίσημα και για δεύτερη φορά, μέχρι να καταλήξει οριστικά ότι πρέπει, τελικά, να διάγει ζωή μοναχού για να μπορέσει να δημιουργήσει και σ’ ένα τέτοιο μοντέλο ζωής δεν ταιριάζει η Φελίτσε!
Διότι στα μάτια του Κάφκα η αγάπη προς τη Φελίτσε ήταν «ο μεγαλύτερος εχθρός της συγγραφικής του παραγωγής»
«Στη συγγραφική του ιδιότητα βρίσκεται η πραγματική αλήθεια- γράφει η μεταφράστρια του βιβλίου Στέλλα Κουντουράτου στον πρόλογό της.- Η λογοτεχνία του δίνει το δικαίωμα να ζει, και για να μπορεί να ζήσει πρέπει να διαμορφώσει τέτοιες συνθήκες που θα του επιτρέψουν να εργάζεται. Δεν είναι σε θέση να έχει την κοινωνική ζωή που ενδεχομένως επιθυμούσε η Φελίτσε, να αγοράσει «ένα ήσυχο, ευχάριστα διαμορφωμένο, οικογενειακό διαμέρισμα», όπως είχαν οι άλλες οικογένειες της δικής τους τάξης. Κάτι τέτοιο δεν θα ήταν συμβατό με τη συγγραφική του ιδιότητα».
Ο Κάφκα πέθανε στις 3 Ιουλίου 1925 από φυματίωση. Από τον Μάρτιο του 1917 η Φελίτσε Μπάουερ είχε παντρευτεί έναν βερολινέζο επιχειρηματία και είχε αποκτήσει δύο παιδιά. Ο Κάφκα πληροφορείται τη γέννηση των παιδιών της, όπως προκύπτει από την μετέπειτα αλληλογραφία του με τον Μπροντ και τη Μίλενα.
Το 1955, η Φελίτσε θα παραδώσει τα γράμματα του Κάφκα προς την ίδια και την φίλη της Γκρέτε Μπλοχ στον εκδοτικό οίκο Schocken. Τα γράμματα της Φελίτσε προς τον Κάφκα δεν διασώζονται. Τα δικά του προς την Φελίτσε δημοσιεύτηκαν το 1967 για πρώτη φορά. Και αποτελούν την σκοτεινή αποθήκη όλου του έργου του. Την επεξήγηση αυτού καθ’ εαυτού του όρου «καφκικός». Την δική του, προσωπική μεταμόρφωση μέσα από τις ιστορίες. Την δειλή αλλά απεγνωσμένη του προσπάθεια να ενταχθεί σε ό,τι σημαίνει κοινωνικό και κοσμικό. Αποκαλύπτοντας πως τελικά για κάποιους ανθρώπους, η λογοτεχνία είναι μοίρα, γράφουν διότι πολύ απλά δεν μπορούν να κάνουν αλλιώς!

«ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΣΤΗ ΦΕΛΙΤΣΕ» του Φραντς Κάφκα, Μετάφραση: Στέλλα Κουνδουράκη, Εκδ. «Γαβριηλίδης», σελ. 397, τιμή: 16 ευρώ.


ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ-
ΕΡΓΑ ΤΟΥ:
Γεννήθηκε το 1883 στην Πράγα από γερμανόφωνες εβραίους γονείς.
Σπούδασε νομικά στο Γερμανικό Πανεπιστήμιο της Πράγας και δούλεψε σε μια γερμανική ασφαλιστική εταιρεία.
Μπορούσε να γράφει μόνον βράδια.
Μερικές ιστορίες τους δημοσιεύτηκαν το 1909 όταν ήταν 26 χρονών. Το καλοκαίρι του 1912 έγραψε τα διηγήματα «Η Κρίση» και «Η μεταμόρφωση».
Πέθανε το 1924, καθιερώνοντας τον όρο «καφκικό» (ορολογία πια στην τέχνη που χαρακτηρίζει το ασυνήθιστο και το παράλογο).
Κυκλοφορούν στα ελληνικά, τα έργα του:
«Η Μεταμόρφωση»,
«Η Δίκη»,
«Ο Πύργος»,
«Αμερική»,
«Αφορισμοί»,
«Γράμματα στη Μίλενα»,
«Στο Υπερώο»,
«Η απόρριψη», «Ενας αγροτικός γιατρός», «Η αποικία τιμωρημένων» κ.α. διηγήματα.
Πολλά έργα του διασκευάστηκαν για το Θέατρο, ο Ρομάν Πολάνσκι ανέβασε στο Παρίσι την «Μεταμόρφωση». Το ίδιο και ο Δημήτρης Ποταμίτης στην Ελλάδα. Επίσης, ο Αλέξης Σολομός ανέβασε τη «Δίκη» και τον «Πύργο».
Σε ταινίες γυρίστηκαν κυρίως τα μυθιστορήματά του. Υπάρχουν παραγωγές τσέχικες, γερμανικές, νοτιοαμερικάνικες. Ξεχωρίζουν:
«Η δίκη» (1963) σε σκηνοθεσία Ορσον Ουέλες
και «Η δίκη» (1993) σε σκηνοθεσία Ντέιβιντ Χιου.





Γυρνάω φορτωμένος ουρανούς, αστέρια και κοχυλένιες παραλίες από την νότια Κρήτη και βρίσκω μπροστά την πόλη του παραμυθιού μου. Δεν το έκανες επίτηδες γιατί δεν το ήξερες, αλλά παίρνω την αφιέρωσή σου alef μου και μου την φοράω φαρδιά πλατιά να την καμαρώνω. Την παίρνω κι αρχίζω τις διαδρομές πάνω κάτω στην γέφυρα του Καρόλου, και στο στενό των αλχημιστών και στα στενά της παλιάς πόλης. Αν μπορεί μια πόλη να σε σημαδέψει αυτή είναι η Πράγα. Αν δεν το πετύχει αυτή, δεν μπορεί καμιά άλλη.

Ένα τραγούδια για το καλοκαίρι της κι ένα για την άνοιξή της.
Καλώς σας ξαναβρίσκουμε.
Moha






11/7/07

Βαδίζοντας, τελικά, στη «Ζώνη των επιθυμιών»

«ΜΑΡΤΥΡΟΛΟΓΙΟ – ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΑ 1970- 1986» του Αντρέι Ταρκόφσκι, Πρόλογος- Μετάφραση: Αλέξανδρος Ισαρης, Εκδ. «Ίνδικτος», σελ. 512

«Ο Άμλετ του Σαίξπηρ εκθέτει το αιώνιο πρόβλημα του ανθρώπου που έχει μεγαλύτερο ηθικό ανάστημα από τους συνανθρώπους του, μα που οι πράξεις του αναγκαστικά επηρεάζουν και επηρεάζονται από τον χαμερπή πραγματικό κόσμο». Έγραφε στα ημερολόγιά του ο μέγιστος ρώσος κινηματογραφικός δημιουργός κι αυτό μια ζωή πλήρωνε. Έχοντας διαρκώς απέναντί του: το παραλογισμό του Σοβιετικού καθεστώτος αρχικά, τη στυφή γεύση της εξορίας κατόπιν, το άλγος του θανάτου στη συνέχεια, μια μοίρα άδικη και παράλογη που τον νίκησε τελικά. Αλλά παρά την σύντομη ζωή του, κατόρθωσε με το έργο του να εξουδετερώσει το χρόνο.
Στο «Μαρτυρολόγιο», προσωπικές του σημειώσεις που έφερε στο φως η γυναίκα του μετά τον θάνατό του (1986), αντικρίζει κανείς μια φλεγόμενη ψυχή, γίνεται μάρτυρας όλης της αγωνίας και της υπέρβασης που βίωνε καθημερινά «ο ποιητής των εικόνων». Και πάνω απ’ όλα τον παρακολουθεί να αυτοαποκαθηλώνεται:
«Γιατί θέλουν όλοι να με μετατρέψουν πάση θυσία σε άγιο; Ω Θεέ μου! Ω Θεέ μου! Εγώ θέλω απλώς να δημιουργήσω. Μη με αγιοποιείτε σας παρακαλώ!» Έγραφε στις 7.11.73. Και παρά τον ναρκισσισμό που έκρυβε η φράση (ναι, ο σπαραγμένος Ταρκόφσκι ήταν πολύ φιλάρεσκος, ένας παράδοξα υπέροχος νάρκισσος), η ζωή έμελλε να τον δικαιώσει. Οι οικείοι του καταμαρτυρούν ασυνήθιστες ιδιότητες. Για τον τρόπο με τον οποίο έστηνε τα όνειρα που αργότερα επαληθεύονταν, για το πώς επέλεγε τους χώρους, για το πώς επαληθευόταν η ταινία…
Ο Έρλαντ Γιόζεφσον, ο πρωταγωνιστής της Νοσταλγίας και της Θυσίας, διηγείται το εξής περιστατικό: «Όταν γυριζόταν η Θυσία, ο Ταρκόφσκι έψαχνε για μεγάλο διάστημα κάποια περιοχή της Στοκχόλμης για να γυρίσει τη σκηνή του ονείρου όπου μετά από μια καταστροφή, οι άνθρωποι τρέχουν πανικόβλητοι, προσπερνώντας ένα πεσμένο αυτοκίνητο. Ένα πρωί ο σκηνοθέτης τους ανακοίνωσε πως είχε βρει επιτέλους την περιοχή αυτή. Εξι μήνες αργότερα και σε απόσταση 10 μ. από το σημείο όπου ο Νίκβιστ είχε τοποθετήσει την κάμερά του, δολοφονήθηκε ο Ούλοφ Πάλμε. Ο δε δολοφόνος του είχε διαφύγει μέσω εκείνης της σκάλας απ’ όπου στην ταινία κατέβαινε το τρομαγμένο πλήθος. Όταν διάβασα την είδηση, έπαθα πραγματικό σοκ, είπε σ’ ένα δημοσιογράφο ο Γιόζεφσον. Ρώτησα τον Ταρκόφσκι γιατί είχε διαλέξει εκείνο το μέρος, αν είχε κάποιο προαίσθημα πώς θα συνέβαινε εκεί κάποιο κακό. Κι εκείνος μου απάντησε: Ορισμένοι τόποι είναι φτιαγμένοι μονάχα για καταστροφές».
Στο «Μαρτυρολόγιο» δίνεται η ευκαιρία στον καθένα, να ρίξει κλεφτές, βαθιές ματιές όχι μονάχα στο εργαστήριο του δημιουργού, αλλά και στις μύχιες σκέψεις του, στις συνήθειες και τις κινήσεις του. Σε μια καθημερινή τελετουργία ζωής που οδηγούσε στη «ζώνη των επιθυμιών» (Στάλκερ), στο να ανθίσει το ξερόκλαδο (Θυσία), στο να κτυπήσουν αφ’ εαυτού τους οι καμπάνες (Αντρέι Ρουμπλιόφ)… Δεν είναι άμοιρη η ζωή του έργου, ποτέ!
Και η ζωή και το έργο του Αντρέι Ταρκόφσκι θα κάνουν τον Ινγκμαρ Μπέργκμαν στο αυτοβιογραφικό του «Laterna Magica» να αποδεχθεί: «Όταν ο κινηματογράφος δεν είναι ντοκουμέντο, είναι όνειρο. Γι’ αυτό ο Ταρκόφσκι είναι ο μεγαλύτερος απ’ όλους. Κινείται με απόλυτη άνεση στο χώρο των ονείρων, χωρίς να εξηγεί, αλλά και τι να εξηγήσει. Είναι ένας μάντης, που έχει καταφέρει να σκηνοθετήσει τις οπτασίες του με το πιο βαρύ, αλλά και πιο πρόθυμο μέσο. Σ’ όλη μου τη ζωή έχω χτυπήσει τις γροθιές μου πάνω στις πόρτες των δωματίων, όπου αυτός κινείται με τη μεγαλύτερη άνεση. Εγώ, μόνο μερικές φορές κατάφερνα να μπω μέσα. Οι περισσότερες από τις συνειδητές μου προσπάθειες τέλειωσαν με εξευτελιστικές αποτυχίες».
Τα ημερολόγια του «Μαρτυρολογίου» ξεκινούν στις 30 Απριλίου 1970 και φτάνουν ως τις 15 Δεκεμβρίου 1986. Έντεκα μέρες αργότερα, ο ρώσος σκηνοθέτης πεθαίνει.
Στις 500 περίπου σελίδες του βιβλίου, ο αναγνώστης θα βρει: την καθημερινότητα με όλες τις εκφάνσεις (αγοράσαμε σπίτι ή εγκατασταθήκαμε στην εξοχή, σήμερα δούλεψα ή δεν δούλεψα καθόλου), αναγνώσεις και σκέψεις που έκανε επάνω σ’ αυτές, φρασούλες που κρατούσε απ’ ότι τον ξάφνιαζε ή τον μάγευε, διλήμματα και φοβίες (όπως αυτή για τις κηδείες), πρωτογενές υλικό για αφηγήματα ή για ταινίες, χρέη, βάσανα στην αυτοεξορία, νοσταλγία, συναντήσεις με ηθοποιούς και συντελεστές, αμφιβολίες, νηστείες, εφιάλτες, κακοκεφιές…
Τελευταίες του σημειώσεις: «Πρόκειται άραγε να πεθάνω;» «Αν δεν υπήρχαν οι πόνοι των χεριών και της σπονδυλικής στήλης, θα μπορούσε να μιλήσει κανείς για ένα είδος αποκατάστασης μετά τη χημειοθεραπεία. Όμως τώρα δεν διαθέτω πια καμιά δύναμη για τίποτε. Αυτό είναι το πρόβλημα».
Και παντού, εξαιρετικό υλικό για την ανθρώπινη ματαιοδοξία:
«Η ματαιοδοξία είναι πανταχού παρούσα: Νηστεύω από ματαιοδοξία’ κι όταν διακόπτω τη νηστεία για ν’ αποκρύψω την εγκράτειά μου απ’ τους ανθρώπους, τότε πάλι η ματαιοδοξία είν’ εκείνη που με οδηγεί να το κάνω, επειδή θεωρώ σοφό τον εαυτό μου. Η ματαιοδοξία με πλημμυρίζει όταν φορώ ωραία ενδύματα, αλλά και όταν ντύνομαι φτωχικά, πάλι από ματαιοδοξία το κάνω’ αρχίζω να ομιλώ, τούτο συμβαίνει επειδή είμαι ματαιόδοξος, αλλά κι όταν σωπαίνω, αυτή είναι που νίκησε πάλι. Όπως και να την πετάξεις αυτή την τρίαινα, τα δόντια της πάντα προς τα πάνω θα είναι ορθωμένα…» (Άγιος Ιωάννης Λεστβίσνικ)
«Είναι δύσκολο να απαλλαγείς από τη ματαιοδοξία, γιατί με όλες τις προσπάθειες που κάνεις για να την αποδιώξεις, δημιουργείς νέες ματαιοδοξίες» (Αβά Αβαγκράφι).
Ένα βιβλίο που αποτελεί μέγιστο μάθημα ζωής. Σπαρταριστό σαν την ζωή την ίδια, διεισδυτικό σαν την ματιά του συγγραφέα του, πνευματικό και υπερβατικό σαν τις ταινίες, μεγαλειώδες με την αφάνταστη δύναμη να αυτοαναιρείται, με ρίζες στα έγκατα της γης και με ψυχή στα ουράνια, αλλ’ όχι αβασάνιστα και αβρόχοις ποσί…
Που ευτύχησε και εξαιρετικής έκδοσης: κοντά στο Ταρκοφσκικό πνεύμα ο Ισαρης, με ατμοσφαιρικές και σημαντικές φωτογραφίες, καλαίσθητο εξώφυλλο, χαρτί, και με ένα ανέκδοτο στην ελληνική αγορά DVD του γερμανικού ντοκιμαντέρ «Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο. Αντρέι Ταρκόφσκι: Εξορία και Θάνατος», που φωτίζει επιπλέον τη ζωή του δημιουργού.
Μια καθολική θέαση κόσμου, απ’ εκείνον που υπήρξε δεξιοτέχνης στο να εικονοποιήσει το αθέατο και να εκφράσει το ανείπωτο.



ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ:
Ο Αντρέι Ταρκόφσκι γεννήθηκε στις 4 Απριλίου 1932 στο Ζαβράσγε, βορειοδυτικά της Μόσχας. Πατέρας του ο διάσημος ποιητής και μεταφραστής Αρσένι Ταρκόφσκι.
Σπούδασε ανατολικές γλώσσες σ’ ένα ινστιτούτο της Μόσχας, παρακολούθησε μαθήματα μουσικής και σχεδίου, κινηματογράφο στο Πανενωσιακό Κρατικό Ινστιτούτο Κινηματογραφίας της Μόσχας. Παίρνει το πτυχίο του με την ταινία «Το Βιολί και ο Οδοστρωτήρας».
Γύρισε τις ταινίες:
«Τα παιδικά Χρόνια του Ιβάν» (1962),
«Αντρέι Ρουμπλιόφ» (1964),
«Σολάρις» (1971),
«Ο Καθρέφτης» (1974),
«Στάλκερ» (1979),
«Νοσταλγία» (1983),
«Η θυσία» (1985),
Πεθαίνει στο Παρίσι στις 29 Δεκεμβρίου του 1986.
Το 1989 πραγματοποιείται στη Μόσχα, από τις 10 ως τις 14 Απριλίου, το 1ο Παγκόσμιο Συνέδριο με θέμα το έργο του.
Το σπίτι του στη Μόσχα μετατρέπεται σε μουσείο.
Τον Φεβρουάριο του ίδιου έτους κυκλοφορεί στα γερμανικά ο πρώτος τόμος των «Ημερολογίων» του με τον τίτλο «Μαρτυρολόγιο».

Και με αυτό το ποστ- ήθελα να είναι κάτι καλό και ανακουφιστικό για την ψυχή μας, αν και παράφορο- το άλεφ σας αποχαιρετά τουλάχιστον για ένα δεκαπενθήμερο. Τον Αύγουστο εδώ γύρω θα τριγυρίζω, στην άδεια και πανέμορφη Αθήνα και θα σας σκέφτομαι. Εσείς, όπου κι αν πάτε, ό,τι και να κάνετε, να περνάτε καλά. Τα έξυπνα παιδιά, εξάλλου, πάντοτε και παντού καλά περνούν, αυτό να το θυμάστε. Κι εμείς το έχουμε αποδείξει, είμαστε έξυπνα (κι ανθεκτικά) παιδιά.
Καλόν Ιούλιο κι Αύγουστο να έχουμε! Να επιβιώσουμε του καύσωνος και της απρόβλεπτης «εν αδεία» ψυχής! Εις το επανειδείν, λέμε! Στο μεταξύ, μπορούμε να τα λέμε και αυτήν εδώ την εβδομάδα!
Φιλί καλό, καλοκαιρινό

Γεια σας κι από εδώ. Μου αρέσουν αυτοί οι καλοκαιρίνοι αποχαιρετισμοί. Αυτού του φεύγω. Με δυσκολεύουν οι άλλοι. Του έρχομαι. Αλλά φέτος γυρνώντας έχω μια ακόμα γωνιά να ακουμπήσω. Ραντεβού τον Σεπτέμβρη. Μπορεί και νωρίτερα. Αλλά δεν είναι πολύ ωραίοι οι χειμερινοί κινηματογράφοι μ' αυτό το "ραντεβού τον Σεπτέμβρη" φορεμένο πάνω τους; Κι αφού κλείνουμε σχεδόν κινηματογραφικά...
Σας αφήνω να ακούτε και να χαζεύετε τους Sigur Ros κι έναν πιτσιρικά που δεν μπορεί να πετάξει. Το έχω τσεκάρει. Όσες φορές κι αν πάτησα το κουμπί της επανάληψης ο πιτσιρικάς δεν πέταξε. Πέταξε πολύ αργότερα. Ένα βράδυ. Και το θυμήθηκα την επόμενη μέρα...

Σας αφήνω να ακούτε και να χαζεύετε τους Sigur Ros και να θυμάστε αυτό το καλοκαίρι να χτίζετε πύργους από αυτούς τους παλιούς. Της άμμου. Κουβαδάκια και πύργοι στις παραλίες. Τις μέσα μας...

Ραντεβού τον Σεπτέμβρη. Μπορεί και νωρίτερα.

Moha

5/7/07

Από ποιον ουρανό πέσαμε ο ένας στην αγκαλιά του άλλου;


ΛΟΥ ΑΝΤΡΕΑΣ ΣΑΛΟΜΕ: η γυναίκα που έκανε συλλογή αντρών σαν να ήταν τρόπαια.

«Τα πρώτα λόγια με τα οποία με χαιρέτησε ο Νίτσε ήταν: «Από ποιον ουρανό πέσαμε εδώ ο ένας στην αγκαλιά του άλλου;»>
Την συναντήσαμε στο μυθιστόρημα του Ιρβιν Γιάλομ «Όταν έκλαψε ο Νίτσε» και μάθαμε ότι μονάχα γι’ αυτήν έκλαψε.
Την ξαναβρήκαμε σε βιογραφικά κείμενα για τον Σίγμουντ Φρόυντ και είδαμε ότι κι εκείνος δεν έμεινε απαθής. Αλλά και ο Ράινερ Μαρία Ρίλκε μαγεύτηκε απ’ το πνεύμα της.
Λου Αντρέας- Σαλομέ. Η γυναίκα που παρά το σημαντικό λογοτεχνικό της έργο, τα δοκίμια για την τέχνη, τη θρησκεία, τον ερωτισμό και την ψυχανάλυση, ήταν γραφτό της να μείνει στην ιστορία ως η μούσα του Φρίντριχ Νίτσε, του Ράινερ Μαρία Ρίλκε και του Σίγμουντ Φρόυντ. Ως η μοιραία γυναίκα ισχυρών ανδρών. Ως «η γυναίκα που κάνει συλλογή αντρών σαν να ήταν τρόπαια».
Το πορτραίτο αυτής της ομολογουμένως σημαντικής γυναίκας, σκιαγραφεί η Λίντε Ζαλμπέρ (διδάκτωρ Ψυχολογίας και Ψυχοθεραπείας) στο βιβλίο «Λου Αντρέας Σαλομέ: Η βιογραφία μιας μοιραίας γυναίκας» που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις «Μελάνι», στη σειρά «Βιογραφίες» και σε μετάφραση Χριστίνας Αυγερινού Βρυζάκη.
Η Λουίζε Φον Σαλομέ γεννήθηκε στην Αγία Πετρούπολη, στις 12 Φεβρουαρίου του 1861, από πατέρα στρατηγό στην υπηρεσία του τσάρου.
Το Φθινόπωρο του 1880, η Λου εγκαταλείπει μαζί με τη μητέρα της την Τσαρική Αυτοκρατορία για ν’ αρχίσει σπουδές στη Ζυρίχη. Και η σπουδές θα γίνουν έκτοτε και ο τρόπος ζωής της.
Θεολογία, Φιλοσοφία, Ιστορία Τέχνης, Δογματική, Γενική Ιστορία των Θρησκειών, Λογική και Μεταφυσική… Συνεπαρμένη από τις σπουδές της, διαβάζει μέρα νύχτα χωρίς ξεκούραση και δίχως σταματημό.
Η ιδανική μαθήτρια, κυριολεκτικά μαθήτρια- σφουγγάρι μεγάλων ανδρών, η Λου ερωτεύεται αλλά πάνω απ’ όλα την ερωτεύονται. Πολύ και με πάθος. Ο φιλόσοφος δρ Πάουλ Ρέε και ο Νίτσε με την πρώτη ματιά. Ο ανατολιστής δόκτωρ Φρίντριχ Καρλ Ανδρέας, τον οποίο και θα παντρευτεί το 1887, τελικά. Κι από τότε η ζωή της θα γίνει Τέχνη και γράψιμο. Ταξίδια και καλλιτεχνικά και πνευματικά κινήματα της εποχής.
Η γνωριμία της με τον Ρίλκε θα της προσφέρει την ευκαιρία να επιστρέψει σε παλιότερες καταστάσεις της δικής της ψυχής. Θα ανακαλύψει την ποίηση που την είχε βαθιά καταχωνιασμένη στη δική της ζωή.
Τέσσερις ημέρες μετά την πρώτη τους συνάντηση, ο ποιητής της στέλνει ήδη «τραγούδια νοσταλγίας» και ομολογεί ότι έτρεχε μέσα στην πόλη κρατώντας τριαντάφυλλα, «τρέμοντας από την επιθυμία κάπου να σας συναντήσω».
Την Άνοιξη του 1895 θα γνωρίσει την ψυχανάλυση και τον Φρόυντ ο οποίος ευθύς εξαρχής θα κολακευτεί. Κι από τότε ο Φρόιντ θα αναφέρεται στα γράμματά του στην «χαρούμενη αισιοδοξία της Λου».
Με την κόρη του Φρόυντ, Αννα, η Λου Αντρέας Σαλομέ θα ασχοληθούν με τις πολύπλοκες παιδικές φαντασιώσεις.
Κι έτσι με τέχνη και απόλαυση θα ζήσει ολόκληρη τη ζωή. Απολαμβάνοντας ακόμα και τα γηρατειά της: «Πραγματικά εγώ φθάνω τόσο μακριά ώστε να εξακολουθώ να είμαι διαρκώς περίεργη για το πόσα πράγματα πρέπει να ξετυλίξω το κουβάρι της ζωής, μέχρι να πέσουν στα χέρια μου οι εκπλήξεις που είναι τυλιγμένες μέσα του». Αισθάνεται ότι τα γηρατειά χαρίζουν διεύρυνση.
Η Λου Αντρέας- Σαλομέ πεθαίνει στις 5 Φεβρουαρίου 1937 στο σπίτι της, στο Χάινμπεργκ του Γκέτινγκεν. Αφήνοντας πίσω της ένα μεγάλο έργο, τον απόηχο ενός σπινθηροβόλου πνεύματος και μια τεράστια κι άσβεστη αύρα γοητείας.
Πολύ μελάνι χύθηκε για χάρη της.
Η καινούργια βιογραφία της Λίντε Ζάλμπερ κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Μελάνι».

ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ
«Είναι πράγματι μια μεγαλοφυία και ως προς τον χαρακτήρα δίχως άλλο ηρωική» (Πέτερ Γκάστ, 1882)
«Η Λου φον Σαλομέ υπήρξε ένας εντελώς φυσικός, σίγουρος για τον εαυτό του άνθρωπος, που διέθετε μια σπάνια πνευματική και ταυτόχρονα ανθρώπινη ένταση σε συνδυασμό με γυναικεία γοητεία. Ηταν εξαιρετικά έξυπνη, μπορούσε να κατανοήσει με εκπληκτική ταχύτητα φιλοσοφικά, κοινωνιολογικά και ψυχολογικά προβλήματα, είχε μια φυσική αμεσότητα και ήταν ανοιχτή σε όλα τα ερωτήματα, τόσο τα πνευματικά όσο και τα ανθρώπινα». (Κουρτ Βολφ, 1963)
«Η Λου Αντρέας είναι η πιο πνευματική από όλες τις σημερινές ποιήτριες, εκείνη με το μεγαλύτερο ψυχολογικό βάθος- αυτό το υπογράφω με τεράστια γράμματα». (Μαρία φον Εμπνερ- Εσενμπαχ (1912).
«Τι θαυμαστά πράγματα μπορεί να αντιληφθεί αυτή η γυναίκα, πώς μεταμορφώνεται στην πιο βαθιά ψυχική κατανόηση καθετί που της προσφέρουν την κατάλληλη στιγμή τα βιβλία και οι άνθρωποι, πως αντιλαμβάνεται, αγαπά, διεισδύει χωρίς φόβο στα πιο καυτά μυστικά, που δεν της κάνουν κακό παρά ακτινοβολούν μονάχα με καθαρή φλόγα». (Ράινερ Μαρία Ρίλκε, 1913).
«Τα τελευταία 25 χρόνια της ζωής αυτής της εξαιρετικής γυναίκας ανήκαν στην ψυχανάλυση, στην οποία συνέβαλε με την αξιόλογη επιστημονική εργασία της και την οποία επίσης άσκησε» (Σίγμουντ Φρόιντ, 1937)
«Η Λου ωφέλησε χωρίς αμφιβολία όλους τους μεγάλους της άντρες, καθώς μπορούσε να ταυτίζεται με το ευάλωτο τμήμα της προσωπικότητάς τους που είχε τόση ανάγκη από στήριξη. Όμως όλοι οι άντρες που την ερωτεύθηκαν, υποχρεώθηκαν στο τέλος να ανακαλύψουν ότι η Λου δεν τους είχε δώσει πραγματικά κάτι από τον εαυτό της». (Πάουλ Ροάζεν, 1969)

Για την Aura Voluptas που, όπως κι εγώ, βρίσκει την Λου Αντρέας Σαλομέ, γοητευτική. Με την βεβαιότητα ότι αυτή η γυναίκα έχει υπάρξει πολύ περισσότερα από… μούσα! (θα μου πείτε, λίγο είναι αυτό; Όχι, βέβαια!)
Και για τον υπέροχο Moha που ωσεί Θεός, φροντίζει με τρόπο μαγικό, τα πάντα.


Το alef μας είναι όπως πάντα τακτικό. Το moha δεν ήταν ποτέ. Τώρα είναι και πιεσμένο. Καθυστερημένα ανεβαίνει αυτό εδώ το post. Και λογικά θα έρθει ακόμα ένα μέχρι τις διακοπές. Μουσική τώρα. Ένα τραγούδι που επαναλαμβάνει 3 μόνο φράσεις.
Μου ζητάτε να λέω περισσότερα. Αλλά τι να πω περισσότερο. Πατήστε το κουμπί και μπείτε μέσα του. Ξύλινα πατώματα. Λευκές πιζάμες. Το πιάνο στη γωνία. Γύρω στις 4 το πρωί. Τσιγαρό. Όχι ποτό. Φως απέξω. Μόνο από τη λάμπα του δρόμου. Κανένα φως μέσα. Δεν έχει και πολλά να πει.
I still feel like a child
I still need you by my side
I still hear you late at night...
Και μετά δεν σηκώνεται από το πιάνο. Αν κοιμήθηκε, κοιμήθηκε εκεί...
Moha

Aaron - Last night thoughts

29/6/07

Ένας… ψυχίατρος θα μας σώσει!

Biscie b' acqua - Klimt

Το φαινόμενο: Ιρβιν Γιάλομ


Το τείχος έπεσε, η Σοβιετική Ενωση έγινε κομμάτια, η λωρίδα της Γάζας και το Κυπριακό δεσμός γόρδιος, οι μεγάλοι έρωτες πια ντεμοντέ, οι ιδεολογίες «φούσκα» στο χρηματιστήριο, ο Θεός ανέβηκε ακόμα πιο ψηλά, κι εγώ δεν αισθάνομαι καθόλου καλά τώρα τελευταία.
Να ‘ναι «τα δεδομένα της ύπαρξης» που ούτως ή άλλως όλοι κάποια στιγμή αντιμετωπίζουμε; Να ‘ναι η παράδοξη και σχιζοφρενής εποχή που μεγαλώνει τις ρωγμές εντός μας; Το αναπόφευκτο του θανάτου; Η φτηνή ανθρώπινη ζωή; Ο φόβος μπροστά στην ελευθερία; Η έλλειψη νοήματος;
Ζούμε σε καταθλιπτική εποχή. Ολοι το αναγνωρίζουν. Και ο Αλμπέρτ Καμύ όταν έγραφε τον <Μύθο του Σίσυφου>, πρώτος, το είχε διαγνώσει: Ο εικοστός αιώνας είναι ο αιώνας του άγχους. Κι ο εικοστός πρώτος, θα είναι ο αιώνας της κατάθλιψης. Όλα μάταια. Τα πάντα ματαιότης, που λέει και ο Ευαγγελιστής.
Κατά συνέπεια, δεν είναι καθόλου κανείς να απορεί για το πως εισέβαλε στη ζωή μας ο Ιρβιν Γιάλομ.
Πλάτη με πλάτη με τις συνωμοσιολογίες του Νταν Μπράουν, στα ίδια ράφια με τον ανακουφιστικό Κοέλο, στις ίδιες ευπώλητες προθήκες με τον Ιούδα που φιλά καλά, τις Μάγισσες που μας βοηθούν να κάνουμε την τύχη μας, στην ίδια συλλογιστική του «με ένα βιβλίο ξεχνιέμαι».
Πρόκειται εξάλλου περί ιδιοφυούς ατόμου. Αλληγορικός σαν Χριστός, ειλικρινής και αποκαλυπτικός σαν άνθρωπος γενναίος, παντογνώστης και ελεήμων σαν Θεός, παρηγορητικός σαν την μαμά μας, καλός δάσκαλος, με αυτές τις ιστορίες διδάσκει τους φοιτητές του, και ακόμα καλύτερος συγγραφέας. Κατορθώνοντας να μετατρέψει σε γρίφο και θρίλερ την άβυσσο της ψυχής μας. Και το σημαντικότερο; Όλα δείχνουν ότι γνωρίζει καλά ο ίδιος τον μίτο. Του λαβυρίνθου που όλοι μας θα διαβούμε, το θελήσουμε ή δεν το θελήσουμε, κάποια στιγμή.
Πέντε βιβλία του, μυθιστορήματα και διηγήματα που κινούνται ανάμεσα στην ψυχανάλυση και την λογοτεχνία, μονοπωλούν τα τελευταία χρόνια την αναγνωστική αγορά. Και οι ομάδες ψυχοθεραπείας γίνονται η ψυχοθεραπεία μας, εμμονή μας και μόδα. Ακόμα και μια «ανοιχτή επιστολή του σε μια νέα γενιά ψυχοθεραπευτών και στους ασθενείς τους», που κυκλοφόρησε με τον τίτλο «Το δώρο της ψυχοθεραπείας», μπεστ σέλλερ έγινε!
Ούτε που θα μπορούσε να το φανταστεί εκείνο το αγόρι που γεννήθηκε στην Ουώσινγκτον το 1931 από εβραίους γονείς, μετανάστες από το Κέλτς, ένα ρωσικό χωριό κοντά στα σύνορα με την Πολωνία, και μεγάλωσε καταμεσής στο νέγρικο γκέτο, κατοικώντας πάνω από το μπακάλικο της οικογένειας, όταν ξέφευγε δυο φορές την εβδομάδα για να επισκεφθεί τη δημοτική βιβλιοθήκη, ότι θα ερχόταν η ώρα που τα βιβλία του θα κοσμούσαν όλες τις προθήκες και τις βιβλιοθήκες του κόσμου.
Λογοτεχνία, βεβαίως, ο ψυχοθεραπευτής Ίρβιν Γιάλομ άρχισε να γράφει όψιμα. Μόλις τα τέλη της δεκαετίας του 1980. Κι αυτό «ως προέκταση της διδακτικής του δραστηριότητας», όπως επιμένει να υποστηρίζει. Μετέτρεπε, δηλαδή, την εμπειρία του σε λογοτεχνία αφηγούμενος, όπως και στα επιστημονικά του μαθήματα, διδακτικές ιστορίες.
Κάπως έτσι γεννήθηκε «Ο Δήμιος του έρωτα». Δέκα αληθινές ιστορίες ψυχοθεραπείας από την κλινική εμπειρία του.
«Ο Ιρβιν Γιάλομ γράφει σαν άγγελος για τους δαίμονες που μας πολιορκούν», έγραφαν οι κριτικές.
Στο μυθιστόρημα που ακολούθησε «Όταν έκλαψε ο Νίτσε» ο συγγραφέας πια Γιάλομ αναζητούσε τη σχέση της φιλοσοφίας του Νίτσε με τις αρχές της ψυχοθεραπείες. Χρησιμοποιώντας ως όχημα την απίθανη σχέση του Νίτσε με τον ψυχαναλυτή του.
«Στο ντιβάνι» που ακολούθησε, «κάθισε» ως και αυτό τον ψυχοθεραπευτή. Αποκαλύπτοντάς μας το παιχνίδι του ποντικιού με την γάτα που παίζει ο ψυχαναλυόμενος με τον αναλυτή του, αλλά και ο αναλυτής με τον ίδιο του τον εαυτό.
«Η θεραπεία του Σοπενάουερ» που κυκλοφόρησε πρόσφατα αναφέρεται σε πρώτο επίπεδο, στην λυτρωτική και ιαματική διαδικασία της ομαδικής ψυχοθεραπείας. Και σε βαθύτερο και ουσιαστικότερο, στο βάσανο όλων μας. Τον μέγα φόβο της οριστικής απώλειας, δηλαδή, του θανάτου.
Ας ξεφυλλίσουμε, όμως, αυτές τις χάρτινες, ιαματικές και απολαυστικές- εν τέλει- λογοτεχνικές… ψυχοθεραπείες.

«Ο ΔΗΜΙΟΣ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ».
Πρωτοδημοσιεύτηκε το 1990 και αυτομάτως ο διάσημος θεραπευτής έγινε ακόμα διασημότερος συγγραφέας:
«Ο Ιρβιν Γιάλομ γράφει σαν άγγελος για τους δαίμονες που μας πολιορκούν. Αυτές οι υπέροχα δουλεμένες αληθινές ιστορίες προχωρούν πολύ πιο πέρα απ’ τη ψυχοθεραπεία. Είναι διεισδυτικά και συγκινητικά παραμύθια ζωής από έναν σοφό ψυχοθεραπευτή», έγραψε ο Rollo May.
Και η Erica Yong: «Ο Δήμιος του έρωτα είναι ένα από εκείνα τα σπάνια βιβλία που υπαινίσσονται όχι μόνο το μυστήριο αλλά και την ποίηση της ψυχοθεραπευτικής διαδικασίας. Οι καλύτεροι θεραπευτές είναι, εν μέρει τουλάχιστον, ποιητές. Μ’ αυτό το συγκλονιστικό βιβλίο του ο Ιρβιν Γιάλομ ανήκει πλέον σ’ αυτή την κατηγορία».
Και ο Filip Lopet: «Πρόκειται για μια εντυπωσιακή μεταμόρφωση της κλινικής εμπειρίας σε λογοτεχνία. Τα περισσότερα του Δρα Γιάλομ είναι πιο συναρπαστικά από το 98% των λογοτεχνικών κειμένων που εκδίδονται στις μέρες μας, κι έχει φτάσει σε εντυπωσιακό σημείο ειλικρίνειας ζωγραφίζοντας τον εαυτό του ως έναν ρεαλιστικό χαρακτήρα με σάρκα και οστά: αστείο, γεμάτο ελαττώματα, διεστραμμένο και πάνω απ’ όλα γεμάτο κατανόηση».
Στα περιεχόμενα του βιβλίου, ο συγγραφέας έρχεται αντιμέτωπος με την ψευδαίσθηση του έρωτα, που είτε καλείται για να υπερκαλύψει τον τρόμο του θανάτου, είτε για να σκλαβώσει το κενό μας μπροστά στην άβυσσο της ελευθερίας μας, είτε για να αποδώσει νόημα στην άνευ νοήματος ζωή μας.
Κάτι που ουδόλως τον ευχαριστεί, όπως παραδέχεται: «Δεν μ’ αρέσει να δουλεύω με ερωτευμένους. Ίσως γιατί τους ζηλεύω- κι εγώ ο ίδιος λαχταράω να μαγευτώ. Ίσως πάλι γιατί ο έρωτας και η ψυχοθεραπεία είναι μεταξύ τους ασύμβατα. Ο καλός θεραπευτής πολεμάει το σκοτάδι και ζητάει το φως, ενώ ο έρωτας συντηρείται από το μυστήριο και καταρρέει μόλις αρχίσεις να τον εξετάζεις σχολαστικά. Κι εγώ σιχαίνομαι να γίνομαι ο δήμιος του έρωτα».
Παρ’ όλα αυτά, όμως, στην πρώτη του ιστορία (Ο δήμιος του έρωτα), γλιτώνει την εβδομηντάχρονη Θέλμα από μια παράξενη ερωτική εμμονή. Στην δεύτερη (Αν ήταν νόμιμος ο βιασμός) γλιτώνει τον Κάρλο από την ερωτική λαγνεία που αντέτεινε στον τρόμο του θανάτου. Και ούτω καθ’ εξής.
Υπερτονίζοντας σε όλες τον διπλό ρόλο του θεραπευτή ως παρατηρητή και ως συμμέτοχου. Κάτι που κάνει απολύτως σαφές στο μυθιστόρημά του «Στο ντιβάνι».
«Εμείς οι ψυχοθεραπευτές- αποδέχεται- δεν μπορούμε να κουνάμε το κεφάλι μας με συμπόνια και να προτρέπουμε τους ασθενείς μας να παλέψουν αποφασιστικά με τα προβλήματά τους. – Αναγνωρίζει.- Δεν μπορούμε να τους λέμε εσείς και τα προβλήματά σας. Αντίθετα, πρέπει να μιλάμε για μας και τα προβλήματά μας, γιατί η ζωή μας, η ύπαρξή μας, θα είναι πάντοτε στενά συνδεδεμένη με το θάνατο, ο έρωτας με την απώλεια, η ελευθερία με το φόβο και το μεγάλωμα με τον αποχωρισμό. Είμαστε όλοι μαζί σ’ αυτό».

«ΟΤΑΝ ΕΚΛΑΨΕ Ο ΝΙΤΣΕ».
Στο μυθιστόρημά του «Όταν έκλαψε ο Νίτσε» οι ρόλοι ψυχοθεραπευτή- αναλυόμενου φαινομενικά στην αρχή αντιστρέφονται. Για να γίνει μια ουσιαστικότερη αντιστροφή στην πορεία.
Επινοώντας την συνάντηση δυο ιστορικών προσώπων στη μητρόπολη των διανοητικών ζυμώσεων του 19ου αιώνα, τη Βιέννη, δίνοντας μια ερμηνευτική εκδοχή της ψυχοθεραπείας και της σχέσης της με την υπαρξιακή φιλοσοφία.
Το μυθιστόρημα αυτό που, τελικά, κέρδισε το Χρυσό Μετάλλιο της Κοινοπολιτείας ως το καλύτερο μυθιστόρημα του 1993, μεταφράστηκε σε δεκαέξι γλώσσες κι έγινε μπεστ σέλλερ σε πολλές χώρες, απευθυνόταν πρωτίστως στην ψυχοθεραπευτική κοινότητα. Θέλοντας με αυτό τον τρόπο να εισάγει τον σπουδαστή της ψυχοθεραπείας στις βασικές αρχές της υπαρξιακής θεωρίας με ένα νέο εκπαιδευτικό εργαλείο, το εκπαιδευτικό μυθιστόρημα.
Διότι ο Γιάλομ σ’ αυτό το μυθιστόρημα επεδίωκε να διερευνήσει πρώτον, την ανθρώπινη σχέση που αναπτύσσεται στην ψυχοθεραπεία ανάμεσα στον θεραπευτή και στον θεραπευόμενο, δυο ανθρώπους που ο καθένας έχει τις δικές του ανάγκες. Και δεύτερον, τη σχέση φιλοσοφίας του Νίτσε με τις αρχές της ψυχοθεραπείας.
Η αρχική πρόθεσή του ήταν να γράψει ένα μυθιστόρημα που να εκτυλίσσεται ανάμεσα στον Φρόυντ και τον Νίτσε. Ιστορικά όμως αυτό ήταν αδύνατον. Κατά συνέπεια η πιο αξιοποιήσιμη για τον Γιάλομ περίοδος στη ζωή του Νίτσε ήταν το 1882 όταν, όπως αποκαλύπτεται από τις επιστολές του, ο φιλόσοφος βρισκόταν σε βαθιά απόγνωση, ύστερα από το χωρισμό του με τη Ρωσίδα Λού Σαλομέ, και σκεφτόταν συχνά την αυτοκτονία. Αυτή η περίοδος αναστράφηκε απότομα λίγους μήνες μετά, την άνοιξη του 1883, όταν ο Νίτσε άρχισε με εκπληκτική ενεργητικότητα να γράφει το «Τάδε έφη Ζαρατούστρα».
Από την άποψη της μυθοπλασίας, όπως σημειώνει ο Γιάλομ, θα μπορούσε να επινοήσει κανείς μια «επιτυχημένη ψυχοθεραπεία», μέσα σ’ αυτήν την περίοδο. Αλλά ο Φρόυντ τότε ήταν μόνο εικοσιεπτά χρονών και δεν είχε ακόμα στραφεί στην ψυχιατρική. Ετσι ο Γιάλομ επέλεξε για τον ρόλο του θεραπευόμενου- θεραπευτή τον Γιότζεφ Μπρόιερ, φίλο και μέντορα του Φρόυντ, που πρώτος διατύπωσε και χρησιμοποίησε ψυχοδυναμική θεωρία και ψυχοδυναμικές μεθόδους το 1881, επιχειρώντας να θεραπεύσει την ασθενή του Βέρθα Πάππενχάιμ.
Και κάπως έτσι ξεκινά και το μυθιστόρημα. Η Λού Σαλομέ, προσεγγίζει τον Γιότζεφ Μπρόιερ και τον εξορκίζει να σώσει τον Νίτσε από την αυτοκτονία και την κατάθλιψη για το καλό της ανθρωπότητας. Αλλά επειδή ο ίδιος ο Νίτσε δεν θα το παραδεχόταν ποτέ, θα έπρεπε να επικαλεστεί ότι τον θεραπεύει από τους πονοκεφάλους του.
Στην πορεία θα συμβούν πράγματα θαυμαστά για την λυτρωτική δύναμη της ψυχανάλυσης. Ο γιατρός θα χρειαστεί να παραστήσει τον ασθενή, πείθοντας τον Νίτσε πως υποφέρει ο ίδιος από την απόγνωση που επιχειρεί να τον λυτρώσει. Και στην πορεία όντως ο Μπρόιερ θα φτάσει σε απύθμενα βάθη συνειδητότητας, μεταβαλλόμενος όντως ο ίδιος από ψυχοθεραπευτής σε ψυχοθεραπευόμενο.
Αλλά στο τέλος ο Νίτσε, θα το παραδεχθεί:
«Δειλός καθώς ήμουν, προφυλασσόμουν πίσω σου, κι άφηνα εσένα ν’ αντιμετωπίσεις μόνος σου τους κινδύνους και ταπεινώσεις της πορείας».
Κι αμέσως μετά: «Δάκρυα έτρεχαν τώρα στα μάγουλα του Νίτσε, και τα σκούπισε μ’ ένα μαντίλι».
Κι αμέσως μετά: «Καταλαβαίνεις τώρα το έντονο ενδιαφέρον μου για την απελευθέρωσή σου. Η απελευθέρωσή σου μπορεί να είναι και δική μου απελευθέρωση».
Αυτή η όντως παράξενη, εν αρχή, παραπλανητική θεραπεία, θα σταθεί η απαρχή για την μεγάλη φιλία των δυο ανδρών και για την ψυχανάλυση.
Οι δυο άνδρες υποφέροντας κατά τον ίδιο τρόπο από ζωές απολύτως αντιφατικές, ο ένας σιδεροδέσμιος των παιδιών και της γυναίκας του, της δουλειάς και των ασθενών του και ο άλλος βιώνοντας την απόλυτη μοναξιά, θα ανακαλύψουν πως δεν υπάρχει ένας μοναδικός δρόμος, ότι η μοναδική μεγάλη αλήθεια είναι η αλήθεια που ανακαλύπτουμε μόνοι μας.
Ωστόσο ο Νίτσε μετά από μια τεράστια εσωτερική διαδρομή θα φτάσει πια να αποδεχθεί:
«… Να ζεις μια ζωή χωρίς κανέναν να σε παρατηρεί – ξέρεις πως είναι; Συχνά περνάνε μέρες που δεν έχω πει λέξη σε άνθρωπο, εκτός ίσως από «Guten Morgen» και «Guten Abend» στον ξενοδόχο μου. Ναι, Γιότζεφ, σωστά ερμήνευσες το «ούτε τρύπα». Δεν ανήκω πουθενά. Δεν έχω σπίτι, δεν έχω κύκλο φίλων που να μιλάμε καθημερινά, δεν έχω ντουλάπα γεμάτη υπάρχοντα, ούτε οικογενειακή εστία. Δεν έχω καν χώρα, αφού εγκατέλειψα την γερμανική μου υπηκοότητα και ποτέ δεν μένω στο ίδιο μέρος αρκετό καιρό, για να πάρω ελβετικό διαβατήριο».
«Χλευάζω το φόβο της μοναξιάς», αποδέχεται.
Παρ’ όλα αυτά όταν ο Μπρόιερ θα του προτείνει να μείνει σπίτι του, καθ’ όλα μέλος της οικογένειάς του, ο Νίτσε θα αρνηθεί:
«Όχι φίλε μου, η μοίρα μου είναι να ψάχνω την αλήθεια από την πλευρά της μοναξιάς. Ο γιος μου, ο Ζαρατούστρα, θα είναι ώριμος από σοφία, αλλά μοναδικός του σύντροφος θα είναι ένας αετός. Θα είναι ο πιο μόνος άνθρωπος στον κόσμο».
Και κάπως έτσι αποφάσισαν πως «ο καθένας μας πρέπει να τραβήξει το δρόμο του». Αλλά αγαπώντας τη μοίρα του. Διότι μετά από την ψυχαναλυτική διεργασία καταλαβαίνουν ότι, εν τέλει, υπάρχει επιλογή: «Θα μείνω πάντα μόνος, αλλά τι διαφορά, τι υπέροχη διαφορά, να επιλέγω τι κάνω. Amor fati - διάλεξε τη μοίρα σου, αγάπα τη μοίρα σου».

«ΣΤΟ ΝΤΙΒΑΝΙ»
Στο επόμενο μυθιστόρημά του «Στο ντιβάνι» διαφαίνεται ακόμα περισσότερο η συμμετοχή στη διαδικασία της ψυχανάλυσης του ίδιου του ψυχοθεραπευτή.
«Μια συναρπαστική ψυχιατρική περιπέτεια μυστηρίου- όπως έγραψαν οι Los Angeles Times. Ο Γιάλομ χρησιμοποιεί στο τελευταίο του μυθιστόρημα τη μοναδική του δεξιοτεχνία στην ψυχοθεραπεία και την ιδιοφυία του, για να δείξει στον αναγνώστη τι συμβαίνει πραγματικά μέσα στο κεφάλι ενός ψυχιάτρου όταν ασκεί την τέχνη του…»
Ένα απίθανο γαιτανάκι με άξονα την ψυχοθεραπεία, που αποκαλύπτει σε όποιον θέλει να μάθει, το πώς δουλεύει ακριβώς το μυαλό ενός ψυχοθεραπευτή.
Αλλά ταυτοχρόνως και ένα εξαιρετικό μωσαικό τώρα όχι μονάχα της αμερικανικής κοινωνίας, αλλά των περισσότερων πια κοινωνιών: το χρήμα, η πολυτέλεια, η ματαιοδοξία, ο ατομικισμός, η επιθετικότητα αλλά και το αντίθετό τους, η άλλη όψη. Η μοναχικότητα, η ματαιότητα, η έλλειψη στοργής, η καταφυγή στη χρήση ουσιών… όλα αυτά υπάρχουν και περιγράφονται μέσ’ στο βιβλίο. Με ακρίβεια και κατανόηση.
Στις σελίδες του, ο Γιάλομ βάζει στο μικροσκόπιο την θεραπευτική σχέση, την μεταβίβαση και την αντιμεταβίβαση, τη θεραπευτική συμμαχία και την επανορθωτική σχέση.
Πλάθοντας τα δυο κεντρικά πρόσωπά του, τους ψυχοθεραπευτές Ερνεστ Λας και Μάρσαλ Στράιντερ, ο συγγραφέας ουσιαστικά εικονογραφεί δυο αντίθετους πόλους. Ο πρώτος, υπέρμαχος της ορθόδοξης ψυχαναλυτικής σχολής, που πρεσβεύει την ουδετερότητα του θεραπευτή και την κυρίαρχη θέση της ερμηνείας του θεραπευτικού εργαλείου. Ο δεύτερος, ο Ερνεστ με τους πειραματισμούς του, με την διαφάνεια και την αυτοαποκάλυψη, έχει εξιδανικεύσει την ανθρώπινη πλευρά της θεραπευτικής σχέσης.
Και οι δυο, δεν θ’ αποφύγουν τις παγίδες της.
Ολόκληρο αυτό το μυθιστόρημα του Γιάλομ είναι μια πράξη διαφάνειας. Εφόσον ο συγγραφέας αποφασίζει να αποκαλύψει στο βλέμμα του κοινού το τι συμβαίνει μέσα στο γραφείο αλλά και στη σκέψη των ψυχοθεραπευτών, τη ζωή τους, τις δυσκολίες τους, την ανθρώπινη υπόστασή τους.
Με χιούμορ και λεπτή ειρωνεία, αυτοσαρκασμό και αφάνταστη ειλικρίνεια, ατμόσφαιρα και αφηγηματική ικανότητα να ξεδιπλώνει γεγονότα και προθέσεις, πράξεις και δεύτερες σκέψεις ή υποσυνείδητες τάσεις, ο Γιάλομ σκιαγραφεί ολοζώντανα το θρίλερ της ψυχής και της ύπαρξής μας. Το αίνιγμα της ζωής που χάνει τη λύση του μέσα στην καθημερινότητα.
«Εάν ο Φρόυντ ή ο Γιούνγκ δοκίμαζαν να γράψουν ένα ψυχολογικό θρίλερ, αμφιβάλλω αν οποιοσδήποτε από τους δυο θα παρήγε μια τόσο απίθανη ιστορία, τόσο τεταμένη κι αποτελεσματική», όπως εύστοχα επισημαίνουν οι Los Angeles Times.

«Η ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΤΟΥ ΣΟΠΕΝΑΟΥΕΡ».
«Κάθε ανάσα που παίρνουμε απωθεί τον θάνατο που συνεχώς μας πολιορκεί… Στο τέλος ο θάνατος πρέπει να θριαμβεύσει, γιατί ορίστηκε για μας από τη γέννησή μας και παίζει με το θύμα του μόνο για λίγο, πριν το καταβροχθίσει. Κι όμως, συνεχίζουμε με μεγαλύτερο ενδιαφέρον και με πολλή φροντίδα τη ζωή μας για όσο μεγαλύτερο διάστημα γίνεται, όπως θα φτιάχναμε μια σαπουνόφουσκα, όσο μεγαλύτερη μπορούμε παρά την απόλυτη βεβαιότητά μας πως στο τέλος θα σκάσει».
Αρχίζει με ένα απόσπασμα από την θεωρία του Σοπενάουερ το μυθιστόρημα και με έναν ψυχοθεραπευτή που συνειδητοποιεί το επικείμενο τέλος του. Και κατ’ αυτό τον τρόπο θα συνεχίσει μέχρι το τέλος. Δηλαδή, με μια ομάδα ανθρώπων που κάνει ομαδική ψυχοθεραπεία και με τους στοχασμούς του μεγάλου φιλοσόφου να μας εισάγουν στα κεφάλαια.
Υπάρχουν, επίσης, εμβόλιμα κεφάλαια που περιγράφουν τη σχέση του Σοπενάουερ με τους γονείς του, ιδίως με τη μητέρα του, τη ταραχώδη σχέση του με τις γυναίκες, τη δυσπιστία του προς τους ανθρώπους, την απομόνωση ως μια από τις άμυνές του, τις ματαιώσεις που τον καθόρισαν στη ζωή.
Ο τίτλος της ιστορίας, όπως συνήθως, είναι αμφίσημος. Η πρώτη εκδοχή, «Ψυχοθεραπεία με τον Σοπενάουερ». Ο Φίλιπ Σλέιτ, εξάλλου, ένας από τους βασικούς ήρωες, με βασανιστική σεξουαλική εμμονή, πιστεύει ότι γιατρεύτηκε με την κοσμοθεωρία του Σοπενάουερ, διαμορφώνοντας τη ζωή του με εκείνον ως πρότυπο.
Η δεύτερη και επικρατέστερη, που διαφαίνεται πια προς το τέλος του βιβλίου από την ζωή του ίδιου του Σοπενάουερ ότι η φιλοσοφία δεν ήταν παρά ένας τρόπος αυτοβοήθειας. Το μέσον και ο αμυντικός μηχανισμός χάρη στον οποίο κατόρθωνε ο ίδιος να ανταπεξέλθει στην ωμή πραγματικότητα.
Στις σελίδες του βιβλίου, μέσα από την ψυχική περιπέτεια της ομαδικής ψυχοθεραπείας αποκαλύπτονται οι πιο ευάλωτες και απροστάτευτες πλευρές ενός ανθρώπου που όλοι θεωρούσαν απρόσιτο και μισάνθρωπο. Η σκοτεινιά της γοητευτικής κι αστραφτερής Παμ, οι ανασφαλείς αιτίες του ερωτομανούς Φίλιπ και, ξεδιπλώνονται, βεβαίως, οι δοξασίες περί ζωής και θανάτου του Τζούλιους, ενδεχομένως του ιδίου του συγγραφέως. Το αφιερώνει, άλλωστε, «στον κύκλο των ηλικιωμένων φίλων του» που μοιράζονται μαζί του «τις αναπόδραστες απώλειες και συρρικνώσεις της ζωής».
Το φινάλε γεμάτο ελπίδα: «Το άγχος θανάτου είναι ελάχιστο εκεί που είναι μέγιστη η αυτοπραγμάτωση…. Η αίσθηση της πραγμάτωσης, της «ολοκλήρωσης της ζωής σου», όπως το έλεγε ο Νίτσε, μειώνει το άγχος του θανάτου».
Εν τέλει, ένα απρόσμενα φωτεινό μυθιστόρημα, παρά τη σκοτεινιά που στην αρχή του δηλώνει. Καθαρό και αποκαλυπτικό, γοητευτικό και ευφυές, αυτοσαρκαστικό με παρατηρήσεις σοφές για την εμμονή και την ενοχή, το άγχος, το πένθος, τη μελαγχολία, τον έρωτα και την θλίψη. Για το πώς προσποιείται παραπλανητικά πολύ συχνά το ένα το άλλο.
Οσο για την επιχειρηματολογία περί τέλους ζωής, ενδεχομένως και να είναι η μοναδική οδός που θα μας οδηγήσει, τελικά, στην καρδιά της. Δηλαδή, στην όντως ζωή.
Κι όσο για τον Ιρβιν Γιάλομ, αποδεικνύεται για ακόμα μια φορά, και με αυτό το μυθιστόρημα ότι «οι καλύτεροι θεραπευτές είναι, εν μέρει τουλάχιστον, ποιητές». Αποδεικνύοντας, επίσης, ότι τη σήμερον ημέρα, μόνον ένας ψυχίατρος πια… μπορεί να μας σώσει!

ΠΟΙΟΣ ΕΙΝΑΙ:
Ο Ιρβιν Ντ. Γιάλομ (1931-) είναι επίτιμος καθηγητής στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Στάνφορντ των ΗΠΑ, όπου για τριάντα χρόνια διετέλεσε καθηγητής ψυχιατρικής στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Στάνφορντ των ΗΠΑ.
Μαθητής και συνεργάτης του Rollo May, θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους, εν ζωή, εκπροσώπους της υπαρξιακής σχολής στην ψυχιατρική και είναι συγγραφέας του εγκυρότερου και πληρέστερου εγχειριδίου υπαρξιακής ψυχοθεραπείας.
Στον επιστημονικό χώρο είναι ιδιαίτερα γνωστό το κλινικό και ερευνητικό έργο του στην ομαδική ψυχοθεραπεία.
Το λογοτεχνικό του έργο περιλαμβάνει δύο συλλογές διηγημάτων: «Ο δήμιος του έρωτα» και «Η μάνα και το νόημα της ζωής», και τρία μυθιστορήματα:
«Όταν έκλαψε ο Νίτσε», «Στο ντιβάνι», «Η θεραπεία του Σοπενάουερ».
Όλα έχουν γίνει μπεστ- σέλλερ στις πολλές χώρες που κυκλοφόρησαν.
Στις εκδόσεις «Αγρα» κυκλοφορούν τα βιβλία του:
«Όταν έκλεψε ο Νίτσε», «Στο ντιβάνι», «Ο δήμιος του έρωτα» και «Θρησκεία και Ψυχιατρική», «Η θεραπεία του Σοπενάουερ», «Το δώρο της ψυχοθεραπείας».
Πρόσφατα κυκλοφόρησε «Η μάνα και το νόημα της ζωής» που εννοείται πέρασε κατ’ ευθείαν στα ευπώλητα.

Γι’ αυτό, το ποστ το αφιερώνουμε σε όλες τις μανούλες της γης, υπενθυμίζοντας εκείνο το πασίγνωστο «ο δρόμος για την κόλαση είναι στρωμένος από καλές προθέσεις».
Καλό καλοκαίρι σε όλους τους φίλους που έφυγαν ή φεύγουν. Να περάσουν υπέροχα λέμε κι ας έχουμε εμείς εδώ μοναξιά. Όταν εκείνοι περνούν καλά, γινόμαστε κι εμείς ευτυχισμένοι….





Χωρίς λόγια εδώ. Μόνο μουσική. Γιατί εδώ δεν πρέπει να μιλάνε τα τραγούδια, πρέπει να μιλάτε εσείς, εμείς, όποιος τέλος πάντων το έχει ανάγκη. Πριν από πέντε χρόνια δεν ήξερα, ή ήξερα και κανένας δεν το ομολογούσε, ούτε έναν άνθρωπο που να έχει καθήσει στο ντιβάνι της ψυχανάλυσης. Σε ένα χρόνο από τώρα δεν ξέρω αν θα υπάρχει άνθρωπος που ξέρω και δεν θα έχει καθήσει έστω και μια φορά στο ντιβάνι της ψυαχανάλυσης. Ή θα έχει σκεφτεί να το κάνει. Καμιά εντύπωση δεν μου κάνει η επιτυχία του Γιάλομ. Και δεν θα ξεχάσω ποτέ μια ατελείωτη ουρά έξω από το βιβλιοπωλείο της Εστίας από υπομονετικούς αναγνώστες που περίμεναν μια υπογραφή και μερικά δευτερόπλεπτα ανταλλαγής ενέργειας με τον Ίρβιν Γιάλομ. Μου θύμισε τις πρώτες εποχές του Μεγάρου. Τότε που όλοι είχαμε ανακαλύψει την "Κάρμεν". Και τέλος πάντων, όπως και να έχει, πανέμορφες είναι οι ουρές έξω από ένα βιβλιοπώλείο σε σχέση μ' αυτές μπροστά σε μια τηλεοπτική οθόνη για το "ζετεμάκι" τους:

Moha

26/6/07

Το μπουμπούκι της σιωπής


Για τα γενέθλια του Κωστή που, όπου να ‘ναι, φτάνουν!
Και επειδή είναι καλοκαιρινό και ταξιδιωτικό και μας το ζήτησε «αυτή». Τώρα αν μυρίζει και… καρπούζι, δεν ξέρω…
Σε όσους αγαπούν τα ταξίδια, λοιπόν. Και τις κουφές εξομολογήσεις.

«ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ Σ’ ΕΝΑΝ ΚΟΛΟΜΒΙΑΝΟ ΣΚΥΛΟ» του Κωστή Γκιμοσούλη, Εκδ. «Κέδρος», σελ. 240.

Με μοναδική ικανότητα να γίνεται από βιβλίο σε βιβλίο ένας άλλος (παραμένοντας ταυτοχρόνως και… αθεράπευτα Κωστής) ο Κωστής Γκιμοσούλης για άλλη μια φορά μας απλώνει την ψυχή του στο σκοινί με τα... ρούχα.
Στο τελευταίο του βιβλίο, «Εξομολόγηση σ’ έναν κολομβιανό σκύλο», ταξιδιωτική νουβέλα το λέει, μας παίρνει μαζί του εκείνο το καλοκαίρι μαζί τα ποιήματά του, τον πιο βαθύ κι αληθινό εαυτό του και το πιο περιπετειώδη, ανοιχτό και παιχνιδιάρικο, στο ταξιδιωτικό σάκο του.
Αφορμή, ένα φεστιβάλ ποίησης στην Κολομβία ένα παλιότερο καλοκαίρι, (πέρσι; πρόπερσι;) Το καταμαρτυρούν άλλωστε και τα… φτερά του βιβλίου. Αντί για βιογραφικό, το βιογραφικό της συμμετοχής. Με τα γραμματάκια του, «αν δεν περιμένεις, είσαι μεγάλος», «το μέλλον είσαι τώρα», «το τραγούδι των μαργαριταριών»… τα υπόλοιπα, μόνοι σας!
Στις 234 σελίδες του, θα δείτε τα πάντα! Μιαν άγνωστη χώρα που είναι η τέλεια αντίφαση, κυριολεκτικά «η χώρα των θαυμάτων». «Ένα ουράνιο τόξο που ξεπηδάει μέσα από το αίμα που χύθηκε, και χύνεται, πώς να μη σε ξετρελάνει;».
Πρώτη φορά βλέπει ένα πλήθος τεράστιο «να ανταποκρίνεται σ’ όλα τα ποιήματα, όπως στα παραμύθια τα μικρά παιδιά, θαμπωμένοι, λες και προσεύχονται». Ετσι κι αλλιώς «δεν έχουν σημασία οι καλοί ή οι μέτριοι ποιητές. Σημασία έχει η ίδια η ποίηση». «Μέσα από τη διαφορετική χρήση των λέξεων ανοίγει το μπουμπούκι της σιωπής. Καβάλα σε μια σταγόνα, ταξιδεύεις σ’ ολόκληρο το σύμπαν».
Σ’ ολόκληρο το σύμπαν μας ταξιδεύει – μέσα από την Κολομβία του- και ο Κωστής, «καβάλα στη σταγόνα» του. Μας παίρνει απ’ το χεράκι απ’ την αρχή. Απ’ το αεροδρόμιο πρώτα, πληροφορίες επί… χάρτου, τι χώρα είναι, το μυστήριο, η σπάνια ομορφιά, οι Ινδιάνοι, «η Λοκομβία η χώρα των τρελών», «πρώτη παραγωγός της άσπρης σκόνης», το φεστιβάλ και τα κομμένα του μαλλιά. Από μόνος του, γυαλί, σαν τον Σαμψών και δίχως… Δαλιδά, χωρίς τις άμυνες, και το καβούκι του σε μια ξένη χώρα στην άκρη της γης.
Ξέρετε, η απόσταση λειτουργεί αντιστρόφως ανάλογα όσον αφορά την ουσία. Οσο πιο μακριά, τόσο πιο καθαρά. Μέσα σου, γύρω σου, το παρελθόν και το παρόν, το μέλλον, ένα. Εξάλλου «Με συνεχείς αποχωρισμούς και καινούργιες συναντήσεις προχωρά η ζωή». Και ο συγγραφέας ή μάλλον ποιητής (πρωτίστως ποιητής) στην Κολομβία αλλά και παντού είναι ολότελα ανοιχτός στις νέες συναντήσεις. Και στο ενδεχόμενο. Μόνο του μέλημα «για χάρη της ποίησης» να μην καεί. Η ίδια η ποίηση του το διδάσκει αυτό.
Στην πορεία ένα κομμάτι ζωής που γίνεται και σπαρταριστό μυθιστόρημα. Με ήρωες τον Εμερσον, τον Πάμπλο και τον Χουάν, τη Σαλομέ, τον Ράστα, την Γκλόρια. Κι ο συγγραφέας εκεί, ανάμεσά τους σαν θεός και σαν ατμόσφαιρα. «Οι άνθρωποι είναι παντού οι ίδιοι, αφού κι εγώ παντού παραμένω ο εαυτός μου. Ιδιοι αλλά και διαφορετικοί, αφού καθρεφτίζουμε τα χρώματα από αλλιώτικους κόσμους». Ο χρόνος, παντού και πάντα το μυστικό. Αφού «Οι άνθρωποι χρειάζονται χρόνο. Το φυτό ζητάει νερό. Ο φίλος έναν σωστό λόγο. Η γυναίκα φιλί. Η ψυχή αναπαύεται με πνεύμα».
Το αποτέλεσμα, ένα βιβλίο που σε γοητεύει και μέσα στην ανατροπή του, τελικά, σε αναπαύει. Κι ας γίνεται θρίλερ κι εφιάλτης στο τελευταίο κεφάλαιο. Σ’ αυτή την ιστορία, όπως και σ’ όλες τις ιστορίες ζωής ο καλός είναι αυτός που κερδίζει. Κι αλλάζει τους πάντες. Η ποίηση, πολιτική πράξη και καθρέφτης. Η μόνη επανάσταση που μας απέμεινε.
Για όσην ώρα λοιπόν, σου κρατήσει το βιβλίο κι εσύ θα βρεθείς «εκεί όπου οι Ανδεις συναντάνε την Αμαζονία». Κατηφορίζεις στην Κορδιλιέρα «με μεθυσμένους από ρούμι κι άσπρη σκόνη πειρατές της Καραιβικής», στον τόπο αυτό όπου «φωτιά και νερό χορεύουν μαζί», και «οι γυναίκες είναι μαύρες πεταλούδες». Γιορτάζεις γενέθλια μαζί με τον Κωστή που είναι αλληγορικά και ρεαλιστικά μαζί κι ακούς την πιο παράδοξη και πιο σπαρακτική, την πιο μοναχική εξομολόγηση στον Μετεώρο, έναν κολομβιανό σκύλο: «Τα είπα όλα. Δεν ξέχασα τίποτα. Αυτά για τα οποία ντρεπόμουν και ντρέπομαι πιο πολύ. Ο Μετεώρο με άκουγε προσεκτικά… Με άφησε και ξαλάφρωσα».
Τελειώνοντας αυτό το βιβλίο θα βρεις κι εσύ παράδοξα ξαλαφρωμένος. Σου έχει μείνει, ούτως ή άλλως, μια ποίηση καθαρή, ζωής, «η απεραντοσύνη της ύπαρξης».

ΠΟΙΟΣ ΕΙΝΑΙ:
Γράφει διηγήματα, που καμία φορά μεγαλώνουν και γίνονται μυθιστορήματα, όπως τα:
«Μια νύχτα με την Κόκκινη» (1995), «Ανατολή» (1998),
«Χέρι στη φωτιά» (1999), «Βρέχει φως» (2002) που είναι η ιστορία δυο ιδιαίτερων ποιητών του Μεσοπολέμου, της Πολυδούρη και του Καρυωτάκη,
«Το θηρίο είναι παντού» (1003) και την ταξιδιωτική νουβέλα «Εξομολόγηση σ’ έναν κολομβιανό σκύλο» (2006).
Γράφει και ποιήματα: «Ο ξυλοκόπος πυρετός», «Αγία μελάνη», «Το στόμα κλέφτης», «Επικίνδυνα παιχνίδια», με τελευταία ποιητική συλλογή «Αγάπη από ζήλια» (2004).
Το 2001 εκδόθηκε ένα βιβλίο του που περιέχει ποιήματα + διηγήματα + ζωγραφιές με νερομπογιές, και ονομάζεται «Μαύρος χρυσός».





Με 44 βαθμούς το αγαπημένο μου alef διάλεξε να μας πάει Κολομβία. Ωραία και τα έτσι ταξίδια, αλλά προτιμώ τα ...και σώματι. Αφού η μόνη πολυτέλεια που μας παραχωρείται είναι αυτή του άλλου ταξιδιού. Αυτού του εγκεφαλικού φεύγα, ας είναι το σκηνικό πλήρες. Στην Κολομβία και πάλι :

Carlos Vives - Voy a olvidarme de mi

Moha

22/6/07

Το ευαγγέλιο των απροσαρμόστων


«ΜΑΖΙ» της Αννα Γκαβάλντα, Μετάφραση: Μαρία Βώττα, Εκδ. «Ηλέκτρα», σελ. 486.

Μπορεί ένα βιβλίο να σου αλλάξει τη ζωή; Υπάρχουν κάποια βιβλία που σίγουρα την έχουν αυτή τη δυνατότητα. Μπορεί μια ιστορία να σου αλλάξει την οπτική πάνω στα πράγματα; Απ’ ότι φαίνεται, ευτυχώς, κάποιες φορές, ενίοτε, συμβαίνει!
Η ποιήτρια των αδυνάτων! Έτσι χαρακτηρίστηκε. Και όσο για το βιβλίο «Το μυθιστόρημα των άδολων ψυχών». Που έγινε «το ευρωπαικό μπεστ σέλλερ και συναγωνίστηκε για πολλές εβδομάδες στις λίστες των «ευπωλήτων» ακόμα και τον «Κώδικα Ντα Βίντσι»»…
Στην αρχή, όταν το ξεφύλλισα, δεν το κρύβω πως σκέφτηκα «υπερβολές». Αυτό που κίνησε το ενδιαφέρον μου ήταν η ζωή της συγγραφέως. Τι ωραία- σκέφτηκα- να μια γυναίκα που διεκδίκησε «το είναι» και «το έχειν» της στη ζωή. Τίποτε, εξ αρχής, δεν της χαρίστηκε.
Το ίδιο, ακριβώς, συμβαίνει και με τους ήρωές της.
Το «Μαζί» δηλώνει μια ιστορία αγάπης. Αλλά είναι και μια ελεγεία της φιλίας. Είναι και το λυσσάρι, ο τυφλοσούρτης «των απροσαρμόστων» της ζωής. Είναι η αγία καθημερινότητα που μπορεί να γίνει τόσο ευτυχής, τόσο δημιουργική, τόσο πολύ σπλαχνική, όταν αποφασίσεις να ξεκλειδώσεις την πανοπλία σου. Όπως οι ήρωες. Φύσει και θέσει δύσκολοι και μυστήριοι, στραπατσαρισμένοι και προβληματικοί. Ποιος μένει ατσαλάκωτος, εξάλλου, για μια ζωή, στη ζωή;
Στις 487 σελίδες του βιβλίου ζουν κι αναπνέουν, σκοντάφτουν, πέφτουν και σηκώνονται η Καμίγ Φωκ, ζωγράφος «χαώδης» και μοναχική, 26 χρονών, που δουλεύει ως καθαρίστρια για να τα βγάλει πέρα. Ο Φιλιμπέρ Μαρκέ ντε λα Ντυρμπεγιέρ, εκπεσών αριστοκράτης, με πάθος για την ιστορία της Γαλλίας, λίγο λοξός που όταν τα βρίσκει δύσκολα (δηλαδή συνεχώς) τραυλίζει. Ο Φράνκ, 34άρων χρονών μάγειρας, σπαστικός και «καμπόσος» που βρίζει πολύ. Και η Πωλέτ Λασταφιέ 82 χρονών, ατίθαση κι εριστική, που αργοπεθαίνει σε ένα οίκο ευγηρίας.
Κάποια στιγμή, οι διαδρομές τους θα διασταυρωθούν. Και θα αποφασίσουν να συγκατοικήσουν, όχι «αβρόχοις ποσί». Ο ένας θα γίνει καθρέφτης για τον άλλον. Αλλά και δεκανίκι, και στήριγμα. Θα γίνει η «οικογένεια» που επέλεξε. Για να γεμίσει μια αφόρητα άδεια ζωή. Με όλο το ρίσκο και την ευθύνη που αυτό συνεπάγεται.
Η ιστορία εκτυλίσσεται μαλακά κι ευγενικά σαν ανάσα. Με χιούμορ, μελαγχολία, βαθύτατη ευαισθησία και στοχασμό. Με επιδρομές στο παρελθόν, διαφωτιστικές και επώδυνες. Και με σχέδια για το μέλλον. Εκείνο που προέχει για όλους είναι το «θεικό παρόν», το ότι βρέθηκαν, το ότι ευτυχώς συναντήθηκαν, επιτέλους.
Η συγγραφέας στήνει με αβίαστο τρόπο μια σπαρταριστή ιστορία που ξεκλειδώνει πόρτες συνήθως κλειστές, αναδεικνύοντας μια διαφορετική, παράλληλη πραγματικότητα. Εκείνη που μας επιτρέπει να ζούμε αυθεντικά και ανθρώπινα τη ζωή μας.
Το αποτέλεσμα, θα είναι για τον καθένα από τους τέσσερις ζορισμένους ήρωες, ευτυχισμένο και δημιουργικό: ο Φιλιμπέρ θα βρει την φωνή του και τον έτερον ήμισυ. Η Καμίγ, επιτέλους, θα ζωγραφίσει. Ο Φρανκ θα μαγειρεύει όλο και πιο καλά τις σπουδαίες του συνταγές και επί τέλους θα βρει έναν τρόπο για να φροντίζει την γιαγιά του. Η Πωλέτ θα ζήσει πανευτυχής προτού «αναληφθεί» παρομοίως πανευτυχής στους ουρανούς. Η Καμίγ και ο Φρανκ θα αγαπηθούν. Το απίθανο σπίτι που τους φιλοξενεί θα πουληθεί, παρ’ όλα αυτά, εκείνη η ιδιότυπη οικογένεια, θα έχει βρει τον τρόπο να διεκδικεί πια την ευτυχία και θα επιβιώσει.
Σε μιαν εποχή που ο καθένας βρίσκεται μόνος μέσα στον κόσμο και μέσα στην οικογένεια, ένα βιβλίο που σου μαθαίνει με ιδιαίτερο τρόπο την θαλπωρή και την προστασία του «μαζί».
Οι αναγνώστες πλημμύρισαν την συγγραφέα του γράμματα: «Μου λείπουν οι λέξεις για να το περιγράψω». «Μετά από τόσο καιρό, βρέθηκε ένας συγγραφέας που μ’ έκανε να ονειρευτώ ξανά»…
Μια ιστορία που αποτελεί ένα μικρό θαύμα ζωής. Εφικτό και ευκολοπροσεγγίσιμο για όλους μας.

ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ:
Γεννήθηκε στις 9 Δεκεμβρίου του 1970, στη Βουλώνη – Μπιγιανκούρ.
Οι γονείς της, καίτοι Παριζιάνοι αστοί, είχαν δύο χρόνια πριν αποφασίσει να φύγουν από το Παρίσι και να πάνε να μείνουν στην εξοχή, σε ένα αββαείο. Εκεί, η Αννα πέρασε τα παιδικά της χρόνια μας μαζί με τα τρία αδέλφια της, που μέχρι σήμερα παραμένουν οι καλύτεροι φίλοι της.
Όταν έγινε δεκαπέντε, οι γονείς της χώρισαν. Την Αννα την έστειλαν σ’ ένα καθολικό σχολείο, όπου οι μαθήτριες φορούσαν μπλε ποδιά και ήταν υποχρεωμένες να προσεύχονται σε κάθε γεύμα.
Με το που τελειώνει το σχολείο- μοναστήρι, η επιθυμία της για ελευθερία είναι μεγαλύτερη από την επιθυμία της για σπουδές. Αλλάζει ένα σωρό δουλειές: καθηγήτρια γαλλικών σε ιδιωτικό σχολείο, μεταφράστρια μυθιστορημάτων «Αρλεκιν», άρθρα για φράουλες και διαβάζει πολύ.
Το 1992, βγαίνει νικήτρια στο διαγωνισμό France Inter για την «Ωραιότερη Επιστολή Αγάπης» και το 1998 κερδίζει πρώτο βραβείο σε διαγωνισμό μιας δημοτικής βιβλιοθήκης. Αγοράζει έναν υπολογιστή με το έπαθλο κι έκτοτε δεν σταματάει να γράφει.
Το 2000 βραβεύεται για την πρώτη της συλλογή από νουβέλες, η οποία έκανε δώδεκα εκδόσεις στη Γαλλία και μεταφράστηκε σε 27 χώρες.
Σήμερα, ζει με τα δυο παιδιά της στα περίχωρα του Παρισιού, γράφει χρονογραφήματα και είναι μέλος της κριτικής επιτροπής για το Βραβείο Κόμικ της Ανγκουλέμ, έχει εκδώσει πέντε βιβλία με πολύ μεγάλη εμπορική ανταπόκριση. Συγγράφει τρεις ώρες καθημερινά και τις υπόλοιπες ασχολείται με τα παιδιά της.
Εχει πτυχίο Φιλολογίας από τη Σορβόννη.



Αυτό το τραγούδι μου ήρθε στο μυαλό διαβάζοντας την ιστορία των ηρώων της Άννας Γκαβάλντα. Και πλάι στην ιστορία τους μου ήρθε να προσθέσω και την ιστορία αυτού εδώ του ήρωα.

Moha

Les jours tristes - Yann Tiersen, Neil Hannon

It's hard, hard not to sit on your hands
And bury your head in the sand
Hard not to make other plans
and claim that you've done all you can all along
And life must go on

It's hard, hard to stand up for what's right
And bring home the bacon each night
Hard not to break down and cry
When every idea that you've tried has been wrong
But you must go on

It's hard but you know it's worth the fight
'cause you know you've got the truth on your side
When the accusations fly, hold tight
Don't be afraid of what they'll say
Who cares what cowards think, anyway
They will understand one day, one day

It's hard, hard when you're here all alone
And everyone else has gone home
Harder to know right from wrong
When all objectivity's gone
And it's gone
But you still carry on

'cause you, you are the only one left
And you've got to clean up this mess
You know you'll end up like the rest
Bitter and twisted, unless
You stay strong and you carry on

It's hard but you know it's worth the fight
'cause you know you've got the truth on your side
When the accusations fly, hold tight
And don't be afraid of what they'll say
Who cares what cowards think, anyway
They will understand one day, one day