"Είναι μεγάλος θησαυρός ένας φίλος που υπήρξε μάρτυρας της ζωής σου από τόσο νωρίς. Τέτοιοι φίλοι μάς διαβεβαιώνουν πως υπήρξαμε, πώς ζήσαμε τότε εκείνο το απίστευτο, όταν εμείς, με τα χρόνια αρχίζουμε να έχουμε κάποιες αμφιβολίες για το παρελθόν μας, για τον παρελθόντα εαυτό μας. Χρειαζόμαστε μάρτυρες να μας βεβαιώνουν ότι εκείνο που θυμόμαστε όντως έγινε, δεν το φανταστήκαμε, δεν το ονειρευτήκαμε, τώρα που η μνήμη, τραβώντας πολύ πέρα μακριά, γίνεται πιο γοητευτική αλλά και πιο αναξιόπιστη"...
"Ισως και μόνο μνήμη να είμαστε, και η αιωνιότητα διάσωση μνήμης να είναι"...
Μάρω Βαμβουνάκη "Χορός μεταμφιεσμένων" (Εκδ. "Ψυχογιός)
ΥΓ. Είναι κάποια βιβλία που εξακολουθούν να φωτίζουν τη νύχτα σου σαν φωτεινός τυφλοσούρτης ή σαν το δικό σου αστέρι που ως μάγος χαμένος ακολουθώντας το θα φτάσεις στην φάτνη, ακόμα και αν αναρρωτιέσαι, υπήρξες? Και ούτε που σε πειράζει, τελικά, διότι έτσι ή αλλιώς σου μένει η αγάπη. Σε δυναμώνει, σου ανήκει(απ' τα σπλάχνα σου εκπορεύεται) και μόνον αυτή, σου αρκεί.
14/6/09
8/6/09
Συμπτώματα
ΤΟ ΣΥΜΠΤΩΜΑ
Και σαν σκιές επιστρέφουμε
μ’ ανείπωτα λόγια
φωνήεντα που διαθέτουν αφή
σύμφωνα, κάψουλες μνήμης
ασήμαντες ιστορίες
δίχως συμπέρασμα
μαχαιράκια που
κόβουν και αιμορραγείς
με διάφανο αίμα
Μονάχα η άνασσα σου λειψή
Το μόνο σύμπτωμα
κι άντε να συνειδητοποιήσεις
πώς φταίνε τα σύμφωνα
και τα φωνήεντα
η σχεδόν αόρατη γραφή
το διάφανο αίμα.
Αλλά το σύμπτωμα το έχεις
Το γράμμα που δεν έχεις
Σε σκοτώνει
Τρίτη 25 Ιουλίου 2006, ALS, 7η μέρα
ΒΑΣΑΝΙΣΜΕΝΗ ΕΛΠΙΔΑ ΓΙΑ ΤΟ ΤΕΛΟΣ
Απ’ το πρωί καθαρίζει
τις τύψεις, πρώτα,
σε βάθος’
Αλλού να πάτε
εδώ στερήσατε μια ζωή.
Τη νοσταλγία, κατόπιν.
με τόσο παρελθόν
πού να προλάβει
το αμήχανο παρόν
να ξεμυτίσει.
Άφησε την ελπίδα
τελευταία.
Την πιο σκληρή.
Αν έλειπε αυτή
δεν θα ‘χε σπάσει
τόσες φορές τα μούτρα της
κάτι θα είχε ζήσει
δεν θ’ άφην’ έτσι τον καιρό
άμμο, νεράκι, αεράκι
να κυλήσει.
Αυτήν θα τιμωρήσει περισσότερο
κρατώντας την φυλακισμένη
ως το τέλος.
Συνήθισε εξάλλου.
Πού να πηγαίνει πια χωρίς αυτήν….
Παρασκευή 25 Αυγούστου 2006
ΓΡΑΜΜΑ- ΚΕΡΑΚΙ
Κερί αναμμένο’
στον πόνο
στον φόβο
στο ποίημα
Φλόγα που σβήνει
στον χρόνο
στον στίχο
στο μνήμα
Στάχτη που μένει
στο άσπρο χαρτί
τώρα που η εικόνα σου χάνεται
τι θ’ απομείνει’
Γράμμα που σβήνει.
Σάββατο 4 Μαρτίου 2006, Β’ Ψυχοσάββατο
ΓΙΑ ΤΟ ΧΑΔΙ ΜΙΑΣ ΑΣΤΡΑΠΗΣ
Αναβοσβήνει
έξω το φως
σαν αστραπή
σε νηνεμία
κοίτα τι σχήμα
ο ουρανός
χείλη και χέρια
τα δικά σου
αχ και να μ’ άγγιζαν’
πώς να σε φτάσω εκεί
φτάνει το ποίημα;
λέξεις που ξεχειλώνουν
τρίβονται σαν μπισκότα
μάδησαν σαν τα χρόνια
τώρα πρέπει να βρούμε
τη νέα γραφή
και στην ανάγκη
ας την επινοήσουμε κιόλας
ειδ’ άλλως η αστραπή
δεν πρόκειται ποτέ
να μας χαιδέψει.
Για το χάδι μιας αστραπής,
λοιπόν,
ας γίνουν όλα.
Κυριακή 5 Μαρτίου, 2006, πρωί, ώρα οκτώ
ΑΝ ΕΒΡΙΣΚΕ ΤΟ ΓΡΑΜΜΑ
Να πάει κάπου να χωθεί
μονάχα ετούτο θέλει
χνουδάκι να γίνει
φύκι, όστρακο, ρείκι
χαμομήλι
να την αγγίζουν
να την πατούν
να την αφήνουν ήσυχη
έτσι να τους περνάει
δίπλα σαν φάντασμα
να μη μιλά
να μη γελά
να μην παίζει πια
ρόλο κανένα
Ο εαυτός της
ένα τίποτα ανακουφιστικό
Να πάει κάπου να χωθεί
πετρούλα θέλει να ‘ναι
ένα με την ξερολιθιά
να γκρεμιστεί με τον τοίχο
του αγίου Κάποτε
ή Ποτέ
Ήσυχη θέλει νάναι
δηλαδή Καμία
να μη χρειάζεται να γράφει
ιστορίες αμήχανες για να χάνεται
να μη χρειάζεται
το τραύλισμα στο ποίημα
να την ακούσει ο Θεός
και να την λυπηθεί
δίχως αυτή τη μάταιη
προσευχή της
Ν’ αναπαυτεί
χωρίς χαρτί
και δίχως άχρηστα λόγια
Να καταλάβει τι ψελλίζει
δίχως ποτέ της να το πει
στη νέα γλώσσα
την ανείπωτη
Να δει το γράμμα που αγνοεί
να σχηματίζεται
επάνω στο χαρτί
Αχειροποίητο
Και ας πεθάνει εν ανάγκη
ας στερηθεί τα πάντα
αφού έχει στερηθεί
έτσι φλύαρα βουβή
ήδη τα πάντα.
Αν έβρισκε το γράμμα….
Παρασκευή 25 Αυγούστου 2006
ΑΧΕΙΡΟΠΟΙΗΤΟ ΠΟΙΗΜΑ
Αχειροποίητο να ‘ναι
το ποίημα
έτσι ήθελε’ σαν εικόνισμα.
Μονάχα που αγνοούσε τι να κάνει.
Αν έκοβε τις φλέβες της;
αν περπατούσε όλη τη νύχτα στο βουνό;
αν σκότωνε έναν άντρα;
αν πέρναγε εκείνο το ποτάμι;
Στην άλλη όχθη
στη στέρηση
στο πέρα απ’ το βουνό
στο επέκεινα
θα έβλεπε το ποίημα;
Σαν πινακίδα από νέον στον ουρανό
Σαν το ουράνιο τόξο μετά την καταιγίδα.
Την καταιγίδα, όμως, θα πρέπει
πρώτα να περάσει’
να διασχίσει αστραπές
να κλείσει στις βροντές
τ’ αυτιά της
ν’ αντέξει τη νεροποντή
Κι έτσι βρεγμένη, τρομαγμένη
και ολόφωτη να δει το γράμμα
Μέσα απ’ το μοβ
το κίτρινο
το ροζ…
Εκείνη στο ροδί πάντα θα ποντάρει
να δει να σκάει η τύχη
μια και δυο φορές
Την τρίτη, θα τα χάσει όλα
αλλά θα ‘χει δει το ποίημα.
Ένα ξένο, τελικά, ποίημα,
εκεί ψηλά στον ουρανό.
Αλλά μήπως και το ουράνιο τόξο
ήτανε δικό της;
Παρασκευή 25 Αυγούστου 2006
ΤΕΛΟΣ
Και σαν σκιές επιστρέφουμε
μ’ ανείπωτα λόγια
φωνήεντα που διαθέτουν αφή
σύμφωνα, κάψουλες μνήμης
ασήμαντες ιστορίες
δίχως συμπέρασμα
μαχαιράκια που
κόβουν και αιμορραγείς
με διάφανο αίμα
Μονάχα η άνασσα σου λειψή
Το μόνο σύμπτωμα
κι άντε να συνειδητοποιήσεις
πώς φταίνε τα σύμφωνα
και τα φωνήεντα
η σχεδόν αόρατη γραφή
το διάφανο αίμα.
Αλλά το σύμπτωμα το έχεις
Το γράμμα που δεν έχεις
Σε σκοτώνει
Τρίτη 25 Ιουλίου 2006, ALS, 7η μέρα
ΒΑΣΑΝΙΣΜΕΝΗ ΕΛΠΙΔΑ ΓΙΑ ΤΟ ΤΕΛΟΣ
Απ’ το πρωί καθαρίζει
τις τύψεις, πρώτα,
σε βάθος’
Αλλού να πάτε
εδώ στερήσατε μια ζωή.
Τη νοσταλγία, κατόπιν.
με τόσο παρελθόν
πού να προλάβει
το αμήχανο παρόν
να ξεμυτίσει.
Άφησε την ελπίδα
τελευταία.
Την πιο σκληρή.
Αν έλειπε αυτή
δεν θα ‘χε σπάσει
τόσες φορές τα μούτρα της
κάτι θα είχε ζήσει
δεν θ’ άφην’ έτσι τον καιρό
άμμο, νεράκι, αεράκι
να κυλήσει.
Αυτήν θα τιμωρήσει περισσότερο
κρατώντας την φυλακισμένη
ως το τέλος.
Συνήθισε εξάλλου.
Πού να πηγαίνει πια χωρίς αυτήν….
Παρασκευή 25 Αυγούστου 2006
ΓΡΑΜΜΑ- ΚΕΡΑΚΙ
Κερί αναμμένο’
στον πόνο
στον φόβο
στο ποίημα
Φλόγα που σβήνει
στον χρόνο
στον στίχο
στο μνήμα
Στάχτη που μένει
στο άσπρο χαρτί
τώρα που η εικόνα σου χάνεται
τι θ’ απομείνει’
Γράμμα που σβήνει.
Σάββατο 4 Μαρτίου 2006, Β’ Ψυχοσάββατο
ΓΙΑ ΤΟ ΧΑΔΙ ΜΙΑΣ ΑΣΤΡΑΠΗΣ
Αναβοσβήνει
έξω το φως
σαν αστραπή
σε νηνεμία
κοίτα τι σχήμα
ο ουρανός
χείλη και χέρια
τα δικά σου
αχ και να μ’ άγγιζαν’
πώς να σε φτάσω εκεί
φτάνει το ποίημα;
λέξεις που ξεχειλώνουν
τρίβονται σαν μπισκότα
μάδησαν σαν τα χρόνια
τώρα πρέπει να βρούμε
τη νέα γραφή
και στην ανάγκη
ας την επινοήσουμε κιόλας
ειδ’ άλλως η αστραπή
δεν πρόκειται ποτέ
να μας χαιδέψει.
Για το χάδι μιας αστραπής,
λοιπόν,
ας γίνουν όλα.
Κυριακή 5 Μαρτίου, 2006, πρωί, ώρα οκτώ
ΑΝ ΕΒΡΙΣΚΕ ΤΟ ΓΡΑΜΜΑ
Να πάει κάπου να χωθεί
μονάχα ετούτο θέλει
χνουδάκι να γίνει
φύκι, όστρακο, ρείκι
χαμομήλι
να την αγγίζουν
να την πατούν
να την αφήνουν ήσυχη
έτσι να τους περνάει
δίπλα σαν φάντασμα
να μη μιλά
να μη γελά
να μην παίζει πια
ρόλο κανένα
Ο εαυτός της
ένα τίποτα ανακουφιστικό
Να πάει κάπου να χωθεί
πετρούλα θέλει να ‘ναι
ένα με την ξερολιθιά
να γκρεμιστεί με τον τοίχο
του αγίου Κάποτε
ή Ποτέ
Ήσυχη θέλει νάναι
δηλαδή Καμία
να μη χρειάζεται να γράφει
ιστορίες αμήχανες για να χάνεται
να μη χρειάζεται
το τραύλισμα στο ποίημα
να την ακούσει ο Θεός
και να την λυπηθεί
δίχως αυτή τη μάταιη
προσευχή της
Ν’ αναπαυτεί
χωρίς χαρτί
και δίχως άχρηστα λόγια
Να καταλάβει τι ψελλίζει
δίχως ποτέ της να το πει
στη νέα γλώσσα
την ανείπωτη
Να δει το γράμμα που αγνοεί
να σχηματίζεται
επάνω στο χαρτί
Αχειροποίητο
Και ας πεθάνει εν ανάγκη
ας στερηθεί τα πάντα
αφού έχει στερηθεί
έτσι φλύαρα βουβή
ήδη τα πάντα.
Αν έβρισκε το γράμμα….
Παρασκευή 25 Αυγούστου 2006
ΑΧΕΙΡΟΠΟΙΗΤΟ ΠΟΙΗΜΑ
Αχειροποίητο να ‘ναι
το ποίημα
έτσι ήθελε’ σαν εικόνισμα.
Μονάχα που αγνοούσε τι να κάνει.
Αν έκοβε τις φλέβες της;
αν περπατούσε όλη τη νύχτα στο βουνό;
αν σκότωνε έναν άντρα;
αν πέρναγε εκείνο το ποτάμι;
Στην άλλη όχθη
στη στέρηση
στο πέρα απ’ το βουνό
στο επέκεινα
θα έβλεπε το ποίημα;
Σαν πινακίδα από νέον στον ουρανό
Σαν το ουράνιο τόξο μετά την καταιγίδα.
Την καταιγίδα, όμως, θα πρέπει
πρώτα να περάσει’
να διασχίσει αστραπές
να κλείσει στις βροντές
τ’ αυτιά της
ν’ αντέξει τη νεροποντή
Κι έτσι βρεγμένη, τρομαγμένη
και ολόφωτη να δει το γράμμα
Μέσα απ’ το μοβ
το κίτρινο
το ροζ…
Εκείνη στο ροδί πάντα θα ποντάρει
να δει να σκάει η τύχη
μια και δυο φορές
Την τρίτη, θα τα χάσει όλα
αλλά θα ‘χει δει το ποίημα.
Ένα ξένο, τελικά, ποίημα,
εκεί ψηλά στον ουρανό.
Αλλά μήπως και το ουράνιο τόξο
ήτανε δικό της;
Παρασκευή 25 Αυγούστου 2006
ΤΕΛΟΣ
4/6/09
Ο κόσμος έχει πάντα μυστικά. Το θέμα είναι να ξέρεις πού να ψάξεις
“ΤΟ ΚΟΡΙΤΣΙ ΜΕ ΤΟ ΤΑΤΟΥΑΖ” του Στιγκ Λάρσον, Μετάφραση: Γιώργος Μαθόπουλος, Πρόλογος: Μανώλης Πιμπλής, Εκδ. “Ψυχογιός”, σελ. 672, e 22
“Ο Αρμάνσκι δυσκολευόταν να συμφιλιωθεί με τη σκέψη πως το αστέρι των ερευνητών του ήταν ένα χλομό, αδύνατο, ανορεκτικό κορίτσι, με κοντό μαλλί και τρυπημένα φρύδια και μύτη. Είχε ένα τατουάζ δύο εκατοστών στο λαιμό της που παρίστανε μια σφήγκα, άλλο ένα σαν γιρλάντα στο αριστερό της μπράτσο κι ένα γύρω από τον αστράγαλο. Βλέποντάς τη με μια λινή πουκαμίσα, διαπίστωσε πως είχε κι ένα μεγαλύτερο τατουάζ στην ωμοπλάτη της, που παρίστανε ένα δράκο... 'Ηταν είκοσι τεσσάρων χρόνων μα έδειχνε για δεκατεσσάρων”.
Η Λίσμπετ, είναι “το αστέρι των ερευνητών”, “το κορίτσι με το τατουάζ” το κορίτσι του τίτλου.
Η ιστορία, όμως, έχει τις ρίζες της τριαντάξι χρόνια πριν, όταν η Χάριετ Βάνιερ, γόνος μεγαλοβιομηχανικής οικογένειας, εξαφανίζεται μυστηριωδώς σε ένα σουηδικό θέρετρο κατά τη διάρκεια του καλοκαιρινού φεστιβάλ. Τριάντα έξι χρόνια μετά, όλοι έχουν συμφιλιωθεί με το άλυτο αίνιγμα και μοιάζει να έχουν ξεχάσει την απώλεια. Εκτός από το θείο της, Χένρικ Βάνιερ, ηλικιωμένο πια με μοναδικό σκοπό της ζωής του να λύσει αυτό το μυστήριο. Αλλωστε, τα σαράντα τρία κορνιζαρισμένα λουλούδια στο γραφείο του, φαίνεται σα να τον περιγελούν, δεν τον αφήνουν να ησυχάσει. Τα πρώτα επτά ήταν δώρα της ανιψιάς του πριν από την εξαφάνιση. Τα υπόλοιπα έφταναν ανώνυμα κάθε χρονιά στα γενέθλιά του.
Για να λύσει τον γρίφο, απευθύνεται στον Μίκαελ Μπλούμκβιστ, συνεκδότη του περιοδικού Μιλένιουμ, σπουδαίο κι αδέκαστο οικονομικό αναλυτή. Ο οποίος ξαφνικά και ακατανόητα βιώνει το επαγγελματικό βατερλό του καταδικαζόμενος για δυσφήμιση. Ο μοναδικός λόγος που, ο Μίκαελ δέχεται, είναι η υπόσχεση του Βάνιερ ότι γνωρίζει ενοχοποιητικά στοιχεία για τον βιομήχανο Χανς 'Ερικ Βένερστρεμ. Παλιό συνεργάτη του.
Το κορίτσι με το τατουάζ, η αλλόκοτη Λίσμπετ με το μυστηριώδες παρελθόν, θα κληθεί πρώτα για να ερευνήσει για τον Μίκαελ και μετά ως ο προσωπικός του βοηθός. Τα γεγονότα θα ξετυλίγονται, μέσα από λεπτομερείς ευφυιέστατες και αποκαλυπτικές έρευνες, σαν βεντάλια: οικονομικές απάτες και βιομηχανικά σκάνδαλα, υποκλοπές, οικογενειακά μυστικά, σεξουαλικές διαστροφές και ένας κατά συρροή δολοφόνος που τιμωρεί με εδάφια από την βίβλο!
Το ημερολόγιο της εξαφανισμένης Χάριετ, θα σταθεί ο αρχικός οδηγός. Ο Μίκαελ και η Λίσμπετ, θα αναζητήσουν σε χώρο και χρόνο, τα ίχνη.
Παρά τους καταιγιστικούς ρυθμούς δράσης και τις διαρκείς ανατροπές, στην ιστορία αυτό που πρωτίστως σαγηνεύει είναι οι ήρωες: αντιφατικοί, με μυστικά και ψέματα και σκοτεινό παρελθόν, γοητευτικοί μέσα στις λεπτές αποχρώσεις. Εκτός των τριών βασικών, είναι και τα μέλη της οικογένειας Βάνιερ με το σκοτεινό παρελθόν και τις παράξενες συνήθειες. Και η Ερρικα, φίλη, συνεκδότρια και σύντροφος ερωτική του Μίκαελ παρά τον παράλληλο γάμο της. Και η παράδοξη σχέση που αναπτύσσεται ανάμεσα στο Μίκαελ και στην Λίσμπετ. Μια τρυφερή ιστορία ερωτική που μας αφήνει με ορθάνοιχτο τέλος.
Η ατμόσφαιρα της σουηδικής επαρχίας σχεδόν πρωταγωνιστεί. Με τα ξύλινα ή πέτρινα σπίτια, τις παλιές επαύλεις και τα κρυμμένα υπόγεια.
Με τον υφέρπον ρατσισμό, τα παλιά ναζιστικά εγκλήματα και με την γυναίκα να αντιμετωπίζεται ως αντικείμενο. Ο... βιβλικός τιμωρός εξάλλου “την ανομία των γυναικών” ξόρκιζε κακοποιώντας τελετουργικά τα θύματα. Το αποτέλεσμα, τεράστια έκπληξη και για τον οξυδερκέστερο αναγνώστη.
Ένα βιβλίο, αστυνομικό και ψυχολογικό θρίλερ κατ' αρχάς, που όμως είναι κι ένα απίστευτα ενδιαφέρον ερωτικό τρίγωνο. Μια τοιχογραφία της σύγχρονης πολιτικής, κοινωνικής, οικονομικής και συναισθηματικής διαφθοράς. Όταν σε μια κοινωνία νοσεί ένας τομέας, σκοντάφτουν τα πάντα.
Εξαιρετικά τα σχεδόν δοκιμιακά κομμάτια για τον σαδομαζοχισμό και οι ήρωες τόσο απτοί που είναι να λυπάσαι για τον πρόωρο θάνατο του συγγραφέα, ο οποίος δεν πρόλαβε παρά να υπογράψει τρία βιβλία.
Πολυεπίπεδο, με πολυπρισματική αφήγηση και δομή βιβλίο που, παρά το σασπένς, βυθίζεσαι τόσο στα όσα καταγγέλλει κι αναζητά που δεν θέλεις να σου τελειώσει για να μη το αφήσεις από το χέρι.
Ο συγγραφές του, εξάλλου, εκτός από την απίστευτη αφηγηματική του ικανότητα, γενναιόδωρα μας μυεί και στα μυστικά της δουλειάς του. Ο τρόπος που ερευνάται η διαφορά (οικονομική, κοινωνική, προσωπική), σου αλλάζει μεθοδολογία σκέψης.
Η οικογένεια Βάνιερ είναι ο καθρέφτης της κοινωνίας, με όλα της τα χαρακτηριστικά και την διαφορά. Παρ' όλα αυτά ο αναγνώστης πολλές φορές θα γελάσει και θα αιστανθεί τρυφερά. Το “ανορεκτικό” κορίτσι δε με τα τατουάζ, θα του ανατρέψει όλα τα δεδομένα.
ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ-
ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ:
Γεννήθηκε το 1954 στη Σουηδία.
Υπήρξε οικονομικός αναλυτής, δημοσιογράφος και αρχισυντάκτης του σουηδικού πολιτικού περιοδικού Expo.
Η τριλογία του με τίτλο “Millenium” αποτέλεσε παγκόσμιο εκδοτικό φαινόμενο, αφού πρώτα βρέθηκε στις λίστες ευπωλήτων βιβλίων στη Σκανδιναβία, και στη συνέχεια απογειώθηκε και στις υπόλοιπες χώρες όπου έχει εκδοθεί. Οι πωλήσεις των βιβλίων του έχουν ξεπεράσει τα οκτώ εκατομμύρια αντίτυπα, τα δικαιώματα της τριλογίας έχουν πουληθεί σε περισσότερες από 38 χώρες και ήδη προβάλλεται η πρώτη κινηματογραφική ταινία της σειράς.
“Το κορίτσι με το τατουάζ” τιμήθηκε το 2005 με το Glasnyckeln, το πιο σημαντικό σκανδιναβικό βραβείο αστυνομικής λογοτεχνίας, και το 2008 με το ITV3 Crime Thriller Award, ενώ το 2009 κέρδισε το βραβείο Que Leer Prize.
Το δεύτερο βιβλίο της τριλογίας, “Το κορίτσι που έπαιζε με τη φωτιά”, βραβεύτηκε το 2006 ως το καλύτερο σουηδικό αστυνομικό μυθιστόρημα, ενώ το τρίτο βιβλίο “Παλάτια στον ουρανό”, τιμήθηκε με το Glasnyckeln το 2008. Δυστυχώς ο συγγραφέας δεν πρόλαβε τον λογοτεχνικό του θρίαμβο, αφού λίγες μέρες μετά την παράδοση των τριών τόμων του χειρογράφου του, πέθανε από καρδιακή ανακοπή. Από τις Εκδόσεις “Ψυχογιός” ετοιμάζονται και τα επόμενα δύο βιβλία της τριλογίας.
“Ο Αρμάνσκι δυσκολευόταν να συμφιλιωθεί με τη σκέψη πως το αστέρι των ερευνητών του ήταν ένα χλομό, αδύνατο, ανορεκτικό κορίτσι, με κοντό μαλλί και τρυπημένα φρύδια και μύτη. Είχε ένα τατουάζ δύο εκατοστών στο λαιμό της που παρίστανε μια σφήγκα, άλλο ένα σαν γιρλάντα στο αριστερό της μπράτσο κι ένα γύρω από τον αστράγαλο. Βλέποντάς τη με μια λινή πουκαμίσα, διαπίστωσε πως είχε κι ένα μεγαλύτερο τατουάζ στην ωμοπλάτη της, που παρίστανε ένα δράκο... 'Ηταν είκοσι τεσσάρων χρόνων μα έδειχνε για δεκατεσσάρων”.
Η Λίσμπετ, είναι “το αστέρι των ερευνητών”, “το κορίτσι με το τατουάζ” το κορίτσι του τίτλου.
Η ιστορία, όμως, έχει τις ρίζες της τριαντάξι χρόνια πριν, όταν η Χάριετ Βάνιερ, γόνος μεγαλοβιομηχανικής οικογένειας, εξαφανίζεται μυστηριωδώς σε ένα σουηδικό θέρετρο κατά τη διάρκεια του καλοκαιρινού φεστιβάλ. Τριάντα έξι χρόνια μετά, όλοι έχουν συμφιλιωθεί με το άλυτο αίνιγμα και μοιάζει να έχουν ξεχάσει την απώλεια. Εκτός από το θείο της, Χένρικ Βάνιερ, ηλικιωμένο πια με μοναδικό σκοπό της ζωής του να λύσει αυτό το μυστήριο. Αλλωστε, τα σαράντα τρία κορνιζαρισμένα λουλούδια στο γραφείο του, φαίνεται σα να τον περιγελούν, δεν τον αφήνουν να ησυχάσει. Τα πρώτα επτά ήταν δώρα της ανιψιάς του πριν από την εξαφάνιση. Τα υπόλοιπα έφταναν ανώνυμα κάθε χρονιά στα γενέθλιά του.
Για να λύσει τον γρίφο, απευθύνεται στον Μίκαελ Μπλούμκβιστ, συνεκδότη του περιοδικού Μιλένιουμ, σπουδαίο κι αδέκαστο οικονομικό αναλυτή. Ο οποίος ξαφνικά και ακατανόητα βιώνει το επαγγελματικό βατερλό του καταδικαζόμενος για δυσφήμιση. Ο μοναδικός λόγος που, ο Μίκαελ δέχεται, είναι η υπόσχεση του Βάνιερ ότι γνωρίζει ενοχοποιητικά στοιχεία για τον βιομήχανο Χανς 'Ερικ Βένερστρεμ. Παλιό συνεργάτη του.
Το κορίτσι με το τατουάζ, η αλλόκοτη Λίσμπετ με το μυστηριώδες παρελθόν, θα κληθεί πρώτα για να ερευνήσει για τον Μίκαελ και μετά ως ο προσωπικός του βοηθός. Τα γεγονότα θα ξετυλίγονται, μέσα από λεπτομερείς ευφυιέστατες και αποκαλυπτικές έρευνες, σαν βεντάλια: οικονομικές απάτες και βιομηχανικά σκάνδαλα, υποκλοπές, οικογενειακά μυστικά, σεξουαλικές διαστροφές και ένας κατά συρροή δολοφόνος που τιμωρεί με εδάφια από την βίβλο!
Το ημερολόγιο της εξαφανισμένης Χάριετ, θα σταθεί ο αρχικός οδηγός. Ο Μίκαελ και η Λίσμπετ, θα αναζητήσουν σε χώρο και χρόνο, τα ίχνη.
Παρά τους καταιγιστικούς ρυθμούς δράσης και τις διαρκείς ανατροπές, στην ιστορία αυτό που πρωτίστως σαγηνεύει είναι οι ήρωες: αντιφατικοί, με μυστικά και ψέματα και σκοτεινό παρελθόν, γοητευτικοί μέσα στις λεπτές αποχρώσεις. Εκτός των τριών βασικών, είναι και τα μέλη της οικογένειας Βάνιερ με το σκοτεινό παρελθόν και τις παράξενες συνήθειες. Και η Ερρικα, φίλη, συνεκδότρια και σύντροφος ερωτική του Μίκαελ παρά τον παράλληλο γάμο της. Και η παράδοξη σχέση που αναπτύσσεται ανάμεσα στο Μίκαελ και στην Λίσμπετ. Μια τρυφερή ιστορία ερωτική που μας αφήνει με ορθάνοιχτο τέλος.
Η ατμόσφαιρα της σουηδικής επαρχίας σχεδόν πρωταγωνιστεί. Με τα ξύλινα ή πέτρινα σπίτια, τις παλιές επαύλεις και τα κρυμμένα υπόγεια.
Με τον υφέρπον ρατσισμό, τα παλιά ναζιστικά εγκλήματα και με την γυναίκα να αντιμετωπίζεται ως αντικείμενο. Ο... βιβλικός τιμωρός εξάλλου “την ανομία των γυναικών” ξόρκιζε κακοποιώντας τελετουργικά τα θύματα. Το αποτέλεσμα, τεράστια έκπληξη και για τον οξυδερκέστερο αναγνώστη.
Ένα βιβλίο, αστυνομικό και ψυχολογικό θρίλερ κατ' αρχάς, που όμως είναι κι ένα απίστευτα ενδιαφέρον ερωτικό τρίγωνο. Μια τοιχογραφία της σύγχρονης πολιτικής, κοινωνικής, οικονομικής και συναισθηματικής διαφθοράς. Όταν σε μια κοινωνία νοσεί ένας τομέας, σκοντάφτουν τα πάντα.
Εξαιρετικά τα σχεδόν δοκιμιακά κομμάτια για τον σαδομαζοχισμό και οι ήρωες τόσο απτοί που είναι να λυπάσαι για τον πρόωρο θάνατο του συγγραφέα, ο οποίος δεν πρόλαβε παρά να υπογράψει τρία βιβλία.
Πολυεπίπεδο, με πολυπρισματική αφήγηση και δομή βιβλίο που, παρά το σασπένς, βυθίζεσαι τόσο στα όσα καταγγέλλει κι αναζητά που δεν θέλεις να σου τελειώσει για να μη το αφήσεις από το χέρι.
Ο συγγραφές του, εξάλλου, εκτός από την απίστευτη αφηγηματική του ικανότητα, γενναιόδωρα μας μυεί και στα μυστικά της δουλειάς του. Ο τρόπος που ερευνάται η διαφορά (οικονομική, κοινωνική, προσωπική), σου αλλάζει μεθοδολογία σκέψης.
Η οικογένεια Βάνιερ είναι ο καθρέφτης της κοινωνίας, με όλα της τα χαρακτηριστικά και την διαφορά. Παρ' όλα αυτά ο αναγνώστης πολλές φορές θα γελάσει και θα αιστανθεί τρυφερά. Το “ανορεκτικό” κορίτσι δε με τα τατουάζ, θα του ανατρέψει όλα τα δεδομένα.
ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ-
ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ:
Γεννήθηκε το 1954 στη Σουηδία.
Υπήρξε οικονομικός αναλυτής, δημοσιογράφος και αρχισυντάκτης του σουηδικού πολιτικού περιοδικού Expo.
Η τριλογία του με τίτλο “Millenium” αποτέλεσε παγκόσμιο εκδοτικό φαινόμενο, αφού πρώτα βρέθηκε στις λίστες ευπωλήτων βιβλίων στη Σκανδιναβία, και στη συνέχεια απογειώθηκε και στις υπόλοιπες χώρες όπου έχει εκδοθεί. Οι πωλήσεις των βιβλίων του έχουν ξεπεράσει τα οκτώ εκατομμύρια αντίτυπα, τα δικαιώματα της τριλογίας έχουν πουληθεί σε περισσότερες από 38 χώρες και ήδη προβάλλεται η πρώτη κινηματογραφική ταινία της σειράς.
“Το κορίτσι με το τατουάζ” τιμήθηκε το 2005 με το Glasnyckeln, το πιο σημαντικό σκανδιναβικό βραβείο αστυνομικής λογοτεχνίας, και το 2008 με το ITV3 Crime Thriller Award, ενώ το 2009 κέρδισε το βραβείο Que Leer Prize.
Το δεύτερο βιβλίο της τριλογίας, “Το κορίτσι που έπαιζε με τη φωτιά”, βραβεύτηκε το 2006 ως το καλύτερο σουηδικό αστυνομικό μυθιστόρημα, ενώ το τρίτο βιβλίο “Παλάτια στον ουρανό”, τιμήθηκε με το Glasnyckeln το 2008. Δυστυχώς ο συγγραφέας δεν πρόλαβε τον λογοτεχνικό του θρίαμβο, αφού λίγες μέρες μετά την παράδοση των τριών τόμων του χειρογράφου του, πέθανε από καρδιακή ανακοπή. Από τις Εκδόσεις “Ψυχογιός” ετοιμάζονται και τα επόμενα δύο βιβλία της τριλογίας.
2/6/09
Με όσα γράμματα έμαθε κανείς...
ΤΑ ΣΗΜΑΔΙΑ ΤΗΣ ΦΩΤΙΑΣ ΣΤΟ ΧΕΡΙ ΤΗΣ
Για τη φωτιά έμαθε από το ραδιόφωνο’
πήρε φωτιά, της είπαν, το βουνό σου
Παιδικά χρόνια,
παραμύθια,
κυνηγητό,
πατό,
νεράιδες και
αράπης,
όλα στάχτη.
Τώρα θα ζει μιαν άλλη εποχή
εξόριστη
σε μια καινούργια
άγνωστή της
χώρα
Για τη φωτιά, μόνο το έμαθε.
το κάψιμο το ένοιωσε
και τώρα έκπληκτη
χαιδεύει τα σημάδια.
ΥΓ: ΤΟ ΑΠΟΝ ΕΝΔΕΧΟΜΕΝΟ
Πού να χωρέσει σε εικοσιτέσσερα γράμματα
Θάνατος, Έρωτας, Θεός
Το Ενδεχόμενο, απόν
μονάχα πανταχού παρούσα η Απουσία
και η Εξήγηση ακατάδεχτη,
άντε μισή παραπλανητική κουβέντα.
άλλα λόγια ν’ αγαπιόμαστε!
Δες την, σφυράει!
Λες κι έχει κι άλλη ζωή
για να εξηγηθεί.
Αλλά με όσα γράμματα έμαθε κανείς
πορεύεται.
Για τη φωτιά έμαθε από το ραδιόφωνο’
πήρε φωτιά, της είπαν, το βουνό σου
Παιδικά χρόνια,
παραμύθια,
κυνηγητό,
πατό,
νεράιδες και
αράπης,
όλα στάχτη.
Τώρα θα ζει μιαν άλλη εποχή
εξόριστη
σε μια καινούργια
άγνωστή της
χώρα
Για τη φωτιά, μόνο το έμαθε.
το κάψιμο το ένοιωσε
και τώρα έκπληκτη
χαιδεύει τα σημάδια.
ΥΓ: ΤΟ ΑΠΟΝ ΕΝΔΕΧΟΜΕΝΟ
Πού να χωρέσει σε εικοσιτέσσερα γράμματα
Θάνατος, Έρωτας, Θεός
Το Ενδεχόμενο, απόν
μονάχα πανταχού παρούσα η Απουσία
και η Εξήγηση ακατάδεχτη,
άντε μισή παραπλανητική κουβέντα.
άλλα λόγια ν’ αγαπιόμαστε!
Δες την, σφυράει!
Λες κι έχει κι άλλη ζωή
για να εξηγηθεί.
Αλλά με όσα γράμματα έμαθε κανείς
πορεύεται.
1/6/09
Η ζωή τραβάει εκεί όπου την πάμε εμείς
Το δώρο μου (κι άλλο δώρο)
Μερόνυχτα Σαββάτου
Η ζωή τραβάει την ανηφόρα
Η ζωή τραβάει την κατηφόρα
Συνήθως οι Κυριακές είναι προδιαγεγραμμένες, όμως κάπου κάπου μας κάνουν και την έκπληξη. Εκτός από εκκλησία, βουνό, θάλασσα, σινεμά, τηλεόραση, περίπατος, εστιατόριο, μπαρ, είναι και κάποιοι που ακολουθούν την ίδια την Κυριακή κι όπου τους βγάλει.
Μεσοβδόμαδα μου τηλεφώνησε μια παλιά κι αγαπητή φίλη να με ρωτήσει, αν την ερχόμενη Κυριακή το απόγευμα μπορώ να τη συνοδεύσω σε μια γιορτή που γίνεται προς τιμή της σε κάποιο σχολείο. Διέκρινα στην ερώτησή της περισσότερο απαίτηση και λιγότερο παράκληση, όμως αυτό με ευχαρίστησε, γιατί έτσι πρέπει να γίνεται μεταξύ φίλων. Είπα ναι.
Κυριακή πρωί τηλεφώνησα σε έναν παλιό κι αγαπητό φίλο, τον Νίκο Δήμου, αν μπορεί να ρίξει μια ματιά στο κομπιούτερ μου και παρόλο που είχα να τον δω μερικά χρόνια, είπε ναι, γιατί έτσι πρέπει να γίνεται μεταξύ φίλων. Ο Δήμου προπορεύεται σε μερικά χαρίσματα κι ένα απ’ αυτά είναι και οι ηλεκτρονικοί υπολογιστές. Το έφτιαξε αμέσως και μετά έβγαλε από την τσάντα του κάτι που έμοιαζε με μικρή αφίσα ή με μικρό πίνακα ζωγραφικής. Μόνο όταν το πήρα στα χέρια διαπίστωσα ότι πρόκειται για βιβλίο, βιβλίο με ποιήματα, ίσως το πιο λεπτό που έπιανα ποτέ, όχι όμως και το πιο ελαφρύ. Πάνω και κάτω στο εξώφυλλο υπήρχαν στη σειρά εννιά πορτρέτα του συγγραφέα, σαν ταινία σινεμά, από νηπιακή ηλικία μέχρι τη σημερινή και στη μέση του εξωφύλλου η λέξη GERONTION γραμμένη εφτά φορές (εβδομήντα χρόνια;) σαν αναποδογυρισμένη πυραμίδα. Ξεκινούσε από κάτω προς τα πάνω, με το πρώτο GERONTION γραμμένο με πολύ μικρά γράμματα και όσο ανέβαινε μεγάλωνε, μεγάλωνε κι άλλο, ώσπου στο έβδομο σκαλοπάτι γινόταν γερό, όμορφο και στέρεο.
“15 ποιήματα της τρίτης ηλικίας” έγραφε από κάτω κι όταν του είπα ότι κι εγώ ανήκω σ’ αυτήν, μου εξήγησε ότι ο τίτλος ανήκει στον Έλιοτ. ‘’Ντρέπομαι να το λέω’’, συνέχισα, ‘’αλλά μέσα μου δεν νιώθω ότι ανήκω σ’ αυτήν, καμιά φορά νομίζω ότι δεν έχω πάει ακόμα στρατιώτης’’. ‘’Το καταλαβαίνω…’’ χαμογέλασε, ‘’Είναι γιατί εμείς ζούμε’’.
Λίγο αργότερα μου τηλεφώνησε η φίλη μου. ‘’Θα περάσω να σε πάρω με το αμάξι στις έξη παρά, καλά είναι; Το σχολείο είναι και κοντά στο σπίτι σου, στην Ιπποκράτους’’. ‘’Έξη παρά είναι ακόμα μεσημέρι’’, απόρησα, ‘’με τον ήλιο θα πάμε;’’ ‘’Για τα νήπια δεν είναι μεσημέρι, είναι ώρα παιχνιδιού’’. Δεν ήξερα για ποια νήπια μιλούσε και θέλησα να το ξεκαθαρίσω. ‘’Για ποια νήπια μιλάς;’’ ‘’Γι’ αυτά που μας περιμένουν’’. ‘’Σε νηπιαγωγείο θα πάμε;’’ τρόμαξα. ‘’Ε, ναι, δεν το’ ξερες; Θα είναι και η βαφτιστήρα μου, την ξέρεις’’. Αυτό με ηρέμησα κάπως. Εκτός από τη φίλη μου, θα ήξερα και κάποιον άλλο εκεί μέσα. Μου άρεζε να το βλέπω αυτό το κοριτσάκι, σε κοίταζε βαθιά και σοβαρά στα μάτια, σαν την Τζοκόντα προτού βρει το βλέμμα της, για να φυτρώσει και το χαμόγελό της.
Σε νηπιαγωγείο δεν είχα μπει ποτέ, εκτός από την αυλή της κυρα Φεβρωνίας τον περασμένο αιώνα, με τα δέκα σκαμνιά ολόγυρα και τη βίτσα πάνω απ’ τα κεφάλια μας. Μαγεύτηκα. Νόμιζα ότι βρισκόμουν σ’ έναν άλλο κόσμο, παραμυθένιο, που οι άνθρωποι ήταν λιλιπούτειοι, εκτός από τη γελαστή βασίλισσα που γύριζε ανάμεσά τους με το μαγικό ραβδί. Και πραγματικά η φίλη μου με τέτοια έμοιαζε. Όσα χρόνια την ξέρω, πάντα σε μαύρα φορέματα τη βλέπω ντυμένη και σήμερα φορούσε ένα μεταξωτό κατακόκκινο φόρεμα φαρδύ και μακρύ, σα να’ ταν περιτυλιγμένη με το ρούχο του ήλιου.
Όσο ανέβαινες τα τρία πατώματα, τόσο μίκραιναν οι άνθρωποι και τα πράγματα. Παντού χρώματα και ζωγραφική. Στους τοίχους, στα πατώματα, τα παιδιά ζωγράφιζαν όπου θέλανε, ο, τι θέλανε, σχέδια και εικόνες και παντού από πάνω τους κρεμασμένοι χρωματιστοί πολυέλαιοι. "Έχει όνομα αυτή η μαγική πόλη;" ρώτησα τη φίλη μου. ‘’Ντόροθυ Σνοτ", είπε σοβαρά. "Ήταν μια κάμπια, που οι φίλοι της την ψάχνανε κι αυτή έγινε πεταλούδα".
Υ.Γ. Καθώς έγραφα το κείμενο, τηλεφώνησε η ιδιοκτήτρια του σπιτιού να μου πει, ότι πουλάει το σπίτι και πρέπει να φύγω. Τώρα που τελείωσα μπορώ να ρωτήσω. ‘’Ξέρει κανείς κανένα ήσυχο σπίτι γύρω από τον Λυκαβηττό;’’
ΑΝΤΩΝΗΣ ΣΟΥΡΟΥΝΗΣ
Ελευθεροτυπία 31 Μαίου 2009
ΥΓ. Συνειδητοποιώντας την... αλαζονεία του δικού μου τίτλου (και τη στιγμή που όλα τα αντιμετωπίζω μαγικά και υπερφυσικά) θυμήθηκα δυο στίχους του Σωκράτη (του καινούργιου) που τώρα τελευταία έχουν γίνει και... σουξέ: “Απίστευτος ο κόσμος / κι ο χαρακτήρας μας”.
Διορθώνω, λοιπόν:
Η ζωή μας τραβάει εκεί όπου την οδηγεί ο απίστευτος (και μέγας άγνωστος σε μας) κωλοχαρακτήρας μας.
Καλό Καλοκαίρι να έχουμε κι ας μη καλοαντέχουμε τις ζέστες.
Μερόνυχτα Σαββάτου
Η ζωή τραβάει την ανηφόρα
Η ζωή τραβάει την κατηφόρα
Συνήθως οι Κυριακές είναι προδιαγεγραμμένες, όμως κάπου κάπου μας κάνουν και την έκπληξη. Εκτός από εκκλησία, βουνό, θάλασσα, σινεμά, τηλεόραση, περίπατος, εστιατόριο, μπαρ, είναι και κάποιοι που ακολουθούν την ίδια την Κυριακή κι όπου τους βγάλει.
Μεσοβδόμαδα μου τηλεφώνησε μια παλιά κι αγαπητή φίλη να με ρωτήσει, αν την ερχόμενη Κυριακή το απόγευμα μπορώ να τη συνοδεύσω σε μια γιορτή που γίνεται προς τιμή της σε κάποιο σχολείο. Διέκρινα στην ερώτησή της περισσότερο απαίτηση και λιγότερο παράκληση, όμως αυτό με ευχαρίστησε, γιατί έτσι πρέπει να γίνεται μεταξύ φίλων. Είπα ναι.
Κυριακή πρωί τηλεφώνησα σε έναν παλιό κι αγαπητό φίλο, τον Νίκο Δήμου, αν μπορεί να ρίξει μια ματιά στο κομπιούτερ μου και παρόλο που είχα να τον δω μερικά χρόνια, είπε ναι, γιατί έτσι πρέπει να γίνεται μεταξύ φίλων. Ο Δήμου προπορεύεται σε μερικά χαρίσματα κι ένα απ’ αυτά είναι και οι ηλεκτρονικοί υπολογιστές. Το έφτιαξε αμέσως και μετά έβγαλε από την τσάντα του κάτι που έμοιαζε με μικρή αφίσα ή με μικρό πίνακα ζωγραφικής. Μόνο όταν το πήρα στα χέρια διαπίστωσα ότι πρόκειται για βιβλίο, βιβλίο με ποιήματα, ίσως το πιο λεπτό που έπιανα ποτέ, όχι όμως και το πιο ελαφρύ. Πάνω και κάτω στο εξώφυλλο υπήρχαν στη σειρά εννιά πορτρέτα του συγγραφέα, σαν ταινία σινεμά, από νηπιακή ηλικία μέχρι τη σημερινή και στη μέση του εξωφύλλου η λέξη GERONTION γραμμένη εφτά φορές (εβδομήντα χρόνια;) σαν αναποδογυρισμένη πυραμίδα. Ξεκινούσε από κάτω προς τα πάνω, με το πρώτο GERONTION γραμμένο με πολύ μικρά γράμματα και όσο ανέβαινε μεγάλωνε, μεγάλωνε κι άλλο, ώσπου στο έβδομο σκαλοπάτι γινόταν γερό, όμορφο και στέρεο.
“15 ποιήματα της τρίτης ηλικίας” έγραφε από κάτω κι όταν του είπα ότι κι εγώ ανήκω σ’ αυτήν, μου εξήγησε ότι ο τίτλος ανήκει στον Έλιοτ. ‘’Ντρέπομαι να το λέω’’, συνέχισα, ‘’αλλά μέσα μου δεν νιώθω ότι ανήκω σ’ αυτήν, καμιά φορά νομίζω ότι δεν έχω πάει ακόμα στρατιώτης’’. ‘’Το καταλαβαίνω…’’ χαμογέλασε, ‘’Είναι γιατί εμείς ζούμε’’.
Λίγο αργότερα μου τηλεφώνησε η φίλη μου. ‘’Θα περάσω να σε πάρω με το αμάξι στις έξη παρά, καλά είναι; Το σχολείο είναι και κοντά στο σπίτι σου, στην Ιπποκράτους’’. ‘’Έξη παρά είναι ακόμα μεσημέρι’’, απόρησα, ‘’με τον ήλιο θα πάμε;’’ ‘’Για τα νήπια δεν είναι μεσημέρι, είναι ώρα παιχνιδιού’’. Δεν ήξερα για ποια νήπια μιλούσε και θέλησα να το ξεκαθαρίσω. ‘’Για ποια νήπια μιλάς;’’ ‘’Γι’ αυτά που μας περιμένουν’’. ‘’Σε νηπιαγωγείο θα πάμε;’’ τρόμαξα. ‘’Ε, ναι, δεν το’ ξερες; Θα είναι και η βαφτιστήρα μου, την ξέρεις’’. Αυτό με ηρέμησα κάπως. Εκτός από τη φίλη μου, θα ήξερα και κάποιον άλλο εκεί μέσα. Μου άρεζε να το βλέπω αυτό το κοριτσάκι, σε κοίταζε βαθιά και σοβαρά στα μάτια, σαν την Τζοκόντα προτού βρει το βλέμμα της, για να φυτρώσει και το χαμόγελό της.
Σε νηπιαγωγείο δεν είχα μπει ποτέ, εκτός από την αυλή της κυρα Φεβρωνίας τον περασμένο αιώνα, με τα δέκα σκαμνιά ολόγυρα και τη βίτσα πάνω απ’ τα κεφάλια μας. Μαγεύτηκα. Νόμιζα ότι βρισκόμουν σ’ έναν άλλο κόσμο, παραμυθένιο, που οι άνθρωποι ήταν λιλιπούτειοι, εκτός από τη γελαστή βασίλισσα που γύριζε ανάμεσά τους με το μαγικό ραβδί. Και πραγματικά η φίλη μου με τέτοια έμοιαζε. Όσα χρόνια την ξέρω, πάντα σε μαύρα φορέματα τη βλέπω ντυμένη και σήμερα φορούσε ένα μεταξωτό κατακόκκινο φόρεμα φαρδύ και μακρύ, σα να’ ταν περιτυλιγμένη με το ρούχο του ήλιου.
Όσο ανέβαινες τα τρία πατώματα, τόσο μίκραιναν οι άνθρωποι και τα πράγματα. Παντού χρώματα και ζωγραφική. Στους τοίχους, στα πατώματα, τα παιδιά ζωγράφιζαν όπου θέλανε, ο, τι θέλανε, σχέδια και εικόνες και παντού από πάνω τους κρεμασμένοι χρωματιστοί πολυέλαιοι. "Έχει όνομα αυτή η μαγική πόλη;" ρώτησα τη φίλη μου. ‘’Ντόροθυ Σνοτ", είπε σοβαρά. "Ήταν μια κάμπια, που οι φίλοι της την ψάχνανε κι αυτή έγινε πεταλούδα".
Υ.Γ. Καθώς έγραφα το κείμενο, τηλεφώνησε η ιδιοκτήτρια του σπιτιού να μου πει, ότι πουλάει το σπίτι και πρέπει να φύγω. Τώρα που τελείωσα μπορώ να ρωτήσω. ‘’Ξέρει κανείς κανένα ήσυχο σπίτι γύρω από τον Λυκαβηττό;’’
ΑΝΤΩΝΗΣ ΣΟΥΡΟΥΝΗΣ
Ελευθεροτυπία 31 Μαίου 2009
ΥΓ. Συνειδητοποιώντας την... αλαζονεία του δικού μου τίτλου (και τη στιγμή που όλα τα αντιμετωπίζω μαγικά και υπερφυσικά) θυμήθηκα δυο στίχους του Σωκράτη (του καινούργιου) που τώρα τελευταία έχουν γίνει και... σουξέ: “Απίστευτος ο κόσμος / κι ο χαρακτήρας μας”.
Διορθώνω, λοιπόν:
Η ζωή μας τραβάει εκεί όπου την οδηγεί ο απίστευτος (και μέγας άγνωστος σε μας) κωλοχαρακτήρας μας.
Καλό Καλοκαίρι να έχουμε κι ας μη καλοαντέχουμε τις ζέστες.
27/5/09
“Κυνικός” με καρδιά-τσουρέκι
Του το είχα σχεδόν απαιτήσει: “εξάλλου κάποιος θα πρέπει και να με συνοδεύει!”
Σαστισμένος μου απάντησε “εντάξει!”
Από σαράντα κύματα η σχέση μας. Έτη και έτη εν θυέλλη και ειρήνη. Με την σπάνια τύχη να διαβάζω πρώτη κάθε δικό του χειρόγραφο. Με το ξάφνιασμα μιας καινούργιας αριστουργηματικής ιστορίας προτού γίνει βιβλίο.
Είκοσι χρονών ήμουν όταν τον γνώρισα. Μεγάλος συγγραφέας, αλλιώτικος, αλλά δεν τον καλοήξεραν τότε οι άλλοι. Τον πίστευα, απίστευτα. Με γιάτρευε αυτό το ανοιχτόκαρδο γέλιο. Γελούσα ακόμα και με τους τσακωμούς μας, καθόλου σπάνιοι. Αγάπησα τις γυναίκες του, κάποιες μάλιστα έμειναν φίλες μου. Υπήρξε για μένα παππούς και μπαμπάς, φίλος αλλά και ώρες- ώρες το γκρινιάρικο, ιδιοφυές παιδί μου. Τον άφηνα να τσαντίζεται και να ξετσαντίζεται. Να μου κλείνει το τηλέφωνο φουρκισμένος και να με παίρνει καπάκι για να ακούσω την βροχούλα στο τζάμι.
Όταν έχασα τον δικό μου, έγραφε το βιβλίο του κι είχε διώξει τους πάντες. Δίναμε ραντεβού στο υπόγειο της “Άγκυρας”, δεν άντεχε άνθρωπο. Ερχόταν για μια αγκαλιά, κρατώντας πότε έναν ελέφαντα και πότε τα μοβ αγαπημένα μου αγριολούλουδα.
Μέσ' στη φιλία μας μεγάλωσα. Τι φυσικότερο λοιπόν από το να του απαιτήσω να είναι μαζί μου όταν πάτησα πια τον... μισό αιώνα!
“Μισός αιώνας άνθρωπος” έγινα, του είπα εκείνη την ημέρα, όταν πρώτος μου τηλεφώνησε. Παλιά διαπίστωση δική του και σκάσαμε στα γέλια.
Το ραντεβού μας, ντάλα απόγευμα Κυριακής κοντά στο σπίτι του. “Δε μου λες, κυρά μου, για νάχουμε καλό ρώτημα, και μέρα μεσημέρι πού θα πάμε?” “Στο σπίτι της Ντόροθυ Σνοτ, στο παιδικό σταθμό, δεν είπαμε?”
Φορούσα κοραλιά, μια ζωή μέσα στα μαύρα, τον είδα να με κοιτάζει ξαφνιασμένος.
“Και ποια είναι η Ντόροθι Σνοτ?” “Μια κάμπια που έχει γίνει πεταλούδα! Την έχουν η Ντανιέλα και ο Γιάννης οι κουμπάροι μου, η μαμά και ο μπαμπάς της νουβαντίτσας της Νεφέλης?”
Φτάνοντας στο σταθμό, έβγαλε και το δώρο μου: Roland Jaccard “Το λεξικό του απόλυτου κυνισμού”,γέλασα. Μέσα στα όμοια- αντίθετά- μας μια ζωή δεθήκαμε.
Το βράδυ κοίταξα και την πρώτη του σελίδα: “Στην απόλυτη φίλη μου”. Έτσουξε η μύτη μου απ' τα δάκρυα. Θυμήθηκα την πρώτη αφιέρωση, σε δικό του βιβλίο: “στην καλύτερη συμπαίχτρια της ζωής μου”.
Φιλία σαν πόκα. Φιλία ακριβώς σαν εμένα: κάμπια που μετά από μισόν αιώνα θέλει να γίνει πεταλούδα.
ΥΓ. Είχε και δυο σελιδοδείκτες μέσα το βιβλίο. Δυο αφορισμοί. Τους αντιγράφω:
ΑΡΓΙΑ
“Αργία μήτηρ πάσης κακίας και κορύφωση πάσης αρετής” Franz Kafka
ΑΥΝΑΝΙΣΜΟΣ
“Ο λόγος για τον οποίο είμαι τόσο καλός στο σεξ, είναι γιατί έχω κάνει πολλή προσωπική εξάσκηση” Woody Allen
Αντιγράφω από τα περιεχόμενα και κάτι που χαρακτηρίζει τη φιλία μας:
ΓΕΛΙΟ
“Πρέπει να γελάς, είσαι δεν είσαι ευτυχισμένος, από φόβο μήπως πεθάνεις δίχως να έχεις γελάσει αρκετά” La Bruyere
ΓΕΛΙΟ
“Εάν σου είναι πλέον αδύνατον να γελάσεις με τον εαυτό σου, τότε ήρθε η ώρα να αρχίσουν να γελούν μαζί σου”. Thomas Szasz
ΒΙΒΛΙΟ:
“Τα βιβλία έχουν τους ίδιους εχθρούς με τους ανθρώπους: τη φωτιά, την υγρασία, την ανοησία, το χρόνο, μα κυρίως το ίδιο το περιεχόμενό τους”. Paul Valery
Σαστισμένος μου απάντησε “εντάξει!”
Από σαράντα κύματα η σχέση μας. Έτη και έτη εν θυέλλη και ειρήνη. Με την σπάνια τύχη να διαβάζω πρώτη κάθε δικό του χειρόγραφο. Με το ξάφνιασμα μιας καινούργιας αριστουργηματικής ιστορίας προτού γίνει βιβλίο.
Είκοσι χρονών ήμουν όταν τον γνώρισα. Μεγάλος συγγραφέας, αλλιώτικος, αλλά δεν τον καλοήξεραν τότε οι άλλοι. Τον πίστευα, απίστευτα. Με γιάτρευε αυτό το ανοιχτόκαρδο γέλιο. Γελούσα ακόμα και με τους τσακωμούς μας, καθόλου σπάνιοι. Αγάπησα τις γυναίκες του, κάποιες μάλιστα έμειναν φίλες μου. Υπήρξε για μένα παππούς και μπαμπάς, φίλος αλλά και ώρες- ώρες το γκρινιάρικο, ιδιοφυές παιδί μου. Τον άφηνα να τσαντίζεται και να ξετσαντίζεται. Να μου κλείνει το τηλέφωνο φουρκισμένος και να με παίρνει καπάκι για να ακούσω την βροχούλα στο τζάμι.
Όταν έχασα τον δικό μου, έγραφε το βιβλίο του κι είχε διώξει τους πάντες. Δίναμε ραντεβού στο υπόγειο της “Άγκυρας”, δεν άντεχε άνθρωπο. Ερχόταν για μια αγκαλιά, κρατώντας πότε έναν ελέφαντα και πότε τα μοβ αγαπημένα μου αγριολούλουδα.
Μέσ' στη φιλία μας μεγάλωσα. Τι φυσικότερο λοιπόν από το να του απαιτήσω να είναι μαζί μου όταν πάτησα πια τον... μισό αιώνα!
“Μισός αιώνας άνθρωπος” έγινα, του είπα εκείνη την ημέρα, όταν πρώτος μου τηλεφώνησε. Παλιά διαπίστωση δική του και σκάσαμε στα γέλια.
Το ραντεβού μας, ντάλα απόγευμα Κυριακής κοντά στο σπίτι του. “Δε μου λες, κυρά μου, για νάχουμε καλό ρώτημα, και μέρα μεσημέρι πού θα πάμε?” “Στο σπίτι της Ντόροθυ Σνοτ, στο παιδικό σταθμό, δεν είπαμε?”
Φορούσα κοραλιά, μια ζωή μέσα στα μαύρα, τον είδα να με κοιτάζει ξαφνιασμένος.
“Και ποια είναι η Ντόροθι Σνοτ?” “Μια κάμπια που έχει γίνει πεταλούδα! Την έχουν η Ντανιέλα και ο Γιάννης οι κουμπάροι μου, η μαμά και ο μπαμπάς της νουβαντίτσας της Νεφέλης?”
Φτάνοντας στο σταθμό, έβγαλε και το δώρο μου: Roland Jaccard “Το λεξικό του απόλυτου κυνισμού”,γέλασα. Μέσα στα όμοια- αντίθετά- μας μια ζωή δεθήκαμε.
Το βράδυ κοίταξα και την πρώτη του σελίδα: “Στην απόλυτη φίλη μου”. Έτσουξε η μύτη μου απ' τα δάκρυα. Θυμήθηκα την πρώτη αφιέρωση, σε δικό του βιβλίο: “στην καλύτερη συμπαίχτρια της ζωής μου”.
Φιλία σαν πόκα. Φιλία ακριβώς σαν εμένα: κάμπια που μετά από μισόν αιώνα θέλει να γίνει πεταλούδα.
ΥΓ. Είχε και δυο σελιδοδείκτες μέσα το βιβλίο. Δυο αφορισμοί. Τους αντιγράφω:
ΑΡΓΙΑ
“Αργία μήτηρ πάσης κακίας και κορύφωση πάσης αρετής” Franz Kafka
ΑΥΝΑΝΙΣΜΟΣ
“Ο λόγος για τον οποίο είμαι τόσο καλός στο σεξ, είναι γιατί έχω κάνει πολλή προσωπική εξάσκηση” Woody Allen
Αντιγράφω από τα περιεχόμενα και κάτι που χαρακτηρίζει τη φιλία μας:
ΓΕΛΙΟ
“Πρέπει να γελάς, είσαι δεν είσαι ευτυχισμένος, από φόβο μήπως πεθάνεις δίχως να έχεις γελάσει αρκετά” La Bruyere
ΓΕΛΙΟ
“Εάν σου είναι πλέον αδύνατον να γελάσεις με τον εαυτό σου, τότε ήρθε η ώρα να αρχίσουν να γελούν μαζί σου”. Thomas Szasz
ΒΙΒΛΙΟ:
“Τα βιβλία έχουν τους ίδιους εχθρούς με τους ανθρώπους: τη φωτιά, την υγρασία, την ανοησία, το χρόνο, μα κυρίως το ίδιο το περιεχόμενό τους”. Paul Valery
26/5/09
Όταν το αίμα μετατρέπεται σε φλογοβόλο δύναμη, η λογική γίνεται μια πολύ επίπεδη κατάσταση.
“ΤΟ ΚΙΤΡΙΝΟ ΣΠΙΤΙ” του Martin Gayford, Μετάφραση: Δήμητρα Βελισσάριου, Εκδ. “Ίνδικτος”, σελ. 320, e 19.40
“Η διπολική ψύχωση είναι μια τρομερή και συχνά, όπως στην περίπτωση του Βίνσεντ, θανατηφόρος ασθένεια... Εκείνοι όμως που ζουν στην κόψη του ξυραφιού έχουν και την ικανότητα να βλέπουν πιο μακριά. Οι γρήγορες σκέψεις, οι συσχετισμοί μεταξύ πραγμάτων που κανένας άνθρωπος σε κανονική πνευματική κατάσταση δεν μπορεί να κάνει, η οξύτητα των συναισθημάτων και των οδυνών- όλα αποτελούν τα καύσιμα για ένα δημιουργικό ταξίδι. Η παράνοια των καλλιτεχνών δεν είναι απόλυτα μυθική”. Βεβαίως, θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί, ότι με τον μύθο της ζωής του Βίντσεντ Βαν Γκογκ, όσον αφορά αυτή την άποψη, μπαίνουν τα θεμέλια.
Υπάρχουν εποχές που μοιάζουν με συμπυκνωμένη ζωή, εντός των χρονικών ορίων τους, ανθίζουμε και σκορπιζόμαστε στο χάος. Μια τέτοια χρονική περίοδο, εμπεριέχεται στο βιβλίο του Martin Gayford. Ο τίτλος του, από το σπίτι πια μύθο, “Το κίτρινο σπίτι”. Όπως το διαμόρφωσε στην Άρλ, αρχικά ο Βίντσεντ Βαν Γκογκ για να συστεγάσει την πιο δημιουργική (αλλά και ολέθριά του) εποχή, την εποχή της καλλιτεχνικής του συνύπαρξης με τον Πωλ Γκωγκέν, συμπεριλαμβανόμενης – ως γεγονός αναπόσπαστο- και την κατάρρευση.
Από τον Οκτώβριο μέχρι τον Δεκέμβριο του 1888 στην γαλλική επαρχιακή πόλη της Άρλ, συνυπήρχαν κάτω απ' την ίδια στέγη αυτοί οι δυο, δυο άγνωστοι αρχικά. Για να γίνει ο ένας εφαλτήριο έμπνευσης αλλά, ταυτόχρονα, και βατερλό για τον άλλον.
Σε εκείνο το, σχεδόν μυθιστορηματικό, πια “Κίτρινο σπίτι” ζωγράφιζαν τις αυτοπροσωπογραφίες τους και τις καρέκλες τους, ο ένας τον άλλον και την καρέκλα του άλλου, την εποχή και την σπορά όπως την έβλεπαν να αλλάζει χρώματα, τα μπορντέλα και τα καφέ, τις γυναίκες του μπαρ και τις γυναίκες στο σπίτι που επισκέπτονταν κάθε τόσο, τα πορτρέτα ανθρώπων της γειτονιάς, τους περίφημους ήλιους, τον μεταφυσικό σπορέα, την ίδια γυναίκα, την αυτή φύση και το ίδιο πορνείο με διαφορετική τεχνική και από άλλη σκοπιά. Κι ο συγγραφέας συλλαμβάνοντας αυτή την εξαιρετική συγκυρία όπου όταν “δυο προσωπικότητες συναντούνται, μεταλλάσσονται κι οι δυο” κατά τον Γιουνγκ, υπογράφει αυτή την περίεργη διπλή βιογραφία. “Το απόλυτο πορτρέτο” της κοινής καλλιτεχνικής τους ζωής, φωτίζοντας τις έντονες διαφορές τους και, πάνω απ' όλα, του Βαν Γκογκ την ταραγμένη ιδιοφυία:
“ Προς τα τέλη του Δεκεμβρίου, ο Βίνσεντ μάλλον έπινε πιο πολύ απ' ό,τι συνήθως, ενώ δούλευε χωρίς σταματημό για αρκετές εβδομάδες. Τον προηγούμενο μήνα είχε ζωγραφίσει είκοσι πέντε πίνακες, αρκετοί από τους οποίους συγκαταλέγονται στους καλύτερους που ζωγράφισε ποτέ”.
Έπινε, δούλευε μανιακά και έτρεμε μήπως και ο Γκωγκέν τον εγκαταλείψει. Προσπαθώντας μέσα από τα Ηλιοτρόπια και τον Σπορέα του να προσεγγίσει τ' απόλυτο, να νικήσει το ανίκητο, να προσεγγίσει μια τέχνη παραμυθητική, ιαματική:
“Αυτό ήταν αναμφίβολα ό,τι ήθελε και ο Βίνσεντ να καταφέρει με τη ζωγραφική του: να ανακαλύψει στην τέχνη μια δύναμη ισχυρότερη από τον νευρωτικό του χαρακτήρα”.
Αλλά κι εκείνο που ομολογούσε άμεσα στον Γκωγκέν:
“Α, καλέ μου φίλε, το να επιτύχει κάποιος στη ζωγραφική αυτό που επιτυγχάνει η μουσική του Μπερλιόζ και του Βάγκνερ... μια τέχνη πού προσφέρει παρηγοριά στους πονεμένους! Υπάρχουν ελάχιστοι που το νοιώθουν αυτό όπως εσύ κι εγώ!!”
Μια διπλή ιστορία απρόσμενη και γοητευτική, που γεφυρώνει την ιστορία της τέχνης με το ψυχολογικό θρίλερ. Με χρώματα, ήχους και με σιωπές, με σκέψεις, φιλία, ασυνήθιστες εξάρσεις και τρόμους. Αποτελώντας ταυτόχρονα και μια καλλιτεχνική τοιχογραφία μιας άκρως ενδιαφέρουσας εποχής. Σκιαγραφώντας αριστοτεχνικά μια ιδιάζουσα φιλία, ακτινογραφώντας μια καλλιτεχνική ιδιοφυία, αγγίζοντας με δέος και σεβασμό έως και αυτόν τον σοκαριστικό, ακόμα ανεξήγητο ακρωτηριασμό (πρόσφατα γράφτηκε ότι ο απόλυτος αίτιος ήταν ο Γκωγκέν, αλλά ποιος είναι εκείνος που με βεβαιότητα μπορεί να το ξέρει).
Με ένθετα έργα για τα ίδια θέματα και της ίδιας εποχής και των δυο, με λεπτομέρειες συγκατοίκησης απίστευτα διαφωτιστικές, με κριτική ματιά επάνω στο έργο αλλά και στην ιδιόμορφη τρέλα. Με την απορία διάχυτη και αναπάντεχη, εξάλλου τα ζητήματα ζωής και τέχνης, αξεδιάλυτα και πάντοτε μόνον υποθετικά, μόνον η ερώτηση, άλλωστε η απάντηση δεν δόθηκε ποτέ μέσα στον χρόνο:
“Αν λοιπόν ο Βίνσεντ είχε εξεταστεί απ' τους γιατρούς μετά από έναν αιώνα, θα υπήρχε έτοιμη διάγνωση. Θα υπήρχε επίσης και θεραπεία. Στα μέσα του εικοστού αιώνα ανακαλύφθηκε πως οι απότομες εναλλαγές της διάθεσης μπορούν να ελεγχθούν με φάρμακα, όπως το λίθιο. Θα δεχόταν, όμως, ο Βίνσεντ μια τέτοια θεραπεία;
Η ερώτηση δεν είναι ρητορική. Τα χάπια θα μείωναν τον ψυχικό του πόνο, αλλά πολλοί διπολικοί συγγραφείς και καλλιτέχνες που έκαναν την θεραπεία, γρήγορα τη σταμάτησαν. Τους έλειπε η έξαψη των “ανεβασμένων” συναισθημάτων όπως το έθεσε ο Hugo Wolf, ένας ακόμη παθών-, όταν “το αίμα μετατρέπεται σε φλογοβόλο δύναμη”. Η λογική ήταν γι' αυτούς μια πολύ επίπεδη κατάσταση”.
Διπλή βιογραφία και βιβλίο τέχνης συνάμα που διαβάζεται με κομμένη ανάσα. Ένα αφήγημα που εξακολουθεί να μας παραξενεύει και να μας καθηλώνει, παρότι όλοι γνωρίζουμε εξ αρχής, το αναπόδραστο τέλος. Μια χρονική περίοδος σε εξέλιξη, τελικά. Σαν την ιστορία της ίδιας της Τέχνης.
ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ-
ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ:
Ο Martin Gayford υπήρξε κριτικός Τέχνης στις εφημερίδες Spectator και Sunday Telegraph.
Σήμερα διατηρεί τη θέση του Διευθυντή Κριτικών Τέχνης στις εκδόσεις Bloomberg.
Έχει συνεργαστεί σε πολλούς καταλόγους εκθέσεων για την Tate Gallery, την Hayward Gallery, την Courtauld Gallery και το Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης του Παρισιού.
Ζει στο Κέιμπριτζ με τη γυναίκα του και τα δυο παιδιά τους.
ΥΓ. Φαντάζεστε το σοκ και τον ενθουσιασμό μου όταν συνειδητοποίησα ότι το νεοδιαμορφωθέν σπίτι μου είναι σχεδόν το... κίτρινο σπίτι του Βαν Γκογκ? Και θα το... κιτρινίσω κι άλλο! (ναι, σιγά τ' αυτί!)
“Η διπολική ψύχωση είναι μια τρομερή και συχνά, όπως στην περίπτωση του Βίνσεντ, θανατηφόρος ασθένεια... Εκείνοι όμως που ζουν στην κόψη του ξυραφιού έχουν και την ικανότητα να βλέπουν πιο μακριά. Οι γρήγορες σκέψεις, οι συσχετισμοί μεταξύ πραγμάτων που κανένας άνθρωπος σε κανονική πνευματική κατάσταση δεν μπορεί να κάνει, η οξύτητα των συναισθημάτων και των οδυνών- όλα αποτελούν τα καύσιμα για ένα δημιουργικό ταξίδι. Η παράνοια των καλλιτεχνών δεν είναι απόλυτα μυθική”. Βεβαίως, θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί, ότι με τον μύθο της ζωής του Βίντσεντ Βαν Γκογκ, όσον αφορά αυτή την άποψη, μπαίνουν τα θεμέλια.
Υπάρχουν εποχές που μοιάζουν με συμπυκνωμένη ζωή, εντός των χρονικών ορίων τους, ανθίζουμε και σκορπιζόμαστε στο χάος. Μια τέτοια χρονική περίοδο, εμπεριέχεται στο βιβλίο του Martin Gayford. Ο τίτλος του, από το σπίτι πια μύθο, “Το κίτρινο σπίτι”. Όπως το διαμόρφωσε στην Άρλ, αρχικά ο Βίντσεντ Βαν Γκογκ για να συστεγάσει την πιο δημιουργική (αλλά και ολέθριά του) εποχή, την εποχή της καλλιτεχνικής του συνύπαρξης με τον Πωλ Γκωγκέν, συμπεριλαμβανόμενης – ως γεγονός αναπόσπαστο- και την κατάρρευση.
Από τον Οκτώβριο μέχρι τον Δεκέμβριο του 1888 στην γαλλική επαρχιακή πόλη της Άρλ, συνυπήρχαν κάτω απ' την ίδια στέγη αυτοί οι δυο, δυο άγνωστοι αρχικά. Για να γίνει ο ένας εφαλτήριο έμπνευσης αλλά, ταυτόχρονα, και βατερλό για τον άλλον.
Σε εκείνο το, σχεδόν μυθιστορηματικό, πια “Κίτρινο σπίτι” ζωγράφιζαν τις αυτοπροσωπογραφίες τους και τις καρέκλες τους, ο ένας τον άλλον και την καρέκλα του άλλου, την εποχή και την σπορά όπως την έβλεπαν να αλλάζει χρώματα, τα μπορντέλα και τα καφέ, τις γυναίκες του μπαρ και τις γυναίκες στο σπίτι που επισκέπτονταν κάθε τόσο, τα πορτρέτα ανθρώπων της γειτονιάς, τους περίφημους ήλιους, τον μεταφυσικό σπορέα, την ίδια γυναίκα, την αυτή φύση και το ίδιο πορνείο με διαφορετική τεχνική και από άλλη σκοπιά. Κι ο συγγραφέας συλλαμβάνοντας αυτή την εξαιρετική συγκυρία όπου όταν “δυο προσωπικότητες συναντούνται, μεταλλάσσονται κι οι δυο” κατά τον Γιουνγκ, υπογράφει αυτή την περίεργη διπλή βιογραφία. “Το απόλυτο πορτρέτο” της κοινής καλλιτεχνικής τους ζωής, φωτίζοντας τις έντονες διαφορές τους και, πάνω απ' όλα, του Βαν Γκογκ την ταραγμένη ιδιοφυία:
“ Προς τα τέλη του Δεκεμβρίου, ο Βίνσεντ μάλλον έπινε πιο πολύ απ' ό,τι συνήθως, ενώ δούλευε χωρίς σταματημό για αρκετές εβδομάδες. Τον προηγούμενο μήνα είχε ζωγραφίσει είκοσι πέντε πίνακες, αρκετοί από τους οποίους συγκαταλέγονται στους καλύτερους που ζωγράφισε ποτέ”.
Έπινε, δούλευε μανιακά και έτρεμε μήπως και ο Γκωγκέν τον εγκαταλείψει. Προσπαθώντας μέσα από τα Ηλιοτρόπια και τον Σπορέα του να προσεγγίσει τ' απόλυτο, να νικήσει το ανίκητο, να προσεγγίσει μια τέχνη παραμυθητική, ιαματική:
“Αυτό ήταν αναμφίβολα ό,τι ήθελε και ο Βίνσεντ να καταφέρει με τη ζωγραφική του: να ανακαλύψει στην τέχνη μια δύναμη ισχυρότερη από τον νευρωτικό του χαρακτήρα”.
Αλλά κι εκείνο που ομολογούσε άμεσα στον Γκωγκέν:
“Α, καλέ μου φίλε, το να επιτύχει κάποιος στη ζωγραφική αυτό που επιτυγχάνει η μουσική του Μπερλιόζ και του Βάγκνερ... μια τέχνη πού προσφέρει παρηγοριά στους πονεμένους! Υπάρχουν ελάχιστοι που το νοιώθουν αυτό όπως εσύ κι εγώ!!”
Μια διπλή ιστορία απρόσμενη και γοητευτική, που γεφυρώνει την ιστορία της τέχνης με το ψυχολογικό θρίλερ. Με χρώματα, ήχους και με σιωπές, με σκέψεις, φιλία, ασυνήθιστες εξάρσεις και τρόμους. Αποτελώντας ταυτόχρονα και μια καλλιτεχνική τοιχογραφία μιας άκρως ενδιαφέρουσας εποχής. Σκιαγραφώντας αριστοτεχνικά μια ιδιάζουσα φιλία, ακτινογραφώντας μια καλλιτεχνική ιδιοφυία, αγγίζοντας με δέος και σεβασμό έως και αυτόν τον σοκαριστικό, ακόμα ανεξήγητο ακρωτηριασμό (πρόσφατα γράφτηκε ότι ο απόλυτος αίτιος ήταν ο Γκωγκέν, αλλά ποιος είναι εκείνος που με βεβαιότητα μπορεί να το ξέρει).
Με ένθετα έργα για τα ίδια θέματα και της ίδιας εποχής και των δυο, με λεπτομέρειες συγκατοίκησης απίστευτα διαφωτιστικές, με κριτική ματιά επάνω στο έργο αλλά και στην ιδιόμορφη τρέλα. Με την απορία διάχυτη και αναπάντεχη, εξάλλου τα ζητήματα ζωής και τέχνης, αξεδιάλυτα και πάντοτε μόνον υποθετικά, μόνον η ερώτηση, άλλωστε η απάντηση δεν δόθηκε ποτέ μέσα στον χρόνο:
“Αν λοιπόν ο Βίνσεντ είχε εξεταστεί απ' τους γιατρούς μετά από έναν αιώνα, θα υπήρχε έτοιμη διάγνωση. Θα υπήρχε επίσης και θεραπεία. Στα μέσα του εικοστού αιώνα ανακαλύφθηκε πως οι απότομες εναλλαγές της διάθεσης μπορούν να ελεγχθούν με φάρμακα, όπως το λίθιο. Θα δεχόταν, όμως, ο Βίνσεντ μια τέτοια θεραπεία;
Η ερώτηση δεν είναι ρητορική. Τα χάπια θα μείωναν τον ψυχικό του πόνο, αλλά πολλοί διπολικοί συγγραφείς και καλλιτέχνες που έκαναν την θεραπεία, γρήγορα τη σταμάτησαν. Τους έλειπε η έξαψη των “ανεβασμένων” συναισθημάτων όπως το έθεσε ο Hugo Wolf, ένας ακόμη παθών-, όταν “το αίμα μετατρέπεται σε φλογοβόλο δύναμη”. Η λογική ήταν γι' αυτούς μια πολύ επίπεδη κατάσταση”.
Διπλή βιογραφία και βιβλίο τέχνης συνάμα που διαβάζεται με κομμένη ανάσα. Ένα αφήγημα που εξακολουθεί να μας παραξενεύει και να μας καθηλώνει, παρότι όλοι γνωρίζουμε εξ αρχής, το αναπόδραστο τέλος. Μια χρονική περίοδος σε εξέλιξη, τελικά. Σαν την ιστορία της ίδιας της Τέχνης.
ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ-
ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ:
Ο Martin Gayford υπήρξε κριτικός Τέχνης στις εφημερίδες Spectator και Sunday Telegraph.
Σήμερα διατηρεί τη θέση του Διευθυντή Κριτικών Τέχνης στις εκδόσεις Bloomberg.
Έχει συνεργαστεί σε πολλούς καταλόγους εκθέσεων για την Tate Gallery, την Hayward Gallery, την Courtauld Gallery και το Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης του Παρισιού.
Ζει στο Κέιμπριτζ με τη γυναίκα του και τα δυο παιδιά τους.
ΥΓ. Φαντάζεστε το σοκ και τον ενθουσιασμό μου όταν συνειδητοποίησα ότι το νεοδιαμορφωθέν σπίτι μου είναι σχεδόν το... κίτρινο σπίτι του Βαν Γκογκ? Και θα το... κιτρινίσω κι άλλο! (ναι, σιγά τ' αυτί!)
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)