10/12/08

Γράμματα- Μαντλέν

ΔΕΝ Μ’ ΑΓΑΠΑΣ. Μ’ ΑΓΑΠΑΣ!

ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ ΚΑΡΑΠΑΝΟΥ: Η ζωή είναι αγρίως απίθανη!

«Μαμά σού γράφω κι εγώ ένα γράμμα. 7 χρόνια μετά το θάνατό σου. Ο θάνατός σου με λύπησε αφάνταστα. Με άφησε ορφανή αλλά κι με απελευθέρωσε. Έκανα τόσα πράγματα από τότε που πέθανες. Έγραψα το «Μαμά» και μετά το «Μήπως» με τη Φωτεινή. Δεν σου κρατάω κακία αλλά μια απέραντη αγάπη και τα γράμματα φανερώνουν μια απέραντη αγάπη. Έφυγε με το θάνατό σου όλο το διφορούμενο που είχαμε στη σχέση μας. Έμεινε μόνο η αγάπη. Τώρα νιώθω ότι ήρθε η ώρα να δημοσιοποιηθούν τα γράμματά σου. Χρειάστηκαν 7 χρόνια»…
Επτά χρόνια μετά τον θάνατο της «Μαμάς» της, η Μαργαρίτα αφού άφησε πίσω της όλα της τα υπάρχοντα, ημερολόγια, γράμματα, της έγραψε ένα γράμμα και πήγε να την βρει.
Για να το παραδώσει μόνη της.
Μη μείνει «ανεπίδοτον» αυτό!

Διότι «Η ζωή είναι αγρίως απίθανη». Ακριβώς γι’ αυτό.

Έτσι, την ίδια ώρα που οι προθήκες γέμιζαν από… Μαργαρίτα και Μαργαρίτα, η αληθινή Μαργαρίτα, αναλήφθηκε στους ουρανούς.

Πίσω της άφησε, τα ολόφρεσκα ημερολόγια της «Η ζωή είναι αγρίως απίθανη» που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις «Ωκεανίδα» σε επιμέλεια Βασίλη Κιμούλη και «τα γράμματα της Μαργαρίτας Λυμπεράκη στην κόρη της Μαργαρίτα Καραπάνου» σε ένα βιβλίο που υπογράφει η Φωτεινή Τσαλίκογλου, προσφέροντάς μας πια την ανάγνωση μιας συγγραφέως, καρδιακής φίλης και ειδικού με τον λυτρωτικό τίτλο (για… Μαργαρίτες άλλωστε πρόκειται) «Δε μ’ αγαπάς. Μ’ αγαπάς». Απ’ τις εκδόσεις «Καστανιώτη» αυτό.
«Η Φωτεινή το έκανε. Της έχω δώσει τα γράμματά σου όπως κάποιος που δίνει την ψυχή του. Σε κανέναν άλλον δεν θα εμπιστευόμουνα κάτι τέτοιο. Η Φωτεινή γνωρίζει πολύ βαθιά τη σχέση μας. Τα γράμματά της είναι οικεία όσο είναι και για μένα. Λες και είναι κόρη σου κι εκείνη. Η αδελφή που δεν είχα ποτέ. Αυτά τα 7 χρόνια που λείπεις πήρε λίγο τη θέση σου στην καρδιά μου».

Κι είναι το «Μήπως» βιβλίο που συνυπέγραψαν πριν από τρία χρόνια που συνηγορεί. Είναι κι αυτή η εξαιρετική ανάγνωση εκείνων των γραμμάτων. Διότι η επιστολογραφία όπως και τα ημερολόγια, είναι λογοτεχνία. Και μάλιστα της ζωής της ζώσας. Και σε περίπτωση που αφορούν συγγραφείς, είναι και το κλειδί του έργου. Εκείνο που μαγικά ξεκλειδώνει τη ζωή που έγινε τοξικά γραμματάκια στο άσπρο- κενό.

Ενδεχομένως, βέβαια, κανείς να μην πρόσεξε εκείνο το τέλος του γράμματος: «Πώς θα ‘θελα πάλι να ακούσω τη φωνή σου. Να σε δω. Να σε αγγίξω. Μου λείπεις τρομερά, κι όσο πάει και περισσότερο.
Στην αρχή δεν είχα καταλάβει πόσο μου έλειπες, τώρα καθώς τα χρόνια περνούν η απουσία σου είναι πιο έντονη. Μαμά σε αγαπώ. Είσαι το μόνο πρόσωπο που έτσι αγάπησα στη ζωή μου. Και αυτά τα γράμματα είναι το μοναδικό κειμήλιο που έχω από σένα. Δεν μπορείς να ξαναγυρίσεις μαμά; Μου λείπεις.
Αυτά έχω να πω.
Η κόρη σου Μαργαρίτα.
Υστερόγραφο:
Οι νεκροί δεν σώζουν τους ζωντανούς. Η σιωπή τους, η απουσία τους, μοιάζουν με συνενοχή».

Έγραψε. Κι έφυγε.
Μας άφησε, όμως, πίσω τη συγκλονιστική γραφή της. Με τον Κάφκα και με τον Προυστ έξω την συνέκριναν. Ο Τζων Απντάικ, έγραφε ύμνους.
Στη χώρα μας, σιωπή. Ύπνος! Βαθύς ύπνος!
Μας άφησε, επίσης, κι αυτά τα δυο βιβλία της, το φρόντισε τόσο καλά η Φωτεινή και ο Βασίλης.
Ειδικά η Φωτεινή (Τσαλίκογλου) ξαναδιαβάζοντας τα γράμματα. Έρριξε γέφυρα να καταλάβει η Μαργαρίτα πόσο την αγαπούσε η Μαργαρίτα (για να της ξεχωρίζουμε, τη Μαργαρίτα Λυμπεράκη, θα την λέμε – όπως κι η Φωτεινή- Ρίτα).
Μπουκίτσες ζωής φωτεινής- σκοτεινής και αχτίδες τέχνης ακριβής, τα όσα αποσπάσματα που θα ακολουθήσουν. Για τη δική μας μίζερη ζωή.

Μαργαρίτα Καραπάνου: «Η ΖΩΗ ΕΙΝΑΙ ΑΓΡΙΩΣ ΑΠΙΘΑΝΗ», Εκδ. «Ωκεανίδα», σελ. 424.
Κείμενα που ξεκινούν το 1959, απ’ το Παρίσι, με την Μαργαρίτα 13χρονη και τελειώνουν το 1979, στην Αθήνα. «Η Κασσάνδρα και ο Λύκος» έχει ήδη εκδοθεί, στην Ευρώπη και στις ΗΠΑ έχουν γραφτεί διθύραμβοι και «Εκείνη» (η αρρώστια), τής έχει επιτεθεί. Τα ημερολογιακά κείμενα τελειώνουν με την πρώτη φράση του «Υπνοβάτη»: «Ο Θεός ήτανε κουρασμένος»…
Και παντού η ίδια κραυγή: «αγάπα με».

«Σιγά- σιγά συνειδητοποιώ την απίστευτη ανάγκη να με αγαπούν. Μονάχα όταν με αγαπούν μπορώ να καταπιαστώ με κάτι, ακόμη και να ζήσω». «Διψάω για έρωτα, αλλά για έναν έρωτα διαρκώς νέο, ιδανικό. Γι’ αυτό εντέλει πιστεύω πως θα είμαι αιωνίως απογοητευμένη. Να μάθω να διοχετεύω αυτή την αγάπη, αυτή τη δίψα για έρωτα σε κάποιο άλλο πράγμα, ανεξάρτητο από τους άλλους- να τι πρέπει να κάνω». «Εξιδανικεύω πολύ τους άλλους. Όταν με αγαπάνε, ψηλώνω στα ίδια μου τα μάτια’ όταν παύουν να με αγαπούν ή όταν χάνω το αντικείμενο του έρωτά μου, συγχέω το αντικείμενο και το υποκείμενο (το Εγώ)».

Παντού η ίδια μεγάλη αντιδικία με την πραγματικότητα:
«Αυτή είναι η αιώνια καταδίκη μου; Να συγκρούομαι με την πραγματικότητα πάντα διαφορετική απ’ τα όνειρά μου; Πιστεύω όμως πως η ψυχανάλυση θα με κάνει να περάσω από το «φαντασιακό» πεδίο στ’ άλλο, το «πραγματικό», χωρίς πολλές απώλειες. Τι φοβάμαι να χάσω μ’ αυτή την «υποκατάσταση»; Ίσως το βαθύτερο εγώ μου, την ίδια την πηγή της ζωής μου. Δεν λένε μερικοί ότι η ζωή είναι πολύ σκληρή για να τα βάλεις μαζί της, και ότι τ’ αδύναμα πνεύματα καταφεύγουν στ’ όνειρο; Τι ξέρουν αυτοί; Τ’ όνειρο έχει κι αυτό τις απαιτήσεις του, την ηθική του. Κι αν όλοι οι ποιητές είναι αδύναμοι, τότε ζήτω η Αδυναμία!
Εγώ πιστεύω πως οι λέξεις «πραγματικό» και «φαντασιακό» είναι πολύ πιο σύνθετες και διφορούμενες και απ’ ό,τι φαίνεται εκ πρώτης όψεως. Γιατί το φαντασιακό έχει κι αυτό την πραγματικότητά του, τους νόμους του, που συχνά είναι πιο δύσκολο να τους τηρήσεις και απ’ το αληθινά πραγματικό. Νομίζω, είμαι σίγουρη, ότι αυτό που έχει σημασία είναι η πραγματοποίηση. Καθετί που καταλήγει σε πράξη, στην πραγματοποίηση, βρίσκεται στο πεδίο της πραγματικότητας, παύει να είναι στο φαντασιακό. Κι εκεί, πιστεύω, πρέπει να γίνει ο διαχωρισμός. Γιατί οτιδήποτε οδηγεί στην πράξη (με τη σαρτρική έννοια) συγκρούεται αυτομάτως με την πραγματικότητα. Επομένως είτε πρόκειται για ποίημα, για μυθιστόρημα, για ταινία ή για το νέο μοντέλο ενός σπορ αυτοκινήτου είναι το ίδιο πράγμα. Μη με πρήζουν λοιπόν ότι οι ονειροπόλοι είναι εκτός πραγματικότητας. Πόσα «πρακτικά πνεύματα» δεν κάνουν τίποτα, δεν έχουν καμιά επαφή με τη ζωή… Αν το να είσαι εντός πραγματικότητας συνίσταται στο να γνωρίζεις πρόσθεση και να μη σε κλέβει ο χασάπης σου, πολύ που με νοιάζει να είμαι σαν αυτούς τους βλάκες.
Τελικά, όμως, δεν μπορώ να μιλάω, αφού εγώ δεν ανήκω πουθενά. Ήδη όμως προαισθάνομαι σε ποιο χώρο θα κινηθώ. (Εάν η μικρή μου ματαιοδοξία, μια τάση να ξεχωρίζω με τον εύκολο τρόπο, δεν με κάνει να θυσιάσω ό,τι θεωρώ πολυτιμότερο στον κόσμο: Την ελευθερία μου να εκφράζομαι).
Ας ξαναγυρίσω στο Si le grain ne meurt.
(Θαυμάσια ιδέα να κρατάω Ημερολόγιο, είναι καλύτερο κι από έναν φίλο- είμαι εγώ η ίδια)».

Στις σελίδες του εξάλλου, οι εκλεκτές αναγνώσεις της, η ιερότητα της φιλίας, η οξυδέρκεια και ευαισθησία, το πάθος της να αγαπήσει και να αγαπηθεί και μια συγκλονιστική περιγραφή ταυρομαχίας, σε ηλικία μόλις 13 χρονών! Στα 13 της ήδη, ολοκληρωμένη συγγραφέας! Με μια γραφή σπαρταριστή, ελλειπτική, βαθιά, υπαινικτική, τολμηρή:
«Αυτόματη γραφή, φοβερά συγκροτημένη όμως, οργανωμένο παραλήρημα. Faulkner. Σαράντα πυρετός κι απόλυτο cool. Την ζωή την ίδια, αλλά όχι στη φυσικότητά της. Φιλτράρισμα, όχι για να τη μειώσω, αλλά για να την πολλαπλασιάσω».
Το αποτέλεσμα όλων, αυτό ακριβώς που ήθελε κι αυτή: «αυτό που πάω να κάνω είναι υπερ-εγκεφαλικό, αλλά που θα βγαίνει από την κοιλιά».
Με μια γραφή, σχεδόν, σωματική.

Φωτεινή Τσαλίκογλου: «ΔΕ Μ’ ΑΓΑΠΑΣ. Μ’ ΑΓΑΠΑΣ: Τα παράξενα της μητρικής αγάπης. Τα γράμματα της Μαργαρίτας Λυμπεράκη στην κόρη της Μαργαρίτα Καραπάνου», Εκδ. «Καστανιώτη», σελ. 241.
«Για μια σχέση που δεν τελειώνει» κάνει λόγο στο πρώτο κεφάλαιο αυτής της «μαρτυρίας», η Φωτεινή:
«Δυο πράγματα έχω σταθερά στη ζωή: τη θάλασσα και την κόρη μου», έλεγε η Ρίτα Λυμπεράκη. Λίγες μέρες μετά το θάνατό της, η κόρη της έγραψε:
«Η μητέρα μου κι εγώ γνωριζόμαστε από παλιά. Όταν ήμουν παιδί, μου έδειχνε τα άστρα. «Είναι δικά μου», μου έλεγε. Όταν ήμουν δώδεκα χρόνων, περπατούσαμε μ’ έναν άντρα στο δρόμο. «Είναι δικός μου», μου έλεγε».
Πόσο παράξενη μπορεί να είναι η σχέση μάνας- κόρης; Και τι γίνεται όταν φεύγει από τα όρια και μεταμορφώνεται σε μια σχέση πάθους, όπου ο έρωτας εναλλάσσεται με την εγκατάλειψη, η τρυφερότητα με την απόγνωση και το φόβο, η λατρεία με την απόρριψη και το θυμό, η επιθυμία συγχώνευσης με την ανάγκη διαφοροποίησης;
«Γλυκιά μου, σε κρατώ στην αγκαλιά μου. Τα χεράκια σου είναι τυλιγμένα γύρω απ’ το λαιμό μου. Είσαι τόσο ελαφριά και μοιάζεις με κούκλα. Τρέχουμε στο δάσος. Είναι νύχτα.
«Θα πεθάνω;» με ρωτάς.
«Ναι, μανούλα, ναι», απαντώ.
Κλαις».
Ένας μεγεθυντικός καθρέφτης η ακραία φορτισμένη σχέση μάνας- κόρης, ένας καθρέφτης που απροσδόκητα, δίχως να το ζητήσουμε, δίχως να το θελήσουμε, φέρνει στο προσκήνιο καταχωνιασμένα μέσα μας μυστικά. Τα μυστικά μιας ανεπανάληπτης σχέσης. Της σχέσης με τη μητέρα, που συνεχίζεται, ακόμα κι όταν αυτή δε ζει πια…
Για μια τέτοια «δια βίου» σχέσης μας ομιλούν τα γράμματα της συγγραφέως Ρίτας Λυμπεράκη στην κόρη της, συγγραφέα Μαργαρίτα Καραπάνου. Από τα βάθη των αιώνων «απαγορευμένες», ανομολόγητες φράσεις διατρέχουν τις συνομιλίες μάνας- κόρης. Λόγια που δεν τολμούν να ειπωθούν και ακόμα λιγότερο να γραφούν:
«Πες μου σ’ αγαπώ, για να με αγαπώ», είναι σαν να λέει η μια στην άλλη.
«Μίλα μου για να φύγω απ’ τη σιωπή».
«Αγκάλιασέ με για να σε αγκαλιάσω».
«Φύγε από μπροστά μου για να δω το πρόσωπό μου στον καθρέφτη».
«Μην αφανίσεις τη νεότητά μου. Μην υποκλέψεις το νεαρό κορίτσι που ήμουν. Μην κρατήσεις για σένα μόνο τον έρωτα, τη ζωή. Είμαι κι εγώ εδώ».
«Άσε με να ζήσω».
«Μη με καταβροχθίζεις με την υπερπαρουσία σου».
«Κοίταξέ με. Μη με κάνεις αόρατη με την αδιαφορία σου».
«Είμαι σαν κι εσένα. Μπορείς λοιπόν να μ’ αγαπάς».
«Είμαι σαν κι εσένα. Μπορώ λοιπόν να με αγαπώ».
«Δεν είμαι σαν κι εσένα. Μπορείς λοιπόν να με μισείς και να μ’ εγκαταλείπεις».
Με χιούμορ, ευαισθησία, αναπάντητες σκέψεις, αγωνίες, τύψεις, σκοτάδια, φως και έντονους κραδασμούς οι επιστολές που ακολουθούν μας αφηγούνται μια συγκλονιστική και ανελέητη ιστορία αγάπης μιας μάνας με την κόρη της. Παράξενη και παράδοξη, όπως παράξενες και παράδοξες είναι οι θεμελιώδεις ιστορίες αγάπης της ζωής μας».
Γράφει ξαναδιαβάζοντας και αφουγκραζόμενη τις επιστολές η Φωτεινή, προτρέποντάς μας:
«Τα γράμματα αυτά αξίζει να διαβαστούν σαν ένα μυθιστόρημα…
Όσο για μένα- επεξηγεί- διευκρινίζω το αυτονόητο: Ο σχολιασμός των γραμμάτων αυτών από εμένα δεν συνιστά παρά μια μόνο εκδοχή ανάγνωσης, και μάλιστα, ακραία υποκειμενική ανάγνωση… Η Μαργαρίτα Καραπάνου είναι η ξεχωριστή και μοναδική φίλη μου. Από την εποχή της «Κασσάνδρας», με αυτό που είναι έχει σημαδέψει αυτό που είμαι. Πώς λοιπόν να είμαι αντικειμενικός αναγνώστης; Άλλωστε, ο κάθε αναγνώστης θα κάνει τη δική του ανάγνωση. Αυτή δεν είναι, εξάλλου, η μαγική λειτουργία της συνδημιουργίας αναγνώστη και συγγραφέα;»
Προτού να σας αφήσουμε, όμως, στη δική σας ανάγνωση, επιτρέψατέ μας, να κλείσουμε με δυο καθοριστικά αποσπάσματα.
Μια ανάμνηση – όνειρο από την ίδια την Μαργαρίτα:
«Λατρεύαμε και οι δυο τη θάλασσα. Μου έμαθες να κολυμπάω. Είδα ένα όνειρο τη νύχτα που πέθανες: Ήσουν πολύ νέα και χαιρετιόμαστε από δυο όχθες, η θάλασσα στη μέση, και τότε η θάλασσα σηκώθηκε πολύ ψηλά και χωρίστηκε στα δυο σαν την ιερή θάλασσα του Μωυσή. Τρέξαμε η μια στην αγκαλιά της άλλης και μου είπες: «Είμαι η θεά της θάλασσα κι εσύ η κόρη της θάλασσας. Τίποτα πια δεν μπορεί να μας χωρίσει, ούτε η θάλασσα η ίδια». Μια μέρα με πήρες από το χέρι με το δάχτυλό σου τεντωμένο και μου έδειξες τη γη και τον ουρανό. Όλα αυτά είναι δικά μου μού ψιθύρισες συνωμοτικά, αλλά μην το πεις όμως σε κανέναν. Γι’ αυτό με φοβούνται, γιατί το ξέρουν. Όταν πεθάνω, θα είναι όλα δικά σου. Θα τρέμει η γη με το πέρασμά σου και θα μουγκρίζει ο ουρανός. Τα άστρα θα τρεμοσβήνουν μόνο για σένα και ο Θεός ακόμα θα σε φοβάται. Γράψε! Γράψε! Μόνο έτσι θα τα κατακτήσεις όλα αυτά. Εν αρχή ην ο λόγος νυν και αεί».
Και τα κατέκτησε.
Μονάχα την δική της αγάπη αναζητούσε παντού και ίσως δεν κατέκτησε ποτέ:
«Ενήλικη πια, όταν χωρίζοντας από τον ερωτικό της σύντροφο εκείνη θα πει: «Ποτέ του δεν με κατάλαβε», στην πραγματικότητα για τη μητέρα της θα μιλάει. Όπως επίσης στη μητέρα της θα αναφέρεται όταν θα ικετεύει με κάθε τρόπο τον ερωτικό της σύντροφο: «Μη με αφήσεις». Ή όταν αντίθετα θα σπεύδει εκείνη να τον εγκαταλείψει πρώτη, μην αντέχοντας μιαν ακόμα εγκατάλειψη, στη μητέρα θα αναφέρεται.
Αγαπάμε σημαίνει ψάχνουμε συνειδητά αυτό που μας έχει λείψει και ξαναβρίσκουμε- ασυνείδητα τις περισσότερες φορές- αυτό που έχουμε ήδη γνωρίσει.
Τα γράμματα αυτά, σαν συμπυκνωμένες μαντλέν, βγάζουν από το σκοτάδι και φέρνουν στο φως μια μάνα που πάσχιζε, όπως και όσο μπορούσε, να αγαπήσει την κόρη της και μια κόρη που λαχταρούσε να αγαπηθεί, όσο και όπως μπορούσε. Τα παράδοξα της μητρικής αγάπης είναι τα παράδοξα μιας νύχτας που ονειρεύτηκε πως ήταν φως. Η νύχτα αυτή είναι η δική μας».

ΥΓ1: «Σε κάθε περίπτωση, τα γράμματα αυτά μας πάνε πίσω. Φέρνουν στο προσκήνιο εποχές που ποτέ δε σβήνουν οριστικά, αφήνοντας στον ψυχισμό ανεξίτηλα μνημονικά ίχνη που κάθε τόσο αναζωπυρώνονται. Μια μαντλέν αρκούσε για τον Προυστ να τον βυθίσει στο παρελθόν’ μια μυρωδιά, μια μουσική, μια φωτογραφία, ένας ελεύθερος συνειρμός στη διάρκεια μιας ψυχαναλυτικής θεραπείας, ένα μικρό τίποτα αρκεί για να εισβάλλει ορμητικά το άλλοτε και το αλλού στο σήμερα και το εδώ. Τα γράμματα αυτά λειτουργούν σαν συμπυκνωμένες μαντλέν. Κεντρικό πρόσωπο σε αυτό το άλλοτε και το αλλού είναι και παραμένει η μητέρα. Το πρώτο αντικείμενο της αγάπης» («Δεν μ’ αγαπάς. Μ’ αγαπάς» της Φωτεινής Τσαλίκογλου, σελ. 46).

ΥΓ2: Διότι η Μαργαρίτα κι αν είναι Επανάσταση: Στα Ελληνικά Γράμματα. Από την «Κασσάνδρα» και για πάντα. Και με αιτία, μάλιστα. Σημαντική. Ε δεν ήρθε ο καιρός να το δούμε κι εμείς;