22/2/12
Κάτι θα δεις, θα γίνει...
Είναι ο βραβευμένος πλέον συνάδελφος του διπλανού γραφείου. Ο Χρήστος
Οικονόμου, δημοσιογράφος του «Εθνους», απέσπασε πρόσφατα το Κρατικό Βραβείο
Διηγήματος με το έργο του «Κάτι θα γίνει, θα δεις». Και ήταν μόλις η δεύτερη
εκδοτική προσπάθειά του.
Πρωτόγραψε το 2003 μια συλλογή με διηγήματα, με τίτλο «Η γυναίκα στα
κάγκελα». Εκδόθηκε από τα «Ελληνικά Γράμματα», ο Χρήστος Οικονόμου αμέσως
δημιούργησε αίσθηση. Γλώσσα ευαίσθητη και σκληρή και ένας νατουραλισμός που τότε
ήταν και δεν ήταν ακριβώς η ζωή μας. Επτά χρόνια μετά και ενώ η δημοσιογραφία
πάντοτε υπήρχε και όλα έδειχναν ότι τον κέρδιζε, η δεύτερη συλλογή του με
διηγήματα το 2010 «Κάτι θα γίνει, θα δεις» από τις εκδόσεις «Πόλις» αυτήν τη
φορά, ήρθε και εξαρχής τα σάρωσε όλα. Υποψηφιότητα στα βραβεία του περιοδικού
«Διαβάζω», τους κριτικούς να μιλούν για ένα ταλέντο αναμφισβήτητο και για γραφή
στιβαρή, τον Κώστα Μουρσελά φανατικό αναγνώστη να τον συστήνει σε όλους και το
Κρατικό Βραβείο Διηγήματος ως επιστέγασμα τελικά όλων αυτών.
Συνδυασμός. Η ζωή του Χρήστου Οικονόμου κινείται μεταξύ
δημοσιογραφίας και συγγραφής.
Ο ίδιος ο συγγραφέας, στη συχνή πια ερώτηση «Χρήστο, κάτι θα γίνει, έγραψες,
τελικά τι ήταν εκείνο που έγινε» απαντά. «Εγινε ότι έγραψα μια χούφτα διηγήματα
που νόμιζα ότι θα τα διαβάσω εγώ, η γυναίκα μου και δυο-τρεις άλλοι, αλλά τελικά
το βιβλίο διαβάστηκε από περισσότερους και κέρδισε και το Κρατικό Βραβείο
Διηγήματος. Απίστευτο μου φαίνεται».
Το σύμπαν του συγγραφέαΣτο μεταξύ, από την πρώτη του
συγγραφική εμπειρία μοιάζει να μην έχουν αλλάξει και τόσο πολλά. «Σε μένα άλλαξε
κυρίως το πώς βλέπω αυτά που γράφω. Γύρω μου άλλαξαν πολύ περισσότερα. Το 2003
αγωνιούσαμε αν θα κάνουμε καλούς Ολυμπιακούς Αγώνες. Τώρα αγωνιούμε αν αύριο θα
υπάρχουμε ως χώρα και ως κοινωνία», όμως, ο Χρήστος επιμένει.
Κι επιβραβεύεται με ένα βραβείο στα δύσκολα και για τα δύσκολα. Στα διηγήματά
του, εξάλλου, αυτό ακριβώς κάνει, βρίσκει στο έρεβος φως: «Και αν δεν υπάρχει,
πρέπει να ψάχνουμε να το βρούμε. Καμιά φορά, ψάχνοντας, ανακαλύπτεις ότι το φως
είσαι εσύ ο ίδιος», υπογραμμίζει.
Οι συγγραφικές εμμονές του... «πολλές. Αλλωστε, και το γράψιμο από μόνο του
μια εμμονή δεν είναι; Πέραν αυτού, η μεγαλύτερη εμμονή μου είναι να γράφω με
καθαρό μυαλό και καθαρή καρδιά. Και, φυσικά, πάντα με μολύβι και χαρτί. Θέλω να
χαράζω τις λέξεις πάνω στην άσπρη σελίδα, να τις διαβάζω σαν να 'ναι ματωμένα
ίχνη στο χιόνι». Στο μεταξύ, η δημοσιογραφία γι' αυτόν δημοσιογραφία, αλλά όλα
μπορούν να συνδυαστούν σ' αυτήν τη ζωή. Πόσω μάλλον για τον γεννημένο συγγραφέα
που βρίσκει ότι, τελικά, «Αναγκαία είναι και τα δυο, και από ανάγκη
συνδυάζονται. Η λογοτεχνία είναι φυσική ανάγκη, η δημοσιογραφία εξασφαλίζει τα
αναγκαία προς το ζην. Τον χρόνο προσπαθώ να τον φτιάχνω μόνος μου. Δεν τα
καταφέρνω πάντοτε, αλλά το παλεύω».
Και με ένα λογοτεχνικό είδος όπως το διήγημα, «δύσκολο» όπως επιμένουν οι
συγγραφείς ενώ οι εκδότες το αντιμετωπίζουν ως «αντιεμπορικό», αλλά δεν μπορεί,
την έχει σίγουρα την γοητεία της η μικρή φόρμα: «Δύσκολη (πάντα) και
αντιεμπορική (όχι πάντα, ευτυχώς) είναι η καλή λογοτεχνία. Το διήγημα σου δίνει
απόλαυση όμοια μ' εκείνη που νιώθεις, όταν είσαι διψασμένος, πίνοντας μονορούφι
ένα ποτήρι δροσερό νερό. Οι απαιτήσεις του πολλές. Είναι σαν να προσπαθείς να
ισορροπήσεις τρέχοντας πάνω σε τεντωμένο σχοινί», αποκαλύπτει ο συγγραφέας,
ενίοτε και μεταφραστής: «Μεταφράζω για βιοποριστικούς λόγους», διευκρινίζει. Και
«δεν πιστεύω ότι η μετάφραση είναι συνδημιουργία. "Ποίηση είναι ό,τι χάνεται στη
μετάφραση", είπε ο Φροστ. Ονειρεύομαι έναν κόσμο όπου ο κάθε αναγνώστης θα
μπορεί να διαβάζει στο πρωτότυπο τα βιβλία που αγαπάει».
Οσον αφορά δε την διαδικασία γραφής «Γράφω τις νύχτες συνήθως. Γράφω
καθημερινά, στο χαρτί ή στο μυαλό μου. Στο χαρτί γράφω μόνο όταν κάθομαι στο
γραφείο μου. Στο μυαλό μου γράφω όπου και όποτε να 'ναι. Χρειάζομαι τα απολύτως
απαραίτητα: χαρτί, μολύβι, καφέ, καπνό, σιωπή -για ν' ακούω αυτά που γράφω».
Ο Χρήστος Οικονόμου, που γεννήθηκε στην Αθήνα, μεγάλωσε στην Κρήτη και ζει
στον Πειραιά, έχει στο συγγραφικό σύμπαν του να επιζούν ή απλώς να περνούν τρεις
σημαντικότατες πόλεις: «Περνούν, αλλά δεν μένουν, ίσως επειδή δεν είμαι δεμένος
με κανέναν τόπο ?ή, μάλλον, επειδή είμαι δεμένος με πολλούς τόπους, είτε έχω
ζήσει εκεί είτε όχι. Από μικρός φανταζόμουν πως κάθε νύχτα ταξίδευα σε άλλο
μέρος και έμπαινα σαν τον αέρα μες απ' τις γρίλιες στα σπίτια και τις δουλειές
των ανθρώπων και παρακολουθούσα τι έλεγαν και τι έκαναν».
Το γιατί γράφει, έχει πάψει πια να τον απασχολεί: «Παλιότερα αναρωτιόμουν
συχνά. Τώρα πια όχι, όπως δεν αναρωτιέμαι γιατί τρώω, γιατί κοιμάμαι, γιατί ζω».
Αγαπημένοι του συγγραφείς ήταν και παραμένουν «Ο Αντερσεν, ο Παπαδιαμάντης, ο
Κάρβερ, ο Τσέχοφ, ο Στάινμπεκ, ο Κόρμακ Μακάρθι ?ο μεγαλύτερος εν ζωή Αμερικανός
μυθιστοριογράφος, κατά την ταπεινή μου γνώμη. Ο Αλεξάνδρου, ο
Παπαδημητρακόπουλος, ο Σκαμπαρδώνης. Ο Καβάφης, η Ντίκινσον, ο Φροστ».
Αγαπημένα του βιβλία «Η Αγία Γραφή. Τα παραμύθια του Αντερσεν. Ο,τι έχουν
γράψει ο Παπαδιαμάντης, ο Κάρβερ, ο Κόρμακ Μακάρθι. Το Κιβώτιο του Αρη
Αλεξάνδρου. Η Μεταμόρφωση του Κάφκα. Ο Καπετάν Μιχάλης και Ο Χριστός
Ξανασταυρώνεται του Καζαντζάκη. Ο Φύλακας στη Σίκαλη του Σάλιντζερ. Τα Σταφύλια
της Οργής του Στάινμπεκ. The Things They Carried του Τιμ Ο Μπράιεν».
Το πρώτο βιβλίο που θυμάται «Η Μυστηριώδης Νήσος του Ιουλίου Βερν. Ακόμα και
τώρα τ' ανοίγω πού και πού. Εχω μια παμπάλαια έκδοση, εικονογραφημένη με τις
υπέροχες γκραβούρες του Φερά». Και η πρώτη φορά που έγραψε; «Πρέπει να ήμουν 16,
17. Ηταν μια ιστορία για έναν τύπο, στην Κρήτη, που ένα βράδυ, σουρωμένος,
σκαρφαλώνει στη σκεπή του σπιτιού της πρώην γυναίκας του κι αρχίζει να ξηλώνει
τα κεραμίδια. Νομίζω ότι κάπου πρέπει να το 'χω κρατήσει».
ελένη γκίκα
Δημοσιεύθηκε στο Έθνος της Κυριακής
7/12/11
Η γυναίκα της βορινής κουζίνας
Το βιβλίο: “Η γυναίκα της βορινής κουζίνας”
Οι εκδόσεις: “Καλέντης” αυτή τη φορά
Το εξώφυλλο και τα σχέδια του βιβλίου: Αντώνης Ασπρόμουργος
Το οπισθόφυλλο:
Από παιδί περπατά χωρίς να κοιτά. «Άνοιξε επιτέλους τα μάτια, παιδί μου!» την ακούει − η πανταχού παρούσα μαμά!
Βηματίζει αργά, μηχανικά… Κοιτάζοντας αφηρημένα, με εκείνη τη διαρκή έσωθεν όραση, στραμμένη λες στα σπλάχνα…
Βαδίζει αργά, σταθερά, πριγκιπικά − όπως εκείνη της έχει μάθει να περπατά. Έστω και κάπως πυρετικά. Σαν υπνοβάτης, δηλαδή, χωρίς να κοιτά.
Εκείνη και η Άλλη. Ο εαυτός και το ψεύδος…
Τέσσερα τετράγωνα τις χωρίζουν. Τόσο κοντά, και ταυτόχρονα τόσο πολύ μακριά…
Την ίδια θάλασσα βλέπουν. Το ίδιο βουνό, από την πίσω πλευρά.
Δε συναντήθηκαν ποτέ. Μονάχα στον καθρέφτη.
Τώρα, πώς γίνεται; Τα κάνει αυτά τα μαγικά ο καθρέφτης!
Οι δυο μαζί θα έκαναν την τέλεια εικόνα. Μυστηριώδεις μες στη διαύγεια, και γι’ αυτό φωτεινά σκοτεινές…
Κι ανάμεσά τους εγώ, που τις βλέπω· που με επινόησαν εκείνες − ή που υπήρξα εγώ εκείνη που τις επινοώ.
Η Αρσινόη −πρόσωπο ή προσωπείο, Ράνια ή Αριάδνη, και Γερτρούδη, και Ουλρίκα− ακροβατεί ανάμεσα στο όνειρο και στην αληθινή ζωή: υποφέρει και πονάει, φοβάται και φεύγει, γράφει για να ξεχάσει, μαγειρεύει για να υπάρξει, νοσταλγεί και θρηνεί, ελευθερώνεται και ζει!
Η Γυναίκα της Βορινής Κουζίνας, αυτή!
Το σημείωμα στη φτερούγα θέλετε; αυτάκι;
Φοράει φόρεμα πράσινο βαθύ, λαδί, γόβα και καμπαρντίνα λεπτή, στο ίδιο χρώμα − ετοιμάζεται σήμερα για σπλαχνική βροχή.
Βαδίζει με απλωμένα τα χέρια σαν σπασμένα φτερά. Με αυτόβουλα πόδια − όπου θέλουν αυτά.
Επιμένει.
Και κατεβαίνει αργά, αν και με εσωτερική βιασύνη, τα σκαλιά.
Κατεβαίνει στις αναμνήσεις της…
Στη μοναξιά του «εγώ», το «εσύ» γίνεται μια προσευχή.
Εκείνη, κινούμενη άμμος. Ολότελα ανοιχτή στο ενδεχόμενο.
Κάτι είναι εκεί, και την περιμένει, σ’ ένα ρόλο που πρώτη φορά ετοιμάζεται να υποδυθεί, και αγνοεί.
Το δικό της «εσύ» είναι σαν το «εγώ». Αλλάζει πρόσωπα…
Μονάχα το ψευδώνυμο θυμάται, το κέλυφος, το προστατευτικό της προσωπείο στον άλλο της ρόλο… και δεν ξεχνά να το πάρει απ’ την κρεμάστρα κάθε φορά που θα βγει…
Με έναν έρωτα ξεπλυμένο από ενοχές και αναστολές, που θύμωσε το νερό της λησμονιάς στην αρχή και αργότερα το κέρας της Αμάλθειας, γεννήθηκε σ’ αυτή τη ζωή.
Γυρίζει ανύπαρκτη στους δρόμους…
Τώρα, ακόμα και τα πιο τρομαγμένα της βήματα δεν είναι τίποτε άλλο από μια αδιάλειπτη συμπαντική προσευχή.
Οι δυο μαζί θα έκαναν την τέλεια εικόνα. Μυστηριώδεις μες στη διαύγεια, και γι’ αυτό φωτεινά σκοτεινές…
Η γυναίκα, οι αγωνίες της, τα όνειρά της, ο πόνος και οι ωδίνες της, οι ενοχές, το φως και το σκοτάδι, το χθες, πάλι το χθες, οι χάρτινοι κόσμοι και οι καινούργιοι δρόμοι −αλήθεια, πόσο παλιοί!− η αυτογνωσία, η θυσία, η συμφιλίωση… Και η ελπίδα.
Μέσα απ’ αυτόν το μικρόκοσμο, μέσα από το χάος και το έρεβος, εντέλει μέσα από την ανάταση της ψυχής, η Ελένη Γκίκα, με μια αξιοθαύμαστη παραπαίουσα ισορροπία, συνθέτει τον ύμνο στη μία γυναίκα, τη δική της, αυτήν της Βορινής της Κουζίνας, και ταυτόχρονα σε όλες τις γυναίκες του κόσμου που ξυπνούν μέσα της και την κάνουν να ριζώνει στη γη και ταυτόχρονα να διαλύεται στο σύμπαν.
Με ένα λόγο άκρως ποιητικό, με μια ματιά διεισδυτική και μοναδικά τρυφερή, μας χαρίζει την ηρωίδα της − κομμάτι δικό μας, ακόμα κι αν το αγνοούμε.
Αρετή Κολλάτου, επιμελήτρια του βιβλίου Η Γυναίκα της Βορινής Κουζίνας
Το δελτίο τύπου:
Η γυναίκα που ακροβατεί ανάμεσα στο όνειρο και στην αληθινή ζωή - πονάει, υποφέρει, ερωτεύεται, φοβάται, φεύγει, νοσταλγεί, θρηνεί, ελευθερώνεται και ζει. Μια γυναίκα που αλλάζει πρόσωπα, η Γυναίκα της Βορινής Κουζίνας. Η συγγραφέας Ελένη Γκίκα δομεί το νέο μυθιστόρημά της πάνω στα πρόσωπα τριών γυναικών σαν αρθρώσεις του ίδιου σώματος - ώσπου γίνονται τρία πρόσωπα της ίδιας γυναίκας, όπως οι ετερώνυμοι του Πεσσόα, όπως "όλες η Βερενίκες κ' η Κλεοπάτρες θαυμαστές" του Καβάφη, όπως οι πολλοί εαυτοί του Παλαμά. Οι ηρωίδες της παρουσιάζονται ευρηματικά σαν γυναίκες-μπάμπουσκες, η μια μέσα στην άλλη, και η συγγραφέας με χαρακτηριστική επιδεξιότητα καταφέρνει να φωτίσει την εσωτερικότητά τους, αποδίδοντας παράλληλα στον εξωτερικό κόσμο και στα γεγονότα του μία εσωτερική υπόσταση. Διατρέχοντας την επικαιρότητα, την ιστορία αλλά και τη λογοτεχνία, με λόγο ποιητικό, που διεισδύει βαθιά στην ψυχή, η Ελένη Γκίκα συνθέτει τον ύμνο στη γυναίκα ως το εμβληματικό σύμβολο της ζωής και της μητρότητας.
Το δικό μου υστερόγραφο:
αυτό το βιβλίο χωρίς την Κέλλυ και τον Αλέξανδρο που με φρόντισαν, την Αρετή που με επιμελήθηκε και μάζεψε κυριολεκτικά τα κομματάκια μου, τον Γιάννη (Θηβαίο) που μου δάνεισε τον μεταφρασμένο Πρεβέρ του, τον Αντώνη με τις υπέροχες ζωγραφιές του και την Βάσω που μας φρόντισε, δεν θα ήταν εδώ.
Κάτι σαν θαύμα μου φαίνεται! (και είναι) Και τους ευχαριστώ! Μέσα από την καρδιά μου,
ελένη γκίκα
5/12/11
Το μυστικό της μαγικής τσαγιέρας, Εκδ. Καλέντης
Ένα παραμύθι για το θαύμα της Τέχνης και το μυστήριο του Χρόνου।
Ευχαριστώ τον Αντώνη Ασπρόμουργο για τη γνωριμία, την διαρκή έκπληξη, τις μαγικές του εικόνες, την Κέλλυ Ιωαννίδου- Καλέντη για την αγάπη και την στοργή της, τον Αλέξανδρο Καλέντη για την διαρκή παρουσία του στα δύσκολα, την Αρετή που δεν με εγκατέλειψε ποτέ, την Βάσω που τόσο με φρόντισε και τα παραμύθια που μου υποδεικνύουν τα ουσιαστικά στην ζωή, την Νεφέλη που σαρωτικά μπήκε στη ζωή μου και την άλλαξε। Την Έλενα με την φρέσκια φιλία της και το μυστικό με τις κούκλες μας, εσείς, θα το μάθετε πέρα την άνοιξη...
όλους σας ευχαριστώ, πολύ।
ελένη γκίκα
18/11/11
Αυτό μόνο...
"Με τί μοιάζει να πεθαίνεις από αγάπη;"
Κλείσε τα μάτια
και σκίσε το πουκάμισο στο στήθος σου
Με αυτό...
Τζ. Ρουμί "Στον κήπο του αγαπημένου", απόδοση Καδιώς Κολύμβα, Αρμός
7/11/11
Το μυθιστόρημα της εμμονής...
Φωτεινή Τσαλίκογλου “Έρως Φαρμακοποιός”
Το μυθιστόρημα και η εποχή:
“Το μυθιστόρημα αυτό θα μπορούσε να ονομαστεί το μυθιστόρημα της εμμονής. Όλα τα πρόσωπα βασανίζονται ανελέητα από εμμονές… Τελικά, δεν ξέρουμε τίποτε για τα πρόσωπα και τις πραγματικές προθέσεις τους. Και όσο προχωράει το μυθιστόρημα, ξέρουμε όλο και λιγότερα. Μεγάλη μαστοριά της συγγραφέως…” έγραφε για τον μυθιστόρημα της Φωτεινής Τσαλίκογλου, η συγγραφέας Μαργαρίτα Καραπάνου, όταν πρωτοκυκλοφορούσε από τις εκδόσεις “Καστανιώτη” το 1997, κι έρχεται δεκατρία χρόνια μετά για να την δικαιώσει, σαν κινούμενη άμμος, η εποχή:
“Το μυθιστόρημα αυτό μου θυμίζει δύο συγκλονιστικά μυθιστορήματα: "The comfort of strangers" του Ιαν Μακ Γιούαν και "The driver's seat" της Μύριελ Σπαρκ. Η Φωτεινή Τσαλίκογλου ίσως δεν τα έχει διαβάσει, άρα δεν μπορούμε να μιλήσουμε για επιρροές. Αλλά συγγένειες μεταξύ συγγραφέων υπάρχουν και ανά τους αιώνες και ανά την υφήλιο χωρίς να έχει διαβάσει ο ένας τον άλλον. Τα δύο αυτά μυθιστορήματα έχουν επίσης ήρωες διφορούμενους, γεμάτους εμμονές, όπου τα σύνορα μεταξύ ονείρου και πραγματικότητας είναι αχνά. Έχουν ακόμη πολύ μεγάλη βία, εσωτερική βία. Τολμώ να πω ότι το μυθιστόρημα της Φωτεινής Τσαλίκογλου κρύβει μια μεγάλη βία και στη γραφή και στην ουσία. Μια βία κάθαρσης, όπως και η βία που υπάρχει στα δύο μυθιστορήματα των ξένων συγγραφέων…” ολοκλήρωνε η Μαργαρίτα Καραπάνου την συλλογιστική. Κι έρχεται για να την δικαιώσει, “μια μεγάλη βία” στην κοινωνία, την ουσία και την ψυχολογία της εποχής.
Ο “Έρως Φαρμακοποιός”, το δεύτερο μυθιστόρημα της συγγραφέως και Καθηγήτριας Ψυχολογίας Φωτεινής Τσαλίκογλου που επανεκδίδεται ειδικά για τους αναγνώστες του “Έθνους της Κυριακής” από την εφημερίδα και τις εκδόσεις “Καστανιώτη”, όταν πρωτοκυκλοφόρησε, αντιμετωπίστηκε όταν πρωτοκυκλοφόρησε. Είχε ήδη εκδοθεί το μυθιστόρημά της “Η κόρης της Ανθής Αλκαίου” και η κριτική μιλούσε για ένα καινούργιο είδος λογοτεχνικής γραφής. Για την ψυχολογία που προσφέρεται δάνειο ακριβό στην μυθοπλασία.
“Ο έρως φαρμακοποιός είναι μια ιστορία απλή, θα έλεγες μονόχορδη. Σαν περιπέτεια ψυχής, ωστόσο, καθόλου απλή, διότι πρέπει να συμπέσουν αποφασιστικές απουσίες, πολλά κενά στη ζωή σου, ώστε ν' αρχίσεις να γεμίζεις τις τρύπες με καλπάζουσα φαντασίωση, παραλήρημα και ψευδαίσθηση”, υποστήριζε στην δική του κριτική ο Μάριος Μαρκίδης, επιμένοντας στο λυρικό πυρήνα του βιβλίου, εξάλλου πια δεν μιλάμε για ψυχανάλυση και ψυχιατρική, αλλά αμιγώς για ακριβή, καινούργια, λογοτεχνία: “Δεν πρόκειται φυσικά να αποπειραθώ να διαβάσω την φαρμακεία της Φ. Τσαλίκογλου με όρους τυπικής ψυχοπαθολογίας. Και θα ήταν λάθος να συγκαταλεχθεί στα "ψυχαναλυτικά μυθιστορήματα". Είναι, αν μπορεί να σταθεί στο μυθιστόρημα η χρήση όρων από άλλο είδος, ένα "λυρικό" πεζό που καθοδηγεί την ψυχολογία παρά καθοδηγείται απ' αυτήν. Ο ατομικός μύθος της ηρωίδας, της Ελένης, υποστυλώνεται σε μιαν ασταθή ισορροπία από δύο μόνο πρόσωπα, συν ένα "σχεδόν δικό της σπίτι", συν μια παιδική ηλικία που ίσως δεν υπήρξε, που εν πάση περιπτώσει δεν θυμάται. Και τα δύο πρόσωπα, μάνα και πατέρας, φευγάτα, είτε με τον ένα είτε με τον άλλο τρόπο: την απόδραση, το θάνατο ή την αξεπέραστη θλίψη, το σβησμένο βλέμμα, τη "φυσική φθίνουσα πορεία"…”
Η συγγραφέας για το μυθιστόρημα:
Η Φωτεινή Τσαλίκογλου, για τις προυποθέσεις κάτω από τις οποίες γράφτηκε ο “Έρως φαρμακοποιός”, θα μας πει:
“Άλλες εποχές, άλλες καταστάσεις. Τρομάζω να το ξαναδιαβάσω. Ένας επιπλέον λόγος είναι ότι δυο σημαντικά πρόσωπα που έγραψαν γιαυτό το βιβλίο, ο Μάριος Μαρκίδης και η Μαργαρίτα Καραπάνου, δεν είναι πια εδώ. Ο,τι έγραψαν με διακινεί βαθιά, αλλά και το βιβλίο αυτό με τρομάζει. Ίσως είναι το πιο σκοτεινό από όλα μου τα βιβλία. Νεώτερη κατά δεκαπέντε τότε χρόνια ίσως είχα πιο θάρρος, θράσος?, να διαπραγματευτώ την αρρώστια, την κατάρρευση, την άνοια, την εγκατάλειψη όχι μόνο των ψυχικών, αλλά και των σωματικών δυνάμεων. Ο πατέρας της Ελένης πάσχει από άνοια. Η μητέρα έχει εδώ και καιρό φύγει. Όμως η Ελένη θέλει να ζήσει, να ερωτευτεί, να αντιτάξει τον έρωτα στο θάνατο, τον πόθο, στην παρακμή, στην απουσία”.
Τώρα, για το κατά πόσο είναι ο έρωτας- φαρμακοποιός στις μέρες μας, η συγγραφέας, αποκωδικοποιεί. Και το συνδέει με την εποχή, αποδεικνύοντας το ότι, τελικά, η λογοτεχνία, δεν γίνεται παρά να ανήκει στο μέλλον:
“Ο έρωτας φαρμακοποιός είναι και μια κυριολεξία. Η Ελένη ερωτεύεται παράφορα τον Δημήτριο , τον φαρμακοποιό της γειτονιάς της. Το φάρμακο είναι δηλητήριο μαζί και γιατρειά. Ανέκαθεν αυτό που προτάσσεται ως γιατρειά ενδέχεται να είναι και αυτό που μας οδηγεί στο θάνατο. Η αναλογία με ότι συμβαίνει στην μνημονιακή πολυπαθή χώρα μας είναι νομίζω εμφανής. Πάμε να σωθούμε και βυθιζόμαστε κάθε τόσο και σε μεγαλύτερη απόγνωση….”
Αλλά “Το μέλλον ανήκει στην έκπληξη”, όπως παρηγορητικά με το τελευταίο της δοκιμιακό βιβλίο ήδη μας έχει πει. Αυτό που μένει για μας διευκρινίσει είναι αν και ο έρωτας είναι έκπληξη κι αν μάς αφορά όλους:
‘’To love is nothing, to be loved is something, to love and beloved Is everything’’ O Σαίξπηρ επιμένει διαχρονικά να είναι πατέρας της σκέψης και των συναισθημάτων μας, Κι εμείς ριγμένοι –εδώ- σε αυτούς τους σκοτεινούς καιρούς παλεύουμε ανάμεσα στο τίποτα και στα πάντα. Αλίμονο όμως αν τα παρατήσουμε. Οι δραματικοί καιροί είναι και οι πιο ενδιαφέροντες. Άλλωστε το πιστεύω ακράδαντα, αλίμονο μου αν δεν το πίστευα, ‘’το μέλλον ανήκει στην έκπληξη”.
Η συγγραφέας:
Η Φωτεινή Τσαλίκογλου σπούδασε στο Πανεπιστήμιο της Γενεύης και ειδικεύτηκε στην Κλινική Ψυχολογία. Eίναι καθηγήτρια Ψυχολογίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο.
Έχει εκδώσει τα επιστημονικά έργα και δοκίμια: “Σχιζοφρένεια και φόνος (Αναζητώντας τον χαμένο παράδεισο)”, “Μυθολογίες βίας και καταστολής”, “Ο μύθος του επικίνδυνου ψυχασθενή”, “Ψυχολογικά, Ψυχο-λογικά (Οι παγίδες του αυτονόητου)”, “Η ψυχολογία στην Ελλάδα σήμερα”, “Στην άλλη όχθη” (επιμ.) και “Μήπως;” (διάλογοι με τη Μαργαρίτα Καραπάνου). Επίσης το παραμύθι “Η νεράιδα της Γης” (με εικονογράφηση του Αλέξη Κυριτσόπουλου).
Από τις Εκδόσεις “Καστανιώτη” κυκλοφορούν τα μυθιστορήματά της “Η κόρη της Ανθής Αλκαίου”, “Έρως φαρμακοποιός”, “Ονειρεύτηκα πως είμαι καλά”, “Εγώ, η Μάρθα Φρόυντ” και “Tο χάρισμα της Bέρθας” (υποψήφιο για το Βραβείο Αναγνωστών 2010 του ΕΚΕΒΙ), η νουβέλα” Όλα τα ναι του κόσμου”, καθώς και τα βιβλία “Ψυχολογία της καθημερινής ζωής (Η κουλτούρα του εφήμερου)”, “Η ψυχή στη χώρα των πραγμάτων”, “Δε μ’ αγαπάς. Μ’ αγαπάς (Τα παράξενα της μητρικής αγάπης – Τα γράμματα της Μαργαρίτας Λυμπεράκη στην κόρη της Μαργαρίτα Καραπάνου)” και “Το μέλλον ανήκει στην έκπληξη (34 σχόλια για την κρίση και ένα υστερόγραφο)”.
Δημοσιεύθηκε την Κυριακή 6 Νοεμβρίου 2011 στο Έθνος της Κυριακής
24/10/11
Ό,τι ξέραμε και αναγνωρίζαμε ως δικό μας φαντάζει πια ξένο...
“'Οσες φορές αντέξεις” της Αμάντα Μιχαλοπούλου
Δημοσιεύθηκε στο Έθνος της Κυριακής (23 Οκτ. 2011)
“Ύστερα από μια ιλιγγιώδη ερωτική εβδομάδα που περνά στην Αθήνα με έναν Τσέχο τουριστικό πράκτορα, η ηρωίδα ξεκινά μιαν ατέλειωτη περιπλάνηση σε διάφορες ευρωπαικές πόλεις προκειμένου να τον βρει: Πράγα, Μόναχο, Γενεύη, Μαδέρα είναι οι σταθμοί της σε αυτή τη διαδρομή, στην οποία η ηρωίδα θα διαπιστώσει ότι αυτό που εν τέλει ψάχνει δεν είναι η φευγαλέα μορφή του αγαπημένου της, το ζητούμενο αντιθέτως φαίνεται να είναι η ίδια η περιπλάνηση...” έγραφε για το μυθιστόρημα “Όσες φορές αντέξεις” της Αμάντας Μιχαλοπούλου η Ελισσάβετ Κοτζιά όταν πρωτοκυκλοφόρησε το 1998 κι η συγγραφέας έχει πολλές φορές αλλάξει από τότε, παραμένοντας στα βασικά και ουσιαστικά της η ίδια.
Το ιδιαίτερο ύφος της, το καυστικό χιούμορ, η εσωτερική και εξωτερική έννοια της Περιπλάνησης, η ταυτότητα, η διεισδυτική οξυδέρκεια και η αφηγηματική της δεινότητα, εξακολουθούν να υφίστανται, να εξελίσσονται και να ξεπερνούν τα... χωρικά ύδατα, αποδεικνύοντας ότι στα βασικά, τα ανθρώπινα πάθη και λάθη, πέρα από γεωγραφικά, γλωσσικά και πολιτιστικά σύνορα και εμπόδια, παραμένουν ουσιαστικά τα ίδια.
Για το μυθιστόρημα, “'Οσες φορές αντέξεις”, θα πει η συγγραφέας: “Ο τίτλος του θα μπορούσε να είναι ένα επίκαιρο σύνθημα στην Ελλάδα του Μνημονίου, η πλοκή επίσης: η ηρωίδα, μια απολυμένη υπάλληλος της Εθνικής Στατιστικής Υπηρεσίας, αλυσοδένεται με τους υπόλοιπους απολυμένους συναδέλφους της έξω από το Υπουργείο Προεδρίας. Κι αφήνει τους δρόμους και τις πορείες για τον έρωτα του Ιβο, ενός μυστηριώδους Τσέχου που μιλάει σπαστά Γερμανικά και μοιάζει με τον Φράντς Κάφκα. Τον ακολουθεί από την πλατεία Ομονοίας ως την Πράγα και το Μόναχο, κι από εκεί στη Γενεύη και στη Μαδέρα, το νοτιότερο άκρο της Ευρώπης. Η παθιασμένη ερωτική τους ιστορία διαβάζεται και ως αλληγορία της νεοελληνικής προσδοκίας από την Ευρώπη, της συλλογικής μας, ερωτικής σχεδόν, εμμονής με την ευρωπαική ολοκλήρωση. Τώρα που το σκέφτομαι ο όρος “ολοκλήρωση” παραπέμπει ευθέως στην ερωτική πράξη και στη δεκαετία του '90 η “ενωμένη” Ευρώπη ήταν για τους Έλληνες το πιο ισχυρό αφροδισιακό- το απόλυτο όνειρο οικονομικής και κοινωνικής αναβάθμισης. Το ζοφερό ειδύλλιο της ηρωίδας μου με τον Ιβο αποδείχτηκε προφητικό. Η Ευρώπη δεν είναι μικρή, όπως μας έμαθαν. Είναι αχανής, γεμάτη από ταυτότητες που συγκρούονται λυσσαλέα”.
Η Αμάντα Μιχαλοπούλου πρωτομπήκε στη ζωή μας με ένα βραβείο σε διαγωνισμό διηγήματος του περιοδικού “Ρεύματα” και η συλλογή που ακολούθησε το 1994 μας υπενθύμιζε εκείνο που όλοι ξεχνούσαμε πως 'Έξω η ζωή είναι πολύχρωμη”, με την συγγραφική της συνέχεια να παραμένει το ίδιο δυνατή και ενθουσιώδης. Το πρώτο της μυθιστόρημα “Γιάντες” το 1996 απέσπασε το Βραβείο Μυθιστορήματος του περιοδικού “Διαβάζω”. Ακολουθούν τα μυθιστορήματα “Παλιόκαιρος” (2001), “Γιατί σκότωσα την καλύτερή μου φίλη” (2003), “Θα ήθελα” (2005) για το οποίο της απονεμήθηκε το Βραβείο Διεθνούς Λογοτεχνίας του Αμερικανικού Ομοσπονδιακού Ιδρύματος Τεχνών και υπήρξε υποψήφιο για το βραβείο Best Book in Translation του Πανεπιστημίου του Ρότσεστερ, η συμμετοχή της στο “Ερωτικό των τεσσάρων”, τα μυθιστορήματα “Πριγκίπισσα Σαύρα” (2007), “Πώς να κρυφτείς” (2010), η συμμετοχή της στα “Ελληνικά εγκλήματα” (2008 και 2011), τα παιδικά βιβλία “Η εγγονή του Αι- Βασίλη” (2007), “Η εγγονή του Αι- Βασίλη και τα μπισκότα της αγάπης” (2009) και “Η εγγονή του Αι- Βασίλη και η εξαφάνιση των ξωτικών” (2011), όλα από τις εκδόσεις “Καστανιώτη”. Η σειρά “Οικογενειακή Πινακοθήκη”, επίσης, φέρει την υπογραφή της, καθώς και “Το σπίτι που πετάει”.
Έργα της έχουν μεταφραστεί σε εννιά γλώσσες δικαιώνοντας όσον αφορά το σύνολο του έργου της αυτά που έγραφε το 1997 για το “Γιάντες” η Σώτη Τριανταφύλλου: “το μυθιστόρημα μοιάζει γραμμένο από κάποιον που διασχίζει τον κόσμο, τις γλώσσες, τις κουλτούρες και τις εποχές”.
“Με απασχολούσαν ανέκαθεν τα ζητήματα ταυτότητας: ποιοι είμαστε και πώς μάς διαμορφώνουν οι προσδοκίες των άλλων γύρω μας, ατομικά και συλλογικά”- υποστηρίζει η Αμάντα Μιχαλοπούλου. -“Αυτό που με ενδιαφέρει μυθοπλαστικά είναι κατά πόσο ο τρόπος που μάς μεγαλώνουν επηρεάζει τον χαρακτήρα μας και αντικατοπτρίζεται στη συλλογική μας συνείδηση. Τι σημαίνει δηλαδή να είσαι Έλληνας σήμερα, ή Ευρωπαίος. Ζούμε σε μια εποχή που οι ταυτότητες αλλάζουν άρδην ξανά. Ό,τι ξέραμε και αναγνωρίζαμε ως δικό μας φαντάζει πια ξένο”.
Η λογοτεχνία, κατά τη γνώμη της “άσκηση στη δυνατότητα, στην πιθανότητα- και γι αυτό ένα είδος σωτηρίας. Διαβάζουμε για ήρωες που μάς μοιάζουν, ή που δεν μάς μοιάζουν καθόλου, γινόμαστε πιο διαλλακτικοί και καταλαβαίνουμε καλύτερα τον κόσμο. Σαν ηθοποιοί ζούμε στο πετσί του ενός ή του άλλου ήρωα, της μιας ή της άλλης ενδύναμης κατάστασης. Δεν υπάρχει μεγαλύτερο μάθημα δημοκρατίας”, υποστηρίζει.
Αλλά και με το πλέον πρόσφατό της μυθιστόρημα “Πώς να κρυφτείς”, αυτό ακριβώς η Αμάντα Μιχαλοπούλου μάς υπενθυμίζει: “Στο “Πώς να κρυφτείς”, ο Στέφανος, δάσκαλος στο Ελληνικό Σχολείο του Βερολίνου, αναμετριέται με το σκοτεινό μυστικό της παιδικής του ηλικίας. Την απαγωγή του από ένα ζευγάρι Γερμανών που είχαν χάσει το παιδί τους, τη γερμανική του ανατροφή και την επιστροφή του στην Ελλάδα, στα χρόνια της εφηβείας. Με το μετεωρισμό του ανάμεσα σε δύο χώρες προσπάθησα να περιγράψω το αίσθημα κάθε ανθρώπου που αναζητά την αλήθεια, την ταυτότητα, την έννοια της πατρίδας μέσα του”.
8/10/11
Η Νεφέλη στο νησί του Παντός
Ένα παραμυθένιο ταξίδι στις ιστορίες, στο χρόνο και στα ζωγραφισμένα μας όνειρα, που επαληθεύονται πάντα। Αρκεί να τα πιστέψουμε εμείς!
Μια ιστορία που αφιερώνεται στη Νεφέλη, την εικονογράφησε μαγικά ο Θανάσης Τσίτσικας και κυκλοφόρησε μόλις από τις εκδόσεις Ψυχογιός।